Βιβλία, Δεκέμβρης

14 σφηνάκια για την «κόκκινη Βία» (1943-1946) του Σάκη Μουμτζή

b192539

1.

Αλλού τα κακαρίσματα κι αλλού γεννούν οι κότες… Που θα πει, αυτή τη φορά πρόκειται για ένα πραγματικά σημαντικό βιβλίο για τον Εμφύλιο, που αξίζει να διαβαστεί.

2.

«Η ήττα του ΚΚΕ στα Δεκεμβριανά, ήττα πολιτική, στρατιωτική, αλλά κυρίως ηθική έλυσε οριστικά και έμπρακτα το πρόβλημα της γεωπολιτικής θέσης της χώρας» (σελ. 27). Δε συμφωνώ. Τέτοιο πρόβλημα δεν ετέθη ποτέ – με εξαίρεση τα κεφάλια κάποιων φαντασιόπληκτων ημεδαπών. Αλλά κι αν υποθέσουμε ότι υπήρχε τέτοιο ζήτημα, τι εμπόδιζε τον Κόκκινο Στρατό να βαδίσει νότια μετά τον Δεκέμβρη του 44; Δεν θα τον εμπόδιζε πάντως η «ηθική ήττα» του ΚΚΕ στα Δεκεμβριανά. Κι αν το ΚΚΕ «κέρδιζε» τον Δεκέμβρη την Αθήνα, πόσο θα την κρατούσε;

3.

«Στη σκέψη, λοιπόν του Λένιν και κυρίως στον τρόπο της πολιτικής του δράσης, κατά την άποψή μου, πρέπει να αναζητήσουμε την εισδοχή της βίας στο χώρο των αποδεκτών μορφών άσκησης πολιτικής και κυρίως στην τριγωνική σχέση επαγγελματίες επαναστάτες- κόμμα νέου τύπου- κοινωνία, σχέση υποταγής και υποδούλωσης της τελευταίας στους δύο άλλους παράγοντες» (σελ. 37). Αν θεωρήσουμε ότι το βασικό είναι η αποδοχή και χρήση της βίας ως πολιτικού μέσου και όχι οι μορφές που λαμβάνει αυτό το μέσο, τότε για τεκμηρίωση θα πρέπει να πάμε πολύ πιο πίσω. Πχ στο «κατ’ έριν» του Ηρακλείτου ή στα κείμενα του Θουκυδίδη. Η οργανωμένη και μεθοδική βία είναι ισόχρονη με τους ανθρώπινους πολιτισμούς και πανταχού παρούσα στους ιστορικούς χρόνους. Το νέο που έφερε ο Λένιν (και κυρίως ο Στάλιν) ήταν η εξελιγμένη γραφειοκρατική τεχνολογία της βίας και η δημιουργία μεγα-μηχανισμών για την υλοποίησή της. Αντίστοιχα έπραξαν παραλλήλως και οι ναζί, όταν κυβέρνησαν τη Γερμανία και την Ευρώπη. Ένα παράδειγμα μεταφοράς της σταλινικής τεχνογνωσίας της βίας στα καθ’ ημάς, στον κατοχικό Εμφύλιο, έχουμε συζητήσει εδώ: https://greekcivilwar.wordpress.com/2016/08/08/gcw-426/

4.

«Χαρακτηριστική της στροφής του ΚΚΕ (σημ: προς τον κατοχικό Εμφύλιο) είναι και η ομιλία του Σιάντου τον Οκτώβριο του 1943 στη Συνδιάσκεψη στελεχών του ΚΚΕ Βοιωτίας: [Η αντίδραση ετοιμάζεται τώρα για την αντεπίθεσή τους. Αυτοί τη απελευθέρωση την εννοούν με τον δικό τους τρόπο. Τον θέλουν για την ανοικοδόμηση του μπεζακτά τους. Και να ξαναστείλουν το γέρο (σημ: τον ίδιο τον Σιάντο) εκεί που τον βρήκε η εχθρική εισβολή, δηλαδή στις φυλακές της Κέρκυρας]» (σελ. 82). Στο σημείο αυτό ίσως υπάρχει ένα ερμηνευτικό κλειδί, ελάχιστα μελετημένο: Η «αντίδραση» ήταν το πολιτικό σύστημα που είχε καταδιώξει, φυλακίσει, εξευτελίσει κλπ για πάνω από μια δεκαετία, αν μετρήσουμε από τον καιρό του βενιζελικού «ιδιωνύμου» και πιο συστηματικά επί Μεταξά (και του Βασιλιά) τα στελέχη και τα μέλη του ΚΚΕ. Τα οποία μόλις δυο χρόνια πριν βρισκόντουσαν ακόμα κατά εκατοντάδες στις φυλακές (Ακροναυπλία, Κέρκυρα κλπ). Αυτά τα στελέχη, πολλά εκ των οποίων είχαν εξαναγκαστεί να υπογράψουν «δήλωση μετανοίας» υπό πίεση, βρέθηκαν ξαφνικά επικεφαλής ένοπλης αντίστασης, σε συνθήκες πολιτικού κενού ή / και χάους. Η πιθανότητα της επανόδου από το ζενίθ στο ναδίρ, αν επέτρεπαν στους ανθρώπους που τους καταδίωκαν (ως ηγεσία, στελέχη και όργανα του κρατικού μηχανισμού) να τους «ξαναστείλουν στη Κέρκυρα» είναι μια παράμετρος που ανάγεται μεν στην ψυχολογία, ενδεχομένως όμως παρήγαγε ή συνέβαλε στην παραγωγή πολιτικής πράξης. Σε συνέργεια με τη λενινιστική – σταλινική εκπαίδευση.

5.

«Το ΚΚΕ και τα γεγονότα στη Μέση Ανατολή» (σελ. 108). Ο συγγραφέας υποστηρίζει ότι η ηγεσία του ΚΚΕ δεν είχε ανάμειξη στη στάση του 1944, στη Μέση Ανατολή. Ούτε καν καθαρή εικόνα για το τι γινόταν εκεί είχε. Ωστόσο το ΚΚΕ δεν παρέλειψε να καταδικάσει απερίφραστα τους κινηματίες. Λεπτομέρειες, εδώ:https://greekcivilwar.wordpress.com/2016/04/01/gcw-115/   και εδώ: https://greekcivilwar.wordpress.com/2016/06/09/gcw-226/    Αξίζει να παρατηρήσουμε πως αν ισχύει ότι το ΚΚΕ είχε «μαύρα μεσάνυχτα» για τα γεγονότα της Μέσης Ανατολής, τότε τίθεται εν αμφιβόλλω η κεντρική καθοδήγηση όλων των κομματικών στελεχών, όπου κι αν δρούσαν αυτά. Είναι όμως δυνατόν ο Σαλάς, δοκιμασμένος Ακροναυπλιώτης, να έκανε του κεφαλιού του, σε μια κίνηση τόσο μεγάλης σημασίας και τόσο ριψοκίνδυνη πολιτικά; Ή μήπως ήταν προσυμφωνημένο το «δεν σε ξέρω, δεν σε είδα» σε περίπτωση αποτυχίας;

6.

Ο συγγραφέας περιγράφει, με αναφορά σε πηγές – αυτόπτες μάρτυρες, τη μεγάλη διαδήλωση των αντι-Εαμικών στις 15 Οκτωβρίου, στην Αθήνα (σελ. 135 κ.ε.), η οποία κατέληξε με νεκρούς και τραυματίες. Δίνει με αυτό τον τρόπο μια πληρέστερη εικόνα των πολιτικών διαθέσεων των Αθηναίων, εκείνη την περίοδο. Κάτι που επιβεβαιώνεται από δυο μεγάλες εκδηλώσεις αμέσως μετά τα Δεκεμβριανά: με την παύση του πυρός (15 Ιανουαρίου 1945) και για την υποδοχή του Τσόρτσιλ (14 Φεβρουαρίου 1945). Αντίστοιχα μεγάλες συγκεντρώσεις έκανε πολύ σύντομα και το ΚΚΕ (πχ 25 Δεκεμβρίου 1945). Λεπτομέρειες, εδώ: https://panosz.wordpress.com/2011/04/16/civil_war-106/ Γεγονός που υποδεικνύει ότι η αντίληψη της ηγεσίας του ΚΚΕ ότι με την ήττα του Δεκέμβρη δεν είχαν χαθεί / τελειώσει όλα, ήταν μεν λάθος, είχε όμως κάποια εμπράγματα ερείσματα. Καταλήγει ο Μουμτζής, για τα πριν το Δεκέμβρη: «Και αυτοί που αδρανούν αποτελούν πάντοτε στην ιστορία τη σιωπηλή πλειοψηφία. Η σιωπηλή πλειοψηφία εκ των πραγμάτων ορίζει και μια οργανωμένη μειοψηφία που εκλαμβάνει την οργανωτική αρτιότητά της ως έκφραση του πλειοψηφικού ρεύματος. Κάπως έτσι θα μπορούσαμε να προσεγγίσουμε το μέγεθος και την απήχηση που είχε το ΕΑΜ τον Νοέμβριο του 1944» (σελ. 145-6). Δατς όλ.

7.

«Δυο καίριας σημασίας γεγονότα συνέβαλαν και αυτά, ίσως κατά τρόπο καθοριστικό, στην απόφαση που πήρε το Πολιτικό Γραφείο του ΚΚΕ για σύγκρουση στις 27/11/1944. Αναφέρομαι στη σύσκεψη των καπετάνιων του ΕΛΑΣ στη Λαμία που συγκάλεσε ο Άρης Βελουχιώτης στις 17/11/1944 και στο αχτίφ των στρατιωτικοπολιτικών στελεχών Αθήνας – Πειραιά του ΚΚΕ που έγινε στην Αθήνα στις 20-22 Νοεμβρίου, στο οποίο πρωτοστάτησε ο Μπαρτζιώτας (Γραμματέας της κομματικής οργάνωσης Αθήνας) και συμμετείχε και χαιρέτισε και ο Σιάντος» (σελ. 146). «Όμως, αντιλήφθηκε (σημ: ο Σιάντος) για δεύτερη φορά μέσα σε τρεις μέρες ότι η παράδοση των όπλων του ΕΛΑΣ είναι μία πολιτική που το Πολιτικό Γραφείο δεν μπορεί να ελέγξει και να επιβάλει στα ανώτερα κομματικά στελέχη» (σελ. 147).  Τα άλλα δύο μέλη της τριανδρίας (Σιάντος, Ιωαννίδης, Ζεύγος) ήταν το μεν ένα ιδεολογικός και κομματικός πατέρας όλων τους, από την Ακροναυπλία και μετά και το άλλο (ο Ζεύγος) πετούσε απτόητος στα επαναστατικά σύννεφα και ονειρευόταν ακόμα και μετά το Δεκέμβρη (σελ. 303 κ.ε.). Έμενε λοιπόν μόνος (κι έρημος) σε μια τακτική αφοπλισμού του ΕΛΑΣ ο Σιάντος; Δεν προκύπτει από πουθενά. Όσο για τη σύσκεψη της Λαμίας, είναι σαφές από τις αφηγήσεις ότι να μεν οι καπετάνιοι άκουσαν με ενθουσιασμό τον Βελουχιώτη, κατάπιαν όμως όλοι τη γλώσσα τους σαν μαθητούδια όταν μίλησε ο Βαφειάδης και ρώτησε αν «αυτά» τα ξέρει το Κόμμα. Κι ο Σιάντος ποτέ στον (σύντομο) βίο που του απόμενε δεν έκανε κανέναν υπαινιγμό ότι είχε κατά νου τον αφοπλισμό του ΕΛΑΣ. Κάτι που αν ίσχυε θα λεγόταν ή θα γραφόταν κάπου, τότε ή αργότερα. Η επιλογή του μη – αφοπλισμού, δηλαδή της σύγκρουσης με την «αντίδραση» ήταν μάλλον και ομόφωνη και ομόθυμη, μεταξύ των στελεχών του ΚΚΕ. Το θανάσιμο λάθος όλων τους ήταν ότι δεν υπολόγισαν τον Τσόρτσιλ.

8.

«Οι συγκρούσεις που ξέσπασαν στις 4/12/1944 και γενικεύτηκαν στις 5/12/1944 ουδεμία σχέση είχαν με τους νεκρούς της πλατείας Συντάγματος» (σελ. 149).  Εννοούνται οι νεκροί της διαδήλωσης της 3ης Δεκεμβρίου. Η «τελική απόφαση» είχε ληφθεί (σε επίπεδο Πολιτικού Γραφείου) τις τελευταίες μέρες του Νοέμβρη, η Κεντρική Επιτροπή του ΕΛΑΣ είχε ήδη ανασυγκροτηθεί (γεγονός που σηματοδοτούσε την αποχώρηση του ΕΑΜ από τις συμφωνίες του Λιβάνου και της Καζέρτας) και οι πρώτες διαταγές προς μονάδες του ΕΛΑΣ εκτός Αθηνών για ενέργειές τους είχαν ήδη αποσταλεί. Αυτά, σε συνδυασμό με όσα αναφέρθηκαν προηγουμένως (σημείο 7) δείχνουν ότι τα τραγικά γεγονότα της 3ης Δεκεμβρίου χρησιμοποιήθηκαν μεν κατά κόρον, δεν ήταν όμως η αιτία του Δεκέμβρη.

9.

«Ο ΕΛΑΣ σε όλο το διάστημα των συγκρούσεων τρεις φορές επιτέθηκε εναντίον βρετανικών δυνάμεων με μορφή συγκροτημένης επίθεσης» (σελ. 183). Ο συγγραφές υπονοεί ότι ο ρόλος των Βρετανών στα Δεκεμβριανά ήταν δευτερεύων, τουλάχιστον από επιχειρησιακή άποψη – άλλωστε η πολιτική δεν μπορεί να αμφισβητηθεί. Είναι όμως έτσι; Ήταν οι ελληνικές κυβερνητικές δυνάμεις που νίκησαν – σχεδόν από μόνες τους; Για να απαντήσει κανείς θα πρέπει να μελετήσει ξανά τους αριθμούς, τις θέσεις και τις δράσεις του Βρετανικού πεζικού, πυροβολικού, ναυτικού και αεροπορίας. Αν και κατά πόσο επηρέασε η παρουσία τους και η δύναμη πυρός τους (και η χρήση της) την εξέλιξη των συγκρούσεων. Γνώμη μου είναι ότι χωρίς τα βρετανικά στρατεύματα παρόντα και συμμετέχοντα, η έκβαση του Δεκέμβρη θα ήταν εντελώς διαφορετική. Αλλά αυτό είναι μια απλή γνώμη, η οποία δεν μπορεί να υποστηριχτεί αποτελεσματικά στα πλαίσια που σου δίνει ένα «σφηνάκι».

10.

«Στην άλλη πλευρά, από τους 12.000 ομήρους που συνελήφθησαν … περίπου 1.200 εκτελέστηκαν ή πέθαναν καθ’ οδόν στην πορεία από την Αθήνα προς τη Θήβα, μέσα στον βαρύ χειμώνα του Ιανουαρίου του 1945» (σελ. 205).  «Και ας μη λησμονούμε ότι μέσα στα χιλιάδες θύματα της κόκκινης δεκεμβριανής βίας βρίσκονται και εκατοντάδες τροτσκιστές, αρχειομαρξιστές και ανεξάρτητοι συνδικαλιστές» (σελ. 208). Οι αριθμοί θέλουν τη προσοχή τους: ακόμα και τώρα είναι πολύ δύσκολο να προσδιορίσει κανείς αντικειμενικές πηγές. Διαβάζουμε: «Μέσα Μαΐου δημοσιεύονται τα συγκεντρωτικά στοιχεία της Εισαγγελίας σχετικά με τα θύματα του Δεκέμβρη: 5.000 νεκροί (1.700 από βόμβες και όλμους, 1.800 εκτελεσμένοι και 1.500 από ασθένεια)». (Πηγή: http://ellinikosemfilios.blogspot.gr/2014/12/blog-post_9.html )

Μια άλλη πηγή (ιατροδικαστική υπηρεσία) κάνει λόγο για 1352  εκτελεσμένους από ΕΛΑΣ και ΟΠΛΑ σε Αθήνα και Πειραιά (εδώ: https://panosz.wordpress.com/2013/05/27/civil_war-143/#comment-208572

Σημειωτέον, ότι η «έκθεση Σιτρίν» ενώ αναφέρει κακομεταχείριση κλπ των ομήρων δεν κάνει λόγο για εκτελέσεις, ούτε καν για θανάτους λόγω κακοκαιρίας και κακουχιών.

https://greekcivilwar.wordpress.com/2016/01/27/gcw-3/#comment-6

Κάτι που μοιάζει περίεργο αν όντως υπήρχαν 1.200 νεκροί μεταξύ των ομήρων, αν δηλαδή είχε δολοφονηθεί ή πεθάνει ένας στους δέκα.

11.

«Φεύγοντας οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ από την πόλη άφησαν ανοιχτό το μεγάλο θέμα των ομήρων. Περίπου 650 πολίτες Θεσσαλονίκης μαζί με τους 750 ταγματασφαλίτες πορεύτηκαν στις 12 Ιανουαρίου 1945 προς την Αρδέα. Περίπου 600 εκτελέστηκαν καθ’ οδόν» (σελ. 223). Για το περιστατικό αυτό διάβασα πρώτη φορά.

12.

«Η στρατηγική του να οδηγήσει μέσω ειρηνικών δημοκρατικών διαδικασιών στην δημοκρατική ομαλότητα συνετρίβη στις τριάντα τρεις μέρες της σύγκρουσης» (σελ. 237). Ο λόγος είναι για τον Γεώργιο Παπανδρέου… ο οποίος όμως δεν συμφωνεί καθόλου! Γράφει ο ίδιος: «Τα κείμενα απήντησαν… Αποδεικνύουν ότι όχι μόνον δεν είμεθα διατεθειμένοι «να τα δώσωμεν όλα» – δια να μη γίνει Επανάστασις, αλλά αντιθέτως «να τα πάρωμεν όλα…», έστω και αν επρόκειτο να επακολουθήσει Επανάστασις την οποίαν είχομεν προπαρασκευασθή – με την παρουσίαν των Βρετανών, την άφιξιν της ταξιαρχίας του Ρίμινι, την συγκρότησιν της Εθνοφυλακής και την συγκέντρωσιν των χωροφυλάκων εις Αθήνας – δια ν’ αντιμετωπίσωμεν»

(https://greekcivilwar.wordpress.com/2016/02/03/gcw-17/ )

13.

«Η λευκή τρομοκρατία ήταν ένα υπαρκτό πολιτικό φαινόμενο, περιορισμένο όμως σε συγκεκριμένες περιοχές της υπαίθρου και ως εκ τούτου, μειωμένης πολιτικής εμβέλειας» (σελ. 266). Έχω αντίθετη άποψη. Πρώτον, γιατί με την ελεύθερη διακίνηση των ειδήσεων (και του σχολιασμού τους) μέσω των εφημερίδων η επίδραση των συμβάντων ξεπερνούσε τα τοπικά πλαίσια και γινόταν πανελλαδική. Δεύτερον, γιατί ήταν η λευκή τρομοκρατία που συντήρησε τις λίγες χιλιάδες αντάρτες / φυγόδικους κατά τη διάρκεια του 1945 και τους πρώτους μήνες του 1946, ώστε να αποτελέσουν στη συνέχεια τη μαγιά του ΔΣΕ. Οι υποθέσεις εργασίας εκ των υστέρων δεν έχουν ίσως νόημα, αλλά μπορούμε να φανταστούμε τι θα γινόταν αν αντί της λευκής τρομοκρατίας υπήρχε γενική αμνηστία, μετά τη Βάρκιζα. Δεδομένου ότι δεν υπήρχαν πραγματικοί λόγοι για μια κοινωνική επανάσταση, πολύ δύσκολα θα σχηματιζόταν καν ο ΔΣΕ.

14.

Τα 13 (συν αυτό) σφηνάκια δεν είναι βιβλιοπαρουσίαση. Είναι μερικά σημεία του βιβλίου από τα πολλά που σημείωσα για περαιτέρω σχολιασμό. Καιρού επιτρέποντος, θα επανέλθω.

 

Advertisements

16 σκέψεις σχετικά με το “14 σφηνάκια για την «κόκκινη Βία» (1943-1946) του Σάκη Μουμτζή”

  1. 2. διαφωνω. οριστικη λυση στο προβλημα της χωρας εδωσε η παρεμβαση των αμερικανων με το δογμα τρουμαν. το 1946 η χωρα ηταν διαλυμενη ουσιαστικα χωρις στρατο και η βρετανια που ειχε αναλαβει την προστασια της χρεωκοπημενη. συμφωνα με τον τσουκαλα:

    «Δεν είμαι σίγουρος αν ο σχεδιασμός έχει ξεφύγει. Διάβαζα πρόσφατα τα απομνημονεύματα του Χάρολντ ΜακΜίλλαν, ο οποίος στο τέλος του 1946 προβλέπει ότι η Ελλάδα θα κοπεί στα δύο, ότι προδιαγράφονται δύο κράτη, Βόρεια και Νότια Ελλάδα (όπως είχαμε Βόρειο και Νότιο Βιετνάμ, Βόρεια και Νότια Κορέα).» http://emfilios.blogspot.gr

    4. το ιδιο ακριβως ειχε πει ο σιαντος στον καθηγητη γεωργακη βασικο συνεργατη του αρχιεπισκοπου δαμασκηνου (εκπομπη μαρτυριες ερτ)

    5. ο Τζημας υποστηριζει οτι ειχε πει στο σαλλα: «καλη πολιτικη ειναι εκεινη που εξασφαλιζει την επανοδο του στρατου μας στην ελλαδα. μαζι με σας η νικη μας ειναι εξασφαλισμενη 100%»
    απο την αλλη ο σαλλας ειναι κατηγορηματικος ρωτησε τον ρουσσο τι θα πρεπει να κανει η ασο και αυτος απαντησε: «πρεπει να εκδηλωθειτε. τουτοι δεν εχουν διαθεση για ενοτητα…πιθανον θα εχουμε εαμικη κυβερνηση στην ελλαδα. τοτε οι δυναμεις της μ.α ειναι καταδικασμενες να διαλυθουν.μα κ αν διαλυθουν θαναι κερδος 100%, γιατι εμεις σας υπολογιζουμε για δυναμη του βασιλια»
    τζημας ρουσσος ηταν μελη της αντιπροσωπειας των αντιστασιακων που πηγε στο καιρο τον αυγουστο του 1943.
    ρολο στο κινημα της μεσης ανατολης επαιξε τουλαχιστον στην αρχη και ο σοφοκλης βενιζελος ηθελε να προκαλεσει την παραιτηση του τσουδερου και να αναλαβει αυτος την πρωθυπουργια.

