Πρόσωπα, Φιλοξενίες

Πως συνάντησα τον Λέοντα, το μαυροσκούφη του Άρη

Στη φωτογραφία του Σπύρου Μελετζή (Βίνιανη 1944) ο ζωγράφος Βάλιας Σεμερτζίδης ζωγραφίζει τον Λέοντα. Πίσω από τον Βάλια, ο Άρης Βελουχιώτης.

Αφηγείται ο θείος Ισίδωρος

Αρχές της οδού Σταδίου -κοντά στην Ομόνοια-  με κατεύθυνση το Σύνταγμα, αριστερά η εμβασία* που οδηγούσε στο θέατρο ΚΑΒΑ και μετά, πάλι αριστερά, ξεκινάγανε τα σκαλιά που οδηγούσανε  στο υπόγειο μαγέρικο. Όταν πρωτοέμπαινες -ένεκα τα ντουμάνια- η επικοινωνία και η αναγνώριση γινότανε δια της μεθόδου του ψηλαφισμού (τουλάχιστον μέχρι να συνηθίσεις στις συνθήκες που επικρατούσαν).

Είχα ραντεβού με τον Λ. ο οποίος είχε κανονίσει συνάντηση με μερικούς άλλους τυφλούς -φίλα προσκείμενους και …«επιρροές» του κόμματος (ένα είναι Το κόμμα)- που έπαιζαν ακορντεόν ή ζητιάνευαν στην Ομόνοια προκειμένου να τους πάρουμε με το …μέρος μας!

* * *

1974 (ή μήπως 75;), ο περίφημος «αγώνας των τυφλών» ήταν στα φόρτε του: Η κατάληψη του οίκου τυφλών στην Καλλιθέα, ήταν σε εξέλιξη και η κατάσταση εκρηκτική. Η αστυνομία με τα ΜΑΤ ετοιμαζόταν να κάνει ντου στο οχυρωμένο κτίριο, η -δοτή δεξιά- διοίκηση του Συνδέσμου τους προσπαθούσε να τους πείσει να σταματήσουν την κατάληψη, η  Μαίρη Παπαλιού ετοίμαζε την ταινία «Ο αγώνας των τυφλών» και ο Jean-Paul Sartre ήταν ανάμεσα στις διεθνείς προσωπικότητες που είχαν υπογράψει το κείμενο συμπαράστασης (εγώ τότε -εκτός από στελεχό του κόμματος- ασχολιόμουνα εργωδώς και με τη Λυδία).

Εκτός από τους μαθητές της σχολής που ήταν υπό κατάληψη, το κόμμα έριχνε αρκετό… βάρος και στη συσπείρωση όλων των τυφλών συμπεριλαμβανομένων

και αυτών που ζούσαν από επαιτεία.

Για τον μπάρμπα-Γ. λέγαν ότι είχε τυφλωθεί σε κάποια μάχη του ΕΛΑΣ, ζητιάνευε συνήθως στις «λαϊκές» και, τον θυμάμαι, σε κάθε γιορτή στο σκοπευτήριο της Καισαριανης -κατά το… προσκλητήριο νεκρών (εκτελεσμένων)- έκανε τον απουσιολόγο: ήταν αυτός που φώναζε «-Απών! Έπεσε υπέρ πατρίδος» (κάτι τέτοιο).

Όταν πέθανε είπανε ότι του βρήκανε κάμποσα εκατομμυρια ως αποθεματικό.

Καθότανε με με το Λ. και με κάνα-δυο-τρεις ακόμα σ΄ένα τραπέζι και με περιμένανε να τους… «δώσω γραμμή» σχετικά με τον αγώνα.

* * *

Μεσημέρι. Σύμπασα η Ομονοιακή κοινότητα -πουτάνες, πούστηδες, κολομπαράδες, παπατζήδες, χαφιεδόνια, ζήτουλες, ηθοποιοί από το ΚΑΒΑ, δικηγορόνια από τα γύρω γραφεία, κλεφτρόνια, λαχειοπώλες και κάθε καρυδιάς καρύδι χωμένο ανάμεσα στους καπνούς ρούφαγε σα τζιφάρι τη φασολάδα του.

