Αναπαραγωγές, Σύγχρονη διαχείριση

Δημοσκόπηση για τον Εμφύλιο!

Έγινε – και προκύπτουν εξαιρετικά ενδιαφέροντα στοιχεία, με σημαντικότερο, κατά την άποψή μου το εξής:

  • Ενώ ο Εμφύλιος προσδιορίζεται χρονικά από το 1946 έως το 1949, οι ερωτώμενοι υποδεικνύουν ως πρωταγωνιστές του τον Άρη Βελουχιώτη (σκοτώθηκε τον Ιούνιο του 1945) και το Ναπολέοντα Ζέρβα (ο οποίος δεν είχε ουσιαστικό ρόλο μετά το 1945, εκτός από τη σύντομη περίοδο που χρημάτισε Υπουργός Ασφαλείας και την οποία άπαντες οι ερωτώμενοι αγνοούν απολύτως). Έτσι, το συλλογικό υποσυνείδητο προσδιορίζει με σαφήνεια αυτό που ορισμένοι ιδεοληπτικοί επιμένουν να μην το αποδέχονται: ο Εμφύλιος άρχισε μέσα στην κατοχή, πολύ πριν από το 1946.

Πηγή (και λεπτομέρειες) εδώ:

http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_ell_100002_08/02/2009_302419

Γιάννης Μαυρής

Στη διεθνή πρακτική η ιστορία έχει αποτελέσει συχνά αντικείμενο ερευνών κοινής γνώμης. Αντίστοιχες έρευνες είναι δημοφιλείς και εμφανίζονται τακτικά στα Μέσα Ενημέρωσης. Παράλληλα, η αξιολόγηση από το κοινό των ιστορικών γεγονότων και του ρόλου των προσώπων στη συγκρότηση του «εθνικού παρελθόντος» συνιστούν μια ευρύτατα διαδεδομένη επιστημονική και δημοσιογραφική πρακτική. Στην Ελλάδα, αντιθέτως, αν και το ειδικό βάρος της δημόσιας συζήτησης για την Ιστορία έχει αυξηθεί τα τελευταία χρόνια, οι συλλογικές στάσεις και αντιλήψεις έναντι της εγχώριας ιστορίας δεν έχουν αποτελέσει μέχρι σήμερα συστηματικά αντικείμενο εμπειρικής ποσοτικής διερεύνησης. Αυτή η παρατήρηση ισχύει σε μεγάλο βαθμό και για τον ελληνικό Εμφύλιο Πόλεμο, 1946-1949. Ιστορική περίοδο, για την οποία αφενός η επιστημονική βιβλιογραφία έχει πολλαπλασιασθεί, αφετέρου το ενδιαφέρον τη κοινής γνώμης (η «ζήτηση» για Ιστορία), που καταγράφεται στην παρούσα έρευνα, είναι ιδιαιτέρως υψηλό (7 στους 10 ερωτηθέντες δηλώνουν ότι η ιστορία του εμφυλίου τους ενδιαφέρει «πολύ» ή «αρκετά»). Βεβαίως, δεν είναι άσχετο με αυτό το γεγονός ότι για ένα σημαντικό τμήμα των σημερινών Ελλήνων πολιτών (29%, σχεδόν 1 στους 3), θύματα της βίας και των συνεπειών του Εμφυλίου έχουν υπάρξει στο στενό ή στο ευρύτερο οικογενειακό περιβάλλον. Επομένως, μπορεί να υποθέσει κανείς ότι τρεις γενιές μετά το ιστορικό γεγονός η διατήρηση άμεσης ή έμμεσης βιωματικής σχέσης με το ίδιο το γεγονός αφορά ακόμη έναν αρκετά διευρυμένο κοινωνικό περίγυρο.

Υπό αυτά τα δεδομένα, η έρευνα της Public Issue για την «Καθημερινή», συνεχίζοντας την προσπάθεια που ξεκίνησε με τις έρευνες για την Επανάσταση του 1821 (http://www. mavris.gr/138/1821-2/) και τη Μεταπολίτευση (http://www.mavris.gr/ 172/metapoliteysi/), μπορεί να αποδειχθεί ιδιαίτερα χρήσιμη. Παρέχει μια αναλυτική ιδεολογική «απογραφή» της συλλογικής κοινωνικής μνήμης, για τον ελληνικό Εμφύλιο Πόλεμο, 1946-1949, και των συλλογικών στερεοτύπων που έχουν κατασκευασθεί διαχρονικά, στην ανάγνωση της σημαντικότερης διαιρετικής τομής της σύγχρονης ελληνικής Ιστορίας. Ταυτοχρόνως, αποπειράται να μετρήσει εμπειρικά τον απόηχο και τη σημερινή επίδρασή της στη συγκρότηση των σύγχρονων κομματικών και παραταξιακών ταυτοτήτων.

Η έρευνα οργανώνεται σε τρεις άξονες: ο πρώτος αφορά την αναγνωρισιμότητα της συγκεκριμένης ιστορικής περιόδου, τον βαθμό της υφιστάμενης ενημέρωσης των πολιτών και τις πηγές πληροφόρησης σχετικά με αυτό. Ο δεύτερος, τις καθαυτό στάσεις απέναντι στα γεγονότα, τα εμπλεκόμενα πρόσωπα, τις παρατάξεις και τον διεθνή παράγοντα. Ο τρίτος και σημαντικότερος διερευνά τις (υποκειμενικές) κοινωνικές παραστάσεις, για τις συνέπειες του Εμφυλίου και τις επιπτώσεις του στη σύγχρονη ελληνική πολιτική πραγματικότητα, καθώς και τη σημασία του για τη συγκρότηση του σημερινού κομματικού συστήματος.

