Σινεμά

Ψυχή βαθιά – μια τηλεγραφική κριτική και μια μεγάλη συζήτηση

gr3323

Πήγα να δω το «Ψυχή βαθιά» του Παντελή Βούλγαρη με ανυπομονησία, που δεν δικαιώθηκε. Το λέω εξαρχής: η ταινία ήταν καλή, αλλά λίγη!

Δεν αναφέρομαι στα ιστορικά δεδομένα και στην ερμηνεία τους*. Γι’ αυτά μαλλιοτραβιούνται οι επαγγελματίες ιστορικοί – δεν θα ζητήσουμε τα ρέστα από έναν σκηνοθέτη του κινηματογράφου.

Η απογοήτευσή μου αφορά την ταινία αυτή καθ’ αυτή: είχε θέμα, αλλά δεν είχε σενάριο! Είχε πλήθος ανθρώπους, αλλά δεν είχε χαρακτήρες! Είχε εντυπωσιακές σκηνές, αλλά δεν κρατούσε το ενδιαφέρον! Ήταν τεχνικά άψογη, αλλά τίποτα περισσότερο απ’ αυτό.

Τη μεγάλη ταινία για τον Εμφύλιο θα τη δούμε στο μέλλον. Ίσως.

* αν και ορισμένες ανακρίβειες έβγαζαν μάτι…

Πηγή: Ψυχή βαθιά – μια τηλεγραφική κριτική | Η καλύβα ψηλά στο βουνό

suigeneris

μόλις επέστρεψα και εγω Πάνο έχοντας παρόμοια εμπειρία-και ταυτόσημα συναισθήματα.
έχοντας παραβρεθεί στα γυρίσματα ενός χαρακτηριστικού κομματιού της στις Αρενες-3 ώρες πάνω από την Καστοριά, σε κάτι συγκλονιστικά τοπία πέρυσι τέτοια εποχή, ομολογώ πως είχα υψηλότερες προσδοκίες.

η περιγραφή σου είναι ακριβέστατη.
πράγματι, η ταινία ήταν λίγη. >»παρωχημένη» αξιολόγησε την κινηματογραφική αφήγηση η νεαρή συνοδός μου.
ο αγαπημένος σκηνοθέτης αναλώθηκε σ’ ένα σέκουελ από μελό σκηνές των οποίων η μόνη σκοπιμότητα εμφανώς ήταν η συγκινησιακή φόρτιση των θεατών.
το δίπολο ‘αθωοτητα’ [των νεαρών πρωταγωνιστών] vs το βάρος του αίματος που αλόγιστα χύνεται, επειδή ‘αλλοι’ βασικά το θελησαν [βλ. Αμερικανοί, Παλάτι, κλπ], διατρέχει το έργο.
οι σκηνές των μαχών θύμιζαν [σόρρυ Παντελή!] Τζεημς Πάρις, οι διάλογοι είχαν συχνά στοιχεία αφέλειας, η φωτογραφία θα μπορούσε [πιστευω] να είναι αποκαλυπτικότερη, το κάστινγκ ήταν γενικά καλό και η μουσική του κλεισιματος από τον Αγγελάκα άψογη.

Δεν θα ασχοληθω συστηματικά με τις ιστορικές ανορθογραφίες-αλλά δεν αντέχω να μη σχολιάσω
πως το φινάλε δεν γράφτηκε στο Γράμμο [οπως αφήνει η ταινία να φανεί] αλλά στο Βίτσι,
πως δεν διεξάγονταν πολεμικές επιχειρήσεις σε εκέινα τα μέρη μεταξύ Οκτώβρη και Μάη [όποιος έχει περπατήσει λίγο, αντιλαμβάνεται το γιατί], πως κανείς δεν περίμενε βοήθεια από τους Σοβιετικούς πια το 1949,
πως αντίθετα με την εκδοχή που η ταινία προωθεί-δεν ήσαν οι Αμερικανοί αυτοί που επεδίωξαν τόσο εντατικά τη φυσική εξόντωση των μαχητών του Δ.Σ.Ε. [παρεμπιπτόντως, ο Βαν Φλητ που υποστασιοποιεί τον αμερικάνικο παράγοντα είναι μακράν η καρικατούρα της ταινίας στο ρόλο του ‘κακού’..],
πως η πλειοψηφία των ανταρτών σ’ εκείνα τα μέρη μιλούσε σλαβομακεδόνικα [ούτε ένας υπαινιγμός στο φιλμ],
πως οι αντιμαχόμενοι δεν βάραγαν τουφεκιές στα κουτουρού [επειδή απλώς είχαν κάποιο γλέντι-τύπου μπαλωθιές, μιας και τα βόλια ήσαν παραπάνω από πολύτιμα..,
πως αντιαρματικά/μπαζούκας δεν έβαλαν κατά πεζών τμημάτων του ΕΣ που έκαναν έφοδο στις οχυρωμένες αητοφωλιές των ανταρτών> παρα εναντίον μηχανοκίνητων σχηματισμών,
πως εκεί πάνω δεν είχανε άλογα & γαϊδούρια> αλλά τα ‘περίφημα’ [κατα Γ. Μαργαρίτη] λόγω της ανθεκτικότητας τους σε αντίξοες συνθήκες μουλάρια..
[σταματώ εδώ γιατί με πήρε ο κατήφορος..]