*

Ο τύπος που στεκότανε όρθιος ανάμεσα στα τραπέζια κι έδειχνε με καμάρι το ρολόι του -ένα SEIKO 5αρι (πολύ Hi αξεσουάρ την εποχή εκείνη)- πρέπει να τανε γύρω στα 25 χρονώ, ψηλός και ευθυτενής, κλασική επαρχιώτικη λεβεντιά ομορφονιού που είχε ανακαλύψει το… «Αθηναϊκό όνειρο» στην Ομονιακή του εκδοχή.

Όλος υπερηφάνεια εξηγούσε μεγαλοφώνως σε όλους ότι δεν το  ‘κλεψε -όπως του καταλόγιζαν κάποιοι από ‘κει μέσα- αλλά το «’φαγε» από ένα γέρο πούστη μαζί μ΄ένα πεντακοσάρικο που είχε απάνω του,  τον οποίο είχε γαμήσει χθες το βράδυ και ο οποίος -γέρο πούστης- μάλιστα στο τέλος έφαγε κι… εκατό καντάρια κλωτσιές.

Αν έκρινε κανείς από την προφορά του, η σκούφια του πρέπει να κράταγε από τα μέρη της ευάνδρου Θεσσαλίας.

*

Ο Βασίλης ήτανε ντάγκλα, όπως κάθε μέρα, και διαπραγματευότανε με τους άλλους συμποσιαστές την πιθανότητα να τον κεράσουνε ένα ακόμα ποτήρι κρασί.

Του λέγανε «-Ρίχτο πρώτα και μετά….». Ακολουθούσε -όπως πάντα- η γνωστή διαδικασία: Ο Βασίλης άρχισε να ψέλνει τη νεκρώσιμη ακολουθία για μερικά λεπτά κι όταν τελείωνε ζήταγε να του γεμίσουν το ποτήρι. «-Μην του βάλεις του καργιόλη σταγόνα είναι φάλτσος, ξαναπιάστο από την αρχή, διαφορετικά θα πιεις τ αρχίδια μου». Ο Βασίλης το ξανάπιανε σε άλλο τόνο… και ξανά-μανά τα ίδια. Θα πρέπει να ΄ψελνε κα’ να μισάωρο και το στόμα του, από την πολύ ψαλμωδία,  είχε έρθει κι είχε γίνει σαν το τσαρούχι του εύζωνα. Ότι είχε απομείνει από το σάλιο του -ένα άσπρο γαλάκτωμα περλέ που τώρα πια έμοιαζε περισσότερο με  ξεραμένη πέτσα από γιαούρτι- είχε μαζευτεί στις άκρες των χειλιών του καθώς η γλώσσα του πλατάγιαζε απεγνωσμένη σαν τον κυπρίνο στην άκρη της αποξεραμένης λίμνης λίγο πριν να εγκαταλείψει για πάντα το μάταιο τούτο κόσμο.

Όταν η γλώσσα του βεντουζάρισε για τα καλά στον ουρανίσκο, με μια κίνηση του χεριού του έβαλε το άδειο ποτήρι του μπροστά στον τύπο που κράταγε το μπουκάλι με το κρασί. «-Πες το αλλη μια φορα αλλιως δεν εχει ουτε σταγονα».

Αυτό ηταν! Ο Βασίλης τράβηξε… κρίση επιληψίας: με μια κίνηση έφερε το χέρι στο πρόσωπο του, έβγαλε το γυάλινο μάτι του και το βρόντηξε στο τραπεζι. Μετά έπεσε κάτω και κι άρχισε να χτυπιέται με σπασμούς.

Οι μισοί θαμώνες -μες τη φρίκη- πετάχτηκαν όρθιοι κι όπου φύγει-φύγει, κάποιοι προσπάθησαν να τον συνεφέρουν.

Ο Λευτέρης ρωτούσε να πληροφορηθεί τι συμβαίνει.