    6. http://emfilios.blogspot.gr/2013/10/blog-post_24.html
    Lars Baerentzen, Η λαϊκή υποστήριξη του ΕΑΜ στο τέλος της Κατοχής, περ.Μμήμων
    τελευταια παραγραφος του αρθρου:
    μεχρι την ηττα του δεκεμβρη ο ελεγχος του ελας ηταν σχεδον απολυτος σε ολη την ελλαδα. επιφανειακα ο ελεγχος και το λαοφιλες μοιαζουν. μετα τη βαρκιζα ο ελεγχος ανηκε στην αλλη παραταξη.
    ο μαραντζιδης σε σεμιναριο που ειχε κανει αναφερθηκε σε μια οικογενεια που ο πατερας την περιοδο της εαμοκρατιας εγραψε τα παιδια του στην επον και οταν αλλαξε η κατασταση τα εγραψε στο κατηχητικο.

    7. για τη συσκεψη της 17η νοεμβριου θα συμφωνησω με σενα. για τα υπολοιπα που γραφει ο κυριος μουμτζης χρειαζονται περισοτερες διευκρινησεις
    (βασικα ξεφυλλιζα το βιβλιο και επεσα στο συγκεκριμενο αποσπασμα ηταν ισως ο βασικος λογος που δεν το αγορασα)

    8. η επιθεση στον τσαους αντων ξεκινησε στις 1/12. η διαταγη για επιθεση στον εδες και διαλυση της εθνοφυλακης βγηκε απο το σιαντο στις 2/12. η εθνοφυλακη διαλυθηκε χωρις βια. η επανασυσταση της κεντρικης επιτροπης του ελας μπορει να θεωρηθει ως επιθετικη ενεργεια ουσιαστικα ακυρωνει την συμφωνια της καζερτας

    9. δεν μπορω να καταλαβω απο το αποσπασμα τι εννοει
    για το ρολο των βρετανικων δυναμεων στα δεκεμβριανα γραφει ο μαργαριτης στον πρωτο τομο του ελληνικος εμφυλιος:
    Στόν άπολογισμό τών μαχών τοϋ Δεκεμβρίου τοϋ 1944, εύκολα παρατηρούμε ότι ή βρετανική στρατιωτική συμβολή, ή άνάληψη άποφασιστικών έπιθετικώνέπιχειρήσεων άπό βρετανικά στρατεύματα, ήταν περιορισμένη, σέ σχέση μάλιστα μέ τόν όγκο τους, καί είχε πάντα ειδικό χαρακτήρα: βασιζόταν συνήθως στή χρήση τεθωρακισμένων είτε γιά τήν προστασία καί τήν έξασφάλιση τών συγκοινωνιακών άξόνων (λεωφόροι Συγγρού καί Κηφισίας, λόγου χάρη), είτε γιά τήν προάσπιση τού ζωτικού ενδιαφέροντος κέντρου τής Αθήνας. Πέρα άπό αύτό, οί Βρετανοί άνέλαβαν δύο στρατηγικού χαρακτήρα επιθετικές κινήσεις. Τήν άπόβαση στήν Πειραϊκή καί τήν κατάληψη τής Καλλίπολης, πού έκανε δυνατή τή χρήση ζωνών τού λιμανιού τοϋ Πειραιά, καί τή διείσδυση κατά μήκος τοϋ Κηφισού, πρός τό τέλος τών έπιχειρήσεων, κίνηση πού έδωσε τό τελικό χτύπημα στόν ΕΛΑΣ, άπειλώντας μέ περικύκλωση καί καταστροφή τίς μονάδες του πού μάχονταν στίς δυτικές συνοικίες τής Αθήνας. Πολύ λίγα πράγματα δηλαδή γιά μερικές δεκάδες χιλιάδες Βρετανούς στρατιώτες.Οί υπόλοιπες μάχες καί ό άγώνας φθοράς στά διάφορα μέτωπα ήταν υπόθεση τών έλληνικών μονάδων.

    καλα εννοειται οτι παρουσια τον βρεταννων επαιξε το καθοριστικοτερο ρολο κυριως τα αρματα μαχης και η αεροπορια. σημειωση η ελληνικη αεροπορια δεν πηρε μερος στα δεκεμβριανα.

    10. 4-5000 νεκρους (ομηρους και εκτελεσμενους) αναφερουν οι ιατριδης, τσουκαλας και γασπαρινατος.
    η επιτροπη σιτριν αναχωρησε απο τη χωρα στις αρχες φεβρουαριου οταν δεν ειχαν απελευθερωθει ακομα οι ομηροι. φυσικα και υπηρχαν εκτελεσεις ομηρων. ο καλυβας αναφερει την περιπτωση της οικογενειας μαρατου.
    προσφατα κυκλοφορησε και το ημερολογιο της αλεξανδρας κριεζη

    Στη συνέχεια τους κατεβάζουν στον Ωρωπό και από εκεί στην Συκάμινον. Εκεί, σε έναν λόφο απομονωμένο, δίπλα στο εκκλησάκι της Αγίας Ελεούσας, οι αντάρτες δεν έδειξαν έλεος. Έσκαψαν μπροστά στους κρατουμένους τους λάκκους των! Μια μέρα μετά τα Χριστούγεννα οι Ελασίτες γράφουν σε έναν κατάλογο τα ονόματα επτά επιφανών προσώπων της αθηναϊκής κοινωνίας και πέντε ανηλίκων ατόμων. Οι 12 όμηροι εκτελούνται. Πρόκειται για τον μηχανικό Πόγγη, τον ωτορινολαρυγγολόγο Ευσταθιανό (συναδέλφου του Εαμίτη Κάτσα στο ίδιο νοσοκομείο), τον επιχειρηματία Μπογοβιτς, τον κτηματία Κυριαζή, τον ιατρό Μπελέκο, τον Πρόεδρο της Κοινότητας Κηφισιάς Κτενά, τον κηπουρό της οικογένειας Διομήδη (αγνώστου ταυτότητας) και τους πέντε νεαρούς. Είναι αξιοσημείωτο ότι όλοι, και κυρίως ο Κτενάς, ήταν της γνώμης ότι χρωστούσαν τη σύλληψή τους στον πρώην Πρόεδρο Κοινότητας Κηφισιάς Βαρουξάκη, ο οποίος ήταν και Πρόεδρος του Λαϊκού Δικαστηρίου… Η Αλεξάνδρα Κριεζή μαζί με τη Ρωξάνη κατορθώνουν μετά από πολλές περιπέτειες να διασωθούν. Όμως η κόρη της Φαίνης Ξύδη και ο άντρας της Αντώνης Κριεζής εκτελούνται… Στις κηδείες τους μέσα στον ανείπωτο πόνο και τις τιμές που τους επιφύλαξε η ελληνική Πολιτεία, ακούστηκαν και οι εξής χλευαστικές φωνές από τα μπαλκόνια : « Τώρα το πάρτυ άρχισε. Έχουμε να δούμε κι άλλα τέτοια ακόμη».
    http://www.freepen.gr/2015/12/1944.html
    οι συλληψεις ειχαν αρχισει απο πολυ νωρις και μαλλον δεν ισχυει αυτο που υποστηριζουν φιλοεαμικοι ιστορικοι οτι ηταν σε αντιποινα των συλληψεων των βρεταννων

    11. χρησιμοποιει μαλλον σαν πηγη το βιβλιο του θεοχαριδη που ηταν και αυτος ομηρος και θα ηταν αυτοπτης μαρτυρας των εκτελεσεων αλλα δεν ξερω κατα ποσο μπορει να θεωρηθει αξιοπιστος ειχε κατηγορηθει για δοσιλογισμο
    συλληψεις ομηρων και πορειες εγιναν και σε αλλες περιοχες παραδειγμα στη μεσσηνια.

    12. καλα παλι θα διαφωνησω με σενα. ειδικα στο αποσπασμα που εβαλες ο γ παπανδρεου υποστηριζει οτι σε αντιθεση με οσα τον κατηγορουσαν, οτι εδωσε τα παντα στους κομμουνιστες, αυτος θεωρει οτι χαρη στην πολιτικη που ακολουθησε δεν παραχωρησε τπτ
    σημειωση δεν τον κατηγορουσαν μονο δεξιοι και κεντρωοι πολιτικοι για υπερβολικες παραχωρησεις στο κκε αλλα και οι βρετανοι:
    As Leeper similarly saw it papandreou tries to be a ‘fixer,’ not a leader, and always agrees with the leftists when they ask for things, laying on the British his inability to comply”

    13. στην πελοπονησσο οπου εδρασαν οι πιο σκληρες ακροδεξιες ομαδες βλεπε μαγγανας κατσαρεας παυλακος κτλπ οι καταδιωκομενοι συμφωνα με εκθεση του ιωαννιδη το καλοκαιρι του 46 ειναι πολυ λιγοι δεν ξεπερνουν τους 200 αριθμος που αντιστοιχει με τον αριθμο οσων ειχαν παραμεινει στα βουνα και δεν ειχαν παραδοθει μετα τη βαρκιζα. ο δσε
    αργησε πολυ να αναπτυχθει αρχες του 48 και δεν ξεπερνουσε τους 800 μαχητες
    σε αντιθεση με τη δυτικη μακεδονια οπου τουλαχιστον για το 45 συμφωνα με τον καλλιανιωτη ο αριθμος θυματων λευκης τρομοκρατιας ισουται με αυτον της κοκκινης.

    τελος παντων αυτα τα πολλα ελπιζω να μην κουρασα

    Μου αρέσει!

  2. Στο 10, αυτό που θέλω να πω είναι ότι το 1200 των νεκρών ομήρων δεν ταιριάζει με τα δεδομένα. Κι αν δεχτούμε ότι η επιτροπή Σιστριν δεν πρόλαβε, ο αριθμός εκτελεσμένων που δίνει η ιατροδικαστική υπηρεσία (1.352) λογικά είναι ο συνολικός αριθμός των εκτελεσμένων στα Δεκεμβριανά, με όλους τους τρόπους (ΟΠΛΑ, όμηροι κλπ). Με κάθε επιφύλαξη όλ’ αυτά.

    Τα υπόλοιπα είναι κυρίως θέμα κρίσης / άποψης. Θενξ για το σχόλιο!

    Μου αρέσει!

  3. ναι ισως εχει δικιο και ο καλυβας γραφει οτι ο αριθμος 1800 που εδωσε η ιατροδικαστικη υπηρεσια αποτελει μια αφετηρια για να καταληξει κανεις σε μια ακριβη αποτιμηση των εκτελεσεων. τωρα δεν ξερω κατα ποσο σε αυτους τους 1800 συμπεριλαμβανονται και ατομα που εκτελεστηκαν εκτος αττικης καθως και αν υπηρχαν αγνοουμενοι δηλαδη δεν βρεθηκαν τα πτωματα τους
    γραφεις: Κάτι που μοιάζει περίεργο αν όντως υπήρχαν 1.200 νεκροί μεταξύ των ομήρων, αν δηλαδή είχε δολοφονηθεί ή πεθάνει ένας στους δέκα.
    οι ομηροι ηταν χωρισμενοι σε φαλαγγες των 160 ατομων
    συμφωνα με τημαρτυρια της κριεζη στη δικη της φαλαγγα η αναλογια εκτελεσεων ομηρων ηταν σχεδον ενα προς δεκα
    ιδια αναλογια εκτελεσεων βρισκουμε σε αλλη φαλαγγα αποτελουμενη απο υπουργους καθηγητες πανεπιστημιου στρατηγους την κορη του μεταξα κτλπ
    ενταξει το δειγμα ειναι μικρο 2 φαλαγγες (στις 100;) αλλα ισως ειναι ενδεικτικο

    Μου αρέσει!

  4. Είναι προφανές ότι (εμείς τουλάχιστον) μιλάμε μόνο με υποθέσεις. Το 1.200, θηριώδες αφ’ εαυτού, δεν προκύπτει από κανένα «δεμένο» στοιχείο. Λογικά, αν ίσχυε το νούμερο αυτό, θα υπήρχαν πλήρεις ονομαστικοί κατάλογοι από τον πρώτο καιρό – κάτι που δεν ήταν καθόλου δύσκολο να γίνει. Και που, αν γινόταν, θα ήταν το απόλυτο ΠΟΛΙΤΙΚΟ όπλο στα χέρια των τότε κυβερνήσεων. Μέχρι νεωτέρας καταλήγω στο λογικό συμπέρασμα ότι οι νεκροί μεταξύ των ομήρων (εκτελεσμένοι + θανόντες από κακουχίες) ήταν μερικές δεκάδες ή, ότι το νούμερο ήταν μεν τριψήφιο, αλλά προς τα κάτω.

    Θα μου πεις, έχει σημασία; Όλα έχουν, με την έννοια ότι καμιά αφήγηση και κανένας αριθμός που προέρχεται από μια περίοδο άγριας σύγκρουσης και εξίσου άγριας προπαγάνδας, δεν μπορεί να γίνεται αποδεκτός χωρίς τη βάσανο της απόδειξης – και της κοινής λογικής. Το αυτό ισχύει, για παράδειγμα, για τους 1.600 νεκρούς της Λευκής Τρομοκρατίας, αριθμός που μοιάζει εξωπραγματικός. Να τον αποδεχτούμε, αλλά με βάση ποιες αποδείξεις;

    Μου αρέσει!

  5. http://www.avgi.gr/article/6125187/dekembris-1944-to-oplo-tis-peinas#st_refDomain=www.facebook.com&st_refQuery=

    Συμπερασματικά, ο επισιτισμός του άμαχου πληθυσμού της περιοχής της πρωτεύουσας αποτέλεσε κύριο ζήτημα τόσο για τους Βρετανούς και όσο και τον ΕΛΑΣ. Οι Βρετανικές στρατιωτικές δυνάμεις χρησιμοποιώντας την πλεονεκτική τους θέση αναφορικά με τη διαθεσιμότητα των εφοδίων άσκησαν επιπρόσθετη πίεση στον αντίπαλό τους με όπλο τη διακοπή του επισιτισμού και την απειλή της πείνας. Όπως συνέβη κατά τη διάρκεια της Κατοχής, αλλά και όπως θα συμβεί την περίοδο που θα ακολουθήσει μετά τα Δεκεμβριανά, η διανομή των ειδών της ξένης βοήθειας χρησιμοποιήθηκε επιλεκτικά και μεροληπτικά εις βάρος του ΕΑΜ και των οπαδών του. Κύριος στόχος ήταν η πολιτική, ηθική αλλά και φυσική εξόντωσή τους μέσω της αποκοπής από τα δίκτυα βοήθειας και του εκβιασμού διακοπής κάθε επισιτιστικής αρωγής.

    Μου αρέσει!