Βαθμός ενημέρωσης και πηγές πληροφόρησης

Η αποτύπωση του πλέγματος των ιδεολογικών μηχανισμών διαμόρφωσης της κοινής γνώμης για τον Εμφύλιο αναδεικνύει ενδιαφέροντα ευρήματα: α) Σε αντίθεση με την περίπτωση της Επανάστασης του 1821, ο ρόλος του σχολικού μηχανισμού είναι εντυπωσιακά υποβαθμισμένος. Η συγκρότηση των συλλογικών απόψεων για τον Εμφύλιο παράγεται, κατά βάσιν, «έξω από το σχολείο» και λιγότερο «μέσα» σε αυτό. β) Ο ιδεολογικός ρόλος των Μέσων Ενημέρωσης είναι επίσης περιορισμένος. γ) Αντιθέτως, η οικογένεια, η «αυτομόρφωση» και τα κοινωνικά δίκτυα αναδεικνύονται στον σημαντικότερο κοινωνικό μηχανισμό συγκρότησης των ιδεολογικών αντιλήψεων, ιδίως για τα κοινωνικά στρώματα που είναι μορφωτικά αποκλεισμένα.

Στάσεις απέναντι στον Εμφύλιο Πόλεμο

Κατά παράδοξο, αλλά όχι ανερμήνευτο τρόπο, στη συνείδηση της σημερινής ελληνικής κοινής γνώμης, τα πρόσωπα που συνδέονται περισσότερο με τον Εμφύλιο και τον συμβολοποιούν είναι ο Αρης Βελουχιώτης και ο Ναπολέων Ζέρβας, όχι ο Ν. Ζαχαριάδης, ο Μ. Βαφειάδης και ο Α. Παπάγος. Επομένως, αποδεικνύεται ότι η κοινωνικά επικρατούσα άποψη, συμπίπτει με εκείνη που θεωρεί ότι η απαρχή του Εμφυλίου τοποθετείται μέσα στην περίοδο της Κατοχής και της ΕΑΜικής κυριαρχίας. Στην προσωποποίηση του Εμφυλίου, και όχι μόνο, ο ιδεολογικός άξονας Αριστερά/Δεξιά παραμένει εναργής. Οι αυτοτοποθετούμενοι στην Αριστερά εκφέρουν θετικές κρίσεις για τον Μ. Βαφειάδη (48%) και τον Ν. Ζαχαριάδη (40%), ενώ οι αυτοτοποθετούμενοι στη Δεξιά, για τον Α. Παπάγο (66%) και τους βασιλείς (Παύλο 48%, Φρειδερίκη 47%). Η διαίρεση Αριστερά/Δεξιά αποδεικνύεται εντονότατη και ως προς το ζήτημα του «παιδομαζώματος», ενώ οι συνέπειες στη δόμηση των κομματικών ταυτοτήτων είναι οφθαλμοφανείς. Επιπλέον, ως προς αυτό το σημείο, η μεγάλη ηλικιακή διαφοροποίηση που παρατηρείται συνιστά απόδειξη και της εντελώς διαφορετικής πρόσληψης του γεγονότος που υφίσταται.

Από τα ευρήματα της έρευνας επιβεβαιώνονται ακόμη οι γνωστές συντεταγμένες της νεότερης «λαϊκο-δημοκρατικής» ιδεολογίας (Laclau), ο «αντιμοναρχισμός» και ο «αντι-ιμπεριαλισμός», που υποδηλώνονται από τα υψηλά ποσοστά αρνητικών κρίσεων για τα πρόσωπα των βασιλέων (Παύλος, Φρειδερίκη) και τα ακόμη υψηλότερα ποσοστά απόδοσης ευθυνών για τον εμφύλιο στη Μ. Βρετανία (76%) και τις ΗΠΑ (66%). Ως προς τη δεύτερη ιδεολογική διάσταση, θα πρέπει να σημειωθεί ότι αυτή είναι γενικευμένη και διάχυτη μεταξύ των κομμάτων.

