Διχασμός

Απείρανθος Νάξου: Ο μικρός Εμφύλιος του 1916-17

(Παραλείπεται η εισαγωγή – μπορείτε να τη δείτε στην πηγή. Ο τίτλος στην παρούσα ανάρτηση είναι των «Σημειώσεων»)

Λουκία Βαρθαλίτου, ιστορικός

Στις 2 Δεκεμβρίου 1916 φθάνει στο λιμάνι της Νάξου το ατμόπλοιο «Έλδα» με δύναμη 80 ανδρών περίπου, υπό τον ανθυπολοχαγό Νικόλαο Ρουσσάκη και τον πολιτικό αντιπρόσωπο της κυβέρνησης

η Νάξος το 1910

της Θεσσαλονίκης Τσιριμωνάκη. Το «Έλδα» συνοδευόταν από αγγλικό ανιχνευτικό αλιευτικό. Η στρατιωτική δύναμη έγινε δεκτή από τους κατοίκους της Νάξου χωρίς καμιά αντίσταση ή επιθετική διάθεση. Μετά και από τη «διαβεβαίωση» του δημάρχου της πόλης καθώς και του αστυνομικού διευθυντή Αριστείδη Καλούτση, ο στρατός και δύναμη χωροφυλακής στρατοπέδευσαν στο δημοτικό σχολείο της πόλης. Κλήθηκαν τότε οι πρόεδροι όλων των Κοινοτήτων για να δηλώσουν ότι αναγνωρίζουν ως νόμιμη την κυβέρνηση της Θεσσαλονίκης. Οι πρόεδροι της Μονής και τ’ Απεραθιού αρνήθηκαν. Το απόσπασμα βάδισε εναντίον της Μονής όπου η πρώτη ενέργεια ήταν να αφαιρεθεί από τους κατοίκους κάθε τι που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για αντίσταση.

«Μπαίνανε μες τα σπίτια οι στρατιώτες και ψάχνανε. Αν ήθελε νά ‘βρουνε τουφέκι, μαχαίρι, ξυράφι, το παίρνανε για ν’ αφοπλίσουνε τσ’ αθρώποι»,αφηγείται η γερόντισσα, πια, Φωτεινή Χαμηλοθώρη. Αφού περικύκλωσαν το χωριό έκαναν έφοδο και μπήκαν μέσα. Οι Μονιάτες τους αντιμετώπισαν με γιουχαϊτά και βρισιές όπως «Κάτω οι προδότες, ζήτω ο Βασιλιάς». Μάζεψαν τέλος τον κόσμο στην πλατεία και έγιναν κάποια μικροεπεισόδια. Μια γερόντισσα, δηλαδή, έβαλε μέσα στην τσέπη της στάχτη και τους την πέταξε, κάποιος άλλος πέταξε μια πέτρα χωρίς να επιτύχει το στόχο του. Στη συνέχεια συνέλαβαν τον πρόεδρο της Κοινότητας μαζί με 19 άλλα άτομα και τους έστειλαν με αγγλικό αλιευτικό στη Σύρο, όπου τους απαγγέλθηκε κατηγορία «επί εξυβρίσει και εσχάτη προδοσία». Μόλις αποβιβάστηκαν στο λιμάνι της Ερμουπόλεως, ο πρόεδρος εδάρη από τον στρατιωτικό διοικητή Αιγαίου, Νικόστρατο Καλομενόπουλο, και οι άλλοι διαπομπεύτηκαν από τους βενιζελικούς της Σύρου. Μετά απ’ όλ’ αυτά υπογράφτηκε στη Μονή το πρωτόκολλο αναγνώρισης της κυβέρνησης της Θεσσαλονίκης και ο ανθυπολοχαγός Ρουσσάκης ξεκίνησε για τ’ Απεράθου.

Στ’ Απεράθου φιλοξενήθηκε για τέσσερις μέρες από τους κατοίκους αλλά στάθηκε αδύνατο να τους πείσει να «προσχωρήσουν εις την Εθνικήν Κυβέρνησιν». Στο διάστημα αυτό οι Άγγλοι συμφώνησαν με τους Απεραθίτες να αναγνωριστούν ουδέτε¬ροι για όσο καιρό θα διαρκούσε ο πόλεμος. Οι όροι της συμφωνίας ήσαν: α) ο λαός της Απειράνθου να παραδίδει όπως και πρώτα σμύριδα και β) να

Βασιλιάς Κωνσταντίνος

δεχθεί βενιζελική αστυνομία. Για λόγους, όμως, που μέχρι σήμερα δεν έχουν γίνει γνωστοί η συμφωνία αυτή δεν υπογράφτηκε. Ο Ρουσσάκης αφού εξάντλησε όλα τα περιθώρια για να τους πείσει με ειρηνικά μέσα επέστρεψε στην Τραγαία και απέκλεισε τ’ Απεράθου.