  6. Ιάσονας Χανδρινός

    http://jahandrinos.blogspot.gr/2012/12/44.html

    Ο Δεκέμβρης του ’44 από τους Βρετανούς στρατιώτες

    Από ελευθερωτές της Ελλάδας, οι Βρετανοί έγιναν σε λίγες μέρες πολέμιοι του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ με το οποίο συμπολέμησαν κατά των Γερμανών. Χρησιμοποιώντας όρους όπως «συμμορίτες», «χούλιγκανς» και «ληστές» στις περιγραφές τους, οι απλοί στρατιώτες αποκαλύπτουν άθελά τους τη βαθιά σύγχυση της σύγκρουσης αλλά και την οπτική ενός στρατού που κλήθηκε να παίξει έναν μάλλον αποικιοκρατικό ρόλο σε μια σύμμαχη χώρα.
    Τη στιγμή που το πλήθος της διαδήλωσης έμπαινε στην πλατεία Συντάγματος και άρχισαν τα πρώτα πυρά, ο συνταγματάρχης Charles E. Firth, επικεφαλής της Βρετανικής Στρατιωτικής Αποστολής στην Ελλάδα βρισκόταν για υπηρεσιακούς λόγους καθ’ οδόν για την έδρα του ΓΕΣ, απέναντι από την Πύλη του Αδριανού. Θυμάται: «Έπρεπε να διασχίσουμε την Πλατεία Συντάγματος και καθώς πλησιάσαμε είδαμε ένα μεγάλο πλήθος παρευρισκόμενων από τη μία πλευρά πίσω από το διπλό φραγμό της αστυνομίας. Τότε έγινε μια οχλαγωγία από την άλλη μεριά και εμφανίστηκε ένας τεράστιος όγκος διαδηλωτών που κρατούσε λάβαρα, ύψωνε τις γροθιές σε χαιρετισμό και φώναζε συνθήματα. Αρχίσαμε να περπατάμε ανάμεσα στις δύο γραμμές των αστυνομικών που απλώνονταν στα δεξιά της πλατείας. Όταν φτάσαμε σε απόσταση περίπου 20 γιάρδες, ακούστηκαν δυο ή τρεις πυροβολισμοί και το πλήθος έπεσε στο έδαφος. Εκείνη τη στιγμή ξέσπασαν πυρά γύρω από όλη την πλατεία και κυρίως από την πλευρά της αστυνομίας. Συνεχίσαμε το δρόμο μας. Ήταν ένα τόσο γιγαντιαίο πλήθος που θα μπορούσε να είχε σαρώσει τις δύο γραμμές των αστυνομικών. Οι πρώτοι πυροβολισμοί ακούστηκαν από πίσω μας και θυμάμαι πολύ καθαρά πως στεκόμασταν πίσω από τις αστυνομικές γραμμές. Ήταν μεμονωμένοι πυροβολισμοί. Όταν σταμάτησαν τα πυρά, οργανωμένες μάζες διαδηλωτών κατέκλυσαν τους κάθετους δρόμους σαν να ήταν ήδη προετοιμασμένοι για αυτό».
    Οι Βρετανοί δεν περίμεναν απευθείας επίθεση για να επέμβουν στον ελληνικό εμφύλιο που ξεσπούσε γύρω τους. Ο ταγματάρχης Godfrey Walker του Συντάγματος Leicestershire (Λέστερσάιρ) βετεράνος του Ελ Αλαμέιν και του Άντζιο ήταν ο πρώτος που με ένα λόχο και συνοδεία έναν συνταγματάρχη του πυροβολικού επιχείρησε να άρει την πολιορκία των αστυνομικών τμημάτων το πρώτο βράδυ (3 Δεκεμβρίου). Η πρώτη τους στάση ήταν σε ένα κατειλημμένο αστυνομικό οίκημα επί της Πειραιώς και ο Walker θυμάται με αίσθηση γελοίου που απέπνεαν οι διαπραγματεύσεις με τους ΕΛΑΣίτες: «Τα δόντια του [Έλληνα] διερμηνέα μας χτυπούσαν νευρικά και το βρετανικό κράνος που φορούσε στο κεφάλι του ανεβοκατέβαινε με τρέμουλο…Σκέφτηκα ότι σαν Έλληνας, καταλάβαινε περισσότερα για την κατάσταση από ό,τι εγώ…». Το τμήμα εκκενώθηκε αναίμακτα. Το δεύτερο, ένα από τα κεντρικά αστυνομικά τμήματα του Πειραιά, αποδείχθηκε δυσκολότερη υπόθεση. Ανεβαίνοντας μαζί με το διερμηνέα την εξωτερική σκάλα, συναντήθηκε στο κεφαλόσκαλο με τον αρχηγό των ανταρτών, «έναν ψηλό άντρα με χαρακτηριστικό γερμανικό κράνος, τόσο φορτωμένος με σφαίρες και όπλα που μου θύμισε μιούζικαλ με μεξικάνους ληστές…Αμέσως του είπα τα συνηθισμένα με ευγενικό τρόπο: «Θα πρέπει να εκκενώσετε το κτίριο παιδιά». Ο αντάρτης μουρμούρισε κάτι αυστηρά. Ρώτησα το διερμηνέα τι είπε. «Αν κάνεις μια κίνηση, θα σε πυροβολήσω». Πρόσεξα τότε ότι μια ντουζίνα γερμανικά τουφέκια με σημάδευαν από διάφορα σημεία…Οι συζητήσεις κράτησαν αρκετή ώρα και τελικά καταλήξαμε σε συμβιβασμό: οι αντάρτες παρέμειναν, μαζί με μια διμοιρία Βρετανών». Το γεγονός πως οι ΕΛΑΣίτες δεν είχαν εντολές να εμπλακούν σε μάχη με Βρετανούς διευκόλυνε για τους δεύτερους την κατάσταση. Το 2ο Σύνταγμα του ΕΛΑΣ που θα έπαιζε σημαντικό ρόλο στις μάχες, αφοπλίστηκε από το 6ο Τάγμα Αλεξιπτωτιστών στο Ψυχικό χωρίς να πέσει ούτε ένας πυροβολισμός. Όταν οι 800 πάνοπλοι και εμπειροπόλεμοι αντάρτες του βουνού βρέθηκαν κυκλωμένοι από βρετανικές ξιφολόγχες έριξαν τα όπλα τους γιατί δεν είχαν εντολή να κάνουν το αντίθετο.
    Οι Βρετανοί ουσιαστικά δεν έγιναν του ΕΛΑΣ στόχος παρά μετά την τρίτη μέρα των συγκρούσεων. Παρόλα αυτά ήταν από την πρώτη στιγμή πρωταγωνιστές καθώς βρέθηκαν ανάμεσα σε διασταυρούμενα πυρά, όταν τις πρώτες μέρες ο ΕΛΑΣ πολιορκούσε αστυνομικά τμήματα, δημόσια κτίρια ή έλυνε τις διαφορές του με την Χωροφυλακή και τους Χίτες. Ο ναύτης William Hough (Γούλιαμ Χάου) που υπηρετούσε σε ένα από τα πολεμικά (ML 864) στο λιμάνι του Πειραιά τη νύχτα της 3ης Δεκεμβρίου, βγήκε από το πλοίο με εντολή να φτάσει στο σταθμό του Ηλεκτρικού. «Οι δρόμοι ήταν τελείως έρημοι. Ξαφνικά μπροστά μου άκουσα έναν πυροβολισμό, τον οποίο σύντομα διαδέχθηκαν ριπές πολυβόλων. Είχα βρεθεί σε διασταυρούμενα πυρά. Επέστρεψα αμέσως στο πλοίο περνώντας πάνω από πτώματα στους δρόμους». Στις 5 Δεκεμβρίου στον Πειραιά το ολιγάριθμο Απόσπασμα Μπράντφηλντ (Bradfield) αποτελούμενο από ναύτες και πεζοναύτες βρέθηκε πολιορκημένο από τον ΕΛΑΣ σε διάφορα κτίρια, όπως τη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων, στο Χατζηκυριάκειο, όπου συστεγάζονταν τα αρχηγεία του Βρετανικού και Ελληνικού Στόλου και σε ένα σταθμό ασυρμάτου στο Φάληρο. Οι ναύτες είχαν λάβει τυφέκια και εντολές να βοηθήσουν τα αστυνομικά τμήματα. «Ριπές αυτομάτων και πυρά ελεύθερων σκοπευτών άρχισαν. Έπρεπε να υποχωρήσουμε σε ένα κτίριο στην αποβάθρα για να αμυνθούμε» (John Alderman-Τζων Αλντερμαν). Τα πληρώματα των πλοίων στο Φάληρο αντάλλαζαν κάθε τόσο πυρά με τους ΕΛΑΣίτες που προσπαθούσαν να οχυρώσουν το λόφο της Καστέλλας. «Μια σφαίρα μεγάλου διαμετρήματος τρύπησε το παραπέτασμα του αντιαεροπορικού Bofors που χειριζόμουν αστοχώντας για λίγο την ασφάλεια. Οι εντολές μας ήταν να μην ανταποδίδουμε πυρά αλλά είδα ένα συνάδελφο που υπηρετούσε σκοπός να πολυβολεί μανιασμένα τις θέσεις του ΕΛΑΣ» (Geoffrey Fletcher, ναρκαλιευτικό HMML 865).
    Χωρίς αρκετές εφεδρείες, πολλές ελπίδες στηρίζονταν στην εμπλοκή της αεροπορίας. Η περίφημη RAF ήταν το πιο ισχυρό όπλο εναντίον των ανταρτών του ΕΛΑΣ που βρίσκονταν απελπιστικά εκτεθειμένοι από αέρος. Ο Donald Kellond από το Westbury, πιλότος ενός Beaufighter, θυμόταν μια «έξοδο» από το αεροδρόμιο του Καλαμακίου: «Εντοπίσαμε το στόχο μας, μια μεγάλη απομονωμένη μονοκατοικία με κήπο. Καθώς εφορμήσαμε κάθετα, μπόρεσα να διακρίνω έναν άνδρα να μας πυροβολεί με πολυβόλο από την ταράτσα. Έφυγαν οι ρουκέτες και νιώσαμε απότομα την εκπομπή των προωθητικών αερίων. Όταν απογειωθήκαμε ξανά και κάναμε το δεύτερο γύρο για μια ακόμα επίθεση, στην ταράτσα υπήρχε μια τεράστια τρύπα. Μετά την προσγείωση παρατηρήσαμε τρύπες στο ντεπόζιτο». Όλοι οι ιπτάμενοι θυμόντουσαν πως, με τη θέα και μόνο των αεροπλάνων, κυριολεκτικά οτιδήποτε μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως όπλο, στρεφόταν προς τον ουρανό και πυροβολούσε, πολλές φορές με επιτυχία.
    Σε δύο ή τρεις περιπτώσεις κατά τη διάρκεια της Μάχης της Αθήνας, οι Βρετανοί έζησαν πραγματικά δύσκολες στιγμές. Η πρώτη από αυτές ήταν όταν ο ΕΛΑΣ επιτέθηκε με ισχυρές δυνάμεις στους στρατώνες των Παραπηγμάτων, όπου έδρευε το Αρχηγείο της 23ης Τεθωρακισμένης Ταξιαρχίας, ο 331ος Λόχος RASC, ο 1238ος Λόχος Μηχανικού, η 463η Πυροβολαρχία και μια διμοιρία όλμων του 11ου Συντάγματος Τυφεκιοφόρων μαζί με σταθμούς διαβιβάσεων, αποθήκες υλικού και πυρομαχικών. Από το βράδυ της προηγούμενης η αεροπορία παρατηρούσε μεγάλες συγκεντρώσεις ανταρτών και θέσεις πυροβόλων στα περίχωρα της πόλης ενώ μονάδες του ΕΛΑΣ από τις ανατολικές συνοικίες που προωθούνταν στο χώρο γύρω από το Στάδιο παρεμποδίστηκαν την τελευταία στιγμή από καταδιωκτικά αεροπλάνα. Δεν υπήρχε αμφιβολία ότι ετοιμαζόταν μια μεγάλης κλίμακας επίθεση. Τις πρωινές ώρες της 13ης Δεκεμβρίου, πριν ακόμα ξημερώσει, ξεκίνησε η επίθεση των ανταρτών μετά από ένα μπαράζ όλμων. Συμπτωματικά, εκείνη τη νύχτα έφτανε στους στρατώνες μια φάλαγγα φορτηγών με συνοδεία αλεξιπτωτιστών και Κομμάντος που μετέφερε πυρομαχικά από τους στρατώνες του Ρουφ στα Παραπήγματα για μεγαλύτερη ασφάλεια. Υπεύθυνος φάλαγγας ήταν ο δεκανέας James Rehill: που άφησε μια ολοζώντανη περιγραφή της ολονύχτιας μάχης: «Τα μάτια μας είχαν καρφωθεί στο σκοτεινό δρόμο…Ήταν όλα σιωπηλά σαν τάφος…Οδηγούσαμε σαν σε γουέστερν. Ήταν εφιαλτικά. Βγήκαμε από την ελασιτοκρατούμενη ζώνη και φτάσαμε στην ηρεμία της Πανεπιστημίου [….] Εγώ και ένας από τους Κομμάντος πήγαμε στον αξιωματικό υπηρεσίας του στρατοπέδου ενώ σφαίρες έσκιζαν τον αέρα γύρω και πάνω από τα κεφάλια μας. Ο Κομμάντο παρατήρησε πως βρισκόμασταν σε διασταυρούμενα πυρά. Ξαφνικά ακούστηκε μια δυνατή έκρηξη, ένας ήχος από τζάμια που πέφτουν και μια κάπως αστεία φωνή: «Επιλοχία! Επιλοχία!». Ήταν ο σκοπός που βρισκόταν 50 γιάρδες μακριά. Τότε όλη η κόλαση ελευθερώθηκε…Εκρήξεις, πυροβολισμοί παντού! Φτάσαμε με δυσκολία πίσω στα φορτηγά για να αμυνθούμε και αναρωτήθηκα στιγμιαία αν θα με περνούσαν στρατοδικείο σε περίπτωση που χρησιμοποιούσα χωρίς διαταγή κάποιες από τις χειροβομβίδες που μεταφέραμε…Η επίθεση δυνάμωνε. Φαίνεται πως υπήρχαν ισχυρές δυνάμεις [ανταρτών] στα αριστερά των στρατώνων και σε υπερυψωμένο έδαφος αφού όλο το μέρος έμοιαζε να είναι σε μια πλαγιά. Βρισκόμασταν πίσω από ένα χαμηλό τοίχο με σιλουέτες κτιρίων μπροστά. Στα δεξιά μας ήταν ένα μικρό δρομάκι σα δίοδος. Τροχιοδεικτικά πυρά έβγαιναν από ένα υπερυψωμένο πολυβόλο αλλά καρφώνονταν στο μαλακό έδαφος μακριά μας. Στο στενό δρομάκι ακούγονταν εκρήξεις που πρέπει να προέρχονταν από ιταλικές αμυντικές χειροβομβίδες. Κάποια στιγμή νόμιζα ότι είδα σκιές να προχωρούν και έριξα με το αυτόματό μου. Υποχώρησαν…Κοιτώντας στα δεξιά, προς τον εχθρό, κι άλλες εκκωφαντικές εκρήξεις. Φαίνεται πως είχαν καταφέρει να διεισδύσουν από εκείνο το σημείο. Ήμασταν πλέον στο μέσο μιας μεγάλης επίθεσης και εγώ ήμουν ακόμη υπεύθυνος εφτά φορτηγών με πολύτιμα πυρομαχικά…Εκρήξεις συνεχίζονταν. Ένα αεροπλάνο έριξε φωτιστικές φωτοβολίδες με αλεξίπτωτα. Τότε είδα ανθρώπους που έτρεχαν και πυροβολούσαν, έμοιαζαν με λάμψεις, σα να βγήκαν από πίνακα του Γουσταύου Ντορέ. Είδα ένα κορίτσι με γούνα και αντάρτικο δίκοχο να κατεβαίνει την πλαγιά κρατώντας μια ξύλινη γερμανική χειροβομβίδα. Πρέπει να χτυπήθηκε γιατί συνέχισε την κατάβασή της με την πλάτη και με μια κέρινη έκφραση στο πρόσωπο πριν η χειροβομβίδα σκάσει στα χέρια της. Έκρυψα το πρόσωπό μου για να μη βλέπω το θέαμα…Τα ρούχα της έγιναν ένας ματωμένος σωρός χωρίς σχήμα. Ένας στρατιώτης έβγαζε κραυγές πόνου. Το χέρι του είχε κοπεί από τον καρπό. Η φωνή ενός Ινδού στρατιώτη –δε μπορούσες να μπερδέψεις την προφορά– καλούσε τους αντάρτες «Σταμάτα Τζώννυ! Σταμάτα Τζώνυ!» και ταυτόχρονα πυροβολούσε. Αντιλήφθηκα ανθρώπους πίσω μου και μια φωνή στα αγγλικά: «Φίλοι είναι. Έλληνες αστυνομικοί, άστους να περάσουν». Ήταν μια ομάδα με ελληνικά κράνη, χιτώνια και περικνημίδες. Πέρασαν αμίλητοι και εξαφανίστηκαν στα δεξιά. Σαράντα γιάρδες μακριά μας, ένα φορτηγό τυλίχτηκε στις φλόγες και χάθηκε μέσα σε μια έκρηξη καθώς τα πυρομαχικά ανατινάχτηκαν. Ο οπλίτης White, που είχε βγει να επιθεωρήσει την κατάσταση στο δρόμο, γύρισε λέγοντας: «Ένας καημένος έχασε το χέρι του…Τους σφυροκοπούν εκεί έξω!».
    Οι Βρετανοί είχαν υπερφαλαγγιστεί. Ήδη στις 04.00, αντάρτες είχαν ανατινάξει τον ύψους 6 μέτρων περίβολο, είχαν εισβάλλει στο στρατόπεδο και πολιορκούσαν μανιασμένα τους θαλάμους. Ο λοχίας George Valentine, που βρισκόταν σε ένα από τα κτίρια του στρατοπέδου, θυμάται τη μάχη σώμα με σώμα: «Στο θάλαμο μου ήμασταν 21 με τρία πολυβόλα Bren και 18 Τόμμυγκαν. Σύντομα η καλύβα έγινε μια φλεγόμενη κόλαση…Κρατήσαμε ως τις 5.30 σκοτώνοντας όσους προσπαθούσαν να περάσουν την πόρτα. Χειροβομβίδες έπεφταν μέσα αφήνοντας νεκρούς και τραυματίες. Έριχνα με το Τομμυγκαν μου μέσα από τις τρύπες του τοίχου και πρόσεξα ότι οι συμμορίτες έστηναν όλμους και μας φώναζαν σε σπασμένα αγγλικά να παραδοθούμε…Ο διμοιρίτης συμφώνησε. Φώναξα στα ελληνικά: «Εντάξει»…Ήταν ταπεινωτικό. Αρκετοί από αυτούς ήταν γυναίκες και μας αφαιρούσαν στολές και κράνη» Οι αιχμάλωτοι οδηγούνταν ομαδικά μέσα από την τρύπα του περιμετρικού τοίχου στις ταράτσες παρακείμενων κτιρίων και από κει στις ανατολικές συνοικίες με σκοπό να προωθηθούν στο βουνό. Εν τω μεταξύ, η μάχη συνεχιζόταν ως το ξημέρωμα. Ο Rehill βρισκόταν ακόμα με τους άνδρες του στο ίδιο σημείο: «Καθώς άρχισε να χαράζει, μπόρεσα να διακρίνω στο γκρίζο πρωινό φως το λόφο απέναντί μας. Εκατοντάδες άνθρωποι φορώντας κάθε είδους στολή, άλλοι ανέβαιναν, άλλοι σκαρφάλωναν…Ήταν ο Λυκαβηττός. Ένα αεροπλάνο άνοιξε πυρ με εντυπωσιακό θόρυβο. Το παλικάρι πρέπει να ήταν εκπληκτικός πιλότος για να πετάει με τέτοιο φως και το γρασίδι του λόφου έμοιαζε να καπνίζει σε κάθε εφόρμηση. Οι υποχωρούντες έπεφταν, αναδεύονταν και μπερδεύονταν. Ήταν το σημείο καμπής. Σποραδικοί πυροβολισμοί ακούγονταν μόνο. Είδα ένα ασθενοφόρο που μάζευε τραυματίες από το έδαφος…[Σύρθηκα μέχρι τα] πτώματα που κείτονταν σχεδόν σε μια ευθεία γραμμή, σα να τους είχε σπείρει ένα γιγάντιο χέρι. Ήταν όλοι ΕΛΑΣίτες. Ένα παιδί γύρω στα 16, είχε ένα διαμπερές και στα δύο πόδια και το παντελόνι του ήταν σα να έχει περαστεί με μαύρη βαφή από το ξεραμένο αίμα. Είχε ένα γερμανικό τουφέκι. Του το πήρα. Προσπάθησα να γυρίσω έναν κοντό άντρα ανάσκελα. Φορούσε ένα ιταλικό κράνος και στολή –είχε πάθει ακαμψία. Είχε ένα περίεργο χαμόγελο στο πρόσωπό του. Οι άλλοι ήταν επίσης νεκροί. Δύο είχαν πέσει πάνω σε καμένο πετρέλαιο και είχαν φριχτά εγκαύματα στη μέση, τα πλευρά τους έμοιαζαν με παλιό κιτρινισμένο χαρτί». Η επίθεση τελικά έληξε με την επέμβαση αρμάτων Sherman που άρχισαν να σφυροκοπούν τυφλά τα κτίρια σε όλη τη γύρω περιοχή με οβίδες των 75χιλ. Όταν οι Βρετανοί ανασυντάχθηκαν, διαπίστωσαν πως οι απώλειές τους ήταν περίπου 100 αγνοούμενοι (αιχμάλωτοι), 20 νεκροί και 50 τραυματίες, πολλοί σε μάχες σώμα με σώμα μέσα στα κτίρια…«Κάποια από τα πτώματα των ανταρτών ανήκαν στους «αστυφύλακες» που είχα δει. Ήταν ΕΛΑΣίτες με στολές αστυνομίας για να καταφέρουν να μπουν στους στρατώνες. Άνδρες άρχισαν να μαζεύονται, ευτυχισμένοι που γλίτωσαν από την καταστροφή της νύχτας. Ένας λοχίας σχολίαζε καθώς βγάζαμε καμμένα πτώματα στρατιωτών από ένα διαλυμένο κτίριο: «Κοίτα! Να γλιτώσεις από την Αφρική και την Ιταλία και να πας έτσι…». Μερικοί βρέθηκαν νεκροί στα κρεβάτια τους…» (James Rehill).
    Όπως έδειχνε η εμπειρία της μάχης τη νύχτα, ήταν οι αθόρυβες επιθέσεις των ανταρτών που φόβιζαν τους Βρετανούς. Ο οπλίτης James Slater που υπηρετούσε στο Βασιλικό Μηχανικό έδωσε ως εξής την τρομαχτική αίσθηση των νυχτερινών επιχειρήσεων: «Τη νύχτα οι σιωπές ήταν τρομαχτικές. Ξέραμε πως εκεί έξω υπήρχαν άνδρες που καραδοκούσαν, που είχαν όλο το χρόνο στη διάθεσή τους και περνούσαν ανάμεσα από εκπαιδευμένους φρουρούς κα δολοφονούσαν άλλους φρουρούς χωρίς τον παραμικρό ήχο. Αυτός ήταν ο μεγαλύτερος φόβος μας στην υπηρεσία: το μαχαίρι του εκτελεστή. Νιώθαμε σαν ακίνητοι στόχοι για τον αντίπαλο».
    Ο εχθρός σε αυτή τη μάχη ήταν αόρατος, μια ασύμμετρη απειλή. Για να μεταφέρουν πυρομαχικά, οι ΕΛΑΣίτες χρησιμοποιούσαν γυναίκες και παιδιά ώστε να ελαχιστοποιήσουν τους κινδύνους έρευνας και ανακάλυψης των υλικών. Με τον ίδιο τρόπο μεταφέρονταν εκρηκτικές ύλες και όπλα μέσα σε εχθρική περιοχή. «Το Αρχηγείο μας ενημέρωσε πως γυναίκες μέλη του ΕΛΑΣ ίσως προσπαθούσαν να μπουν στο αεροδρόμιο του Καλαμακίου κουβαλώντας χειροβομβίδες, πιθανόν μέσα στα παντελόνια ή τις κιλότες τους. Ο επικεφαλής της μοίρας μας κάλεσε τον αξιωματικό πληροφοριών του σμήνους και του ανέφερε την προειδοποίηση. Εκείνος απάντησε: «Μην ανησυχείτε κύριε, αν υπάρχουν βόμβες στις κιλότες, θα τις βρω. Αν ήταν στις τσάντες τους, μπορεί να μου ξέφευγαν αλλά εκεί, όχι!». Ποτέ μου δεν έμαθα αν βρήκαν τίποτε» (Donald Kellond). Πιο τυχερός από τους σμηνίτες του Καλαμακίου βρέθηκε ο οπλίτης Charles McAuley, που υπηρετούσε στο Ψυχικό, κοντά στο Αρχηγείο του Σκόμπι: «Έπρεπε να κάνουμε σωματική έρευνα στους ανθρώπους που έμπαιναν στην ελασιτοκρατούμενη περιοχή. Μια ηλικιωμένη γυναίκα επέμενε ότι στο καλάθι της μετέφερε αυγά μα στην πραγματικότητα κουβαλούσε χειροβομβίδες. Ένα νεαρό κορίτσι περπατούσε κάπως παράξενα και της βρήκαμε από ένα ρεβόλβερ στο κάθε πόδι».
    Σε σύγκρουση μέσα σε πόλη, οι θάνατοι αμάχων ήταν το δεδομένο της σύγκρουσης. Τα πληρώματα των αρμάτων είχαν εντολή, όταν δέχονταν πυρά από μπαλκόνια και παράθυρα, να κατεβάζουν τις προσόψεις των κτιρίων με τα πυροβόλα τους χωρίς δισταγμό. Στον Πειραιά, ο οποίος επλήγη από οβίδες περισσότερο από κάθε άλλη περιοχή, οι ναύτες δεν είχαν καμία αυταπάτη για το αποτέλεσμα των βομβαρδισμών και των βολών από τα πλοία που σφυροκοπούσαν το Λόφο της Καστέλλας: «Αρκετοί από μας ήταν διστακτικοί γιατί ξέραμε ότι πολίτες θα βρίσκονταν στη γραμμή του πυρός. Μας υπενθύμισαν πως η φρουρά των Αθηνών κινδύνευε και πως όσοι διάλεγαν να ταχτούν με τον ΕΛΑΣ, ήταν σα να έκαναν την κηδεία τους. Τα βομβαρδιστικά μας έκαναν επίθεση και βλέπαμε ΕΛΑΣίτες να τρέχουν μέσα από τα οχυρά τους…Οι δικές μας βολές που ακολούθησαν ήταν πολύ ακριβείς. Το οχυρό σχεδόν διαλύθηκε. Ο βομβαρδισμός σταμάτησε το σούρουπο. Ήταν πολύ θλιβερό να περιπολείς στο κατάστρωμα και το μόνο που να ακούγεται να είναι ο ήχος γυναικών και παιδιών να θρηνούν» (Geoffrey Fletcher, ναρκαλιευτικό HMML 865).
    Η μεγαλύτερη ήττα των Βρετανών στη Μάχη της Αθήνας ήταν η κατάληψη του αρχηγείου της RAF στην Κηφισιά. Στα ξενοδοχεία Σέσιλ, Πεντελικόν και Απέργου βρίσκονταν πάνω από 1.000 άνδρες, πιλότοι και προσωπικό εδάφους οι οποίοι έγιναν στόχος επίθεσης τη νύχτα της 18ης Δεκεμβρίου, όταν ισχυρές δυνάμεις της ΙΙ Μεραρχίας και του Εφεδρικού ΕΛΑΣ Κηφισιάς με όλμους και εκρηκτικά επιτέθηκαν στα ξενοδοχεία. Τα δέκα πυροβόλα Bofors που είχαν ταχθεί για άμυνα στον περίβολο δε μπορούσαν να κάνουν τίποτα μπροστά στην ορμητικότητα των επιτιθέμενων. Ανατινάζοντας τους εξωτερικούς τοίχους των κτιρίων, οι ΕΛΑΣίτες εισέβαλλαν στα κτίρια και ακολούθησε μια ακόμη μάχη εκ του συστάδην. «Στο Σέσιλ, κάθε διαθέσιμος όλμος και όπλο συνεισέφερε στο βομβαρδισμό. Καθώς οι εκρήξεις κατάπιναν τους τοίχους και διέλυαν τα τζάμια, οι υπερασπιστές στριμώχτηκαν μέσα στους διαδρόμους για να αμυνθούν. Μασούρια δυναμίτη που πετάγονταν μέσα από τα παράθυρα έσκαγαν με εκκωφαντικό κρότο. Από παντού ξεπηδούσαν φλόγες. Μια θέση πολυβόλου του ΕΛΑΣ χάθηκε μέσα σε ένα σύννεφο σκόνης όταν κατέρρευσε η σκάλα όπου ήταν τοποθετημένο. Ακούστηκε η φωνή από τηλεβόα να θριαμβολογεί και να πλησιάζει. Ένας οπλίτης της RAF πυροβόλησε και τον σώπασε φωνάζοντας: «Είναι κανείς άλλος από σας εκεί έξω; Ελάτε να πάρετε!». Οι αντάρτες άρχισαν να εισβάλλουν στο κτίριο…Η μάχη έληξε. Για πρώτη φορά στην ιστορία της βρετανικής αεροπορίας αιχμαλωτιζόταν ένα ολόκληρο αρχηγείο. Όταν ο εχθρός κατέκλυσε το κτίριο, επικεφαλής ήταν ένας γεροδεμένος άντρας με τεράστια μαύρη γενειάδα γεμάτος περίστροφα και μαχαίρια. Πλησίασε το λοχία Τομ Πέρκινς και τον σημάδεψε με ένα μάουζερ ενώ χαμογελώντας σαρδόνια του είπε στα αγγλικά: «Εξαιρετική μάχη, λοχία, έτσι;». Ο Πέρκινς απέφυγε να του απαντήσει τι ακριβώς σκεφτόταν εκείνη τη στιγμή…». (Henry Maul, Scobie, Hero of Greece. The British Campaign 1944-5. 1975, σ. 187) Περίπου 30 Βρετανοί σκοτώθηκαν στη νυχτερινή μάχη και πάνω από 500 αιχμαλωτίστηκαν. Οι ενισχύσεις έφτασαν πολύ αργά για να κάνουν οτιδήποτε και απλώς περισυνέλλεξαν 100 διασκορπισμένους άνδρες από τους οποίους οι 20 ήταν σοβαρά τραυματισμένοι. Η εγγραφή εκείνης της ημέρας στο ημερολόγιο του Σκόμπι δεν θα μπορούσε να είναι πιο λακωνική: «Αληθινή καταστροφή». Ένας από τους αιχμαλώτους της Κηφισιάς ήταν ο υπαξιωματικός Cecil Robinson, χειριστής ασυρμάτου: «Οι κομμουνιστές δεν είχαν ιδέα τι θα μας έκαναν. Δεν είχαν σταθερή βάση και ο ανεφοδιασμός ήταν πενιχρός. Καθώς οι Βρετανοί προέλαυναν, ο ΕΛΑΣ αποφάσισε να μα εκκενώσει στα βόρεια. Αντί να ακολουθήσουμε όμως παραλιακό δρόμο, από όπου θα ήταν ευάλωτοι σε επίθεση, μας πήγαν από τα κεντρικά βουνά. Πολύ άσχημο έδαφος και άσχημος καιρός. Βαδίζαμε συχνά μέσα σε χιονοθύελλες. Μας ακολουθούσαν όμως Σπίτφαιρς, δείγμα ότι η θέση μας ήταν γνωστή, κάτι που ενοχλούσε τους κομμουνιστές αλλά δε μπορούσαν να κάνουν τίποτα για αυτό. Μας ανέβασαν σε ανοιχτά φορτηγά με θερμοκρασίες κάτω του μηδέν. Έλληνες αιχμάλωτοι που δε μπορούσαν να περπατήσουν ή να ακολουθήσουν εκτελούνταν επί τόπου και τα πτώματά τους αφήνονταν στην άκρη του δρόμου…Οι κομμουνιστές ανάγκαζαν τους κατοίκους των χωριών να μας δίνουν τρόφιμα…Καταλήξαμε στα Τρίκαλα και παρόλο που ήμασταν κρατούμενοι, τα βρετανικά αεροπλάνα μας έκαναν ρίψεις τροφίμων. Κάποια από αυτά μπορέσαμε και τα πήραμε. Την άνοιξη του ΄45 μας αντάλλαξαν και επέστρεψα στην Αγγλία μέσω Ιταλίας. Υπέφερα από βρογχοπνευμονία…». Η συμπεριφορά των ανταρτών και του κόσμου της εαμοκρατούμενης επαρχίας δεν ήταν ασφαλώς ιδιαίτερα φιλική. «Μας πήγαν στην Θήβα. Ένας όχλος ήταν συγκεντρωμένος και μας πετούσαν πέτρες, έλεγαν κατάρες και μας έφτυναν, ενώ οι αντάρτες φρουροί μας, σποραδικά μας χτυπούσαν με τους υποκόπανους φωνάζοντας: «Εγγλέζοι ιμπεριλαιστές, θα πεθάνετε στα βουνά!»…Μας οδήγησαν έπειτα σε ένα κρύο πέτρινο κτίριο και μια ορδή ανταρτών μας έγδυσε στην κυριολεξία αφήνοντάς μας μόνο με χωριάτικα κουρέλια και κάποιους από εμάς με πανιά στα πόδια ή εντελώς ξυπόλητους…» (Ronald Ashby, πιλότος της RAF). Κάποιοι από τους Βρετανούς αιχμαλώτους, άρρωστοι και χωρίς τρόφιμα ή ρούχα θα διένυαν μέχρι και 700 χιλιόμετρα, βαθιά στα βουνά της Κεντρικής Ελλάδας, μέχρι την ανακωχή που θα εξασφάλιζε και την ανταλλαγή τους. Την τελευταία πράξη σε έναν πόλεμο που όλοι θα προτιμούσαν να ξεχάσουν.