Επιπτώσεις στη σύγχρονη πραγματικότητα

Εξήντα χρόνια μετά το τέλος του, η ιδεολογική και πολιτική διαίρεση που παρήγαγε παραμένει ώς έναν βαθμό ενεργή, όχι προφανώς με την ένταση της μετεμφυλιακής ή της μεταδικτακτορικής περιόδου. Η κοινωνική πεποίθηση για διατήρηση της ιδεολογικής επίδρασης του Εμφυλίου, σήμερα, γίνεται αποδεκτή από το 55% του εκλογικού σώματος ενώ, ταυτόχρονα, το 49% των πολιτών αποδέχεται τη σχέση των σημερινών πολιτικών κομμάτων με την εμφύλια σύγκρουση. Η ίδια η κοινωνική τοποθέτηση πάνω σε αυτό το ζήτημα παραμένει παραταξιακά και κομματικά πολωμένη, ενώ, στο πλαίσιο του υφιστάμενου κομματικού συστήματος, το ΚΚΕ αποτελεί εκείνον τον κομματικό σχηματισμό, που συγκροτεί κατεξοχήν την ταυτότητά του στην υπεράσπιση αυτής της θέσης. Από την άλλη πλευρά, η ηττοπαθής κουλτούρα της Αριστεράς, που εγγράφηκε στην πολιτική της συνείδηση, μετά την ιστορική της συντριβή, εκδηλώνεται στο γεγονός ότι σχεδόν τα 2/3 (65%) των αυτοτοποθετούμενων στην Αριστερά ψηφοφόρων δηλώνουν, σήμερα, απαντώντας σε ένα -εκ των υστέρων- φανταστικό ερώτημα, ότι «δεν θα έπαιρνε θέση, εάν είχε βρεθεί στον Εμφύλιο».

*

Σχόλια από παλαιότερη ανάρτηση

https://panosz.wordpress.com/2009/02/08/civil_war-8/  

και πρόσθετο υλικό. 

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

http://www.kathimerini.gr/348909/article/epikairothta/ellada/ti-vafeiadhs-ti-papagos

Τι Βαφειάδης, τι Παπάγος;

Του Γιαννη Δ. Στεφανιδη*

Ενα χρόνο προτού συμπληρωθούν εξήντα χρόνια από τον τερματισμό του εμφυλίου πολέμου, το ισοζύγιο γνώμης όσων εκφέρουν άποψη στη δημοσκόπηση της Public Issue είναι θετικό για ηγετικές προσωπικότητες και των δύο αντιμαχόμενων στρατοπέδων, όπως ο Αλέξανδρος Παπάγος, ο Μάρκος Βαφειάδης, ο Νίκος Ζαχαριάδης και ο Θρασύβουλος Τσακαλώτος. Την ίδια στιγμή, ένα 23% θα τασσόταν με την Αριστερά αν ζούσε την εποχή του Εμφυλίου, αλλά μόνο το 13% θα ευχόταν να είχε νικήσει η παράταξη αυτή. Σχεδόν οι μισοί από το δείγμα δηλώνουν μικρή γνώση ή πλήρη άγνοια για τα γεγονότα του Εμφυλίου, ενώ ενδεικτικές είναι οι αυθόρμητες απαντήσεις των πολιτών όταν καλούνται να δηλώσουν τα σημαντικότερα πρόσωπα της περιόδου 1946 – 1949, στην οποία αναφέρεται η έρευνα: πρώτος στον σχετικό συνειρμό έρχεται ο Αρης Βελουχιώτης με 35%, ο οποίος είχε σκοτωθεί στα μέσα του 1945, και δεύτερος ο Ναπολέων Ζέρβας με 11%, ο ρόλος του οποίου είναι μάλλον περιθωριακός στη συγκεκριμένη φάση του Εμφυλίου.

Πέρα από την άγνοια, τη σύγχυση ή την ελλιπή πληροφόρηση, τα αποτελέσματα της έρευνας δείχνουν ένα κοινό το οποίο σε μεγάλο βαθμό λυπάται για τον Εμφύλιο, αποδέχεται την έκβασή του, αντιμετωπίζει με αυξημένη συμπάθεια τους ηττημένους, κρίνει με επιείκεια τους Ελληνες πρωταγωνιστές της σύγκρουσης, καταδικάζει έντονα τον ρόλο των ξένων δυνάμεων, ενώ, με βάση τον συνειρμικό συσχετισμό Αρη και Ζέρβα, εντάσσει στον Εμφύλιο και την περίοδο της Εθνικής Αντίστασης. Επιπλέον, σε αντίθεση με όσους τοποθετούνται στην κομμουνιστική Αριστερά ή διατηρούν τραυματικές μνήμες από τον οικογενειακό τους κύκλο, οι μισοί ερωτηθέντες πιστεύουν ότι ο Εμφύλιος Πόλεμος ανήκει πλέον οριστικά στο παρελθόν.

Η αποφόρτιση του Εμφυλίου Πολέμου ως διαιρετικής τομής και σημείου αναφοράς στην πολιτική διαπάλη είναι προϊόν της περιόδου της μεταπολίτευσης. Τόσο η άνοδος του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία, το 1981, όσο και η σύμπραξη Αριστεράς – Δεξιάς για την απομάκρυνσή του, οκτώ χρόνια αργότερα, συνοδεύθηκαν και από συμβολικές χειρονομίες υπέρβασης της εμφύλιας διαμάχης. Η αναγνώριση της εθνικής αντίστασης στο σύνολό της αποκατέστησε τους ηττημένους του Εμφυλίου ως μέλη της εθνικής οικογένειας. Πρέπει, ωστόσο, να επισημανθεί ότι η διαδικασία αυτή είχε ξεκινήσει την επομένη, σχεδόν, του Εμφυλίου Πολέμου.

