Βιβλία

Εμφύλια αναπάντεχα

 

Meros54_Photo2_small

Νομίζω ότι γύρισα στα Έμπεδα τη μέρα που γιορταζόταν η επέτειος της ΕΠΟΝ. Έχω, όμως, την εντύπωση ότι η γιορτή δεν έγινε ακριβώς την ίδια μέρα  της γιορτής της ΕΠΟΝ, δηλαδή στις 23 Φεβρουαρίου (σημ.: του 1949).Όταν φτάσαμε, δε θυμάμαι με ποιόν άλλο, όλοι γλεντούσαν, τραγουδούσαν και χόρευαν. Δεν είχε ασκήσεις τη μέρα εκείνη. Είχε, βέβαια, ομιλίες και συζητήσεις και κάποια στιγμή ήρθε και η ορχήστρα της Ταξιαρχίας (σημ. της 123ης Ταξιαρχίας του ΔΣΕ, στον Όλυμπο). Ήταν αρκετά όργανα, κλαρίνο, ταμπούρλο, βιολί, ακορντεόν, φλογέρα, κιθάρα και ίσως και άλλα όργανα.

Κάναμε κάτι σαν παρέλαση, αγώνες στη λύση και συναρμολόγηση των όπλων, ασκήσεις πυκνής τάξης- ακριβείας, ποια δημοιρία θα διακρινόταν στο τραγούδι και διάφορα άλλα.

Δε θα το ξεχάσω ποτέ και κάθε φορά που το θυμάμαι κάτι σαν ηλεκτρικό ρεύμα διατρέχει το σώμα μου και ανατριχιάζω. Όταν η ορχήστρα έπαιζε και κάποιοι τραγουδούσαν:

Μάνα μου τα κλεφτόπουλα, τρώνε και τραγουδάνε

άιντε πίνουν και γλεντάνε…

.  .  .

μον’ να μικρό, μόν΄ να μικρό κλεφτόπουλο δεν τρώει

δεν τραγουδάει, άι δεν πίνει δε γλεντάει,

μόν’ τ’ άρματά του ίσιαζε…

Τότε όλοι με κοιτούσαν (σημ. ο αφηγητής ήταν τότε 15-16 χρονών). Ένοιωθα μέσα μου να σπαρταρούν, να ζουν, οι παππούδες μου οι Κλέφτες και Αρματωλοί του Ολύμπου, οι Τζαχιλαίοι (…)

Η ορχήστρα έμεινε κάμποσες ώρες και έφυγε, σίγουρα θα πήγε σε άλλη μονάδα εκεί κοντά ή πίσω στην Ταξιαρχία. Ήταν μια εικόνα αξέχαστη για μένα, ανεπανάληπτη, να κατεβάζει η κοπελιά, που έπαιζε το ακορντεόν, το αυτόματο από το στήθος και να κρεμάει το ακορντεόν. Είχαν μαζί τους ένα ή δύο μουλάρια που κουβαλούσαν τα μουσικά τους όργανα και διάφορα άλλα πράγματα.

Αυτοί που ήρθαν πρώτοι στην άμιλλα σε διάφορα αγωνίσματα, πήραν παραπάνω σταφίδες, ξερά σύκα και καρύδια.

(Απόσπασμα από το βιβλίο του Τριαντάφυλλου Γεροζήση «Ανταρτόπουλο στο ΔΣΕ», εκδόσεις ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΠΟΧΗ, 2005)

*

Η περιγραφή αυτή μου θύμισε ένα στιχούργημα της χελιδόνας, το οποίο υπάρχει και εδώ: Ιουνίου 25, 2008 στο 1:22 πμ

Στο Μάλι Μάδι έπεφτε γλυκά το δειλινό
κι εμείς ετοιμαζόμαστε για τον εσπερινό
του Τάγματος καταυλισμό, εκεί μες τις οξ(ι)ές
κι από παντού ακούγονταν θεσπέσιες μουσικές.

Ήταν η μπάντα του Στρατού του Δημοκρατικού
(ρεπερτορίου Ρωσικού, αλλά κι Ελληνικού)
Έπαιζε κομμουνιστικά, υμνούσε αρχές κι αξίες
και έψαλλαν μελωδικά μέχρι και οι λοχίες.

Υπήρχαν όργανα πολλά’ ξεχώριζε το βιόλι
(ακούγοντάς το νόμιζες πως δε θα σ’ εύρει βόλι)
ζευγάρωνε αρμονικά εκεί με μία κίθαρα
(τα έπαιζαν δυο μαχητές, ξαδέρφια κοντοπίθαρα).

Σε άλλους κόσμους σ’ έπαιρνε το φλογερό φλαούτο
κι όλοι αναρωτιόντουσαν «μωρέ, τι είναι τούτο;»
Αποκρινόταν κλάρινο από την Ημαθία
κι έλεγε: ζήτω ΚΚΕ, ζήτω η Σοβιετία!