Οι Απεραθίτες είχαν κυνηγετικά όπλα, ελάχιστα όπλα τύπου γκρα, μερικά παλιά περίστροφα και λίγα πυρομαχικά. Είχαν όμως δυναμίτιδα την οποία χρησιμοποιούσαν για την εξόρυξη της σμύριδας και την κατείχαν βάσει ειδικών νόμων. Τη νύχτα, όταν κατάλαβαν ότι είχαν περικυκλωθεί, άναβαν φωτιές στις βουνοκορφές του χωριού και έριχναν φυσίγγια δυναμίτιδας για να διασκεδάζουν αλλά και για να δείξουν ότι έχουν οπλισμό. Η κατάσταση αυτή συνεχίστηκε μέχρι το τέλος του Δεκέμβρη 1916, οπότε ήρθε στη Νάξο από τη Σύρο όλη η στρατιωτική δύναμη του Αιγαίου με αρχηγό τον υπολογαχό, Δ. Σαμαρτζή, που προσπάθησε, καλώντας στην Τραγαία τους θεωρούμενους ως υποκινητές του λαού, να τους πείσει να υπογράψουν πρωτόκολλο αναγνώρισης της κυβέρνησης της Θεσσαλονίκης. Συγχρόνως το τορπιλοβόλο «Θέτις» άραξε στον όρμο Μουτσούνα — το κοντινότερο σημείο τ’ Απεραθιού από τη θάλασσα – απ’ όπου ο υπολοχαγός Σαμαρτζής, έστειλε το ακόλουθο τελεσίγραφο:

«Προς τους κατοίκους Απειράνθου.
Εξαντληθέντων πάντων των μέσων της επιεικείας, πάντων των στοιχείων της υπομο¬νής, οφειλομένων εις την ελπίδα ότι ηθέλετε σκεφθεί πραγματικότερον, ευρίσκομαι εις την ανάγκη να σας δηλώσω ότι η κατάστασις αύτη δεν είναι ανεκτή πλέον, και ότι θα επιβληθεί το κράτος του νόμου, ότι παρουσιάζεται απόλυτος πλέον η ανάγκη της ησυχίας της νήσου… Σας προσκαλώ όπως, αφού σκεφθήτε ωριμότατα, αφού αφήσητε κατά μέρος κάθε ελατήριον το οποίο σας έκαμε να δημιουργηθεί η υφισταμένη κατάστα¬σις, να υπογράψητε την προσχώρησιν, συγχρόνως δε φέρετε το ψήφισμα και παραδώσητε τα όπλα μέρχι της έκτης  μεταμεσημβρινής ώρας. Εγώ θα ευρίσκομαι εν Χαλκί (Τραγαία). Από της ώρας εκείνης εάν δεν δηλώσητε προθύμως προσχώρησιν και δεν παραδώσητε τα υπάρχοντα όπλα εις εμέ, τα οποία θα σας επιστραφώσιν εν καιρώ, θα θεωρηθήτε ως εχθροί, το χωρίον θα κηρυχθή εις κατάστασιν πολιορκίας, θα κηρυχθή ο στρατιωτικός νόμος, θα συσταθή έκτακτον Στρατοδικείον και θα κτυπηθήτε από ξηράς και θαλάσσης. Δε μας εξέλειπε και η τελευταία ελπίς ότι θα σκεφθήτε πραγματικώς πλέον.
Εκ του πολεμικού «Θέτις» ώρα 10.05′
Ο διοικητής της εν Νάξω στρατιωτικής δυνάμεως
Δ. ΣΑΜΑΡΤΖΗΣ υπολ. πεζικού»

Το τελεσίγραφο έγινε γνωστό σ’ ολόκληρο τον απεραθίτικο λαό ο οποίος, όμως, το έκρινε «ανάξιον οιασδήποτε απαντήσεως». Ιδιαίτερη βαρύτητα είχε η γνώμη του Κολέα (Εμμ. Ζευγώλη) για τη λήψη της απόφασης. Μετά την απάντηση αυτή, την επόμενη μέρα 2 Ιανουαρίου 1917, ημέρα Δευτέρα, χαράματα σχεδόν, η στρατιωτική δύναμη προχωρεί προς το χωριό σε τάξη μάχης. Μόλις το αντελήφθησαν οι κάτοικοι ανέβηκαν στα δώματα των σπιτιών τους, άλλοι ανέβηκαν στη θέση Αγ. Παρασκευή (απ’ αυτή την είσοδο θα έμπαινε ο στρατός στο χωριό).