    Μου αρέσει!

  7. Ιάσονας Χανδρινός
    http://jahandrinos.blogspot.gr/2012/11/1944.html

    Αθήνα, Οκτώβριος 1944

    Το πρωινό της 12ης Οκτωβρίου ο βασανισμένος λαός της Αθήνας δονούνταν από την κραυγή «φεύγουν». Η Κατοχή έδινε τη σκυτάλη σε μια νέα εποχή ανελέητων συγκρούσεων. Τα δύο μεγάλα συλλαλλητήρια του ΚΚΕ στις 13 Οκτωβρίου και των αστικών οργανώσεων στις 15 Οκτωβρίου 1944 φωτογράφιζαν ένα απόλυτο ταξικό χάσμα. Πρώτο κατέβηκε το ΚΚΕ. Την επόμενη της εορταστικής μέρας, ένα τεράστιο «λαϊκό κύμα» με την καθοδήγηση όλων των Αχτίδων της ΚΟΑ, ξεχύθηκε από τους προσφυγικούς συνοικισμούς στη λεωφόρο Πανεπιστημίου με ζητωκραυγές υπέρ του ΕΑΜ και του Κόμματος και ζητώντας την παραδειγματική τιμωρία των προδοτών –το πιο «καυτό» αίτημα των ημερών. Στο πλήθος ξεχώριζαν παπάδες (μερικοί με κόκκινες σημαίες), γριές γυναίκες και μικροί μαθητές. O συγγραφέας Γιώργος Θεοτοκάς, από τους πιο διεισδυτικούς παρατηρητές της τότε αθηναϊκής καθημερινότητας, δήλωνε στο ημερολόγιό του πως αυτά τα πρωτόγνωρα κοινωνικά φαινόμενα, όπως και τα χιλιάδες σφυροδρέπανα που είχαν πλημμυρίσει τους τοίχους «ξεσκέπαζαν, σε μια απότομη στροφή της ιστορίας, μια πρωτεύουσα κόκκινη», ενώ παραλλήλισε αυτή την έκρηξη ελευθερίας και την κοινωνική πολυχρωμία των ενθουσιασμένων Εαμιτών με την Κομμούνα των Παρισίων. Πέρα από οποιαδήποτε ανάλυση, αυτή η τολμηρή σύγκριση τεκμηριώνει πως ο ριζοσπαστισμός που διαπερνούσε όλα τα στρώματα του πληθυσμού στο τέλος της Κατοχής, όσο κι αν έμοιαζε ιδεολογικά ανώριμος, ήταν απόλυτα γνήσιος. Οι συνθήκες της φασιστικής κατοχής και οι αγώνες κατά των κατακτητών και των συνεργατών τους, είχαν αναδείξει σε μάρτυρες και ήρωες τα λαϊκά στρώματα που δικαιωματικά αξίωναν πλέον την άνευ όρων ανακατονομή της πολιτικής τράπουλας.
    Τρεις μέρες αργότερα θα ριχνόταν στη «μάχη των εντυπώσεων» και ο αστικός κόσμος. Στο εξίσου ογκώδες συλλαλλητήριο, το παρόν έδινε η ευπαρουσίαστη αστική τάξη της Αθήνας: ώριμοι άντρες, οικογενειάρχες, φοιτητές και καλοντυμένες κοπέλες, μια ετερόκλητη συμμαχία με πολιτικές τοποθετήσεις που ποίκιλαν από την φιλελεύθερη δημοκρατία έως τον «μοναρχοφασισμό». Η έντονη αντιεαμική συνείδηση των μεσοαστικών και μεγαλοαστικών στρωμάτων θα τροφοδοτούσε ένα «μαύρο μέτωπο» το οποίο στις μάχες του Δεκέμβρη θα συναποτελούσαν ο αναβαπτισμένος ελληνικός στρατός της Μέσης Ανατολής (Ιερός Λόχος, ΙΙΙ Ορεινή Ταξιαρχία Ρίμινι), τα Σώματα Ασφαλείας (Αστυνομία Πόλεων, Χωροφυλακή, Ασφάλεια) και –φυσικά– οι άνδρες και αξιωματικοί των Ταγμάτων Ασφαλείας που περίμεναν υπομονετικά στους στρατώνες του Γουδή, την εξιλέωση στο πρόσωπο της εξόριστης ελληνικής κυβέρνησης και των Βρετανών. Αυτές οι «χρυσές εφεδρείες», που θα αποδεικνύονταν σωτήριες την ώρα της σύγκρουσης, δρούσαν ήδη σαν εμπροσθοφυλακή της βρετανικής επέμβασης σκοτώνοντας ύπουλα και μαζικά, χωρίς προσχήματα. Την προηγούμενη μάλιστα μέρα του συλλαλλητηρίου των «αστών», ένοπλα παραστρατιωτικά σώματα κάθε προέλευσης (ΕΔΕΣ Αθήνας, Χίτες και άνδρες της Ειδικής Ασφάλειας) που είχαν οχυρωθεί στα ξενοδοχεία της Ομόνοιας αιματοκύλησαν από τα παράθυρα με πολεμικά όπλα και χειροβομβίδες μια αντιδιαδήλωση του ΕΑΜ που κατέβηκε στα Χαυτεία, περιστατικό αδιαμφισβήτητο που ωστόσο σπάνια αναφέρεται στις πηγές. Ο «εθνικόφρων» φοιτητής Πολυτεχνείου Μ.Β., πρώην μέλος της Χ, που βρέθηκε τυχαία στο δρόμο, περιέγραψε πρόσφατα στον γράφοντα μερικές εικόνες χαρακτηριστικές: «Έρχεται από την Καισαριανή μια τεράστια διαδήλωση που κρατούσε ένα πλακάτ, μια γυναίκα δεμένη με αλυσίδες. Ξαφνικά βλέπω να κυνηγάνε έναν ο οποίος έτρεξε στην είσοδο του ξενοδοχείου που μέναν οι Εδεσίτες, απέναντι απ’ το ΡΕΞ και οι σύντροφοί του Εδεσίτες πυροβόλησαν. Όταν λέμε σκοτωμός, δε μπορείτε να φανταστείτε πόσοι πυροβολισμοί και πόσες χειροβομβίδες πέσανε. Μακελείο, ουρλιαχτά…Όπως έπεσα κάτω –στεκόμουνα στο περίπτερο ανάμεσα στο Τιτάνια και το ΡΕΞ– χώθηκα σε ένα ρολογάδικο. Μια κοπέλα θυμάμαι, τα γυαλιά της ήταν γεμάτα αίματα. Μες στο ρολογάδικο είχαν καταφύγει τραυματίες. Ενός το πόδι ήταν κομμένο από χειροβομβίδα, κι ήταν κι ένας παπάς που είχε φάει σφαίρα στο στήθος…».
    Στην Αθήνα της Απελευθέρωσης συναντάμε όλα τα ορόσημα που συνθέτουν την ιστορία της κατοχικής Ελλάδας. Έχοντας βιώσει την απόλυτη φρίκη ενός λιμού, τον παλλαϊκό ενθουσιασμό των διαδηλώσεων, την τρομοκρατία των εκτελέσεων και των μπλόκων και τους νέους πολιτικούς διαχωρισμούς σε όλη τους την ένταση, η πόλη ήταν κυριολεκτικά σκισμένη στα δυο. Στις 14 Οκτωβρίου οι πρώτοι Βρετανοί στρατιώτες που αποβιβάζονταν στον Πειραιά, διάβαζαν στην Επιχειρησιακή Διαταγή του ταξιάρχου Ronald Scobie, πως, εκτός από το αρχιτεκτονικό θαύμα του Παρθενώνα, θα έβλεπαν και «μάχες ανάμεσα σε αντίπαλες φατρίες». Ήταν μια εύστοχη παρατήρηση για μια πόλη που έβραζε από το ταξικό μίσος.

    Μου αρέσει!

  8. αναδημοσίευση από: Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, 22.12.2013, http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=405722

    του Βλάση Αγτζίδη

    Θα μπορούσε η απελευθερωμένη Ελλάδα να αποφύγει την ένοπλη αντιπαράθεση τον Δεκέμβρη του ’44; Επιχείρησε το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ -και κατά συνέπεια το ΚΚΕ, που αποτελούσε και τη μεγαλύτερη δύναμη στον αντιστασιακό συνασπισμό- να ρίξει την κυβέρνηση και να καταλάβει την εξουσία;
    Μέχρι σήμερα τα ερωτήματα αυτά αποτελούν αντικείμενο δημόσιας αντιπαράθεσης, παρ’ ότι η πλειονότητα των σύγχρονων ιστορικών συμφωνούν σε κάποια δεδομένα, όπως στη διαπίστωση ότι από τη στιγμή που η Ελλάδα «δόθηκε» στους Βρετανούς από τον Στάλιν κατά τη συνάντηση των ηγετών των συμμαχικών χωρών στη Μόσχα, οι Βρετανοί θα κατέφευγαν σε κάθε δυνατό μέτρο για να καταστήσουν την κυριαρχία τους αναμφισβήτητη. Ήδη ο Τσόρτσιλ είχε ξεκάθαρη άποψη για το διεθνές μεταπολεμικό σκηνικό, όταν είχε εκμυστηρευθεί: «Η μοιρασιά που συμφωνήσαμε στη Μόσχα (Οκτώβριος του ’44) τον συμφέρει (τον Στάλιν). Θα εγκαταλείψει τους δικούς του στην Ελλάδα στην τύχη τους για χάρη των γενικότερων σχεδίων του…» (αναφορά Γ. Ιατρίδη στο «Επισκόπηση της αγγλόφωνης ιστοριογραφίας»).

    Οι Βρετανοί στην Κατοχή

    Η επιρροή που ασκούσε η Βρετανία στα ελληνικά πράγματα μπορεί να χαρακτηριστεί ως ολοκληρωτικός έλεγχος. Ο θεσμός που εγγυάτο αυτό τον έλεγχο ήταν η μοναρχία. Μετά την εισβολή των Γερμανών στην Ελλάδα και την κατάρρευση του Μετώπου, οι Βρετανοί μετέφεραν στη Μέση Ανατολή τον μονάρχη, την κυβέρνησή του και τα στελέχη που θεωρούσαν ότι θα μπορούσαν να έχουν σημαντικό ρόλο.
    Η μεγάλη απειλή για τα βρετανικά συμφέροντα στην Ελλάδα υπήρξε η ανάδυση, μέσα στις συνθήκες της Κατοχής και στο κενό εξουσίας που αυτή δημιούργησε, ενός γιγάντιου αντιστασιακού κινήματος, που ανέτρεπε όλες τις παραδοσιακές, προπολεμικές δομές και σχέσεις. Τη στιγμή της Απελευθέρωσης της Ελλάδας από τους ναζί, οι αντιστασιακές δυνάμεις του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ θα μπορούσαν να θέσουν όλη τη χώρα υπό τη διακυβέρνηση της υπαρκτής Κυβέρνησης του Βουνού, της ΠΕΕΑ, υπό τον Αλέξανδρο Σβώλο, καταλαμβάνοντας έτσι ομαλά τη μετακατοχική εξουσία και δημιουργώντας τετελεσμένα, τα οποία δεν θα μπορούσαν να αγνοήσουν εύκολα οι Βρετανοί και ο ελεγχόμενος απ’ αυτούς Γεώργιος Παπανδρέου.
    Η κύρια γραμμή στο ΚΚΕ εκείνη την κρίσιμη εποχή υπήρξε η πολιτική επιλογή της συνεννόησης και της συνδιαλλαγής με τις προπολεμικές δυνάμεις, με τις οποίες είχε έρθει σε συμφωνία στον Λίβανο και την Καζέρτα. Παρ’ ότι η παραδοσιακή μαρξιστική-λενινιστική αντίληψη δεν έλειπε από τους στοχασμούς της ηγεσίας, εν τούτοις η επιλογή της εκείνη τη στιγμή ήταν η δημοκρατική μετεξέλιξη της Ελλάδας και η οριστική απαλλαγή από τη μοναρχία.
    Την αντίληψη της ρήξης και της στρατιωτικής σύγκρουσης εξέφρασε κυρίως ο Άρης Βελουχιώτης, ο οποίος στη σύσκεψη των καπεταναίων στη Λαμία είχε προτείνει την είσοδο του ΕΛΑΣ στην Αθήνα, όπως ακριβώς είχε κάνει ο ΕΛΑΣ στη Θεσσαλονίκη, με πρωτοβουλία των επικεφαλής του στη Μακεδονία, Ευριπίδη Μπακιρτζή και Μάρκου Βαφειάδη. Η ηγεσία του ΚΚΕ απέρριψε την πρόταση του Βελουχιώτη και επέλεξε το δρόμο που είχαν ορίσει οι ίδιοι οι Βρετανοί. Είναι χαρακτηριστικά τα όσα γράφει ο υπαρχηγός του ΕΔΕΣ Κομνηνός Πυρομάγλου στο βιβλίο του «Δούρειος Ίππος» για το μεγάλο του αντίπαλο: «Ο Βελουχιώτης ήταν ο κατ’ εξοχήν ανεγνωρισμένος και ο δυναμικός αρχηγός τού ΕΛΑΣ. (…) Το αδιαφιλονίκητο γόητρο του στις τάξεις του ΕΑΜ – ΕΛΑΣ τον έφερεν ως τον ενδεχόμενο αντίπαλο του Πολιτικού Γραφείου του ΚΚΕ, του οποίου δεν ήτο μέλος. Εξηρτάτο από αυτόν να αγνοήσει τις αποφάσεις του τελευταίου ή και να το ανατρέψει. Με τον Μάρκο στη Μακεδονία, τον Ορέστη στην Αττική, αλλά και μόνος, ήταν σε θέση να δώσει μία άλλη τροπή και εξέλιξη στο ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, αντίθετη από αυτήν που ήταν στη σκέψη της ηγεσίας του ΚΚΕ…».
    Παρ’ όλες τις κατηγορίες των αντιπάλων του, το ΚΚΕ δεν είχε επιλέξει το δρόμο της σύγκρουσης και πολύ περισσότερο τη βίαιη κατάληψη της εξουσίας. Την εκτίμηση αυτή είχε διατυπώσει από το 1945 ο Κρις Γουντχάουζ, ένας από τους καλύτερους γνώστες τόσο της βρετανικής πολιτικής όσο και της ελληνικής Αντίστασης. Ο Γουντχάουζ υποβαθμίζει στα κείμενά του την επιρροή ξένων κέντρων στη συμπεριφορά του ΚΚΕ. Θεωρεί ότι κινήθηκε προς την κατεύθυνση της στρατιωτικής σύγκρουσης, μόνο όταν οι Βρετανοί και οι ελληνικές αντικομμουνιστικές δυνάμεις απέκλεισαν κάθε άλλο δρόμο…

    Μου αρέσει!