Η δημοκρατία επιβίωσε

Το καλοκαίρι του 1949 σήμανε τη στρατιωτική εκμηδένιση του ελληνικού κομμουνιστικού κινήματος, όχι όμως και την πλήρη επικράτηση των αντιπάλων του στο κοινωνικό, πολιτικό και, ιδίως, στο ιδεολογικό πεδίο. Αντίθετα με ό,τι συνέβη στην περίπτωση του ισπανικού εμφυλίου πολέμου, στην Ελλάδα συνέχισε να λειτουργεί το αντιπροσωπευτικό κοινοβουλευτικό σύστημα και διατηρήθηκαν τυπικά σε ισχύ οι συνταγματικές ελευθερίες, ακόμα και στη διάρκεια των συγκρούσεων. Η εξέλιξη αυτή δεν οφειλόταν, ασφαλώς, στη γενναιοψυχία των νικητών του Εμφυλίου. Η ανάγκη διαρκούς εσωτερικής πολιτικής νομιμοποίησης απέναντι σε ένα ένοπλο επαναστατικό κίνημα, αλλά και οι επιταγές του λεγόμενου ξένου παράγοντα, από τη βοήθεια του οποίου αισθάνονταν εξαρτημένες οι μεταπολεμικές κυβερνήσεις, ερμηνεύουν σε μεγάλο βαθμό την επιβίωση μιας, «καχεκτικής» έστω, δημοκρατίας. Αξίζει, εν προκειμένω, να υπενθυμίσει κανείς τα μέτρα επιείκειας, όπως το κλείσιμο της Μακρονήσου και η απόλυση δεκάδων χιλιάδων πολιτικών κρατουμένων, που εγκαινίασαν οι κυβερνήσεις του Νικολάου Πλαστήρα και σεβάστηκαν, σε μεγάλο βαθμό, οι διάδοχοί τους.

Ετσι, σε διάστημα μικρότερο των δύο χρόνων από την κατάπαυση του πυρός, η κομμουνιστική Αριστερά, που βρισκόταν εκτός νόμου από τον Δεκέμβρη του 1947, κατόρθωσε να αποκτήσει πολιτική εκπροσώπηση μέσα από τη λειτουργία νόμιμου κόμματος, της Ενιαίας Δημοκρατικής Αριστεράς. Επιπλέον, ο αντικομμουνισμός ουδέποτε αντιστάθμισε την ετερογένεια που χαρακτήριζε την άλλη πλευρά του Εμφυλίου. Οι διαχωριστικές γραμμές που είχαν χαράξει ο Εθνικός Διχασμός και οι αναμετρήσεις του Μεσοπολέμου θα επιβίωναν στη μεταπολεμική αντιπαράθεση Δεξιάς / Κέντρου, η οποία κατά καιρούς εκδηλώθηκε με ιδιαίτερη οξύτητα. Η αντιπαράθεση αυτή επέτρεψε, για παράδειγμα, στην ΕΔΑ να επανέλθει στο πολιτικό προσκήνιο ως εταίρος συνασπισμού κομμάτων του Κέντρου, αλλά και της παραδοσιακής Δεξιάς στις εκλογές του 1956. Δύο χρόνια αργότερα, η ΕΔΑ αναδείχθηκε δεύτερο κόμμα και αξιωματική αντιπολίτευση στο Κοινοβούλιο.

Τα μηνύματα της Αριστεράς

Ασφαλώς, κανείς δεν μπορεί να αγνοήσει τα σοβαρά εμπόδια που όρθωναν το νομικό οπλοστάσιο των εκτάκτων μέτρων και οι πρακτικές καταστολής και ελέγχου του κρατικού μηχανισμού, που δεν στόχευαν μόνο την ΕΔΑ αλλά και κάθε «εθνικώς ύποπτο» πολίτη. Παρά ταύτα, η Αριστερά αποκατέστησε τους δεσμούς της με το συνδικαλιστικό κίνημα και διεύρυνε την επιρροή της ιδίως στο χώρο της νεολαίας. Στο πεδίο των ιδεών, πολύ γρήγορα αποδείχθηκε ικανή να αμφισβητήσει την κυριαρχία της εθνικοφροσύνης και του στείρου αντικομμουνισμού. Η διαδεδομένη οικονομική δυσπραγία και το χαμηλό βιοτικό επίπεδο, η επανειλημμένη διάψευση εθνικών πόθων (ιδίως στην περίπτωση του Κυπριακού) και η δυσαρέσκεια για τη στάση και τις παρεμβάσεις των Ηνωμένων Πολιτειών σε σειρά εσωτερικών και εξωτερικών ζητημάτων, διευκόλυναν τη μετάδοση των μηνυμάτων της Αριστεράς. Αυτήν την εντύπωση απηχούσε έκθεση του Αμερικανού επιτετραμμένου, το Νοέμβριο του 1957, σύμφωνα με την οποία «για όλους σχεδόν (τους Ελληνες) οι μνήμες από τις πικρές ημέρες του Εμφυλίου Πολέμου ξεθωριάζουν». Το έναυσμα είχε δώσει μια σφυγμομέτρηση της κοινής γνώμης, κατά παραγγελία της αμερικανικής πρεσβείας. Σύμφωνα με τα ευρήματα, οι Ελληνες εμφανίζονταν πολύ πιο θετικά διακείμενοι απέναντι στη Σοβιετική Ενωση και τον ηγέτη της Νικίτα Χρουστσόφ απ’ ό,τι οι πολίτες άλλων κρατών-μελών της Ατλαντικής Συμμαχίας.