Ναξιώτες το 1910

Ο πρόεδρος της κοινότητας έσπευσε αμέσως να συναντήσει τον Σαμαρτζή, που του έθεσε προθεσμία δεκαπέντε λεπτών για να εκτελέσει το τελεσίγραφο. Ο πρόεδρος, βενιζελικός ο ίδιος, αρνήθηκε μεταφέροντας στον Σαμαρτζή την άποψη των κατοίκων, ότι δηλαδή θεωρούν ως αλλαξοπιστία την προσχώρηση. Μ’ έναν ελιγμό, ο πρόεδρος προσπάθησε να αποφύγει το κακό. Είπε ότι δεν βλέπει το λόγο για τον οποίο θα πρέπει να καταστραφεί το χωριό, αφού μπορεί κάλλιστα να εισέλθει και αν κάποιος πάθει οτιδήποτε, θα μπορούσε να κρατηθούν ο πρόεδρος και άλλοι ως όμηροι και υπεύθυνοι για κάθε καταστροφή. Ο Σαμαρτζής αρνήθηκε και τότε ο πρόεδρος επέστρεψε και ανακοίνωσε στους συγκεντρωμένους κατοίκους την απόφαση του υπολοχαγού. Ακολουθεί νέα άρνηση των κατοίκων. Τότε ο υπολοχαγός αρχίζει να εκτελεί το σχέδιο του.

Στις 9 περίπου το πρωί το τορπιλοβόλο «Θέτις» από τον όρμο της Μουτσούνας άρχισε να βάλει κατά του χωριού δεν είχε όμως ορατότητα και γι’ αυτό οι βολές που έριξαν δεν έφεραν κανένα αποτέλεσμα. Ο δε υπολοχαγός Σαμαρτζής διέταξε τα πυρά ομαδόν με επαναληπτικά όπλα τύπου γκρα και ενός πολυβόλου, εναντίον του συγκεντρωμένου πλήθους που απείχε μόλις 80 περίπου βήματα από τους στρατιώτες. Κατόπιν με έφοδο ο στρατός μπήκε στο χωριό όπου συνέχισε τις βιαιότητες. Σκότωσαν με ξιφολόχη έξω από το σπίτι του το γέρο-Μπελιώτη, μέσα δε στο σπίτι του με χειροβομβίδα το Σταύρο Ν. Σταυριανό, όπως επίσης και τον Μιχαήλ Γρατσία ο οποίος τόλμησε να πει: «Βρε παιδιά, μα Τουρκιά μας ήβρηκε;». Εσύλησαν ακόμη αρκετούς, όπως το Δημήτρη Εμ. Βάσιλα, το Βασίλη Ιωαν. Καραπάτη και την Ειρήνη Εμ. Κώτσου της οποίας της έκοψαν το δάχτυλο για να αφαιρέσουν το δαχτυλίδι που φορούσε.

Το χωριό ολόκληρο, μετά την υπόδειξη του παπά Φραγκίσκου, σήκωσε λευκές σημαίες. Το αποτέλεσμα της σύγκρουσης ήταν 32 νεκροί και 44 πληγωμένοι, από τους οποίους οι 15 έμειναν ανάπηροι. Μετά συνέλαβαν περίπου 120 άνδρες, οι οποίοι αφού περισυνέλεξαν τα πτώματα, τα έθαψαν σε κοινό λάκκο χωρίς καμιά θρησκευτική τελετή και, στη συνέχεια, φυλακίστηκαν για μια βδομάδα στην εκκλησία. Απ’ αυτούς 80 μεταφέρθηκαν στο Δημοτικό Σχολείο της Χώρας. Αφού κρατήθηκαν εκεί για δέκα περίπου ημέρες αποφυλακίστηκαν όλοι, εκτός από την κλάση του 1916 που τους επιστράτευσαν και τους έστειλαν στη Σύρο. Τη διαταγή της αποφυλάκισης έδωσε ο Νικόστρατος Καλομενόπουλος, στρατιωτικός διοικητής Αιγαίου, που είχε έρθει από τη Σύρο για να ενημερωθεί για την κατάσταση. Η διοίκηση του αγγλικού πολεμικού ναυτικού μαθαίνοντας την ύπαρξη πληγωμένων έστειλε γιατρό και είδη νοσηλείας. Αμέσως μετά επεβλήθη στ’ Απεράθου στρατιωτικός νόμος. Το κοινοτικό συμβούλιο τ’ Απεράθου με το παρακάτω πρακτικό αναγκάστηκε να αναγνωρίσει τελικά το νέο καθεστώς:

«ΤΟ ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΑΠΕΙΡΑΝΘΟΥ.
Λαβόν υπ’ όψιν ότι τα πρακτικά της σημερινής συνεδριάσεως, εν οις γίνεται λόγος περί προσχωρήσεως εις την Εθνικήν Κυβέρνησιν και έχον την γνώμην ότι η μέχρι σήμε¬ρα ασκηθείσα πολιτική, παρά την εκπεφρασμένη γνώμη του ελληνικού λαού και τα συνταγματικά δικαιώματα, απομακρύνουσα το έθνος από το πλευρό των ευεργέτιδων δυνάμεων δεν ανταποκρίνεται ούτε προς τις παραδόσεις, ούτε προς το φρόνημα αυτού, ή αντιστρατεύεται προς τα πραγματικά εθνικά συμφέροντα, ευρισκόμενα εις άκραν αντί¬θεσιν, προς τα συμφέροντα των πατροπαράδοτων αυτού εχθρών. Και ότι η ίδια αύτη πολιτική υπεβίβασε το κράτος από της περιοπής εις ην είχε αναβαθμιστεί δια των δύο νικηφόρων πολέμων, εις την σημερινήν αυτού αθλιότητα και ούτως διατρέχει μέγιστον κίνδυνον η ελληνική φυλή. Αποφαίνεται παμψηφεί: Προσχωρεί εις την Προσωρινήν Κυβέρνησιν με την πεποίθηση ότι αυτή θέλει περισώσει το κινδυνεύον ελληνικόν έθνος.
Εγένετο και εξεδώθη εν Απειράνθω εν τω κοινοτικώ καταστήματι
σήμερον την 5ην Φεβρουαρίου 1917 έτους
ΤΟ ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ.
Ο πρόεδρος Γ.Ν. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ
Τα μέλη: Ι. ΣΚΛΗΡΑΚΗΣ, ΜΙΧ. Ν. ΠΡΩΤΟΝΟΤΑΡΙΟΣ, Ι. ΕΜΜ. ΚΑΜ¬ΠΟΥΡΗΣ, Ε.Γ. ΜΠΟΥΓΙΟΥΚΑΣ, Γ.Α. ΓΡΑΤΣΙΑΣ, ΗΛ. ΗΛΙΑΔΗΣ, ΝΙΚ.Γ. ΚΑΤΙΝΑΣ, Λ.Γ. ΠΑΝΤΕΛΗΣ».
Την ίδια μέρα, 5 Φεβρουαρίου 1917, καταργήθηκε ο στρατιωτικός νόμος με την παρακάτω ανακοίνωση:
«ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΚΑΤΟΙΚΟΥΣ ΤΗΣ ΑΠΕΙΡΑΝΘΟΥ.
Λαβόντες υπ’ όψιν την μετά την προσχώρησιν υμών ελληνοπρεπή διαγωγήν σας, δι’ ης αποδεικνύεται ότι ο λαός της Απειράνθου μένει πιστός εις τα πάτρια ιδεώδη, αίρομεν τον στρατιωτικόν νόμον. Πεποιθότες ότι και εις το μέλλον θα εμμείνητε πιστοί και ακραιφνείς υποστηρικταί του εθνικού μας αγώνος.
Απείρανθος 5η Φεβρουαρίου 1917.
Ο εν Νάξω αντιπρόσωπος του Γενικού Στρατιωτικού Διοικητού
Ν. ΡΟΥΣΣΑΚΗΣ ανθυπολοχαγός πεζικού».

Τα γεγονότα κατά την άποψη των Βενιζελικών

Την πρώτη αναφορά των βενιζελικών για το θέμα της Απειράνθου τη συναντάμε στοτηλεγράφημα του ίδιου του Βενιζέλου. «Γεγονότα Νάξου έθλιψαν ημάς. Αποστείλατε τάχιστα ενισχύσεις εις τους μαχόμενους άνδρας μας κατά επιστράτων Νάξου. Ανάγκην αποσπάσωμεν ωραίαν νήσον από κράτους προδοτών Αθηνών. Μη φεισθήτε ουδενός». Για τους βενιζελικούς, μέσα στο κλίμα της γενικής έντασης και του διχασμού, και θεωρώντας τους προδότες της Αθήνας εμπόδιο για την ολοκλήρωση των σχεδίων τα οποία επαγγέλονταν, τα γεγονότα της Απειράνθου ήσαν η μοιραία, η αναγκαία κατάληξη της αντίστασης «ην οργάνωσαν γνωστοί αντιδραστικοί», οι οποίοι κατάφεραν να εμπνεύσουν τέτοιο τυφλό φανατισμό στους οπαδούς τους ώστε «μεθ’ όλα τα ληφθέντα προς αυτούς ευγενή μέτρα ου μόνον δεν έστερξαν να προσχωρήσωσιν εις το εθνικόν κίνημα και εξακολουθήσωσιν τας εργασίας των, υπό την προστασίαν του νέου καθεστώτος, αλλά καθ’ εκάστην χλευαστικότατα προεκάλουν τον στρατόν, ρίπτοντας δυναμίτιδας και πυροβολούντες, όστις και έθεσεν αυτούς εν αποκλεισμό».
«Κατά τα αιματηρά γεγονότα που ηκολούθησαν εφονεύθηκαν υπό των διεξαγόντων την αντίδρασιν και πολλά γυναικόπαιδα, εν οις και η αδελφή του υπολοχαγού Σκευοφύλακος μετά του τέκνου της».Οι Απειράνθιοι, οι ορεσέβιοι τούτοι και γενναίοι άνδρες, φιλοπάτριδες και ειλικρινείς, έπιπτον θύματα ηθικών αυτουργών, αλλαχού διαμενόντων, έπιπτον θύματα της νοσηράς καθολικής καταστάσεως ήτις επεκράτη τότε».
«Μετά την άσκοπον αιματοχυσίαν η τάξις όχι μόνον αποκατέστη αλλά και το κοινοτικόν συμβούλιον Απειράνθου ανεγνώρισε πλήρως το νέον καθεστώς, προς τιμήν δε των Απειρανθίων πρέπει να λεχθεί ότι μόλις και απηλλάγησαν των ηθικών δηλητηριάσεων, αμέ-σως και πρώτοι έσπευσαν εις την φωνήν της πατρίδος, να υπηρετήσωσιν υπό τας σημαίας του εθνικού στρατού της Αμύνης, εις ου και υπηρετούν επίλεκτοι Απειράνθιοι αξιωματικοί». Διακρίνουμε λοιπόν μια προσπάθεια δικαιολόγησης της υπόθεσης από τη μεριά των βενιζελικών. Οι Απεραθίτες αντιμετωπίζονται σαν τα θύματα της κατάστασης που επικρατούσε τότε, αλλά ήσαν ανταγωνιστές άξιοι σεβασμού.