  9. Τι είδε ο Βρετανός

    Μια πολύ ενδιαφέρουσα μαρτυρία του Βρετανού αξιωματικού W. Byford-Jones που υπηρετούσε εκείνη την εποχή στην Αθήνα, δημοσιεύτηκε στο βιβλίο του «The Greek Trilogy» (Resistance-Liberation-Revolution), εκδ. «Hutchinson and Co.», Λονδίνο, 1945, σ. 137-139:

    «Αντρες, γυναίκες και παιδιά που λίγο νωρίτερα φώναζαν και γελούσαν, έπεσαν στο έδαφος, με το αίμα να στάζει από τα κεφάλια και τα σώματά τους στο οδόστρωμα»

    «Αυτό που έγινε στη συνέχεια ήταν τόσο ασύλληπτα εξωπραγματικό που ένιωθα σαν να παρακολουθώ ταινία. Η αστυνομική διμοιρία από πάνω μας άδειασε τα όπλα της στη διαδήλωση. Είχα ακούσει ατέλειωτες ιστορίες για μαζικές εκτελέσεις Ελλήνων από Γερμανούς, τις οποίες είχα και δεν είχα πιστέψει. Είχα δει ανθρώπους που γνώριζα και αγαπούσα πολύ, να σκοτώνονται δίπλα μου στο πεδίο της μάχης, αλλά τίποτα από όλα αυτά δεν ήταν δυνατόν να με προετοιμάσει γι’ αυτό που αντίκρισα σ’ εκείνον τον πλατύ, ηλιόλουστο, δεντροστοιχισμένο δρόμο, πλημμυρισμένο από ανθρώπους που αστειεύονταν και γελούσαν, μια αναπνοή από τα αρχαία μνημεία της πρώτης δημοκρατίας, με τη γλυκιά ηχώ της καμπάνας να αιωρείται ακόμα πάνω από το ήσυχο κυριακάτικο αεράκι. Στην αρχή νόμισα ότι η αστυνομία έριχνε άσφαιρα, ή ότι πυροβολούσε στον αέρα πάνω από το συγκεντρωμένο πλήθος. Το ίδιο πίστεψαν και πολλοί άλλοι.
    Όμως το χειρότερο είχε συμβεί. Άντρες, γυναίκες και παιδιά που λίγο νωρίτερα φώναζαν και γελούσαν, γεμάτοι ψυχή και περηφάνια, κουνώντας τις σημαίες τους, και τις σημαίες μας, έπεσαν στο έδαφος, με το αίμα να στάζει από τα κεφάλια και τα σώματά τους στο οδόστρωμα ή στις σημαίες που κρατούσαν. Δεν θα ξεχάσω ποτέ αυτή τη σκηνή. Μια νέα κοπέλα με λευκή μπλούζα που σιγά σιγά κοκκίνιζε από το αίμα στο στήθος της. Ενας νέος άντρας, με ένα σημάδι σαν από αγκίστρι, να σφαδάζει κι έπειτα από λίγο να ξεψυχάει. Ένα παιδί που ούρλιαζε κρατώντας το κεφάλι του. Οι πυροβολισμοί συνεχίστηκαν πάνω από μισή ώρα, όλοι τους από την πλευρά της αστυνομίας, κι ενώ οι υποστηρικτές του ΕΑΜ παρέμεναν ξαπλωμένοι στο έδαφος.
    Είδα κάποιους Άγγλους κοκκινοσκούφηδες να τρέχουν στο αστυνομικό τμήμα αλλά δεν ξέρω αν ήταν για να σταματήσουν τους πυροβολισμούς. Όταν οι πυροβολισμοί σταμάτησαν, σε μια στιγμή ο κόσμος σηκώθηκε, κοιτάζοντας ο ένας τον άλλο, και βλέποντας τότε πια ποιοι είχαν σκοτωθεί, ποιοι ήταν τραυματίες, ποιοι σώθηκαν. Μαζεύτηκαν κατά ομάδες κοιτάζοντας τους σκοτωμένους και φωνάζοντας το όνομά τους και ανακοινώνοντάς το και στους άλλους.
    Οι συγγενείς έτρεξαν στα πτώματα κι άρχισαν να κλαίνε από πάνω τους υστερικά. Πάνω από εκατό διαδηλωτές, γυναίκες και άντρες όλων των ηλικιών κείτονταν νεκροί ή τραυματίες.
    Πολλές χιλιάδες κόσμου βρυχώταν εκτοξεύοντας απειλές και βρισιές στην αστυνομία.
    Ήταν η πιο αποκρουστική σκηνή που έχω δει ποτέ.
    «Θα μπούνε όλοι στο αστυνομικό τμήμα τώρα», είπε κάποιος που βρισκόταν κοντά μου.
    Βρετανικά τανκς κατέφτασαν και άρχισαν να παίρνουν θέσεις γύρω από το κτήριο, φτιάχνοντας ένα σιδηρούν προστατευτικό παραπέτασμα στις δύο πλευρές του αστυνομικού τμήματος.
    Οι διαδηλωτές στρίγκλιζαν και ούρλιαζαν, έσκιζαν τα πουκάμισά τους και φώναζαν
    «Σκοτώστε με, δειλοί, τσιράκια του Παπαντρέου!»
    Όσοι βρεθήκαμε μέσα στη γραμμή του πυρός, περιμέναμε ανά πάσα στιγμή την ένοπλη απάντηση του ΕΑΜ.
    Στην ταράτσα των γραφείων του ΚΚΕ υπήρχε ένα πολυβολείο που θα μπορούσε να θερίσει την αστυνομική ζώνη με καταιγιστικά πυρά. Αλλά το ΕΑΜ αρκέστηκε στις κατάρες και τις απειλές.
    Ήταν τέτοια η οργή του πλήθους που, αν είχαν ανοίξει πυρ, ο εμφύλιος θα ξέσπαγε εκείνη την ίδια στιγμή. Οσοι παρακολουθούσαμε μαζέψαμε τους τραυματίες και τους βάλαμε σε αυτοκίνητα που τους μετέφεραν στο νοσοκομείο. Εγώ μετέφερα ένα δωδεκάχρονο κορίτσι που πυροβολήθηκε στο πόδι κι είχε ένα επιπόλαιο επιφανειακό τραύμα στο κεφάλι. Ήταν χλωμή και υποσιτισμένη, και με κοίταζε χαμογελώντας ανόρεχτα».
    (Πηγή: Θόδωρος Κουτσουμπός, Ελλάδα 1941-1945. Πόλεμος των χωρικών και Κοινωνική Επανάσταση, Αθήνα, εκδ. Λέων, 2003).

    Μου αρέσει!

  10. Τα «Δεκεμβριανά» χωρίς ιδεοληψίες

    Η ΜΕΓΑΛΗ ΑΠΕΙΛΗ ΓΙΑ ΤΑ ΒΡΕΤΑΝΙΚΑ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΥΠΗΡΞΕ Η ΑΝΑΔΥΣΗ, ΜΕΣΑ ΣΤΙΣ ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΤΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ ΚΑΙ ΣΤΟ ΚΕΝΟ ΕΞΟΥΣΙΑΣ ΠΟΥ ΑΥΤΗ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΣΕ, ΕΝΟΣ ΓΙΓΑΝΤΙΟΥ ΑΝΤΙΣΤΑΣΙΑΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ ΠΟΥ ΑΝΕΤΡΕΠΕ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΕΣ, ΠΡΟΠΟΛΕΜΙΚΕΣ ΔΟΜΕΣ ΚΑΙ ΣΧΕΣΕΙΣ
    Από την πλευρά του το ΕΑΜ έκανε τα πάντα για να αποφύγει μια σύγκρουση με τους Βρετανούς που θα παρέτεινε τον πόλεμο μετά την αποχώρηση των Γερμανών

    αναδημοσίευση από: Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, 22.12.2013, http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=405723

    του Μιχάλη Λιμπεράτου

    Δεν υπάρχουν και πολλά σκοτεινά σημεία για τη σύγχρονη έρευνα αναφορικά με το θέμα των Δεκεμβριανών, υπό την προϋπόθεση ότι αφίσταται κανείς από τις ιδεολογικές προσεγγίσεις που καθόρισαν στο παρελθόν την ερμηνεία των γεγονότων, σε πείσμα του γεγονοτολογικού υλικού και των επιστημονικών απαιτήσεων παραγωγής ενός συνεκτικού αφηγήματος.

    Γιατί, για τις ανάγκες της κυρίαρχης μετεμφυλιακής ιδεολογίας, έπρεπε να παραχθεί η εικόνα του σφαγέα-επαναστάτη κομμουνιστή, που δεν ορρωδούσε προ ουδενός, όταν επρόκειτο να καταλάβει την εξουσία, πάντα ως μορφή συνωμοσίας. Έτσι, καλλιεργήθηκε για δεκαετίες ο φόβος τού μέσου πολίτη έναντι της ελληνικής Αριστεράς, όταν αγωνιζόταν, αυτή και μόνο αυτή, να πλαισιώσει τα συμφέροντα των καθημαγμένων στρωμάτων του πληθυσμού που βίωναν τις συνθήκες κοινωνικής πόλωσης, που αναπαρήγε το μετεμφυλιακό καθεστώς των «νικητών».
    Πράγματι, σήμερα έχει αποσαφηνιστεί πλήρως ότι οι Βρετανοί επεδίωξαν να εντείνουν την προσπάθειά τους να ελέγξουν, να καθυποτάξουν, να καταστείλουν και -γιατί όχι- να διαλύσουν το ΕΑΜ. Το εγχείρημα πέρασε από διαδοχικές φάσεις, ανάλογα με τη δυνατότητά τους, να χρησιμοποιήσουν και σε ποια έκταση το στρατό τους. Αρχικά επιχείρησαν μέσω ΕΔΕΣ -και τον εξόπλισαν γι’ αυτό- να δημιουργήσουν στρατιωτικό αντίβαρο στον ΕΛΑΣ.

    Όταν αποδείχθηκε η αδυναμία του Ζέρβα, πρόσθεσαν και τα Τάγματα Ασφαλείας, αλλά και τις εθνικιστικές οργανώσεις τύπου «Χ». Αφού μεταφέρθηκαν κρυφά όπλα για να διατεθούν στις αστυνομικές δυνάμεις -κάποια δόθηκαν και από τους Γερμανούς- εσπευσμένα στάλθηκε στην Αθήνα η Ορεινή Ταξιαρχία και η εξόριστη κυβέρνηση από το Κάιρο, ενώ εξασφαλίστηκε, έπειτα από συμφωνία μεταξύ Στάλιν και Τσόρτσιλ, τον Οκτώβριο του 1944 στη Μόσχα, η απραξία των Σοβιετικών.
    Ταυτόχρονα, ο ΕΛΑΣ διατάχθηκε, μέσω της Συμφωνίας της Καζέρτας, να μείνει μακριά από την Αθήνα και το έκανε υποδειγματικά, συμμετέχοντας ψυχή τε και σώματι στην εθνική κυβέρνηση, διατηρώντας υποδειγματική τάξη στην Αθήνα. Η κατάληξη της υποχωρητικότητας αυτής ήταν η απαίτηση να αποστρατευθεί, διατηρώντας μια δύναμη υποδεέστερη των φανατικών αντιπάλων του, του ΕΔΕΣ και της Ορεινής Ταξιαρχίας. Το ΕΑΜ αρνήθηκε το σχέδιο αυτό, γιατί γνώριζε ότι κάποιοι προετοίμαζαν δεξιό στρατιωτικό πραξικόπημα. Η στάση των εχθρών τής Αντίστασης ήταν ιδιαιτέρως σκληρή στην πλατεία Συντάγματος στις 3 Δεκεμβρίου.

    Το συλλαλητήριο διαμαρτυρίας, όπως και η γενική απεργία που προκηρύχθηκε, αντιμετωπίστηκαν ως έγκλημα καθοσιώσεως κατά του κράτους. Το πλήθος μετρούσε θύματα πριν καν φτάσει στην πλατεία Συντάγματος (ήταν η κεφαλή της πορείας, γύρω στα 600 άτομα που πυροβολήθηκαν, ενώ η υπόλοιπη είχε καθυστερήσει), ενώ για να εξωθηθεί σε βίαιη αντίδραση το ΕΑΜ, τη σφαγή διαδέχθηκαν επιθέσεις από ακροβολισμένους δολοφόνους και σε άλλα σημεία της Αθήνας με νεκρούς (Χ. Τρικούπη, Χαυτεία, Ομόνοια κ.λπ.), ακόμα και μέσα στο νεκροταφείο, στην κηδεία των πρώτων θυμάτων, τις δύο επόμενες μέρες. Από εκεί και μετά οι Βρετανοί υλοποίησαν την εντολή του Τσόρτσιλ, όπως την είχε διακοινώσει στους στρατιωτικούς επιτελείς του, να μη διστάσουν να ενεργήσουν σαν να βρίσκονται σε κατεχόμενη πόλη, στην οποία είχε ξεσπάσει τοπική εξέγερση.
    Από την πλευρά του το ΕΑΜ έκανε τα πάντα για να αποφύγει μια σύγκρουση με τους Βρετανούς που θα παρέτεινε τον πόλεμο μετά την αποχώρηση των Γερμανών. Γιατί ήξερε ότι δεν ήταν δυνατόν να εμπλακεί σε πόλεμο με τη Βρετανία, δεν είχε ποτέ τεθεί στους κόλπους του θέμα κατάληψης της εξουσίας (ούτε καν από σποραδικές φωνές), ο λαός ήταν εξαντλημένος, οι Σοβιετικοί και οι Γιουγκοσλάβοι ήταν απρόθυμοι να εμπλακούν σε μια ενδεχόμενη ελληνική σύγκρουση και πάντως υπήρχε εδραία η πεποίθηση ότι αν τα πράγματα κατέληγαν σε εκλογές, το ΕΑΜ θα τις κέρδιζε (όπως έγινε και στη Γαλλία στα 1945, με το συνασπισμένο Κομμουνιστικό Κόμμα με τους Γάλλους σοσιαλιστές). Το μόνο που το ΕΑΜ φοβόταν ήταν ένα εσωτερικό πραξικόπημα των παρακρατικών, των Σωμάτων Ασφαλείας και της Ορεινής Ταξιαρχίας, ακριβώς για να αποτρέψουν τις εκλογές αυτές, όπως και έγινε. Άλλωστε πώς θα μπορούσε να κάνει διαφορετικά, όταν δύο μήνες πριν το ΕΑΜ και ο ΕΛΑΣ, χωρίς την παρουσία έστω και ενός Βρετανού στρατιώτη, παρέδωσαν την εξουσία, τήρησαν απόλυτη τάξη και ο Βελουχιώτης διέσχιζε την Πελοπόννησο, απαγορεύοντας τα αντίποινα κατά των συνεργατών των Γερμανών, μαζί με τον έκπληκτο Παναγιώτη Κανελλόπουλο.

    Όμως η καταστολή που επιχείρησαν οι Βρετανοί δεν ήταν εύκολη υπόθεση, γιατί είχαν απέναντί τους ένα ένοπλο κίνημα. Η οργή των ανθρώπων από τη δολοφονική επίθεση στην πλατεία Συντάγματος, που δεν στράφηκε μέχρι τις 8 Δεκεμβρίου κατά των Βρετανών, αλλά εναντίον αστυνομικών τμημάτων, ήταν φυσικό να μην καταλήξει σε πετροπόλεμο με την Αστυνομία, όπως θα συνέβαινε σε εκατοντάδες αντίστοιχες περιπτώσεις ωμής κρατικής καταστολής, αλλά σε πυρά με όπλα, ενός κινήματος που ήταν ακόμη ένοπλο. Και αν και οι Βρετανοί δεν κωλύονταν να χρησιμοποιήσουν τους Ινδούς στρατιώτες τους (ούτε τα αεροπλάνα τους), το γνώριζε πολύ καλά η ηγεσία του ΕΑΜ, όπως και τις επιπτώσεις μιας τέτοιας σύγκρουσης εις βάρος ενός άοπλου λαού της Αθήνας που στήριξε την Αντίσταση καθόλη τη διάρκεια της Κατοχής. Γι’ αυτό από την πρώτη μέρα των συγκρούσεων επιχείρησε να αντισταθεί, κρατώντας τη σύγκρουση στο πλαίσιο μιας επίδειξης σθένους και μετά να εξασφαλίσει μια «έντιμη» απεμπλοκή, που συνεπαγόταν την τιθάσευση των ίδιων των μαχητών του, ώστε να μετριάσουν την επιθετικότητά τους. Ήταν ο λόγος που καθόλη τη διάρκεια των μαχών η ηγεσία του ΚΚΕ και του ΕΑΜ σχεδόν εκλιπαρούσε τους Βρετανούς να σταματήσει η σύγκρουση με λογικούς όρους ανακωχής.
    Ακριβώς για να μην προσλάβει η αντιπαράθεση χαρακτήρα γενικευμένου πολέμου, οι μάχες δόθηκαν με το μειονέκτημα από την πλευρά του ΕΛΑΣ ότι η ετοιμοπόλεμη, και με ικανοποιητικά διαθέσιμα μέσα, δύναμη πυρός του, αυτή των μονάδων της υπαίθρου, δεν στάλθηκε στην Αθήνα (ούτε καν κατά την υποχώρηση του ΕΛΑΣ από την Αθήνα αξιοποιήθηκαν), τη σύγκρουση δεν ανέλαβε το Γ.Σ. του ΕΛΑΣ αλλά ένα σώμα με στελέχη χωρίς κομματική ιδιότητα (Μάντακας, Χατζημιχάλης, Λαγγουράνης), η Κεντρική Επιτροπή του ΕΛΑΣ. Αλλά και τα σχέδια των στρατιωτικών ενεργειών που διεξήγαγε είχαν επιθετικό προσανατολισμό μόνο αν επρόκειτο για τον αφοπλισμό σωμάτων της Αστυνομίας. Την ίδια στιγμή το Π.Γ. του ΚΚΕ δεν συνεδρίαζε ώστε να αποκλειστεί η εκδήλωση και της παραμικρής διαφωνίας, ενώ ο δύστροπος Βελουχιώτης απομακρύνθηκε από την Αθήνα.
    Αυτή ακριβώς η ΕΑΜική πρόθεση ήταν ο παράγοντας εκείνος που προσδιόρισε και τον τρόπο που δόθηκαν οι μάχες από την πλευρά του ΕΛΑΣ στην Αθήνα, την ένταση πυρός που χρησιμοποιήθηκε, την περιστολή της απόπειρας να ανοιχθεί η σύγκρουση σε ευρύτερους στόχους, αλλά κυρίως τις ελλιπείς δυνάμεις που αξιοποίησε.
    Αντιθέτως, ο αντίπαλος, από την αρχή με σαφήνεια προσανατολισμένος, είχε την ευχέρεια να αξιοποιεί όλες τις διαθέσιμες δυνάμεις του, να αιφνιδιάζει με την αποφασιστικότητά του και κυρίως να εξασφαλίζει ευρείες εφεδρείες, υλικό ανεφοδιασμό αλλά και να εκμεταλλεύεται την εμπειρία των Βρετανών στην καταστολή εξεγέρσεων μέσα στις πόλεις. Το σημαντικότερο όλων ήταν ότι οι Βρετανοί είχαν σαφή επίγνωση ότι ο ΕΛΑΣ δεν επρόκειτο να δώσει μια μάχη μέχρις εσχάτων.
    Βεβαίως εκ των υστέρων κατασκευάστηκε ο μύθος των Δεκεμβριανών με την έννοια της κατάληψης της εξουσίας από το ΚΚΕ. Ούτε το γεγονός ότι το ΕΑΜ έδωσε τις μάχες μακριά από τα κέντρα εξουσίας και ιδίως το Κοινοβούλιο, αλλά μόνο στο Γουδή, στη Σχολή Ευελπίδων αλλά και στο Σύνταγμα Μακρυγιάννη, όπου είχαν συγκεντρωθεί οι ακροδεξιοί της εποχής, ελήφθη υπόψη. Ούτε, βέβαια, ότι το απόγευμα της 3ης Δεκεμβρίου ο ΕΛΑΣ ανέστειλε την εκτέλεση του υπάρχοντος σχεδίου ενεργείας και διέταξε την Ι Ταξιαρχία του να μην εμποδίσει την Ορεινή Ταξιαρχία, αν επιχειρούσε να κατεβεί στην Αθήνα…

    Μου αρέσει!

  11. H ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ ΣΤΟΥ ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗ…
    αναδημοσίευση από: http://www.tovima.gr/opinions/article/?aid=162803
    του Γιώργου Μαργαρίτη

    Η μορφή της σύγκρουσης στου Μακρυγιάννη έχει μάλλον παρεξηγηθεί από τις μεταγενέστερες περιγραφές. Ο «καταιονισμός των οβίδων πυροβολικού και όλμων που έπιπτε επί των επάλξεων των αμυνομένων εντός του στρατοπέδου» απέχει πολύ, σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, από την πραγματικότητα. Πυροβολικό από την πλευρά του ΕΛΑΣ δεν υπήρχε την πρώτη αυτή ημέρα της μάχης του Μακρυγιάννη (6 Δεκεμβρίου). Ακόμη και όταν αργότερα χρησιμοποιήθηκαν δύο πυροβόλα, η τροφοδοσία τους με πυρομαχικά ήταν η ελάχιστη δυνατή και δεν επέτρεπε παρά ευκαιριακά πυρά. Οι όλμοι ήταν επίσης είδος σπάνιο στην πλευρά των πολιορκητών, όπως και τα πυρομαχικά τους. Το ίδιο συνέβαινε και με τα αυτόματα όπλα, των οποίων οι ριπές δεν μπορούσε να είναι αδιάκοπες. Την πρώτη αυτή ημέρα ο οπλισμός και των δύο αντιπάλων δεν ήταν πλήρης, ενώ σε μεγάλο βαθμό απετελείτο από ιταλικά όπλα των οποίων τα πυρομαχικά δεν μπορούσαν να ανανεωθούν απεριόριστα. Οι πολιορκημένοι είχαν περίπου 40 σφαίρες για το καθένα από τα 265 ιταλικά τυφέκια που αποτελούσαν μέρος του οπλισμού τους, ενώ οι δυνατότητες σε πυρομαχικά των πολιορκητών σίγουρα δεν υπερέβαιναν αυτό το επίπεδο.
    Στη διάρκεια λοιπόν των έξι ως εννέα ωρών της πρώτης αποφασιστικής αναμέτρησης τα τυφέκια αυτά μπορούσαν να ρίξουν τέσσερις ως επτά σφαίρες την ώρα προτού εξαντληθούν πλήρως τα πυρομαχικά τους. Το ίδιο ίσχυε για τα αυτόματα ΣΤΕΝ της φρουράς, των οποίων το άμεσα διαθέσιμο απόθεμα πυρομαχικών ανερχόταν την πρώτη αυτή ημέρα σε 150 φυσίγγια για το καθένα. Αυτό σήμαινε 17 ως 25 βολές την κάθε ώρα της έντονης εμπλοκής ή, αν προτιμάτε, δέκα ως δεκαπέντε δευτερόλεπτα βολής την κάθε ώρα. Κάτι ανάλογο ισχύει για τις χειροβομβίδες, τα εκρηκτικά και τα εμπρηστικά, των οποίων οι ποσότητες, λαμβανομένων των συνθηκών, δεν ήταν απεριόριστες.