Οι αντιαμερικανικές και αντιδυτικές τάσεις, οι οποίες, ιδίως με τη μορφή της ουδετεροφιλίας, διαπερνούσαν ολόκληρο το πολιτικό φάσμα, εντάθηκαν στα μέσα της δεκαετίας του 1960. Η δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη, η κρίση στην Κύπρο και η ανατροπή, τον επόμενο χρόνο, της κυβέρνησης του Γεωργίου Παπανδρέου υπήρξαν σταθμοί στη διαδικασία ανάδυσης ενός νέου ρεύματος στην πολιτική ζωή της χώρας, το οποίο πρόσκαιρα μόνο θα ανέκοπτε η στρατιωτική δικτατορία του 1967. Το ρεύμα αυτό μόνον εν μέρει διοχετεύθηκε στην κοίτη της κομμουνιστικής Αριστεράς, η οποία επανήλθε στη νομιμότητα μετά την πλήρη χρεοκοπία της αυταρχικής εκδοχής του αντικομμουνισμού. Μια μερίδα που είχε πληρώσει τη στράτευσή της στην Αριστερά της Κατοχής και του Εμφυλίου διεκδίκησε την επανένταξή της στην πολιτική διαδικασία, ενώνοντας τις δυνάμεις της με μετριοπαθείς αντικομμουνιστές και μια νεότερη γενιά που ενστερνιζόταν λιγότερο ή περισσότερο σαφή αιτήματα για πολιτική αλλαγή και μετασχηματισμό της κοινωνίας. Η χοάνη του κινήματος υπό την ηγεσία του Ανδρέα Παπανδρέου κατόρθωσε να απορροφήσει τα στοιχεία αυτά, εντάσσοντας, μεταξύ άλλων, στην ιδεολογική του σκευή την αγωνιστική παράδοση της Εθνικής Αντίστασης την οποία επιμελώς είχε καλλιεργήσει η κομμουνιστική Αριστερά. Η επιλεκτική εναλλαγή της μνήμης και της λήθης, που αποτυπώθηκε στον δημόσιο λόγο, στα σχολικά εγχειρίδια και στη λογοτεχνική παραγωγή για την Κατοχή και τον Εμφύλιο, απηχούσε πλέον συμπάθεια για τη χαμένη υπόθεση της Αριστεράς, η οποία, από φόβητρο και άλλοθι καταστολής, έγινε συμπλήρωμα της νέας πολιτικής ορθότητας…

* Ο Γιάννης Δ. Στεφανίδης διδάσκει Διπλωματική Ιστορία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.

Γιάννης 2

Το ότι ο Εμφύλιος άρχισε στην Κατοχή (το καλοκαίρι του 1943 στις πιό πολλές περιοχές) το πιστοποιούν τα γεγονότα. Πραγματικές, φονικές μάχες μεταξύ διαφορετικών ένοπλων οργανώσεων. Μεγαλύτερο θέμα γιά μένα είναι το πότε τελείωσε!

Το κείμενο είναι Κεφάλαιο από υπό προπαρασκευή Βιβλίο (Το θέμα του Βιβλίου είναι άλλο, αλλά ο Κατοχικός Εμφ΄θλιος καλύπτεται γιά πληρότητα της εποχής). Λόγω μεγέθους θα παραθέσω μόνο αποσπάσματα.

Ο Κατοχικός Εμφύλιος στη Νοτιοδυτική Πελοπόννησο
(Αύγουστος 1943 – Οκτώβριος 1943)

[…]Την περίοδο Φεβρουαρίου – Μαρτίου 1943 το Πολιτικό Γραφείο του ΚΚΕ συνήλθε στην Αθήνα υπό τον Γεώργιο Σιάντο και έλαβε δυό σημαντικές αποφάσεις:
1.Πρώτον, να επιβάλλει με όλα τα μέσα τον ΕΛΑΣ ως τη μόνη ένοπλη ανταρτική δύναμη, και
2.Δεύτερον, σε τοπικό επίπεδο, το ΕΑΜ με τις Μαχητικές Ομάδες του και την ΟΠΛΑ να εξουδετερώσει κάθε αντίδραση, θέτοντας εκτός μάχης κάθε πιθανό αντίπαλο στο σχέδιο του ΚΚΕ να μονοπωλήσει την εξουσία μετά την απελευθέρωση.

Η εξουδετέρωση των ατόμων που το ΕΑΜ/ΕΛΑΣ/ΚΚΕ θεωρούσε σαν “αντίδραση”, μπορούσε να λάβει πολλές μορφές. Πρώτα, δέχονταν “πρόσκληση” να καταταγούν στο ΕΑΜ/ΕΛΑΣ. Αν αρνούνταν, ακολουθούσε σύλληψη και “ανάκριση” γιά οποιοδήποτε δήθεν “παράπτωμα”. Αν αυτές οι εμπειρίες δεν τους έπειθαν να συνεργασθούν, τους αναλάμβανε η ΟΠΛΑ. Η ποινή τους ήταν δυνατόν να είναι από φυλάκιση σε στρατόπεδο συγκέντρωσης, έως και φυσική εξόντωση, θάνατος.
Σε μερικές περιπτώσεις, χρησιμοποιήθηκαν και οι Ιταλικές αρχές, γιά την εξουδετέρωση επικίνδυνων αντιπάλων ή προσώπων με μεγάλη απήχηση που δεν εννοούσαν να συνεργασθούν. Αυτή ακριβώς είναι η περίπτωση του συνταγματάρχη Βενετσάνου Κετσέα, ο οποίος στην Αλβανία διοικούσε το 9ο Σύνταγμα Πεζικού Μεσσηνίας, και του λοχαγού Σταύρου Δρακουλαράκου. Λίγες μέρες αφ’ότου απέρριψαν προτάσεις να γίνουν μέλη του ΕΑΜ Καλαμάτας, τους συνέλαβαν οι Ιταλοί και τους έστειλαν σε στρατόπεδα συγκεντρώσεως, πρώτα στην Ιταλία και μετά στη Γερμανία.