Τα γεγονότα όπως τα είδαν οι αντιβενιζελικοί
Για τους αντιβενιζελικούς, βέβαια, τα γεγονότα δεν ήταν παρά «κακούργημα, ο παρόμοιον δεν απαντάται εν τη ανθρωπινή ιστορία, δια τα τε προκαλέσαντα τούτο ελατήρια, ως και δια την ψυχραιμίαν μεθ’ ης εξετελέσθη». Κατά τον αποκλεισμόν δε «φαινομενικώς μόνον κατέλαβαν στρατιωτικώς δήθεν την δυτικήν οροσειράν του δήμου επί της οποίας την νύκτα ήναπτον πυρά, ενίοτε δε και έρριπτον φυσίγγια δυναμίτιδας, ουχί κατά των στρατιωτικών του αποκλεισμού, αλλά διασκεδάζοντες μεταξύ των και ίνα εμπνεύσωσιν αμοιβαίον θάρρος».

Έπειτα «ουδείς επίστευεν ότι η παθητική αντίστασις τούτων θα κατεβάλετο δια της βίας των όπλων, αλλά δια του αποκλεισμού μάλλον και άλλων ηπιότερων μέσων, αποκλειόμενης της επιδειχθείσης αγριότητας». Κατά την περίοδο που ακολούθησε την αιματοχυσία, «και μέχρι σχεδόν της καταλύσεως της τυραννίας οι κάτοικοι διετέλεσαν υπό αληθή τρομοκρατίαν. Οι αστυνομικοί σταθμάρχαι, ελλείψει πραγματικής βασιλείας, εθεώρουν εαυτούς ανωτέρους παντός άρχοντος… Ούτω και δια το ελάχιστον έτι, άνδρας πρώτης γραμμής, πολλάκις μόλις επιστρέψαντες εκ του μετώπου, γέροντας και γυναίκας άξιους παντός σεβασμού συνελάμβανον και έδερον ανηλεώς… ήσαν ούτοι οι μάλλον μισητοί υπήκοοι της καταλυθείσης τυραννίας. Η απειλή της εξορίας ήτο η τρομερότερα όλων». Για τους αντιβενιζελικούς η αντίσταση ήταν αυθόρμητη. Οι Απεραθίτες σαν μοναδικό γνώρισμα της πορείας τους είχαν την ιδεολογία τους.

Πηγή: Η αιματηρή κατάληψη της Νάξου από τους βενιζελικούς της «Εθνικής Αμύνης» στα χρόνια του Εθνικού Διχασμού (Φεβρουάριος 1917) | Θέματα Ελληνικής Ιστορίας

Advertisements

1 thought on “Απείρανθος Νάξου: Ο μικρός Εμφύλιος του 1916-17”

  1. Η βενιζελική «εθνική άμυνα» και τα αιματηρά γεγονότα στην Χαλκιδική (Σεπτέμβριος 1916)

    Ιωάννης Φιλίστωρ 19 Δεκεμβρίου 2009

    Βρισκόμαστε στην κορύφωση του Εθνικού Διχασμού τον Αύγουστο του 1916, όταν δηλαδή οι γερμανοβούλγαροι είχαν καταλάβει την Καβάλα και είχε ιδρυθεί η «εθνική άμυνα» στην Θεσσαλονίκη από φανατικούς Βενιζελικούς (Ζυμβρακάκης, Μαζαράκης, Αργυρόπουλος, Ζάννας, Χριστοδούλου) με σκοπό να σύρει την νόμιμη Ελληνική βασιλική κυβέρνηση των Αθηνών που ως τότε ήταν ουδετερόφιλη, στο πλευρό της Αντάντ. Η «Άμυνα» είχε από την πρώτη στιγμή την άφθονη υλική και οικονομική υποστήριξη του Γάλλου στρατηγού Σαράιγ. Η σημαντικότερη προτεραιότητα της «άμυνας» ήταν να επιστρατεύσει τις ελληνικές περιοχές που βρίσκονταν υπό τον έλεγχο της, δημιουργώντας στρατιωτικές μονάδες ώστε να προσφέρει υπηρεσίες στην Αντάντ και να εδραιώσει την θέση της που έμοιαζε τότε αρκετά επισφαλής.

    ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ

    Η σημαντικότερη περιοχή που για γεωγραφικούς κυρίως λόγους θα μπορούσε εύκολα να τεθεί υπό τον έλεγχο της «άμυνας», ήταν η Χαλκιδική. Έτσι λοιπόν οι «αμυνίτες» απέστειλαν τον λοχαγό Γεώργιο Κονδύλη με 200 άνδρες να καταλύσει τις Αρχές και να επιστρατεύσει τους κατοίκους της. Ο Κονδύλης έφτασε στην Γαλάτιστα στις 7 Σεπτεμβρίου όπου συνάντησε όμως την σταθερή άρνηση των κατοίκων να στρατευθούν. Η απάντηση του ήταν να καταλύσει πλήρως την έννομη τάξη και να συλλάβει τους σημαντικότερους προκρίτους της πόλης που αντιστέκονταν, τους οποίους διαπόμπευσε στους δρόμους της πόλης κρεμώντας στους λαιμούς τους πινακίδες με την λέξη «προδότης» πριν τους κλείσει φυλακή.

    Ο Κονδύλης συνέχισε την πορεία του στον Πολύγυρο όπου επίσης κατέλυσε τις νόμιμες αρχές του τόπου κατάσχοντας το επαρχιακό ταμείο. Όσο όμως καταγινόταν με αυτά, έμαθε ότι βασιλόφρονες επίστρατοι είχαν αφοπλίσει τους στρατιώτες που είχε αφήσει στην Γαλάτιστα. Ενισχυμένος με 200 άνδρες που του στάλθηκαν από την Θεσσαλονίκη, ο Κονδύλης επέστρεψε ανατρέποντας εύκολα τους ανοργάνωτους επίστρατους που είχαν στην μάχη αυτή 11 νεκρούς. Αφού ανακατέλαβε την Γαλάτιστα, ο Κονδύλης εκτέλεσε με συνοπτικές διαδικασίες τρεις από τους επίστρατους που συνέλαβε (Σαραφιανός, Κυμουρτζής, Πανέλας). Την ίδια μέρα οι «αμυνήτες» εκτέλεσαν τον επίστρατο Δημήτριο Στίνη ενώ τραυμάτισαν στα πόδια τον Κωνσταντίνο Κατάκαλο, τον Άγγελο Καραμεσάλα και τον Διαμαντή Σαφουρλά. Φυλακίστηκαν τουλάχιστον 20 πολίτες με τον βουλευτή Ιωάννη Τραιανό ανάμεσα τους. Η σκληρότητα του Κονδύλη οδήγησε όλους τους εφέδρους στα όρη εγκαταλείποντας οικείες και εργασίες. Στις 11 Σεπτεμβρίου ο Κονδύλης εξέδωσε την εξής διαταγή προς τους κατοίκους της Γαλάτιστας:

    «….Εκτελούντες απόφασιν της εθνικής αμύνης ημείς ο αρχηγός του στρατού της Χαλκιδικής επικηρύσσω τας κεφαλάς των πρωταιτίων: 1)Θ. Κατά, 2)Χριστ. Καραπλιάφη, 3)Λ. Τσαμπούρη, 4)Γ. Τσαμπούρη, 5)Στ. Σπανού, 6)Μ. Κουραμπότα.

    Εις εκείνον όστις θα φονεύση η θα καταδώση εις τον στρατόν μας έναν επικυρηγμένον τούτων, θα δοθεί αμοιβή δραχμών 1000. Οι οικείαι των επικυρηγμένων θα κατεδαφισθώσιν εντός της σήμερον και η περιουσία των θα δημευθεί και αι οικογένειαι των θα απελαθώσιν. Απαγορευεται προς πάντας τους κατοίκους της Χαλκιδικής να χαιρετώσι, προστατευσωσι και τροφοδοτώσι τους επικηρυσσομένους. Ο παραβάτης της παρούσης θα υποστή την βαρυτέραν των ποινών.»