*

Τον τύπο που καθότανε σ΄ένα τραπέζι  μαζί με κάποιον άλλον, μόλις το είδα τον…ταυτοποίησα αμέσως: τον έβλεπα κάθε φορά που πέρναγα από την Αίολου να κάθεται στην ισόγεια είσοδο ενός υπόγειου μαγαζιού/βιοτεχνίας που -προφανώς κατασκεύαζε και- πούλαγε ντοσιέ (με ράχες). Επρόκειτο για κάτι μαύρα πιτσιλωτά ντοσιέ από σκληρό χοντρό χαρτί κακής ποιότητας που εκείνη την εποχή συναντούσες παντού, από συμβολαιογραφεία μέχρι δημόσιες υπηρεσίες. Ήτανε γύρω στα 65 χρονώνε, με ταλαιπωρημένο πρόσωπο, σοβαροφανές  -έως περισπούδαστο- ύφος που υποδήλωνε την ύπαρξη πολλών βεβαιοτήτων και μαύρο περιποιημένο μουστάκι. Φόραγε  ένα σκούρο μπερέ και είχε μπει στο μαγέρικο λίγο μετά από ΄μένα κρατώντας ένα μικρο φτηνιάρικο χαρτοφύλακα από πλαστικό υλικό γεμάτο μπιμπίκια που έκλεινε με φερμουάρ, από αυτούς που κρατούσαν συνήθως τα τριτοκλασάτα στελεχά του κόμματος για να πουλάνε μούρη.

Συζητούσε μεγαλόφωνα με κάποιον από άλλο τραπεζι και του… τα ’χωνε περί…αναθεωρητισμού και για την 9η ολομέλεια. Επί της ουσίας αυτό που φαινόταν να τον ενδιαφέρει δεν ήταν να πείσει τον συνομιλητή του αλλά να… περάσει γραμμή στους θαμώνες για την ορθότητα του κόμματος. Ήτανε αμέσως μετά από τη μεταπολίτευση, τα κομματικά πάθη εξημμένα και πολλοί στρατευμένοι κομουνιστές ένοιωθαν το κομματικό χρέος να τους χτυπά την πόρτα: Η ύπαρξη της… αναθεωρητικής ομάδας Δρακόπουλου απαιτούσε… «ξεσκέπασμα» και αυτό ήταν κάτι που θα έπρεπε να γίνεται με κάθε ευκαιρία σε όλους τους… μαζικούς χώρους. Ακόμα κι αν δεν υπήρχε αυτή η «ευκαιρία» έπρεπε να δημιουργηθεί εκ της… μη ούσης!

Είχε παραλάβει την σκυτάλη από τον κουρνιαχτό της φρίκης που δημιούργησε η κρίση του Βασίλη και οι εντυπώσεις από τα κατορθώματα του λουμπενόβλαχου και φρόντιζε να ιστρουχτορεύει φωνασκώντας δυνατά, καλπάζοντας σαν καθαρόαιμο άτι στην κούρσα των εντυπώσεων.

Αυτός με το καφέ καστόρινο μπουφάν καθότανε μόνος του όρθιος δίπλα στον πάγκο του μαγαζάτορα κι έπινε το κρασί του τσιμπολογώντας κάτι μέσα από ένα πιάτο, σχεδόν απαθής σχετικά με όλα όσα συνέβαιναν γύρω του. Θα πρέπει να ΄τανε καμιά 50-55αριά χρονών, τροφαντός με σπαστά -μάλλον προς το… κοκκινωπά μαλλιά- και -μάλλον- κόκκινη επιδερμίδα, μέτριο ανάστημα.

Σιωπηλός, έχοντας το ύφος του ανθρώπου που γνωρίζει κάτι που όλοι οι άλλοι αγνοούν, έδειχνε να τους έχει όλους γραμμένους στ΄αρχίδια του και μοναχά κα’να-δυο φορές τον είχε πάρει το μάτι μου να σηκώνει σχεδόν ανεπαίσθητα το ποτήρι του σ΄ένα νεύμα σε κάποιους από ΄κει μέσα τους οποίους πιθανότατα γνώριζε.

Κάποια στιγμή γύρισε αργά και απευθύνθηκε στον ιστρούχτορα με το μπερέ που καθότανε δίπλα του και φώναζε σχεδόν μες το αυτί του.

-Δεν πα’ να γαμηθείς κι εσύ και το κόμμα από δω πέρα που μας έχεις πρήξει τ αρχίδια με τις μαλακίες σου.