Πολλά έχουν γραφεί γιά τις πιό πάνω δυό αποφάσεις του ΚΚΕ, που στην ουσία κήρυξαν τον Κατοχικό Εμφύλιο Πόλεμο […]. Βέβαια, τα έγγραφα που θα έριχναν φως στα πραγματικά γεγονότα, κρατούνται από το ΚΚΕ επτασφράγιστα στον Περισσό.
Η εκτέλεση αυτων των αποφάσεων στη νοτιοδυτική Πελοπόννησο ανατέθηκε στον Αχιλλέα Μπλάνα, ο οποίος πήρε βοηθό του τον Γιάννη Φράγκο (Ακρίτα) με ευθύνη πρώτα γιά τη Μεσσηνία και την επαρχία της Ολυμπίας, και αργότερα και γιά τη Λακωνία και την Αρκαδία.

Γιά την διάλυση των ΕΟΑ/ΕΣ, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, και τα εγκλήματα του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ/ΚΚΕ από τον Μάρτιο του 1943 έως και τον Ιανουάριο του 1945 στην νότια και νοτιοδυτική Πελοπόννησο, η κύρια ευθύνη βαραίνει τα δυό αυτά πρόσωπα και δύο-τρία ακόμη: τον Γιάννη Μιχαλόπουλο (Ωρίωνα), τον Θανάση Κλάρα (Άρη Βελουχιώτη) και τον Νίκο Μπελογιάννη.

Στις 16 Ιουλίου 1943 ανέβηκε στο Δυρράχι από την Καλαμάτα και ανέλαβε γενικός αρχηγός όλων των ομάδων Αντίστασης του ΕΣ ο συνταγματάρχης Αθανάσιος Γιαννακόπουλος. […]Μέχρι τον Μάϊο 1943 δεν είχαν εξέλθει αντάρτες στα βουνά.
[…]Όταν ο συνταγματάρχης Γιαννακόπουλος ανέβηκε στο βουνό, με προκήρυξη προς τον λαό της Πελοποννήσου, που άρχιζε με τη δήλωση “Εν Ονόματι των Νομίμων Αρχών της ελευθερίας, ανασυγκροτείται ο Ελληνικός Στρατός προς απελευθέρωση της πατρίδος…” κάλεσε όλα τα ένοπλα τμήματα της υπαίθρου να τεθούν κάτω από τη σκέπη του ΕΣ και των μονίμων αξιωματικών. Σε αντίθεση με τις οργανωτικές διακηρύξεις των άλλων μεγάλων Οργανώσεων Αντιστάσεως, όπως του ΕΑΜ, ΕΔΕΣ, ΕΚΚΑ, ο ΕΣ δεν περιλάμβανε πολιτικές επιδιώξεις στους στόχους του. Από τις μεγάλες και γνωστές Οργανώσεις, μόνον η ιδρυτική διακήρυξη της ΥΒΕ (Υπερασπισταί Βορείου Ελλάδος) ήταν παρόμοια, απλά Αντιστασιακή.

Όμως, η διακήρυξη του ΕΣ ήταν γεμάτη μεγάλα, κενά λόγια και απειλές. Απόδειξη της ακαταλληλότητας του Γιαννακόπουλου γιά την ηγετική θέση που κατέλαβε. Η απαράδεκτη επιθετικότητα της διακήρυξης δημιούργησε άμεση αντιπαλότητα, και εύλογα χρησιμοποιήθηκε από το ΕΑΜ/ΕΛΑΣ/ΚΚΕ γιά να φανατίσει τους οπαδούς του εναντίον του ΕΣ.
[…]
Οι Βρετανοί σύνδεσμοι προσπάθησαν να συμβιβάσουν τις δυό οργανώσεις, ορίζοντας μάλιστα και χωριστές περιοχές ανάπτυξης και δράσης γιά τον ΕΣ και τον ΕΛΑΣ. Η συνύπαρξη όμως δεν κράτησε περισσότερο από μερικές εβδομάδες πριν η κατάσταση φθάσει σε ένοπλη σύρραξη μεταξύ τους, στον αιματηρό Κατοχικό Εμφύλιο του 1943-44.

Οι συγκρούσεις ήταν συχνές και βίαιες. Η πρώτη, πολύ σοβαρή μάχη μεταξύ ΕΣ και ΕΛΑΣ έγινε στο χωριό Γάρδιτσα (Περιβόλια) της Ολυμπίας στις 6 Αυγούστου 1943, με θύματα και από τις δύο πλευρές.