    Επειδή όμως η επιστράτευση δεν προχωρούσε ικανοποιητικά, ο Κονδύλης συνέλαβε πολλές μητέρες και γυναίκες επιστράτων (Αν. Ζαμπάνη, Τρ. Τσακνή, Μαρία Κοτσάνη, Μαρία Χαλάτη). Σε μερικές δε περιπτώσεις αμυνήτες βασάνισαν απάνθρωπα 2 γυναίκες (Κυβέλη Κασσάνδρου, Ασπασία Τέλιου) για να τις αποσπάσουν την τοποθεσία όπου βρίσκονταν οι άνδρες τους. Στις 13 Σεπτεμβρίου οι αμυνήτες επιτέθηκαν στο χωριό βασιλικά και στις 14 Σεπτεμβρίου στην Νικήτη όπου πέταξαν σε χαράδρα τον Αθανάσιο Αναγνωσταρά καίγοντας τις προίκες από τις 2 αδερφές του καθώς και όλα τα έπιπλα της οικείας του. Επίσης έκαψαν τα έπιπλα από τα σπίτια όσων δημοσίων υπαλλήλων που αρνούμενοι να προσχωρήσουν στο κίνημα αναχώρησαν για την Λάρισα.

    Στις τελευταίες μέρες του Σεπτεμβρίου, ο Κονδύλης είχε χάσει εντελώς τον έλεγχο των πράξεων του, καθώς δεν πετύχαινε το αποτέλεσμα που ήθελε να δείξει στην Αμυνήτικη Διοίκηση ως νέος φέρελπις αξιωματικός που μόλις είχε αναδειχθεί. Έτσι στις 18 Σεπτεμβρίου απαγχόνισε τον Γρηγόριο Συνάπαλο από την Βαβδο, απαγχόνισε τον 70χρονο ιερέα του χωριού Σταυρός και τον αστυνομικό σταθμάρχη Ορμυλίας Αντώνιο Πατριαρχέα. Τον χορό του αίματος έκλεισε η εκτέλεση του έφεδρου λοχία Σταυρου Χαρδαλιά από την Επανομή. Το τελευταίο κατασταλτικό μέτρο που δοκιμάστηκε από την νέα προσωρινή Κυβέρνηση της τριανδρίας Βενιζέλου – Κουντουριώτη – Δαγκλή που εγκαταστάθηκε στην Θεσσαλονίκη στις 26 Σεπτεμβρίου, ήταν η απομόνωση της επαρχίας και η στέρηση ανεφοδιασμού της ώστε να λυγίσει από την πείνα.

    Όταν ούτε αυτή η τακτική απέδωσε, τότε η αποτυχία αποδόθηκε στον Κονδύλη που αντικαταστάθηκε με Συνταγματάρχη Χατζηιωάννου. Τότε η «τριανδρία» έκανε μια επίθεση φιλίας στους κατοίκους της Χαλκιδικής στέλνοντας 500 σακιά αλεύρι με τον μετριοπαθή Θεμιστοκλή Σοφούλη και δίνοντας διορία ενός μηνός σε όλους τους φυγάδες να παρουσιαστούν στον αμυνήτικο στρατό. Πολλοί φυγάδες ξεγελάστηκαν επιστρέφοντας στα σπίτια τους. Δεν υπολόγισαν σωστά. Στις 17 Δεκεμβρίου ο παλαιός μακεδονομάχος και φανατικός Βενιζελικός Παυλος Γύπαρης με ένα τάγμα υπό τον αντ/σχη Μπαρτζώκα, επιτέθηκε και κατέλαβε αιφνιδιαστικά τον Πολύγυρο, συλλαμβάνοντας πολλούς φυγάδες που είχαν επιστρέψει στα σπίτια τους, από τους οποίους οι περισσότεροι φυλακίστηκαν η ξυλοκοπήθηκαν ανηλεώς. Η πόλη λεηλατήθηκε για τρεις μέρες. Τα ίδια περίπου γεγονότα έλαβαν χώρα και στην Αρναία.

    Οι λόγοι της επίμονης άρνησης των κατοίκων της Χαλκιδικής να στρατευθούν ήταν πολλοί και κάποιοι από αυτούς μάλλον εύλογοι. Κατ΄ αρχάς η «εθνική άμυνα» ειδικά στα πρώιμα στάδια της που δεν είχε επικεφαλής τον Βενιζέλο, δεν συμβόλιζε την νομιμότητα αλλά έμοιαζε με ένα αμφίβολης εγκυρότητας ξενοκίνητο πραξικόπημα. Παράλληλα η πλειοψηφία των πολιτών της Χαλκιδικής ήταν αντιβενιζελικής πολιτικής προέλευσης, καθώς στις προηγούμενες εκλογές οι Βενιζελικοί δεν είχαν εκλέξει ούτε έναν βουλευτή εκεί. Είναι επίσης εύλογο πως το κάλεσμα σε οποιονδήποτε πόλεμο (πόσο μάλλον έναν Παγκόσμιο) δεν είναι κάτι που οι πολίτες γενικά δέχονται ευμενώς. Πόσο μάλλον όταν αυτό το κάλεσμα δεν γίνεται με επίκληση στον πατριωτισμό, αλλά με την χρησιμοποίηση βάρβαρων και βίαιων εξαναγκαστικών μέτρων. Παράλληλα οι οργανώσεις των «επιστράτων» (παρακρατικές οργανώσεις φανατικών βασιλοφρόνων που είχαν οργανωθεί από τον Ιωάννη Μεταξά) είχαν εργαστεί εντατικά και είχαν προπαγανδίσει με επιτυχία τις θέσεις των αντιβενιζελικών σε πανελλαδική κλίμακα. Επίσης οφείλουμε να αναφέρουμε ότι η αντίσταση στους Βενιζελικούς δεν εκδηλώθηκε σε όλες τις πόλεις της Χαλκιδικής αλλά κυρίως στον Πολύγυρο, στην Γαλάτιστα και στην Αρναία.