Εκείνος πετάχτηκε πάνω αγριεμένος κι έκανε να του χυμήξει.

-Το κόμμα να μην το πιάνεις στο βρωμόστομά σου ρε κωλοφασίστα.

Ο κοκκινομούρης σηκώθηκε από τη θέση του κι άρπαξε ένα ψωμομάχαιρο πάνω από τον πάγκο του ταβερνιάρη. Όλοι πάγωσαν από την απρόσμενη εξέλιξη.

-Ελα ρε καργιόλη να σου δείξω ποιος είναι φασίστας και ποιος είναι αγωνιστής γαμώ το κόμμα σου και τον πούστη τον Φλωράκη, του είπε και κινήθηκε εναντίον του.

Ήταν εξαγριωμένος, με ένα θυμό που έβγαινε από πολύ βαθιά μέσα του. Ο ιστρούχτορας στην αρχή τσαμπουκαλεύτηκε καμπόσο υπολογίζοντας στην υποστήριξη των ομοϊδεατών του που ήταν ανάμεσα στους θαμώνες, άλλωστε υπερασπιζόταν κάτι το ιερό: το κόμμα.

Οι περισσότεροι από τους θαμώνες κολώσαμε, κάποιοι που φαίνονταν να τον γνωρίζουν μπήκαμε στη μέση και προσπαθήσαμε να τον συγκρατήσουμε και να του πάρουμε το μαχαίρι.

Εγώ τον έπιασα από πίσω και προσπαθούσα, όπως και οι υπόλοιποι, να τον πείσω να ηρεμήσει.

-Ελα να σου πω ποιος είναι ο φασίστας ρε γαμημένε σφουγκοκολάριε, ούρλιαζε αυτός σωστό θηρίο καθώς όλο το αίμα του είχε ανέβει στο κεφάλι και η μούρη του ήταν τώρα ακόμη πιο κόκκινη.

-Ρε συ σταμάτα, δεν ξέρεις σε ποιον μιλάς, τι μαλακίες είναι αυτές που λες, αυτός είναι ο καπετάν Λέων ρε συ, ο μαυροσκούφης του Άρη.

Σοκ & Δέος: ο ιστρούχτορας έκλασε ματωμένα δάκρυα καθώς τα μάτια του είχανε βγει αρόδου από την έκπληξη!

-Να με συμπαθάς, δεν ήξερα ποιος είσαι,  νόμισα ότι έβρισες το κόμμα και νόμισα ότι…..

-Καλά νόμισες γαμώ το κόμμα σου και όλους τους ξεφτιλισμενους που κάνουνε τους ηγέτες εκεί μέσα, άντε χάσου από μπροστά μου μη σε ξεκοιλιάσω σκουλήκι.

Ο λόγος του δεν ήτανε ο κλασικός «πολιτικός λόγος» των ιδεολογικών αντιπαραθέσεων της αριστεράς. Ήταν λόγος αγοραίος και απόλυτος.

-Ρε συ Λέων δεν κάνει όλοι σύντροφοι είμαστε προσπάθησαν να τον εξευμενίσουν κάποιοι πιο… ψύχραιμοι καθώς αυτός συνέχιζε να εξαγριώνεται όλο και περισσότερο.

-Να πάνε να γαμηθούνε οι προδότες συνέχισε να βρυχάται.

-Κοίταξε να δεις σύντροφε, με όλο το σεβασμό και την αγάπη, το κόμμα μπορεί να χει λάθη και αδυναμίες αλλά γιατί δεν έρχεσαι στο κόμμα να τα συζητήσεις με το Χαρίλαο;

Αυτή η τελευταία κουβέντα ήταν ικανή να του δημιουργήσει νέα κρίση θυμού.

-Χάσου από ΄δω ρε πούστη, άει στο διάολο και μην σε ξαναδώ μπροστά μου γιατί θα σε σκίσω ρε παλιοπούστη.

Κάποιοι τράβηξαν έξω τον ιστρούχτορα, πήρε κάμποση ώρα για να κατεβάσει πίεση ο ατμός στο καζάνι που έβραζε μέσα στο Λέοντα.