[…]Στις 9 Αυγούστου 1943, ο Εμφύλιος πήγε ανατολικότερα, στα Πηγάδια Ταϋγέτου. […]Ακολούθησε φονική μάχη στο Δάσος της Βασιλικής, στον Ταΰγετο, στις 13 Αυγούστου 1943. […]Ακολούθησαν και άλλες μάχες στην περιοχή του Ταϋγέτου, μεταξύ 14 και 18 Αυγούστου, 1943. Στα Πηγάδια, στην Αρτεμισία, και στο Δυρράχι. Οι συγκρούσεις αυτές είχαν δεκάδες νεκρούς και από τις δύο πλευρές, ενώ περίπου 70 αντάρτες του ΕΣ αιχμαλωτίσθηκαν από τον ΕΛΑΣ. Ανταρτοδικείο του ΕΛΑΣ τους δίκασε σε θάνατο.
[…]Εκείνη την περίοδο καταγράφεται και η πρώτη αναφορά Στρατοπέδου Συγκεντρώσεως του ΕΑΜ/ΚΚΕ στην νοτιοδυτική Πελοπόνησο. Γιά να μην αυξηθεί ο ΕΣ με την κατάταξη νέων ανταρτών, ο ΕΛΑΣ συνέλαβε 1.000 περίπου κατοίκους των χωριών γύρω από το Δυρράχι ως ομήρους. Ήταν συγγενείς και φίλοι των ήδη ανταρτών του ΕΣ. Δεμένους με σχοινιά και σύρματα τους μετέφεραν βόρεια και βορειοδυτικά, μακριά από το Δυρράχι και τους έκλεισαν σε πρόχειρα στρατόπεδα (ξωκκλήσια και μικρά μοναστήρια). Μετά μερικές βδομάδες, όταν ο ΕΛΑΣ διέλυσε τον ΕΣ, οι όμηροι είτε αφέθηκαν ελεύθεροι, ή μεταφέρθηκαν στα μόνιμα Στρατόπεδα Συγκέντρωσης του ΕΑΜ που άρχισαν να λειτουργούν κατά δεκάδες από τον Σεπτέμβριο του 1943 ανά την Πελοπόννησο.

Στα μέσα Αυγούστου 1943, πάνω από 350 αντάρτες του ΕΣ, από τους οποίους 80-100 ήταν αξιωματικοί (έφεδροι και μόνιμοι), είχαν κυκλωθεί στο Δυρράχι από 500 περίπου αντάρτες του ΕΛΑΣ και άλλους 1.000 του εφεδρικού ΕΛΑΣ. Αν γινόταν μάχη, είναι βέβαιο ότι ο ΕΣ θα έβγαινε νικητής, αφού εκτός από τους αξιωματικούς και οι περισσότεροι αντάρτες του ήταν εμπειροπόλεμοι, σε αντίθεση με τους αντάρτες του ΕΛΑΣ, νέα παιδιά χωρίς πείρα ακόμη.
Όμως, η απειλή ενός ευρύτερου Εμφυλίου Πολέμου στη νοτιοδυτική Πελοπόννησο ανάγκασε τους Βρετανούς αξιωματικούς να επέμβουν δυναμικά και να απαιτήσουν κατάπαυση των εχθροπραξιών. Η διαταγή των Βρετανών -εν ονόματι του στρατάρχη Wilson- διαβιβάσθηκε στον αρχηγό του ΕΣ συνταγματάρχη Γιαννακόπουλο από τον Έλληνα υπολοχαγό Ταβερναράκη, στις 19 Αυγούστου 1943 στο Δυρράχι , και έγινε δεκτή.[…]

Δυστυχώς, γιά τους αντάρτες του ΕΣ και το λαό της νοτιοδυτικής Πελοποννήσου, που τον είχαν τιμήσει με την εμπιστοσύνη τους, ο συνταγματάρχης Γιαννακόπουλος αποδείχθηκε πολύ λίγος γιά τη θέση του αρχηγού. Δε συμφώνησε απλώς σε παύση των εχθροπραξιών, αλλά παρέδωσε τον ΕΣ, με συμφωνητικό, δέσμιο στο ΕΑΜ/ΕΛΑΣ/ΚΚΕ. Στις 28 Αυγούστου 1943, στο χωριό Σιάμου Μεσσηνίας μαζί με το λοχαγό Σταύρο Νικολόπουλο, υπέγραψαν Σύμφωνο Συνεργασίας του ΕΣ με το ΕΑΜ/ΕΛΑΣ. Γιά τον ΕΛΑΣ, το Σύμφωνο το υπέγραψε ο Ωρίων, και γιά το ΕΑΜ ο Ακρίτας. Το μακροσκελές κείμενο, που έμεινε γνωστό στην Ιστορία ως “το Σύμφωνο του Δυρραχίου”, έγινε η απαρχή μεγάλων δεινών γιά τη νοτιοδυτική Πελοπόννησο.
Μαζί με την αποχώρηση των Ιταλών από το προσκήνιο, που συντελέστηκε μετά λίγες ημέρες, έκαναν τον ΕΛΑΣ πανίσχυρο στην περιοχή.