    Η ΑΠΟΨΗ ΤΩΝ ΒΕΝΙΖΕΛΙΚΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΩΝ ΓΙΑ ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΣΤΗΝ ΧΑΛΚΙΔΙΚΗ

    Η παραπάνω εξιστόρηση των γεγονότων βασίζεται σε τέσσερις πηγές. Στα δημοσιεύματα της εφημερίδας «Σκριπ» αντιβενιζελικής κατεύθυνσης, στα επίσημα ανακοινωθέντα της «Ηνωμένης Αντιπολίτευσης» το 1920 μετά την άρση της βενιζελικής λογοκρισίας, στο έργο του αντιβενιζελικού Ν. Γερακάρη «σελίδες εκ της συγχρόνου ιστορίας», στις ανακρίσεις και στην επίσημη δικαστική έρευνα που έγινε από τον συνταγματάρχη Γ. Μπασακάρη το 1921.

    Θα ήταν όμως μονομερές να αναφερθούμε μόνο σε αντιβενιζελικές πηγές ώστε να επιβεβαιώσουμε την σκληρότητα και την καταστολή που βίωσαν οι κάτοικοι της Χαλκιδικής από τους βενιζελικούς. Αντί για αυτό θα αναφερθούμε και σε δύο χρήσιμες μαρτυρίες φιλοβενιζελικών Ιστορικών.

    Ο πρώτος είναι ο δημοσιογράφος Γεώργιος Βεντήρης, στενός προσωπικός του Ελ. Βενιζέλου και συγγραφέας του σημαντικού φιλοβενιζελικού έργου «Η Ελλάς του 1910-1920» εκδ. Ίκαρος. Ο Βεντήρης λοιπόν, τα αιματηρά γεγονότα που περιγράψαμε τα απορρίπτει ως τερατώδη μυθεύματα και ψεύδη των βασιλοφρόνων (μόνο 30 σπίτια πυρπολήθηκαν, ένας προδότης των Τούρκων (Συνάπαλος) απαγχονίστηκε και οι συγγενείς των πρωταιτίων εξορίστηκαν στην Μυτιλήνη). Κατά τον ίδιο, όχι μόνο ο Κονδύλης δεν έπραξε τίποτε μεμπτό, αλλά υπήρξε και θύμα των επιθέσεων των κατοίκων της Χαλκιδικής. Ο Κονδύλης, σύμφωνα με τον Βεντήρη, συγχώρησε 2 φορές τις επιθέσεις αυτές και έδειξε σπάνια μεγαλοψυχία και πολιτικότητα στην αντιπατριωτική στάση των στασιαστών. Και τελειώνει ο έλλην Ιστορικός:

    «…συνέβησαν γεγονότα, άλλα θλιβερά, άλλα αξιοκατάκριτα. Ερμηνεύονται όλα όταν ληφθεί υπ΄ όψιν ο φανατισμός του εμφυλίου. Πάντως οι υπερβασίες των στρατιωτών της Αμύνης δεν είχαν αφορμή απάνθρωπα δήθεν ένστικτα…»

    Δεύτερη μαρτυρία είναι αυτή του φιλοβενιζελικού Φοίβου Γρηγοριάδη ο οποίος αναφέρει:

    «Φοβερός εμφανίζεται στην Χαλκιδική ο Γεώργιος Κονδύλης. Του καταλογίζουν άγρια βασανιστήρια μανάδων για να εμφανισθούν οι κρυμμένοι γιοί τους. Απαγχόνισε και έναν Συνάπαλο από την Γαλάτιστα με συνοπτικές διαδικασίες. Τελάληδες κάλεσαν τον κόσμο να μαζευτή να δη που θα δικασθή και θα καταδικασθή ο λιποτάκτης. Έκλαιγε ο κόσμος όταν ο καταδικασμένος πήγαινε στην αγχόνη….»

    Τα συμπεράσματα δικά σας….

    ΠΗΓΕΣ

    -Χρήστος Βήττος, Ο εθνικός διχασμός και η Γαλλική κατοχή (1915-1920), εκδ. Όλυμπος

    -Φοίβος Γρηγοριάδης, Διχασμός – Μικρά Ασία, εκδ. Κεδρηνος

    -paleohori-halkidiki.blogspot.com/2008/05/blog-post_6755.html (πολύ σύντομη αναφορά στα γεγονότα)

    *

    http://www.istorikathemata.com/2009/12/1916.html

    Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s