Τα τάμπουρλα κρατάγανε με τέχνη το ρυθμό
κι η τρόμπετα ξεφύσαγε με χάρη και θυμό.
Παίζαν και δυό ακόρντεον από το Μοναστήρι
και οι αντάρτες φώναζαν: θα γίνει πανηγύρι!

Ακούγαμε με έκσταση το σουραβλί ανυπόμονοι
και μια βιολά που στέκονταν πίσω από το τρόμπονι
ν’ αλλάζει αναστεναγμούς μ’ αυτό το σαξοφώνο.
Τότε κάποιος ψιθύρισε: δεν ημπορώ, λιγώνω…

Έτσι εκύλησε η βραδιά εκείνη η μουσική.
ξάφνου είπ’ ο ασύρματος: όλοι επιφυλακή.
Οι μαχητές τραβήξαμε στα δυνατά αμπριά μας
μα οι μουσικές ταξίδευαν για ώρα στην καρδιά μας.

*

Κι άλλο αναπάντεχο, από το βιβλίο του Γεροζήση!

(σημ: βρισκόμαστε στον Οκτώβρη του 1949, ο νεαρός αντάρτης – αφηγητής έχει συλληφθεί και κρατείται στο Μακρυχώρι, καθ’ οδόν προς τη Λάρισα)

Το κρατητήριο ήταν σε ένα στάβλο. Φως δεν υπήρχε. Εκεί ήταν καμιά δεκαριά, ίσως περισσότεροι. (…) Εκεί στο κρατητήριο αυτό ήταν και μια ωραία, ψηλή κοπέλα, την είχα δει μια δυο φορές στην Ταξιαρχία. Αυτή εκεί στο κρατητήριο είχε κάτι το ξεχωριστό πάνω της. Κάτι την έκανε να ξεχωρίζει. Μάλλον της είχαν δώσει καινούρια στρατιωτικά ρούχαόταν την έπιασαν και είχε και χλαίνη και καινούρια άρβυλα. Έλεγαν ότι ήταν από μεγάλη οικογένεια του Κολωνακίου. Με τις γλώσσες της, τις σπουδές της. Δε θυμάμαι όνομα, ίσως το μικρό της ήταν Μαίρη. Μια δυο φορές το ανέφερε ο Γκαρέλιας, αργότερα, όταν κουβεντιάζαμε για τον Εμφύλιο. Ήταν βέβαια εθελόντρια και στέλεχος του Κόμματος. Πως βρέθηκε στον Όλυμπο δεν ξέρω. (σελ. 446-7)

*

Στο στρατόπεδο (κρατουμένων αιχμαλώτων του ΔΣΕ) της Λάρισας τώρα, γίνεται η δεύτερη και τελευταία συνάντηση του νεαρού Γεροζήση και της «Μαίρης», στη διάρκεια των ανακρίσεων:

Κάποια στιγμή έφεραν την ψηλή κοπέλα που είχα δει στο Μακρυχώρι, την «Κολωνακιώτισσα» όπως την έλεγε ο Γκαρέλιας. Την πήραν μέσα, της μιλούσαν με το σεις και με το σας και της έλεγε κάποιος ότι θα ήθελαν να τους εξυπηρετήσει με μία δήλωση και αν χρειαστεί να βγει να μιλήσει από κάποιο μπαλκόνι, «όπως γίνεται συχνά».

Τύχαινε τότε, να δεχτεί κανένας «μετανοιωμένος» βαθμοφόρος του ΔΣΕ ή στέλεχος του Κόμματος, να μιλήσει σε κάποιο μπαλκόνι στην πλατεία της Λάρισας, σε κανένα κινηματογράφο ή στο στρατόπεδο, μπροστά σε όλους μας. Φυσικά έλεγαν ότι τότε ανακάλυψαν ότι ήμαστε «ξενοκίνητοι» και διάφορα, ότι πληγώναμε την πατρίδα και άλλα τέτοια.

Εντύπωση μου έκανε η σταθερότητα της φωνής της κοπέλας και η αθηναϊκή της προφορά, που είπε, «μην επιμένετε, δεν μπορώ να στραφώ αναντίον του εαυτού μου, αυτά που πίστευα εξακολουθώ να τα πιστεύω». Και της είπαν «να τους διευκολύνει για να μπορέσουν να τη βοηθήσουν» και τους απάντησε ότι «όταν πήρα το δρόμο αυτό, ήξερα τι έκανα, τραβώ το δρόμο που διάλεξα».