Ο συνταγματάρχης Γιαννακόπουλος ουσιαστικά απαρνήθηκε όλες τις προηγούμενες διακηρύξεις του, και συμφώνησε ότι στο εξής οι αντάρτες του ΕΣ, αν ήθελαν να παραμείνουν στο βουνό, έπρεπε να μπουν κάτω από μικτή ηγεσία με συμμετοχή καπετάνιων του ΕΛΑΣ. Ακόμη χειρότερα, ο όρος VII του Συμφώνου έλεγε ότι: “του λοιπού η στρατολογία ανταρτών θα ενεργείται μόνον διά του ΕΛΑΣ, αι δε συγκροτούμεναι Ομάδες θα φέρουν την ονομασίαν του ΕΛΑΣ και θα δρούν υπό την στρατιωτικήν και πολιτικήν αυτού πλαισίωσιν και καθοδήγησιν”.
Ποτέ δε δόθηκε πειστική εξήγηση, γιατί ο συνταγματάρχης Γιαννακόπουλος δέχθηκε να υπογράψει γιά τον ΕΣ το ατιμωτικό αυτό κείμενο.
[…]
Σημειωτέον ότι την περίοδο που γίνονταν οι συνεννοήσεις γιά την υπογραφή του Συμφώνου, κατέβηκαν από την Αθήνα στο Δυρράχι ο συνταγματάρχης Νικόλαος Παπαδόπουλος με μιά ομάδα κατωτέρων αξιωματικών γιά να καταταγούν στον ΕΣ. Σχεδόν ταυτόχρονα έφθασε εκεί και ο λοχαγός Γεώργιος Καραχάλιος, αρχηγός των ομάδων ΕΟΑ/ΕΣ στην Ολυμπία μέχρι τη διάλυσή τους από τον ΕΛΑΣ στη Γάρδιτσα. Οι νεοφερμένοι ζήτησαν από το Γιαννακόπουλο και τους άλλους αξιωματικούς του ΕΣ να αποφύγουν τη σύναψη συμφωνίας με το ΕΑΜ/ΕΛΑΣ/ΚΚΕ. Αφού ο ΕΣ υπέγραψε το Σύμφωνο, οι αξιωματικοί αυτοί ανεχώρησαν γιά την Αθήνα.

Από έγγραφα του ΣΜΑ προκύπτει ότι και οι Βρετανοί αξιωματικοί, όταν έμαθαν γιά το κείμενο του Συμφώνου, δεν πίστευαν στα μάτια τους. Δεν μπορούσαν να πιστέψουν ότι ο συνταγματάρχης Γιαννακόπουλος ξεπούλησε (sold out) την πατριωτική Αντιστασιακή Οργάνωση ΕΣ στο ΕΑΜ/ΕΛΑ/ΚΚΕ.

Ο Γιαννακόπουλος και οι επιτελείς του, με τη στάση τους, απέφυγαν την αιματοχυσία εκείνη την ορισμένη στιγμή γιά τις Ανταρτικές Ομάδες που ήταν αντιμέτωπες στον βόρειο Ταΰγετο. Όμως, χιλιάδες αθώοι έχασαν τη ζωή τους αργότερα, και αιτία ήταν το Σύμφωνο του Δυρραχίου που επέβαλλε τη μονοκρατορία του ΕΛΑΣ.

Γιά το αίμα των αθώων στο Χαλβάτσου, στην Ποταμιά, στην Άνω Μέλπεια, στο Γαρδίκι, στο Βαλτέτσι, στη Στιμάνγκα, στο Φενεό, αλλά και στην Καλαμάτα, στον Μελιγαλά, στους Γαργαλιάνους, στην Πύλο, και σ’όλα τα βουνά και τις χαράδρες της Πελοποννήσου που έρευσε άφθονο το αίμα με αρχή το Σεπτέμβριο 1943, πρώτος ο Γιαννακόπουλος και μετά ο φιλόδοξος Νικολόπουλος φέρουν τεράστια ευθύνη. Με την πράξη τους έδεσαν πισθάγκωνα τη δημοκρατική αντίσταση και το δημοκρατικό λαό της Πελοποννήσου και τους παρέδωσαν στο ΕΑΜ/ΕΛΑΣ/ΚΚΕ.
[…]
Ο ίδιος ο Γιαννακόπουλος εγκατέλειψε γρήγορα τον ΕΛΑΣ.
[…]Το Σύμφωνο του Δυρραχίου έδωσε φτερά στο ΕΑΜ/ΚΚΕ και στον ΕΛΑΣ στην Πελοπόννησο, ενώ δημιούργησε αφάνταστα προβλήματα σε όλους τους πατριώτες, ιδιαίτερα στους αξιωματικούς και στις οικογένειές τους, αφού ο ΕΛΑΣ απαιτούσε πλέον την ένταξή τους στις τάξεις του. Ακριβώς μετά την υπογραφή του Συμφώνου μιά σειρά αξιωματικών της Μεσσηνίας και της Ηλείας προσχώρησαν στον ΕΛΑΣ. Άλλοι από πίεση και άλλοι αυτοβούλως, επειδή πείσθηκαν ότι δεν μπορούσαν πιά να μείνουν αμέτοχοι, χωρίς κίνδυνο της δικής τους ζωής και των οικογένειών τους. Ορισμένοι, που δε δέχονταν επ’ουδενί ένταξη στον ΕΛΑΣ, έγιναν στόχος δολοφονίας από την ΟΠΛΑ.

Τέτοια είναι η περίπτωση του ταγματάρχη Παναγιώτη Στούπα, όπως θα περιγράψουμε στη συνέχεια.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Google photo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s