Συγχυσμένος ξαναγύρισε στο κρασί του και παρέμεινε πάλι σιωπηλός. Κανένας δεν μιλούσε για αρκετή ώρα.

Φεύγοντας από κει τον πλησίασα και τον ακούμπησα φιλικά στην πλάτη.

-Λυπάμαι, δεν θα πρεπε να χει συμβεί, προφανές ο άνθρωπος δεν ήξερε…

Γύρισε αργά και με κοίταξε μ’ένα ύφος που θύμιζε… ανεξερεύνητη χαραμάδα.

-Κι εσύ δηλαδή τι ξέρεις παραπάνω από αυτόν;

Δεν περίμενε να του απαντήσω και ξαναγύρισε στο κρασί του.

Καθώς ανέβαινα τα σκαλοπάτια του υπόγειου μαγειριού σκεφτόμουν ότι… κάτι ήξερα κι εγώ, άλλα σίγουρα έπρεπε να μάθω περισσότερα!


  • εμβασία = έκφραση που άκουσα πρόσφατα από τη Γιολάντα** και μου άρεσε (και η έκφραση και η Γιολάντα).

** Η Γιολάντα είναι αρχιτεκτόνισσα που επιμελείται της ανακαίνισης της ντάτσας.

Σημειώσεις

Όταν άκουσα, μέσω τηλεφώνου, την ιστορία αυτή από το θείο Ισίδωρο, έπαθα ένα α σοκ. Τον παρακάλεσα να τη γράψει για την καλύβα, εκείνος έκανε τη βεντέτα («είμαι σε χαζάιν πιρούιτ, ανηψιέ, ξέρεις πόσο χρόνο έχω εξοικονομήσει από τον καιρό που δε γράφω στα μπλογκ» κλπ) αλλά κι εγώ επέμεινα: αυτή η ιστορία, θείε, πρέπει να βγει οπωσδήποτε!

Και να που ο θείος ξηγήθηκε σπαθί – και τον ευχαριστώ εγκαρδίως!

Η αφήγηση έχει ως κεντρικό άξονα τον τσαμπουκά του Λέοντα, αλλά είναι ένα πραγματικό ντοκουμέντο εκείνης της τόσο μακρινής εποχής (1974-75)

Διαβάστε το και μετά… ξαναδιαβάστε το!

…μετά, η ζωή συνεχίστηκε – σα να μην τρέχει μία. Η φάση με τον Λέοντα ανασύρθηκε από τα συρτάρια της μνήμης του θείου Ισίδωρου, έκανε αίσθηση στο μικρό κύκλο της καλύβας όταν ανέβηκε το ποστ – και τώρα ταξιδεύει στον κυβερνοχώρο (όπου δεν ανήκει) για να συναντήσει κι άλλους αναγνώστες και να τους δείξει ένα απειροελάχιστο τμήμα μιας Ελλάδας που ούτε καν διανοούνται ότι υπήρξε.

Για τον μπαρμπα-Γ. λεγαν ότι ειχε τυφλωθει σε καποια μαχη του ΕΛΑΣ, ζητιανευε συνηθως στις «λαϊκες» και, τον θυμαμαι, σε κάθε γιορτη στο σκοπευτηριο της Καισαριανης -κατά το …προσκλητηριο νεκρων (εκτελεσμενων)- εκανε τον απουσιολογο: ηταν αυτος που φωναζε «-Απών! Επεσε υπερ πατριδος» (κατι τετοιο).

Διαβάζοντας τη «χαμένη άνοιξη» συνάντησα πάλι τον «μπάρμπα-Γ» αυτή τη φορά σε περιγραφή Τσίρκα! Εκτός αν είναι πρόκειται για τρομερή σύμπτωση και υπήρχαν δύο τυφλοί με τα ίδια ακριβώς (ιστορικά) χαρακτηριστικά.

Η ανάρτηση της καλύβας, με την αυθεντική γραφή του θείου Ισίδωρου:

https://panosz.wordpress.com/2008/10/16/isidoros-4/

44

Πηγή: http://clubs.pathfinder.gr/istorikes_mnimes/665507?zoom=44&album=312888

Μια σκέψη σχετικά μέ το “Πως συνάντησα τον Λέοντα, το μαυροσκούφη του Άρη”

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s