    Επικό σκαρίφημα
    Στην περίπτωση που θα θέλαμε να αναπλάσουμε την εικόνα της μάχης της 6ης Δεκεμβρίου στου Μακρυγιάννη, θα πρέπει να περιορίσουμε κατά πολύ το επικό της σκαρίφημα που οι αφηγήσεις κατασκευάζουν και να σκεφθούμε με τους όρους μιας μεθοδικής αναμέτρησης σε κατοικημένο περιβάλλον Στην ουσία, πέρα από τις αιχμές των αποφασιστικών και βιαστικών μετακινήσεων και εφόδων, η αναμέτρηση έμοιαζε με μια παρτίδα σκάκι όπου οι αντίπαλοι προσπαθούσαν να μαντέψουν τις θέσεις και τις διαθέσεις των απέναντι και να προσδιορίσουν κενά και παραλείψεις που θα τους επέτρεπαν να προωθήσουν ή να σταθεροποιήσουν τις θέσεις τους. H μελέτη του πεδίου ήταν εξαιρετικά δύσκολη καθώς το μεγαλύτερο μέρος του, το εσωτερικό δηλαδή των κτιρίων, ήταν αόρατο. Σε αρκετές περιπτώσεις οι πληροφορίες από τα «μέσα», από κάποιον κάτοικο συγκεκριμένης πολυκατοικίας ή έστω συχνό επισκέπτη της, έδιναν τη λύση και επέτρεπαν τη διαμόρφωση σχεδίου. Στην αντίθετη περίπτωση, όταν η αναγνώριση έπρεπε να γίνει από τους μαχομένους την ώρα της δράσης, ο κίνδυνος και οι συνεπακόλουθες απώλειες αυξάνονταν καθώς στην κυριολεξία η κίνηση γινόταν στα τυφλά. Στον τομέα αυτόν οι αμυνόμενοι είχαν το πλεονέκτημα καθώς είχαν επιθεωρήσει προτού αρχίσει η σύγκρουση τα γύρω σπίτια και είχαν επιλέξει από αυτά τα πλέον κατάλληλα για μετατροπή τους σε οχυρά και φυλάκια. Στην άλλη πλευρά ο ΕΛΑΣ βασιζόταν αναγκαστικά σε μαρτυρίες περιοίκων ή κατοίκων των διαμερισμάτων της περιοχής. Οι πληροφορίες δεν έλειπαν, ήταν όμως δύσκολο να βρεθούν αυτοί που τις κατείχαν στον κατάλληλο τόπο την κατάλληλη ώρα. H συγχώνευση των κλιμακίων εφόδου και ο αυτοσχεδιασμός που αναγκαστικά επιβλήθηκε μετά τα πρώτα βήματα της εφόδου επέτειναν το πρόβλημα αυτό.
    Οι ομάδες των μαχητών περνούσαν τον περισσότερο χρόνο περιμένοντας. Οι επιτιθέμενοι φρόντιζαν να καλυφθούν σε γωνίες, σε αυλές, σε εισόδους πολυκατοικιών ή σε κώχες των κτισμάτων ώσπου να βρεθεί ένας τρόπος να προχωρήσουν. Οταν αυτός βρισκόταν χρειαζόταν πάλι συνήθως μια χρονοβόρα προπαρασκευή. Οι ομάδες του «μηχανικού» – θα λέγαμε -, όσοι δηλαδή ήσαν επιφορτισμένοι με τη διάνοιξη εσωτερικών διόδων, έπρεπε μεθοδικά να ολοκληρώσουν τη δουλειά τους και αυτό στην περίπτωση που η δουλειά αυτή μπορούσε να γίνει με τα φτωχά μέσα που διέθεταν. Η απόπειρα διάτρησης λ.χ. ενός τοίχου από μεγάλες πέτρες τραβούσε ανεξέλεγκτα σε χρόνο ενώ ήταν πρακτικά αδύνατον να τρυπηθεί ένα τοιχίο από μπετόν. Τα τούβλα ήταν ιδανική περίπτωση για την «εσωτερική» προέλαση των επιτιθεμένων. Αντίθετα, πρόσφεραν ελάχιστη κάλυψη από τα εχθρικά πυρά και μπορούσαν να αποδειχθούν αληθινές παγίδες απέναντι στα δύο αντιαρματικά πυροβόλα που από την πρώτη στιγμή διέθεταν οι αμυνόμενοι στο στρατόπεδο.
    Στα εξωτερικά φυλάκια επίσης οι χωροφύλακες και οι αξιωματικοί τους περίμεναν και αυτοί προσπαθώντας να μαντέψουν τα σχέδια που ο εχθρός απεργαζόταν σε βάρος τους. Το τελευταίο το μάθαιναν συνήθως την τελευταία στιγμή, όταν μια έκρηξη έριχνε κάτω κάποιον μεσότοιχο ή όταν από κάποιο γειτονικό μπαλκόνι, παράθυρο ή ταράτσα έρχονταν απροειδοποίητα χειρομβίδες. Οταν τα πράγματα έφθαναν στο σημείο αυτό χρειάζονταν γρήγορες κινήσεις και αντιδράσεις σε απόλυτη αντίθεση με την προηγούμενη περίοδο της απραξίας. Στο μεταξύ ο μεγαλύτερος εχθρός τους ήταν η σκέψη. Στο μεσοδιάστημα ως την εκπόνηση και την προετοιμασία των σχεδίων της εφόδου τα «χωνιά» δεν έπαυαν να μιλούν από την απέναντι όχθη, μία ή δύο πολυκατοικίες μακρύτερα δηλαδή. Σε αντίθεση με αυτά που ισχυρίζεται ο Δασκαλάκης και μερικές από τις μετέπειτα εκθέσεις των αξιωματικών του συγκροτήματος, τα «χωνιά» μάλλον δεν ανακοίνωναν την υποτιθέμενη πρόθεση των επιτιθεμένων να σφάξουν τους πάντες εντός και εκτός του στρατοπέδου. Κάτι τέτοιο θα ήταν εξαιρετικά παράλογο καθώς η παράδοση των υπερασπιστών κάθε σημείου ή φυλακίου αποτελούσε για τους επιτιθεμένους την πλέον συμφέρουσα λύση. Η δε παράδοση δύσκολα μπορούσε να πραγματοποιηθεί με μοναδική δηλωμένη προοπτική τη θανάτωση.
    Οι χωροφύλακες του Δεκεμβρίου
    Τα «χωνιά» διαχώριζαν τους λίγους ή τους πολλούς «επίορκους» και «προδότες» αξιωματικούς από τη μάζα των απλών χωροφυλάκων που δεν «βαρύνονταν με εγκλήματα», τους οποίους και καλούσαν να παραδοθούν και να μεταβούν στα σπίτια και στις οικογένειές τους. Τα υπόλοιπα ήταν θέμα εκτίμησης και δυνατοτήτων. Ούτε η πρώτη ούτε οι δεύτερες οδηγούσαν κατ’ αρχήν στη συνδιαλλαγή με τους απέναντι εχθρούς. Η Χωροφυλακή στου Μακρυγιάννη περιελάμβανε σε σημαντικό ποσοστό «πρόσφυγες» από την επαρχία, ανθρώπους δηλαδή που είχαν κάθε λόγο να αποφύγουν την κυριαρχία του ΕΑΜ και πιθανότατα την τιμωρία που το τελευταίο προόριζε γι’ αυτούς. Ακόμη χειρότερη ήταν η θέση των στελεχών και των οπλιτών της Αθήνας που για πολλούς μήνες μετείχαν ενεργά στις φοβερές εκστρατείες ενάντια στις αθηναϊκές συνοικίες, στα μπλόκα, στις εκτελέσεις, στα βασανιστήρια και στους ξυλοδαρμούς. Για όλους αυτούς η προσφορά του ΕΛΑΣ «να πάνε σπίτια τους» πολύ μικρή σημασία είχε. Βρίσκονταν στου Μακρυγιάννη ακριβώς επειδή δεν μπορούσαν να πάνε στα σπίτια τους, στις συνοικίες της Αθήνας και του Πειραιά ή στην επαρχία. Εκεί ήταν γνωστοί και συχνά η Νέμεση τους παραμόνευε. Ταυτόχρονα το ποσοστό των αξιωματικών ήταν καταθλιπτικό στη μονάδα καθώς η σχέση ξεπερνούσε το ένα προς τέσσερα ως προς τους οπλίτες, χωρίς να υπολογιστεί μάλιστα το ποσοστό των υπαξιωματικών-ενωμοταρχών ανάμεσα στους τελευταίους. Ενας ενωμοτάρχης ασκώντας την εξουσία του πιο «προσωπικά» είχε στο γενικό κλίμα της εποχής περισσότερα ίσως να φοβηθεί από έναν ταγματάρχη. Να μην ξεχνάμε ότι οι Χωροφύλακες του Δεκεμβρίου 1944 ήσαν μικρό μόνο τμήμα της συνολικής δύναμης του σώματος στη διάρκεια της κατοχικής περιόδου. Το γεγονός ότι παρέμεναν κάτω από τις σημαίες αντί να περιμένουν ήρεμα την εξομάλυνση οφειλόταν είτε στον φανατισμό τους είτε στις πράξεις και στα έργα τους στη διάρκεια της προηγούμενης περιόδου. Τις περισσότερες φορές μάλιστα αυτά τα δύο ταυτίζονταν.
    H προστασία της ζωής
    Τη συνοχή στους αμυνομένους κρατούσε ο φόβος για την τύχη που τους περίμενε στην άλλη όχθη καθώς και η αίσθηση ασφάλειας που η ομάδα παρείχε. Οταν η ομάδα σταματούσε να παρέχει την προστασία της, στα απομονωμένα εξωτερικά φυλάκια του συγκροτήματος Μακρυγιάννη, όπως και στις άλλες μεμονωμένες φρουρές, η διάθεση άλλαζε προς τη μοιρολατρική αποδοχή της τύχης και την παράδοση. Η τελευταία στις τότε συνθήκες ελάχιστα πράγματα εξασφάλιζε. Το πρώτο που έχαναν οι αιχμάλωτοι χωροφύλακες και στρατιωτικοί ήταν οι στολές και η εξάρτυσή τους. Με αυτές ντύνονταν αμέσως μαχητές του ΕΛΑΣ σε τρόπο ώστε να προκαλούν σύγχυση στις γραμμές του εχθρού και ιδιαίτερα στους βρετανούς σκοπευτές του Βράχου της Ακρόπολης. Μετά την άλωση των εξωτερικών φυλακίων και τον πολλαπλασιασμό των αιχμαλώτων και των στολών που βρίσκονταν στη διάθεση του ΕΛΑΣ η διοίκηση του στρατοπέδου αποφάσισε τη χρήση περιβραχιόνιων λευκού χρώματος σε τρόπο ώστε να ξεχωρίζουν οι όμοια ντυμένοι χωροφύλακες και ελασίτες.
    Για τον ΕΛΑΣ είχε ιδιαίτερη σημασία η διασφάλιση της ζωής των παραδοθέντων αντιπάλων του, όσο τουλάχιστον αυτοί βρίσκονταν κοντά στο πεδίο της μάχης. Για τον λόγο αυτόν η εκτέλεση επτά παραδοθέντων Χωροφυλάκων αμέσως μετά την παράδοσή τους από τον διοικητή του τάγματος του Πειραιά θεωρήθηκε βαθύ παράπτωμα, σχεδόν προδοσία. Μακριά από το πεδίο της μάχης, στις συνοικίες, οι σκοπιμότητες εξασθενούσαν και η τύχη των αιχμαλώτων γινόταν ολοένα και περισσότερο αβέβαιη. Ο διαχωρισμός αξιωματικών και οπλιτών ήταν απόλυτος και, ενώ για τους πρώτους οι διαδικασίες επιλογής οδηγούσαν συνήθως στην εκτέλεση, για τους δεύτερους όλες οι πιθανότητες ήσαν ανοικτές.

    Μου αρέσει!

  12. Η άγρια «μάχη» με τα πτώματα…
    dekembris44.jpg
    Η άγρια «μάχη» με τα πτώματα…

    Συντάκτης:
    Μαρία Σπηλιωτοπούλου*
    Οι άμαχοι και οι μαχητές της Αθήνας έχουν άμεση αντίληψη ή πληροφόρηση μόνο για λίγα από όσα συνέβαιναν τις μέρες των Δεκεμβριανών. Το κέντρο της πόλης και οι συνοικίες ήταν αποκλεισμένα, χωρίς τηλέφωνα, συνήθως χωρίς ηλεκτρικό, με τα μέτωπα του πολέμου ρευστά. Ελάχιστοι ακούν τον ραδιοσταθμό Αθηνών, τον πομπό του ΕΑΜ ή ξένους σταθμούς. Στις συνοικίες που ελέγχει το ΕΑΜ τοιχοκολλούνται φύλλα του «Ριζοσπάστη» και ενημερώνουν τα χωνιά, ενώ βρετανικά αεροπλάνα ρίχνουν προκηρύξεις σε όλη την πόλη και στο κέντρο που ελέγχει η κυβέρνηση τοιχοκολλούνται ανακοινώσεις.

    H αφήγηση των πτωμάτων ξεδιπλώνεται εκ των υστέρων. Μια πλευρά της συνείδησης που διαμορφώνουν οι Αθηναίοι για το γεγονός παρακολουθούμε μέσα από τις καταγραφές των πτωμάτων στις καθημερινές αθηναϊκές εφημερίδες «Ελευθερία», «Ριζοσπάστη», «Καθημερινή» και την κυβερνητική εφημερίδα «Ελλάς» που κυκλοφορεί μόνο στα Δεκεμβριανά και ώς τα τέλη Ιανουαρίου ’45.

    Η «Ελευθερία» και ο «Ριζοσπάστης» από την παρανομία της Κατοχής συνεχίζουν μετά την Απελευθέρωση, όταν η «Καθημερινή» και άλλες «νόμιμες» εφημερίδες σταματούν τον Σεπτέμβριο. Στη διάρκεια των Δεκεμβριανών ο «Ριζοσπάστης» κυκλοφορεί ευρύτατα, αφού το ΕΑΜ ελέγχει έως το δεύτερο δεκαήμερο σχεδόν όλες τις συνοικίες, ενώ η «Ελευθερία» επανακυκλοφορεί από τις 22 του μήνα. Η «Καθημερινή» επανεκδίδεται Φεβρουάριο, όπως και ο «Ριζοσπάστης» που είχε διακόψει Ιανουάριο και ξαναρχίζει μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας.

    Τα πτώματα, νεκροί του παρελθόντος με παρουσία στο παρόν, νεκροί άταφοι ή νεκροί που τους έβγαλαν από τη γη, που πρέπει να αναγνωριστούν, να εξακριβωθεί τι προκάλεσε τον θάνατο, εμφανίζονται, σποραδικά μετά την Απελευθέρωση. Οπως τον Οκτώβριο, έπειτα από δυνατή βροχή, όταν αποκαλύπτεται ομαδικός τάφος εκτελεσμένων από τους Γερμανούς στο Γαλάτσι, και δύο πτώματα βασανισμένων και ακρωτηριασμένων της Κατοχής από την Ειδική Ασφάλεια, σε υπόνομο, στο κέντρο της Αθήνας.

    Τον Δεκέμβρη άμαχοι και μαχητές σκοτώνονται σε μάχες ή από αδέσποτες σφαίρες, όμηροι εκτελούνται, υπάρχουν νεκροί από πείνα ή παθολογικά αίτια. Γίνονται πρόχειρες ατομικές και ομαδικές ταφές. Ακολουθούν εκταφές από την κυβέρνηση, αναγνωρίσεις και κηδείες σε περιοχές όπου έχει εκδιωχθεί ή έχει υποχωρήσει ο ΕΛΑΣ. Αργότερα μνημόσυνα, συλλήψεις κατηγορουμένων για εκτελέσεις και δίκες. Ταυτόχρονα ξεκινά η επιστροφή των ομήρων.

    Χωρίς απόλυτη σύμπτωση, τόποι εκταφής πτωμάτων υπήρξαν τόποι σφοδρών μαχών, εκεί που είχαν κάνει μπλόκα Γερμανοί και Τάγματα Ασφαλείας, εκεί όπου μετά τα Δεκεμβριανά οι κάτοικοι αντιμετωπίζουν την κρατική, παρακρατική ή ακόμη και κομμουνιστική τρομοκρατία (ανάλογα με την εφημερίδα που καταγράφει τα πράγματα). Το Περιστέρι, η Κοκκινιά, η Καισαριανή, το Αιγάλεω.

    Οι εφημερίδες δημοσιεύουν κυρίως σχετικές ειδήσεις και άρθρα, λιγότερο χρονογραφήματα, φυσικά πολύ σπάνια γελοιογραφίες, ενώ φωτογραφίες δεν συναντώνται. Οι κοινωνικές αγγελίες (κηδείες, πένθη, μνημόσυνα) έχουν επίσης σημαντική θέση και με αμεσότητα ανατροφοδοτούν τις μνήμες.

    Στα Δεκεμβριανά ο «Ριζοσπάστης» προβάλλει εκτεταμένα τις απώλειες των αμάχων, από τους βομβαρδισμούς, τις αδέσποτες σφαίρες, και τις σφαγές και τις «ωμότητες» των Βρετανών. Επίσης και τις συλλήψεις ομήρων, τις εξαφανίσεις και τις εκτελέσεις στις περιοχές από τις οποίες υποχωρεί ο ΕΛΑΣ. Στην «Ελλάς» κυριαρχούν ειδήσεις για τις μάχες, με έμφαση στη σταδιακή απώθηση του ΕΛΑΣ. Καταγράφονται λεηλασίες και με κλιμακούμενη ένταση προβάλλονται απαγωγές πολιτών, βασανιστήρια και εκτελέσεις κυρίως από την ΟΠΛΑ.

    Η «Ελευθερία» εστιάζει στις συλλήψεις ομήρων από τον ΕΛΑΣ (17.000) και τις εκτελέσεις (2.000) και καταγράφει πρόχειρες ταφές σε περιβόλους εκκλησιών, αλσύλλια, και στον Εθνικό Κήπο. Τα πτώματα είναι άμαχοι και εκτελεσμένοι μαχητές της αντιεαμικής πλευράς. Το ίδιο καταγράφεται και στην εφημερίδα «Ελλάς».

    Η πρώτη αναφορά σε πτώματα που ανασύρονται από πηγάδι στου Φιλοπάππου καταγράφεται σε «Ελευθερία» και «Ελλάς» στις 30 Δεκεμβρίου 44 : εννέα «εθνικισταί» και ένα μικρό αγόρι. Ορισμένοι αναγνωρίζονται αμέσως, μπροστά σε Αγγλους και Αμερικανούς δημοσιογράφους. Σύμφωνα με τον ιατροδικαστή είχαν δολοφονηθεί στις 10 του μήνα.

    Οι εκταφές και οι αναγνωρίσεις πραγματοποιούνται κυρίως τον Ιανουάριο ’45, όταν φτάνει στην Αθήνα αντιπροσωπεία βρετανικών συνδικάτων με επικεφαλής τον Σιτρίν. Συνεχίζονται τον Φεβρουάριο, σύμφωνα με τις σχεδόν καθημερινές αναφορές στην «Ελευθερία» και την «Καθημερινή». Στην τελευταία προβάλλονται λεπτομέρειες της φρίκης, συχνότερα στην πρώτη σελίδα, όπως συνέβαινε Ιανουάριο στην «Ελλάς».

    Ο «Ριζοσπάστης» χρησιμοποιεί επίσης ανατριχιαστικές περιγραφές και αναφέρεται σε συγκεκριμένες περιπτώσεις που ανατρέπουν το σχήμα ομηρία – εκτελέσεις από τον ΕΛΑΣ των άλλων εφημερίδων. Υπολογίζει τους νεκρούς από παθολογικά αίτια και τους άμαχους σε 10.000. Περίπου τόσοι, Φεβρουάριο πια, σύμφωνα με την «Ελευθερία», είναι μόνο οι εκτελεσμένοι από τους «στασιαστές». Αλλά από τον Μάρτιο υπάρχει διάκριση μεταξύ «εκτελεσθέντων» και «φονευθέντων» και δεν είναι όλοι αδιακρίτως «εθνικόφρονες», όπως στην «Καθημερινή». Τον Απρίλιο η «Ελευθερία» πλέον διαθέτει όλο και λιγότερο χώρο για το θέμα.

    Ο «Ριζοσπάστης» από τον Μάρτιο αντικρούει συστηματικά τις κατηγορίες εναντίον του ΕΛΑΣ για τις ωμότητες των Δεκεμβριανών. Δημοσιεύει σε συνέχειες καθημερινές σχεδόν τη στήλη «Το ελληνικό Κατύν», με το ιστορικό του θανάτου από αδέσποτες σφαίρες, παθολογικά αίτια ή μάχες συγκεκριμένων προσώπων, τα πτώματα των οποίων εκτέθηκαν στο Περιστέρι ή αλλού ως θύματα των ελασιτών. Καταγγέλλεται η σκηνοθεσία των πτωμάτων αλλά και η σύληση των τάφων νεκρών του Δεκέμβρη.