Δεν ξέρω τι έγινε στη συνέχεια, γιατί πέρασαν σε άλλο δωμάτιο. (σελ. 454)

*

Αναζητείστε το έπος της «Μαίρης», γραμμένο από τον παπούλη:

https://panosz.wordpress.com/2013/10/12/mario/

*

Υπάρχει όμως κι άλλο αναπάντεχο στο βιβλίο του Γεροζήση (δηλ. υπάρχουν πολλά…) το οποίο αυτή το φορά έχει να κάνει με τον Αριστοφάνη!

Θυμάστε, ίσως, στους Αχαρνής, την απολογία του Δικαιόπολη, όταν κάνει λόγο για τα αίτια του πολέμου και τα αποδίδει σε τρεις πόρνες. Αν ναι, δείτε τώρα πως ο Αριστοφάνης συναντά τον Μπλούχο. Έτσι δε Μπλούχος ένας νεαρός (μάλλον κάτω από τα είκοσι) αντάρτης, από… χωριό.

*

(…) ο Γιάννης, όπως «καθόμασταν» γύρω -γύρω στο αμπρί και κοιτούσαμε ο ένας τον άλλον, μου λέει:
– Δε μου λες εσύ, ρε γραμματιζούμενε, που παριστάνεις το φιλόσοφο, για πές μας εσύ, γιατί γίνονται οι πόλεμοι;
(…) Άρχισα νε λέω διάφορα, «…γιατί οι καπιταλιστές, οι ιμπεριαλιστές, το θέλουν, οι εκμεταλλευτές, και αυτό και κείνο και πρέπει να πουλήσουν όπλα και αυτό και κείνο»
Όλοι κοιτούσαν τι θα πω και που το πήγαινε ο Γιάννης, ήταν και μια διέξοδος στο χαμό που γινόταν έξω, κείνη τη στιγμή, λοιπόν, λέει ο Μπλούχος:
-Σιγά, τώρα, κάτι μας είπες, δε γίνονται γι’ αυτό οι πόλεμοι, λάθος μας τα λες.
Τότε δυο-τρεις ρωτήσαμε αυθόρμητα, αυτό που περίμενε ο Γιάννης.
– Τότε γιατί γίνονται οι πόλεμοι;
Και ο Μπλούχος με ύφος θριαμβευτικό:
– Για το μουνί γίνονται ρε οι πόλεμοι.
Εκεί λοιπόν, την ώρα που περιμέναμε να πετάξει καμιά μεγάλη φιλοσοφία ο Γιάννης, ξέσπασε ένα γέλιο, μας φάνηκε τόσο αστείο. Ο Περονόσπορος άφησε το πολυβόλο και κρατούσε την κοιλιά του, σκιστήκαμε στα γέλια, τόσο που από το διπλανό όρυγμα κάποιος φώναξε: «Τι πάθατε αυτού, τρελαθήκατε, φάγατε τρελόχορτο, όλοι αυτού;» (σελ. 150-1)

*

Άλλο ένα αναπάντεχο: το τραγούδι του Ζαχαριάδη, που έκανε μεγάλο σουξέ μεταξύ των μαχητών του ΔΣΕ!

Το μπουντρούμι δεν τον λυγά
και η σκέψη τρέχει γοργά
στους συντρόφους που πολεμούν
απ’ τα κάτεργά τους να βγούν.

Φυλακή βαριά με φρουρούς θεριά
στα δεσμά κρατεί
αρχηγό κι οδηγητή.

Με τιμή κρατάς τη σημαία μας
και στο φασισμό
ορθώνεις τον κομμουνισμό.

Ζαχαριάδη αγωνιστή
βαρβαρότητας γκρεμιστή.
Μπράτσα μύρια εσένα φρουρούν
λογισμοί σε σένα πετούν.

Όρκο παίρνει ο δουλευτής
στ’ όνομά σου ο μαχητής
και χτυπάει τη μαύρη σκλαβιά
ν’ ανατείλει φως, λευτεριά.

Φυλακές γκρεμούν, τα δεσμά λυγούν
και στο κόμμα εμπρός
Ζαχαριάδης αρχηγός. (σελ. 295-6)

*

Αντάρτεμ ‘σα ψηλά βουνά ποιός μαγερεβ και φάισε
ποιος πλεν’ και τα λώματα κάθε Σάββα αλάισε;

Αντάρτεμ’ επερεξένκασε το σπίτιμ εφκαιρώθεν
ελέπα το και σιάιρουμεν το όπλον ντε φορτώθες.

Αντάρτες κάψτε τον Κούκον και ποίστε τον μανέαν
της κουκουβάγιας το πουλίν να χτίζ’ απές φωλέαν.

Κοντός εν ο Κισά Μπατζάκ με τ’ ένα πιστολόπον
λάσκεται απές σον Κούκον σαλαχανάς σκυλόπον.

Ανάθεμα Κισά Μπατζάκ το κοντόν το ποδάρι σ’
έρθανε και αντάρτες μας επήραν το καφάλι σ’. (σελ. 296)

Πρόχειρη μετάφραση, χωρίς εγγύηση ακρίβειας:

Αντάρτη μου εκεί στα ψηλά βουνά, ποιός μαγειρεύει και τρώς
ποιός πλένει τα ρούχα σου, ν’ αλλάζεις κάθε Σάββατο;

Αντάρτη μου σε ξεπροβόδισα και άδειασε το σπίτι μου
το έβλεπα και χαιρόμουνα το όπλο που φορτώθηκες.

Αντάρτες κάψτε τον Κούκο και κάντε τον καψαλιά
να πηγαίνουν οι κουκουβάγιες να χτίζουν τις φωλιές τους.

Ο Κισά Μπατζάκ είναι κοντός, έχει ένα μπιστόλι
και περιφέρεται ανεπρόκοπος στον Κούκο, το σκυλί.

Ανάθεμα το κοντό το ποδάρι σου Κισα Μπατζάκ
ήρθαν οι αντάρτες μας και σου πήραν το κεφάλι.

*

delta – kapa

Το κακό είναι ότι οι περισσότεροι είναι συνηθισμένοι στην ηρωοποίηση ειδώλων. Είναι γενική ανθρώπινη αδυναμία κι έχει να κάνει νομίζω με έμφυτη πνευματική τεμπελιά (όσο έμφυτη και η πνευματική εγρήγορση). Γιατί το λέω αυτό; Κοίτα το τραγούδι που εκθειάζει τον Ζαχαριάδη. Εγώ δεν γνωρίζω ιστορία και τι σόι ήρωας μπορεί να ήταν αυτός ο πολεμιστής, αλλά το τραγούδι αυτό είναι αποκαλυπτικό της ανάγκης για κράτημα σε μια υποτίθεται ηρωική μορφή. Όταν το διαβάζει κανείς σήμερα τι μπορεί να αισθανθεί. Ίσως να υπάρχουν από ανάμεσα μερικοί «καπεταναίοι» που θα πιστεύουν τους στίχους. Αλλά δεν χρειάζεται να είσαι δεξιός ή απολιτικός για να σχετικοποιήσεις τους εκθειασμούς και να κουνήσεις το κεφάλι σου με συγκατάβαση εκ του ασφαλούς πια.
Αρκεί να ξαναδιαβάσεις για παράδειγμα:

Με τιμή κρατάς τη σημαία μας
και στο φασισμό
ορθώνεις τον κομμουνισμό.

ή το

Ζαχαριάδη αγωνιστή
βαρβαρότητας γκρεμιστή.

Παρόμοια και στο ποντιακό τραγούδι. Όπου αγνοώ πλήρως τα πρόσωπα και τα τεκταινόμενα. Αλλά είναι σαφές ότι αναφέρεται σε ανταλλαγές βαρβαρότητας.

Εδώ, δεν αναφέρομαι τόσο στην ανάγκη του στιχοπλόκου για ηρωοποίηση, αλλά στην εικασία μου της αμηχανίας των αναγνωστών της παρούσας καταχώρησης (του παρόντος ποστακίου). Κάθε φορά που οι αξίες δεν μπορούν να εντοπιστούν με μονοσήμαντο τρόπο, να απλοποιηθούν δηλαδή και να τους αφαιρεθεί η σχέση τους με τη ζωή (για να ξέρουμε αν πρόκειται για κάτι καλό ή για κάτι φτου-κακά, κακό) μένουν από την μαζική πλειοψηφία στα αζήτητα.
Δηλαδή ότι ανθρωπινότερο εξοβελίζεται και στη θέση του μπαίνουν ανύπαρκτες φιγούρες σαν τον Άη-Γιώργη (κομμουνιστή η ορθόδοξο δεν έχει σημασία) που καβαλάρης με το υπερμέγεθες κοντάρι του καθαρίζει για μας. ΄Η μας απογοητεύει. Αλλά επειδή είναι δύσκολο να αποδεχόμαστε τα λάθη μας και ν’ αλλάζουμε ζωή (και για διάφορους άλλους λόγους) τον κάνουμε εικόνα.
Γι αυτό λέω ότι η αδυναμία της ελληνικής κοινωνίας να επεξεργαστεί τον εμφύλιο με κριτήρια χτισμένα όχι σε αριστερή ιδεολογία ή σε εθνική οπτική, αλλά στην απλή λογική, έχει μεγάλη συνάφεια και με τα κοινωνικά και πολιτικά αδιέξοδα του σήμερα.

Τώρα θα μου πείτε τα είδες όλ’ αυτά διαβάζοντας τους παραπάνω στίχους;
Εντάξει πετάει η σκέψη μου μακριά, αλλά εδώ επιτρέπεται. (Άλλωστε μόνοι μας είμαστε)

Πηγή: https://panosz.wordpress.com/2009/07/11/civil_war-16/

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s