    Η τελευταία κηδεία «αγρίως κατακρεουργηθέντος υπό των ελασιτών» δημοσιεύεται 29 Απριλίου στην «Ελευθερία» και την «Καθημερινή». Ενώ πτώματα ομήρων από την Αθήνα ανακαλύπτονται ακόμη σε χαράδρες στη Στερεά και κάποια ξεβράζονται από τη θάλασσα στη Χαλκιδική.

    Αρχίζουν να δημοσιεύονται μνημόσυνα εκτελεσμένων χωρίς οποιαδήποτε σχετική αναφορά, στην «Ελευθερία» αλλά και την «Καθημερινή» και γίνεται μνεία και σε πτώματα φονευθέντων στις μάχες, ελασιτών συνήθως. Απρίλιο πραγματοποιούνται και οι πρώτες μαζικές συλλήψεις «εκτελεστών».

    Μέσα Μαΐου δημοσιεύονται τα συγκεντρωτικά στοιχεία της Εισαγγελίας σχετικά με τα θύματα του Δεκέμβρη: 5.000 νεκροί (1.700 από βόμβες και όλμους, 1.800 εκτελεσμένοι και 1.500 από ασθένεια). Η «Ελευθερία» δημοσιεύει την είδηση στις 17 Μαΐου στη 2η σελίδα χωρίς σχόλια, όπως και η «Καθημερινή», με περισσότερες λεπτομέρειες εκείνη και επισημαίνοντας ότι δεν περιλαμβάνονται τα πτώματα στον Πειραιά. Δίπλα άρθρο με άμεσους συνειρμούς σχετικά με «βάραθρον πλήρες από πτώματα», εκτελεσμένων από τους «εαμοκομμουνιστές» το καλοκαίρι του 1944 στην Πελοπόννησο.

    Ο «Ριζοσπάστης» τρεις μέρες αργότερα, σε πρωτοσέλιδο, τονίζει ότι επιβεβαιώνονται οι εκτιμήσεις του για τον αριθμό των εκτελεσθέντων. Σε αυτούς περιλαμβάνονται, χωρίς να κατονομάζονται από την Εισαγγελία, και εκατοντάδες δημοκρατικοί πολίτες και λαϊκοί αγωνιστές, αλλά και δωσίλογοι «και σε ασημαντότατο ποσοστό μεμονωμένες περιπτώσεις αυτοδικιών που αποδοκιμάστηκαν τίμια». Εχει βέβαια προηγηθεί η καταδίκη της πρακτικής σύλληψης αμάχων ομήρων στην 11η Ολομέλεια της Κ.Ε. του ΚΚΕ τον Απρίλιο.

    Ιούνιο και Ιούλιο δημοσιεύονται κυρίως εξάμηνα μνημόσυνα και ειδήσεις για τις δίκες «εκτελεστών» ή εκτελεστών, ανάλογα με την εφημερίδα, και το φθινόπωρο κυριαρχεί το αίτημα για παροχή γενικής αμνηστίας. Η αμνηστία υποστηρίζεται κυρίως από τον «Ριζοσπάστη», την αρνείται κατηγορηματικά η «Καθημερινή» και τη δέχεται υπό όρους η «Ελευθερία».

    23 Δεκεμβρίου ’45, στον «Ριζοσπάστη» ο Καραγιώργης καταγγέλλει ότι ο Τσόρτσιλ και η ελληνική κυβέρνηση «προκάλεσαν τον Δεκέμβρη του ’44 σαν έξυπνη πεπονόφλουδα… αράδιασαν μπρος στην ανθρωπότητα κομμένα αυτιά και μύτες». Δημοσιεύονται και τρία μνημόσυνα για τα Δεκεμβριανά, το ένα στο Παγκράτι για δυο αδέρφια «που σκοτώθηκαν… από οβίδα του Σκόμπυ». Ενώ στις 28 η «Ελευθερία» δημοσιεύει μόνο το «ετήσιο μνημόσυνο για την ανάπαυσιν της ψυχής … λατρευτού … χαλκουργού βιομηχάνου, φονευθέντος την 30ήν Δεκεμβρίου 1944», και η «Καθημερινή» δωρεά στη μνήμη «καθηγητού Σωματικής αγωγής και λοχαγού πεζικού … αγρίως και υπούλως δολοφονηθέντος υπό των εαμοκομμουνιστών» και δυο μνημόσυνα.

    Στην «Καθημερινή» και τον «Ριζοσπάστη» συχνά προβάλλεται αντεστραμμένη η ίδια εικόνα. Η «Καθημερινή» καλλιεργεί με τα πτώματα τον τρόμο και την απειλή επανάληψης των Δεκεμβριανών, πολώνει το κλίμα και υποστηρίζει την άμεση επάνοδο του βασιλιά. Ο «Ριζοσπάστης» εκφράζει τον ίδιο τρόμο από την πλευρά της κομμουνιστικής αριστεράς, προβάλλοντας συστηματικά την τρομοκρατία του δωσιλογικού κράτους, αλλά ελαχιστοποιεί τις «υπερβασίες» του ΕΛΑΣ. Ενώ η «Ελευθερία» επιδιώκει την υπέρβαση των Δεκεμβριανών, κατηγορεί την ηγεσία του ΚΚΕ αποκλειστικά και καταγράφει την παρακρατική τρομοκρατία μετά τη Βάρκιζα.

    Από το τέλος του 1945 η μνήμη των πτωμάτων στοιχειώνει την Αθήνα, καθώς οι νεκροί του Δεκέμβρη, για να μνημονεύσουμε τον Βάλτερ Μπένγιαμιν, αποτελούν «προμήνυμα κινδύνου» για τον Εμφύλιο.

    * Ερευνήτρια στο Κέντρο Ερευνας της Ιστορίας του Νέου Ελληνισμού της Ακαδημίας Αθηνών

    http://www.efsyn.gr/arthro/i-agria-mahi-me-ta-ptomata

    Μου αρέσει!

  13. Η κόκκινη βία, 1943-1946

    Η ΜΝΗΜΗ ΚΑΙ Η ΛΗΘΗ ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ

    Εκδ. Επίκεντρο Πρώτη έκδοση, Θεσσαλονίκη 2013 σελϊδες 362

    Πρώτη έκδοση, Θεσσαλονίκη 2013
    σελϊδες 362
    Ο Σάκης Μουμτζής στην Εισαγωγή, εκτός των άλλων, ξεκαθαρίζει ότι αυτό, που έχει να προσφέρει δεν είναι μια νέα ερμηνεία που κανείς ιστορικός μέχρι τώρα δεν έχει διατυπώσει, αφού θεωρεί ότι για την συγκεκριμένη ιστορική περίοδο «δεν υπάρχει τίποτα το ανείπωτο». Αυτό, λοιπόν, που προσπαθεί να επιτύχει με το βιβλίο του είναι να φωτίσει πτυχές αυτής της περιόδου, που βρίσκονται μάλλον σκόπιμα στο ημίφως από τον κυρίαρχο μεταπολιτευτικό λόγο, να αναδείξει στο μέτρο των ικανοτήτων του, τους παράγοντες εκείνους που σταδιακά, ανεπαίσθητα, αλλά σταθερά από το 1943 ωθούσαν τη χώρα στην εμφύλια διαμάχη και, το κυριότερο, να προσθέσει μια ακόμη φωνή σ’ αυτές που –σε αντίθεση με την «επίσημη αφήγηση»– υποστηρίζουν πως παράλληλα με τον αντιστασιακό αγώνα διεξαγόταν από την άνοιξη του 1943 ένας σκληρός εμφύλιος πόλεμος με διακύβευμα τον έλεγχο των μεταπελευθερωτικών εξελίξεων, ένας εμφύλιος πόλεμος που ουσιαστικά οδήγησε στην επιβολή της ΕΑΜοκρατίας.

    Ο συγγραφέας διευκρινίζει, επίσης, σ’ αυτό το σημείο, ότι θέλει να δείξει με το πόνημα αυτό, πως σε εποχές, όπως αυτή που βίωσε η χώρα στην κατοχή, το χρώμα που κυριαρχεί είναι αυτό των αλληλοσυμπλεκόμενων και αλληλοκαλυπτόμενων αποχρώσεων. Γι’ αυτόν, ακριβώς, τον λόγο θεωρεί ότι ερμηνείες, που κινούνται στο πεδίο του «φωτός» εναντίον του «σκότους», του απόλυτου καλού εναντίον του απόλυτου κακού, μετατρέπουν την ερμηνεία σε απολογία, την ιστορική τεκμηρίωση σε πολιτική θέση, την κατανόηση σε καταγγελία.

    Ο Σάκης Μουμτζής χωρίζει το βιβλίο σε επτά κεφαλαία.

    Στο πρώτο κεφάλαιο με τίτλο Η βία και ο εμφύλιος πόλεμος ως μορφές πολιτικής πρακτικής, ο συγγραφέας τοποθετεί ως πρωταρχικό του καθήκον να παρουσιάσει τη δεσπόζουσα και κυρίαρχη θέση, που κατείχε η βία –σ’ όλες της τις μορφές: εμφύλιος πόλεμος, τρομοκρατία, εκτόπιση, ομηρία, φυσική εξόντωση– στην λενινιστική θεωρία και πρακτική, όπως αυτή αποτυπώθηκε στη δράση των κομμάτων της Γ΄ Διεθνούς. Στην συνέχεια ο Μουμτζής τονίζει ότι αυτή ακριβώς η αφετηρία της βίας, που σάρωσε όλες τις περιοχές της χώρας, παρ’ ότι επρόκειτο για περιοχές με ανόμοια χαρακτηριστικά, που προσδιόρισε και χαρακτήρισε αυτή την περίοδο, δηλαδή το 1943 και το 1944, ως Εαμοκρατία, βρισκόταν ακριβώς στη θεωρία και στην πρακτική που έφερναν στις ιδεολογικοπολιτικές τους αποσκευές τα κόμματα της Γ΄ Διεθνούς.

    Στην συνέχεια υπενθυμίζει ότι οι δυο βασικοί πυλώνες του μαρξισμού είναι η πάλη των τάξεων ως κινητήρια δύναμη της ιστορίας και τη ταξική πάλη ως πολιτική πάλη, δηλαδή πάλη για την κατάληψη της πολιτικής εξουσίας και «τσακίσματος» του αστικού κράτους:

    «Ιστορικό υποκείμενο αυτής της διαδικασίας είναι το προλεταριάτο που μετατρέπεται από τάξη καθεαυτή σε τάξη για τον εαυτό της, δηλαδή από μια τάξη που αντικειμενικά υπάρχει, σε τάξη συνειδητοποιημένη, που γνωρίζει τα συμφέροντά της χάρη στην πολιτική δράση του επαναστατικού κόμματος επαγγελματιών επαναστατών. Η εισαγωγή της επαναστατικής συνείδησης στο προλεταριάτο από το κόμμα που βρίσκεται πάνω από αυτό και που γνωρίζει καλύτερα από αυτό τα συμφέροντά του αποτελεί κομβικό σημείο της λενινιστικής θεωρίας».

    Ο Μουμτζής θεωρεί αυθαίρετη την κοινωνική κατηγοριοποίηση, που επέβαλλε ο μαρξισμός, αφού «η ταξινόμηση των ανθρώπων σύμφωνα με τις επιταγές του επιστημονικού σοσιαλισμού φωτογραφίζει, παγώνει την εικόνα της κοινωνικής τους θέσης στη δεδομένη ιστορική στιγμή εγκλωβίζοντάς τους ερμηνευτικά στον όρο κοινωνική τάξη, προκειμένου μάλιστα για την αστική τάξη και τους αστούς η κατηγοριοποίηση δεν έχει απλώς ταξινομητικό χαρακτήρα, αλλά βαθύτατα ιδεολογικό και πολιτικό […] Αυτούς τους ανθρώπους που η θεωρία ταξινόμησε στην αστική τάξη και αυτούς που θεωρεί και χαρακτήρισε συμμάχους της αστικής τάξης ο πολιτικός και κοινωνικός ευγονισμός του μαρξισμού του καταδικάζει σε συρρίκνωση μέχρι της τελικής εξαφάνισής τους μέσω πολύπλοκων αλλά και κάθετων συγκρουσιακών σχέσεων (μέθοδος τρομοκρατίας) μεταξύ αυτών των ανθρώπων, των κουλάκων, των μικροαστών με το νέο προλεταριακό κράτος».

    Ο συγγραφέας υπογραμμίζει ότι η κόκκινη τρομοκρατία ήταν το φυσικό επακόλουθο του συνδυασμού των παραπάνω θεωρητικών απόψεων με το πολιτικό γεγονός της αντίστασης αυτών, που οι Μπολσεβίκοι προόριζαν για εξαφάνιση, αφού όπως είχε υποστηρίξει και ο επί δέκα έτη Κομισάριος Κούρσκι (1918-1928): «τα επαναστατικά δικαστήρια δεν έχουν καμία σχέση με αστικά δικαστήρια. Είναι δικαστήρια της δικτατορίας του προλεταριάτου και ενδιαφέρονται κυρίως να εξαλείψουν και όχι να δικάσουν».

    Έτσι, όπως, τονίζει ο Μουμτζής, η έκταση του φαινομένου στην δεκαετία του ’30 και η απαίτηση για αποτελεσματικότητα οδήγησε τους διώκτες στην τυποποίηση των τεχνικών της άσκησης βίας, στην τελειοποίηση των μεθόδων με στόχο την επίτευξη των πλάνων, που έθετε η πυραμίδα της Σοβιετικής εξουσίας.

    «Αυτό σε καμία περίπτωση δεν αλλοιώνει τον πολιτικό χαρακτήρα της εξουσίας, δεν τον υποβιβάζει σε απλή τεχνική. Η τελειοποίηση των τεχνικών, η τεχνογνωσία της τρομοκρατίας δηλαδή, απορρέει από την απαίτηση της σταλινικής ηγεσίας για αποτελεσματικότητα. Η ορθολογικότητα στην άσκηση της, η μεθοδικότητα στην εκτέλεση της συνδυάζεται με το απρόβλεπτο, δηλαδή οι θύτες δεν γνωρίζουν, εάν στο επόμενο κύμα διώξεων θα είναι αυτοί τα θύματα. Το απρόβλεπτο φέρνει τον φόβο, μια σημαντική πτυχή της τρομοκρατίας, γιατί εάν η φυσική εξόντωση, η φυσική εξουδετέρωση αφορά αποκλειστικά αυτούς εναντίον των οποίων ασκείται, η απειλή της φυσικής εξόντωσης αφορά όλους τους υπόλοιπους και αυτό οδηγεί στην παράλυση στον φόβο. Η φυσική εξόντωση αυτή καθεαυτή και η απειλή της είναι δυο όψεις του ίδιου νομίσματος που ονομάζεται τρομοκρατία».

    Δεν είναι τυχαίο, λοιπόν, όπως, θεωρεί ο συγγραφέας, ότι από πολύ νωρίς στο ιδεολογικό οπλοστάσιο των κομμουνιστών, είτε επρόκειτο για πολιτικούς, είτε για διανοούμενους, εμφανίστηκε ο όρος «αντίδραση», και ο χαρακτηρισμός «αντιδραστικός».

    «Πολύ γρήγορα ως αντιδραστικοί θεωρήθηκαν και αυτοί που απλώς διαφωνούσαν με την πολιτική των κομμουνιστών. Έτσι, με την διασταλτική ερμηνεία και κυρίως με την διασταλτική εφαρμογή αυτής της έννοιας –που εισήχθη στην πολιτική από τον χώρο των Φυσικών επιστημών– πλάι στους αστούς και στους ιδιοκτήτες γης προστέθηκαν και απλοί άνθρωποι –μεροκαματιάρηδες– αυτοί που στην εκ των υστέρων αυτοκριτική που έκαναν οι κομμουνιστές για την εξόντωσή τους, τους αποκαλούσαν ‘‘φουκαράδες’’».

    Το πρώτο κεφάλαιο κλείνει με δύο μικρές υποενότητες που τιτλοφορούνται αντίστοιχα: Οι Πλάστες της κοινωνίας και Η πολιτική στράτευση και η θεολογική της διάσταση.

    Το δεύτερο κεφάλαιο τιτλοφορείται, Το κρίσιμο 1943-44: Διεθνείς εξελίξεις και εσωτερικά μέτωπα, αφού, σύμφωνα με τον συγγραφέα, το 1943 ήταν η κρισιμότερη χρονιά του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, καθώς όλες οι σημαντικές αποφάσεις ελήφθησαν αυτή τη χρονιά και υλοποιήθηκαν είτε το ίδιο έτος είτε το 1944.

    «Στα πεδία των μαχών η ήττα των ναζί στο Στάλινγκραντ, η απόβαση των Συμμάχων στη Σικελία, η αδυναμία των Γερμανών να νικήσουν τα σοβιετικά τανκς στο Κουρσκ ήταν μερικά από τα γεγονότα που ουσιαστικά καθόρισαν τους νικητές του πολέμου. Άγνωστο αλλά πολύ σημαντικό, ο χρόνος λήξης του. Στο διπλωματικό τομέα το 1943 χαρακτηρίζεται από συνεχείς επαφές των συμμάχων σε όλα τα επίπεδα με αποκορύφωμα τη συνάντηση των τριών στην Τεχεράνη στα τέλη Νοεμβρίου 1943».

    Στην υποενότητα με τον τίτλο Ελλάδα 1943, ο συγγρα­φέας εξ αρχής τονίζει ότι το ζητούμενο στην ιστορική έρευνα δεν είναι η εισαγωγή στην υπό εξέτασιν περίοδο των γνώσεων, των προκαταλήψεων, των πολιτισμικών στοιχείων του ιστορικού ερευνητή, αλλά το τί γνώριζαν, ποιο ήταν το επίπεδο συνείδησης και πώς αυτό διαμορφωνόταν στους πρωταγωνιστές. «Το να την προσεγγίζουμε εμφυτεύοντας στους ανθρώπους τα γνωστικά εργαλεία, την κατακτημένη γνώση και τις ιδεολογικές αναφορές του σήμερα θα μας οδηγήσει σίγουρα σε λάθος συμπεράσματα».

    Στην συνέχεια ασχολείται με τις διαδικασίες και τις αποφάσεις που οδήγησαν στην μετατροπή των διασκορπισμένων αντάρτικων δυνάμεων, που είχαν την νοοτροπία του «κατσαπλιάδικου», σε συγκροτημένα και πειθαρχημένα στρατιωτικά τμήματα με ιεραρχία υπό την άμεση καθοδήγηση του γενικού στρατηγείου ΕΛΑΣ. Την απόφαση αυτή ενέκρινε το Πολιτικό Γραφείο του ΚΚΕ και στις 16 Ιουνίου 1943 υιοθετήθηκε από την Κεντρική Επιτροπή του ΕΛΑΣ, ενώ τον ίδιο μήνα, διόλου τυχαία, το ΚΚΕ προσχωρεί στο αντιμοναρχικό πρωτόκολλο, με επιστολή του Σιάντου στον Σοφούλη.

    Όπως παρατηρεί ο συγγραφέας, «έχει προηγηθεί η ‘‘προσχώρηση του Στέφανου Σαράφη στον ΕΛΑΣ, που έθεσε το πράσινο φως για την ένταξη σ’ αυτόν και άλλων αξιωματικών κυρίως από τον χώρο των αποτάκτων του 1935’’», ενώ «όπως παραδέχεται και ο Χατζής (γεν. γραμμ. του ΕΑΜ) η μετατροπή του ΕΛΑΣ από αντάρτικο σε τακτικό στρατό δεν δικαιολογείται ούτε από τον αριθμό των ενόπλων (κατά Χατζή περίπου 20.000) ούτε από την ποιότητα και την ποσότητα του οπλισμού, αλλά, κυρίως, ούτε από την φύση του αγώνα που έπρεπε να δώσει».

    Ο Σάκης Μουμτζής, λοιπόν, την καταγράφει ως πολιτική απόφαση, που ελήφθη από συγκεκριμένα κομματικά στελέχη του ΚΚΕ, για να δοθεί στο ΕΑΜ η πολιτική και στρατιωτική στήριξη ενός στρατού οργανωμένου σύμφωνα με πρότυπα ενός τακτικού στρατού με κύρος στις πλατύτερες μάζες, αλλά και ενός στρατού που θα μπορούσε να γίνει πόλος έλξης για αξιωματικούς του ελληνικού στρατού.

    «Αυτή λοιπόν η στρατιωτικοπολιτική διαδικασία, που ξεκίνησε τον Μάιο του 1943 και ολοκληρώθηκε ουσιαστικά τον Αύγουστο του ιδίου έτους έτρεχε παράλληλα και με τις διαπραγματεύσεις μεταξύ ΕΛΑΣ και βρετανικού στρατιωτικού αρχηγείου για την σύσταση του αρχηγείου των ανταρτικών δυνάμεων που κατέληξαν σε συμφωνία στις 15/7/1943. Τότε υπογράφηκε συμφωνητικό μεταξύ ΕΑΜ-ΕΛΑΣ και συμμαχικού στρατηγείου Μέσης Ανατολής».

    Στις 9 Σεπτεμβρίου 1943 η Ιταλία συνθηκολογεί και ο ΕΛΑΣ, που έχει μετατραπεί σε τακτικό στρατό, κατάσχει ή αγοράζει κατόπιν συμφωνίας με τον στρατηγό Ινφάντι τον κύριο όγκο του οπλισμού της μεραρχίας Πινερόλε. Ο αφοπλισμός της ιταλικής μεραρχίας ολοκληρώνεται την 13 Οκτωβρίου 1943 και τρεις ημέρες αργότερα ξεσπούν συγκρούσεις μεταξύ του ΕΛΑΣ και του ΕΔΕΣ. Ο ΕΛΑΣ εξοπλίζεται, επίσης, με τον οπλισμό του συντάγματος ιππικού της μεραρχίας ΑΟΣΤΑ και των φρουρών των θεσσαλικών πόλεων, ενώ ο ιταλικός οπλισμός, που περνάει στα χέρια του στην υπόλοιπη Ελλάδα παρ’ ότι υπολείπεται, σαφώς, είναι αρκετός για να αλλάξουν οι συσχετισμοί δύναμης μεταξύ ΕΛΑΣ και εθνικιστών, κυρίως, στην Πελοπόννησο.

    «Το ΚΚΕ πλέον αισθάνεται πανίσχυρο στο εσωτερικό μέτωπο και αποκτά την αίσθηση ότι μπορεί να κυριαρχήσει σ’ αυτό».

    Το κεφάλαιο αυτό περιλαμβάνει ακόμη τις υποενότητες που τιτλοφορούνται Η είδηση και η ταχύτητα κυκλοφορίας της, Στρατός: ο ρόλος του το 1943-44, Απότακτοι, Οι Αποτάκτοι και τα Τάγματα Ασφαλείας, Κίνημα 1935-Δεκεμβριανά 1944: από διαφορετικές αφετηρίες στην ίδια κατάληξη, Τα κινήματα του 1943 στη Μέση Ανατολή, και Το ΚΚΕ και τα γεγονότα στην Μέση Ανατολή.

    Στο τρίτο κεφάλαιο με τον τίτλο Η Οικονομική Κατάσταση κατά την Κατοχή, ο συγγραφέας εντοπίζει ως τα κυρίαρχα οικονομικά φαινόμενα της κατοχής, την λειτουργία της μαύρης αγοράς χωρισμένης σε δύο φάσεις και με διαφορετικούς λόγους δημιουργίας η καθεμία και τον υπερπληθωρισμό.

    «Ο τρόπος με τον οποίο έγινε η προσέγγιση της μαύρης αγοράς και, ακολούθως, ο ηθικός στιγματισμός του ‘‘μαυραγορίτη’’, τελικά συσκότισε τη διερεύνηση των λειτουργιών της και οδήγησαν τους ιστορικούς στο εύληπτο σχήμα: μαυραγορίτης=συνεργάτης των δυνάμεων κατοχής και άρα, εχθρός των δυνάμεων της αντίστασης και άρα, ασήμαντη μειοψηφία ηθικά στιγματισμένη. Όμως, όλες οι έρευνες έδειξαν και δείχνουν ότι η μαύρη αγορά και μεγάλη έκταση είχε ως οικονομική λειτουργία και πολλοί, εκατοντάδες χιλιάδες ενεπλάκησαν σ’ αυτήν, τόσο στην πόλη όσο και στην ύπαιθρο».

    Το σύντομο αυτό κεφάλαιο κλείνει με τις υποενότητες Η Μαύρη Αγορά, και Οι Πλουτίσαντες επί Κατοχής.

    Στο τέταρτο κεφάλαιο με τον τίτλο Η Απελευθέρωση της Αθήνας-Οκτώβριος 1944, ο συγγραφέας αναφέρεται στα γεγονότα, που ακολούθησαν μετά την αποχώρηση των γερμανικών στρατευμάτων από την πόλη στις 12 Οκτωβρίου 1944 και στο καθεστώς, που επικράτησε και είχε συμφωνηθεί στην Γκαζέρτα στις 26 Σεπτεμβρίου 1944. Βασικότερο και καθοριστικότερο σημείο αυτής της συμφωνίας ανάμεσα στους Βρετανούς και της ελληνικής κυβέρνησης και των αντιστασιακών οργανώσεων του ΕΑΜ, του ΕΛΑΣ και του ΕΔΕΣ υπήρξε η απαγόρευση εισόδου των στρατευμάτων του ΕΛΑΣ στην πόλη των Αθηνών και της Θεσσαλονίκης. Περιγράφονται στην συνέχεια τα γεγονότα της 15ης Οκτωβρίου και οι μετέπειτα καθημερινές συγκρούσεις στο κέντρο και τις συνοικίες μεταξύ κομμουνιστών και εθνικιστών, άλλοτε ένοπλες, άλλοτε με την μορφή προπηλακισμών, συλλήψεων ή κακοποιήσεων.

    Το κεφάλαιο κλείνει με δύο υποενότητες με τους τίτλους Η δύναμη του ΕΑΜ κατά την απελευθέρωση και Τα δυο καθοριστικά γεγονότα του Νοεμβρίου του 1944.

    Η εκκένωσις των κομματικών γραφείων της οδού Κοραή
    Η εκκένωσις των κομματικών γραφείων της οδού Κοραή
    Στο πέμπτο και πιο εκτενές κεφάλαιο με τίτλο Δεκεμβριανά, ο συγγραφέας με επιμονή επιχειρηματολογεί υπέρ της αποσύνδεσης της μάχης των Αθηνών από τους πυροβολισμούς της 3ης Δεκεμβρίου. «Όλα τα σχέδια εκπονήθηκαν την 1η και 2η Δεκεμβρίου. Για δε την 4η Δεκεμβρίου 1944 προβλεπόταν πολιτική απεργία, όπως ακριβώς είχε προγραμματιστεί από την Κεντρική Επιτροπή του ΕΑΜ. Η διαμόρφωση νέων πολιτικών ισορροπιών που θα αποκαθιστούσαν τον ρυθμιστικό και πρωταγωνιστικό ρόλο του ΚΚΕ θα γινόταν είτε στις 3/12/1944 με την κατάλυση της πολιτικής τάξης που θέσπισε το σύμφωνο του Λιβάνου είτε με τα όπλα».

    Ο Σάκης Μουμτζής, πριν προχωρήσει στην ανάπτυξη του κεφαλαίου των Δεκεμβριανών, κάνει μια συνοπτική αλλά απαραίτητη κατά την γνώμη του αναφορά στο κυρίαρχο θέμα της αποστράτευσης των ένοπλων αντάρτικων ομάδων.

    Ακολουθεί η υποενότητα με τον τίτλο Η Κατάληψη της εξουσίας του ΚΚΕ κατά την Δεκεμβριανή σύγκρουση για να φθάσουμε στην επόμενη με τον τίτλο Δεκέμβριος 1944.

    Εδώ περιγράφονται με εκτενή τρόπο τα γεγονότα της 3ης Δεκέμβρη, το σχέδιο που εκπονείται λίγες ημέρες πριν από το 1ο Σώμα Στρατού του ΕΛΑΣ, σχέδιο που θεωρούσε δεδομένη την επίθεση που θα δεχθούν οι δυνάμεις του από τις κυβερνητικές και σε απάντηση της οποίας θα τεθεί αυτό σε εφαρμογή, αλλά και οι λόγοι της αποτυχίας του ΕΛΑΣ να επιτύχει τους στόχους του στο διάστημα 9, 10, 11 Δεκεμβρίου, αποτυχία που καθόρισε και την έκβαση των Δεκεμβριανών.

    Στην επόμενη υποενότητα με τον τίτλο Η Αφήγηση του Νικηφόρου, ο συγγραφέας παραθέτει την αναφορά του Νικηφόρου (Δημητρίου) στην αιχμαλωσία του 2ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ του οποίου ήταν καπετάνιος. Ο συγγραφέας συνεχίζει με τις Επιθέσεις του ΕΛΑΣ στα Αστυνομικά Τμήματα, με τις οποίες εκτιμά ότι ο ΕΛΑΣ άπλωσε και μάλιστα με λιγοστές δυνάμεις τον έλεγχο και την εξουσία του σχεδόν σε όλη την Αθήνα, για να ακολουθήσουν οι υποενότητες με τους τίτλους Το πολεμικό τοπίο μετά τις 20 Δεκεμβρίου 1944-σχόλιο, η «Πτώση» της Καισαριανής, Ο ρόλος των ελληνικών κυβερνητικών δυνάμεων στα Δεκεμβριανά, Η σύσκεψη στο Υπουργείο Εξωτερικών στις 26 και 27 Δεκεμβρίου και οι προτάσεις-όροι του Σιάντου για ανακωχή.

    Στην επόμενη υποενότητα του πέμπτου κεφαλαίου με τον τίτλο Ήταν αυθόρμητη η εξέγερση των Δεκεμβριανών; ο συγγραφέας κατηγορηματικά στέκεται αρνητικά στο ερώτημα αυτό αφού θεωρεί ότι ο μηχανισμός δράσης ενός σταλινικού κόμματος δεν αφήνει σε καμία περίπτωση περιθώρια για αυθορμητισμούς και μάλιστα μαζικής έκτασης. «Αυτό το σύστημα αυτός ο μηχανισμός ήταν το κύριο χαρακτηριστικό των σταλινικών κομμάτων σ’ όλο τον κόσμο. Υπάρχει μια τάση να αποδοθούν οι ακρότητες της ΟΠΛΑ και της πολιτοφυλακής και όχι μόνο –γιατί και η σπουδάζουσα του ΚΚΕ έλαβε μέρος σε εκτελέσεις– σε αυθόρμητη δράση και ανεξέλεγχτες συμπεριφορές οργανωμένων μικροομάδων ή και τυχοδιωκτικών λούμπεν στοιχείων, που είχαν εισχωρήσει στις γραμμές των οργανώσεων του ΚΚΕ. Αυτή η τάση αν δεν είναι απολογητική γι’ αυτές τις συμπεριφορές σίγουρα δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Όλη η Δεκεμβριανή σύρραξη οργανώθηκε και εκτελέστηκε με κεντρικό σχεδιασμό και καθοδήγηση».

    Στην ακόλουθη υποενότητα, με τον τίτλο Η ΟΠΛΑ και η πολιτοφυλακή, η ομηρία και οι εκτελέσεις, ο συγγραφέας αρχικά κάνει την παρατήρηση ότι η ομηρία, οι εκτελέσεις της ΟΠΛΑ και της πολιτοφυλακής κατά την διάρκεια των Δεκεμβριανών, ο οργανωμένος και μαζικός χαρακτήρας τους ήταν αφ’ ενός πρωτόγνωρος για τους κατοίκους της πόλης των Αθηνών και αφ’ ετέρου εντελώς ξένες με την μέση πολιτική συνείδηση και κουλτούρα.

    «Στην περίοδο της ΕΑΜοκρατίας από το φθινόπωρο του 1943 ως και την απελευθέρωση των 15.000 περίπου ομήρων –Μάρτιος του 1945– ασκήθηκε σε όλη την Ελλάδα ταυτόχρονα και ομοιόμορφα βία και καταπίεση εναντίον αυτών που χαρακτηρίστηκαν ‘‘αντιδραστικοί’’. Πρέπει να προσέξουμε τον επιθετικό προσδιορισμό. Όχι βασιλόφρονες, δεξιοί, συνεργάτες των Γερμανών, αλλά αυτοί που αντιδρούν στη νεοδιαμορφούμενη κατάσταση. Την κεντρική καθοδήγηση του ΚΚΕ, το Πολιτικό Γραφείο και τις τοπικές καθοδηγήσεις τις ενδιαφέρει το παρόν και το μέλλον. Όποιος εναντιώνεται στο συλλογικό όραμα και τις δραστηριότητες του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ, θεωρείται αντιδραστικός. Διώκεται και αυτός και η οικογένειά του, εγκλείονται σε στρατόπεδα συγκέντρωσης και εκεί ανάλογα με τις αντιλήψεις και την προσωπικότητα του στρατοπεδάρχη είτε θανατώνονται είτε κρατούνται. Η αντίδραση στο ΕΑΜ συγκεκριμενοποιείται είτε με δημόσια διαφωνία, μέσα στα όρια της μικροκοινωνίας, είτε με άρνηση καταβολής της φορολογίας είτε με συμπεριφορά που κρίνεται από τους τοπικούς παράγοντες του ΚΚΕ γενικά ως μη φίλα προσκείμενη προς αυτό. Φυσικά, αν κάποιο μέλος οικογένειας έχει καταταγεί στα Τάγματα Ασφαλείας, ή σε εθνική οργάνωση αντιστασιακή ή μη, αυτονοήτως στο πλαίσιο της συλλογικής ευθύνης όλη η οικογένεια χαρακτηρίζεται αντιδραστική με τις γνωστές συνέπειες».

    Ο συγγραφέας πιστεύει ότι η συνειδητή αποσιώπηση των όσων έγιναν κατά την περίοδο της ΕΑΜκρατίας 1943-1944, η «απώλεια μνήμης» για όλη αυτή την περίοδο μπροστά στην οποία «αμήχανα» στέκονται οι ιστοριογράφοι της αριστεράς, καθιστά εκ των πραγμάτων και την υπόλοιπη αφήγησή τους δυσερμήνευτη και ως εκ τούτου διαβλητή.

    Στην Πελοπόννησο λειτούργησαν τα παρακάτω στρατόπεδα συγκέντρωσης: στη Χαλβατζού, και στη Γαράτζα, περιοχή Μεσσηνίας, τρία στρατόπεδα στον Δήμο Φαρών Αχαΐας, στο Μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου στο Φενεό, στη Βάχλα Γορτυνίας κοντά στη Κοντοβάζαινα, στο Σιγκούνι, στο Λαγοβούνι και στα Σούδενα της περιοχής Καλαβρύτων, στο Συρμπάνι, στο Γεράκι Λακωνίας, στη Βυτίνα και στο Γεωργίτσι, στο Χάραδρο Κυνουρίας, στη Μονή Ορθόκωστα, στη Μαύρη Τρύπα, στο Μπεζεστένι, στο Μελιγαλά, στη Μονή Βελανιδιάς και στη Μονή Δημιόβης, επίσης στον Ταΰγετο.

    «Σ’ αυτά τα στρατόπεδα σύμφωνα με τις μαρτυρίες όσων πέρασαν και επέζησαν, αλλά και από τις απολογίες των κατηγορουμένων στις δίκες που έγιναν από το 1945 έως και το 1947, εκτός από τόπος κράτησης και ταλαιπωριών ήταν και τόπος εκτελέσεων. Κάθε στρατοπεδάρχης ήταν κυρίαρχος επί της ζωής των κρατουμένων. Κάποιοι απ’ αυτούς έδειξαν απίστευτη σκληρότητα, με αποτέλεσμα να διαγραφούν και από το ίδιο το ΚΚΕ».

    Οι διαγραφές, οι καθαιρέσεις ακόμη και οι φυλακίσεις όσων το «παράκαναν» δεν αναιρεί βέβαια, σε καμία περίπτωση, την μεθοδευμένη κεντρικά βία και τρομοκρατία που άσκησαν οι οργανώσεις του ΚΚΕ, όσο και αν κάτι τέτοιο όπως ειπώθηκε αποτέλεσε και αποτελεί ακόμη «απαγορευμένο έδαφος» για σημαντική μερίδα ιστοριογράφων.

    «Πόσοι απ’ αυτούς που δολοφονήθηκαν, φυλακίστηκαν και ταλαιπωρήθηκαν είχαν συνεργασία με τις αρχές κατοχής ή τη δικτατορία Μεταξά και πόσοι απλώς τιμωρήθηκαν για την ταξική τους καταγωγή ή τις πολιτικές τους πεποιθήσεις είναι πολύ δύσκολο να διακριβωθεί και σήμερα, 65 χρόνια μετά, μάλλον είναι και άνευ νοήματος. Μέσα στη γενική ανάφλεξη της Δεκεμβριανής σύγκρουσης το ΚΚΕ βρίσκει την ευκαιρία να κλείσει –όπως αρμόζει σε ένα σταλινικό κόμμα– τους λογαριασμούς του με τους τροτσικστές, τους αρχειομαρξιστές, τους αντιφρονούντες συνδικαλιστές και όσους κομμουνιστές διαφώνησαν κατά καιρούς με την πολιτική του. Εκατοντάδες συλλαμβάνονται από την ΟΠΛΑ και εκτελούνται μαζί με τους ‘‘ταξικούς εχθρούς’’».

    Στη συνέχεια ο συγγραφέας αναφέρεται στο ζήτημα των 12.000 περίπου ομήρων που χρησιμοποίησε ως ασπίδα το ΚΚΕ στην αποχώρηση των ηττημένων δυνάμεων του από την Αθήνα, ενώ προχωρά και σε μια γενικότερη αποτίμηση της δράσης της ΟΠΛΑ.

    Το κεφάλαιο κλείνει με ορισμένες ακόμη υποενότητες με τους τίτλους Επίλογος για τα Δεκεμβριανά, Θεσσαλονίκη, Νοέμβριος-Δεκέμβριος 1944, και Σιάντος, Ιωαννίδης, Παπανδρέου: οι πρωταγωνιστές της σύγκρουσης που χάραξε την πορεία της χώρας για τα επόμενα 30 χρόνια.

    Στο έκτο κεφάλαιο με τον τίτλο Συγκριτική Μελέτη Γαλλία, Βέλγιο, Ιταλία, Ελλάδα, 1944, ο συγγραφέας επιχειρεί πολύ συνοπτικά να περιγράψει τι έγινε στην Γαλλία, στο Βέλγιο και δευτερευόντως στην Ιταλία με το θέμα του αφοπλισμού των αντάρτικων δυνάμεων.

    Στο έβδομο και τελευταίο κεφάλαιο με τον τίτλο 1945-1946 ο Σάκης Μουμτζής αναφέρεται στο χρονικό διάστημα από την συμφωνία της Βάρκιζας έως και το δημοψήφισμα της 1ης Σεπτεμβρίου 1946, θεωρώντας την περίοδο αυτή ίσως το κρισιμότερο διάστημα της μεταπολεμικής περιόδου.

    Ο συγγραφέας διαφωνεί ρητά με τις απόψεις, που έχουν διατυπωθεί επανειλημμένα και από διαφορετικές πλευρές, ότι η μόνη δυνατότητα του ΚΚΕ ήταν να εγκολπωθεί κεντρικά τον εμφύλιο πόλεμο που ξεκίνησε «η επαρχιακή εκδοχή της αριστεράς».

    Έτσι, υποστηρίζει, ότι «η λευκή τρομοκρατία ήταν ένα υπαρκτό πολιτικό φαινόμενο, περιορισμένο όμως σε συγκεκριμένες περιοχές της υπαίθρου και ως εκ τούτου μειωμένης πολιτικής εμβέλειας. Άλλωστε οι ασύντακτες ομάδες της άκρας δεξιάς δραστηριοποιούνταν με όρους προσωπικής πολιτικής βεντέτας, χωρίς καθοδήγηση και χωρίς συγκεκριμένο πολιτικό στόχο. Αργότερα, από τα μέσα του 1946, η δράση τους συντονίστηκε στην προοπτική της επαναφοράς του Γεωργίου Β́. Οι ίδιοι οι παράγοντες της δεξιάς παραδέχονταν ότι η ένοπλη δράση των ομάδων του ΚΚΕ δεν μπορούσε να αντιμετωπιστεί από τους ένοπλους της δεξιάς, οι οποίοι δραστηριοποιούμενοι σε διάσπαρτες ομάδες υστερούσαν σε δυναμικότητα απέναντι στους ένοπλους αριστερούς».

    Το κεφάλαιο αυτό περικλείει πλήθος υποενοτήτων με τους τίτλους: Τι είναι η πολιτική περιθωριοποίηση του αντιπάλου, Η Βρετανική πολιτική μετά τα Δεκεμβριανά, Συνοπτική περιγραφή της οικονομικής κατάστασης του 1946, Λευκή Τρομοκρατία: οι διαστάσεις της, Αιτήματα της βάσης, επιλογές της ηγεσίας, Οι εκλογές του 1946 και η αποχή, Η εθνικόφρων παράταξη και η λογική της σύγκρουσης, Ήταν υπαρκτή η Σλαβική επιβουλή; Ένας ενδιαφέρων διάλογος: ο Ζέβγος συζητά με τον Κοστόφ, Μπουλκές, Είχε κοινωνικές αιτίες ο εμφύλιος πόλεμος; Διεθνής κατάσταση 1945-1946, Οι αγγλοσοβιετικές σχέσεις διαρκούντος του πολέμου, Ιράν, Νοέμβριος 1945-Μάιος 1946, Η διάσκεψη του Μπρέντον Γουντς και η Σοβιετική Ένωση και τέλος Το γερμανικό πρόβλημα- μερικά σχόλια.

    Συσπείρωση Αναρχικών

    Από την ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 168, Φεβρουάριος 2017

    https://anarchypress.wordpress.com/2017/02/17/%CE%B7-%CE%BA%CF%8C%CE%BA%CE%BA%CE%B9%CE%BD%CE%B7-%CE%B2%CE%AF%CE%B1-1943-1946/

    Μου αρέσει!

  14. 2.Τον Κοκκινο Στρατο,εμποδιζε η συμφωνια Σταλιν- Τσωρτσιλ.Το ΚΚΕ δεν μπορουσε να κρατησει την Αθηνα.Θα υπηρχαν,ομως,πολυ περισσοτεροι νεκροι για να την εγκαταλειψει.

    Μου αρέσει!

  15. Καλα η συμφωνια Σταλιν-Τσωρτσιλ εξασφαλιζε οτι ο κοκκινος στρατος θα σταματουσε στα συνορα αλλα δεν εμποδιζε το ΚΚΕ να επιχειρησει να καταλαβει την εξουσια και να μετατρεψει τη χωρα σε λαικη δημοκρατια.

    Μου αρέσει!

  16. Αφου, το περιφημο χαρτακι εγραφε Ελλαδα 90 τοις εκατο Αγγλια,10 τοις εκατο Σοβιετικη Ενωση,το εμποδιζε.Εκτος κι αν το ΚΚΕ ειχε αγνοια της συμφωνιας,πραγμα που δεν ξερω αν εχει ξεκαθαριστει.Υπαρχει,βεβαιως,και η εκδοχη,ειτε γνωριζε,ειτε δε γνωριζε για τη συμφωνια,να εκανε την εξεγερση ,με σκοπο να παρουσιασει τη νικη του,αν ερχοταν,ως νικη του Ελληνικου λαου και μετα πεσκεσι στο Σταλιν.

    Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s