(δικό μου)

Έτσι είναι Σούη. Και μια και μπήκες σε λεπτομέρειες, είχαν οι αξιωματικοί του ΔΣΕ τέτοια εμφάνιση (μαλλί, αξυρισιά) και προσαγορεύονταν «καπετάνιοι»; Είναι δυνατόν ο αντίστοιχος του ανθυπολοχαγού Τριαντάφυλλου, δηλ. ο καπετάν – Ντούλας να συμμετέχει σε σύσκεψη στελεχών με το …Ζαχαριάδη; Άσε το «κουφό» με την προσφορά της σφαίρας και του όπλου για την αυτοκτονία, από τον αντίπαλο διμοιρίτη…

(Γενικά ο Ντούλας της ταινίας με …έστειλε!)

Άσε που στην επίσκεψη των παιδών στο έρημο σπίτι (τους) φαινόντουσαν πάνω από τις πόρτες οι αριθμοί στα μεταλλικά πλαίσια, που μπήκαν πολλά χρόνια αργότερα. Για να μην πω για τη μεγάλη φωτογραφία του (πρόσφατα) σκοτωμένου πατέρα που υπήρχε πάνω στο τζάκι και έδειχνε …αρχαία. Ή για το εντελώς ξεκούδουνο «ειδύλλιο» του Ανέστη με την ανταρτοπούλα, ενώ γέμιζαν τα μπιτόνια νερό στο ποτάμι (εκτός του ότι είναι αδιανόητη μια τέτοια ΚΟΙΝΗ πηγή τροφοδοσίας σε νερό – και μάλιστα στο ίδιο σημείο…)

Κι ας μην πούμε τίποτα για τον χωρικό(;) που σκότωσε το μωρό της Γιαννούλας κι αυτή τον βρήκε για να εκδικηθεί ένα χρόνο μετά, να κοιμάται μακαρίως (και μόνος) στο σπίτι του…

Ο Βούλγαρης προσπάθησε πολύ, αλλά το θέμα είναι πραγματικά «ατιμο»… Εκείνο που κυριολεκτικά ήταν ανύπαρκτο, ήταν το σενάριο! Αλλά χωρίς σενάριο, ταινία δε γίνεται…

ΥΓ. Ο μεγάλος γκρεμός (εκεί που παραδόθηκε ο Ντούλας) νομίζω ότι λέγεται «γκρεμός του χάρου». Εκεί, λέει ο θρύλος, έγινε μια τελευταία μάχη – μας τα έχει αφηγηθεί ο Γιώργας, εδώ:https://panosz.wordpress.com/2007/09/28/giorgas/

Κι ένα ακόμα, ασήμαντο ίσως, αλλά που με άφησε …ξερό. Στους τίτλους του τέλους, εκεί που αναφέρονται οι ηθοποιοί, γίνεται λόγος για τον «ΓΓ του ΔΣΕ!». Είχε ο ΔΣΕ …Γενικό Γραμματέα; Είχε ο Ζαχαριάδης τέτοιον τίτλο; Αν είναι δυνατόν…

Από το μπλογκ «Χρύσα Χατζηβασιλείου»

http://xrisaxatzivasiliou.blogspot.gr/2009/10/blog-post_25.html

Από την προηγούμενη Πέμπτη η ταινία παίζεται στους κινηματογράφους και η συρροή των θεατών (εντυπωσιακή χθές στον Απόλλωνα) αποδεικνύει εκτός από την εκτίμηση στο πρόσωπο του σκηνοθέτη ότι ο εμφύλιος εξακολουθεί να ενδιαφέρει και το θέμα είναι ακόμη ζωντανό στην ψυχή των Ελλήνων. Αποτελεί άλλωστε μιά εποχή αρκετά άγνωστη για το ευρύ κοινό αλλά και για το πιο υποψιασμένο κοινό συνήθως η γνώση είναι μονόπλευρη και σχετική με την προσωπική και οικογενειακή ιστορία του καθενός. Η ιστορική πραγματικότητα έχει αντικατασταθεί από μύθους που πλάστηκαν όλα αυτά τα χρόνια της ηθελημένης συσκότησης και που δυσκολεύουν την αντικειμενική θεώρηση των γεγονότων.

Ο σκηνοθέτης της ταινίας δήλωσε ότι διάβασε περί τα 600 βιβλία για να γνωρίσει την εποχή και να γυρίσει την ταινία. Κάποιοι αναρωτήθηκαν που φάνηκε αυτό το διάβασμα στην ταινία, αφού απουσίαζαν τα πολιτικά και ιστορικά στοιχεία, οι πολιτικές διεργασίες, οι αναφορές στις διεθνείς συγκυρίες και στα αίτια. Η ταινία πράγματι δεν ασχολείται με τα παραπάνω, και επικεντρώνεται στο ανθρώπινο δράμα, καταδεικνύοντας ότι στον εμφύλιο υπήρχαν μόνο θύματα, οδύνη και σπαραγμός. Χρειάζεται πραγματικά πολύ μελέτη και ουσιαστική γνώση για να φτάσεις στο συμπέρασμα αυτό. Μελετώντας ξεπερνάς τους μύθους, εκπλίσσεσαι βλέποντας πως δεν επιβεβαιώνεται το μοτίβο του «καλού» και του «κακού» και αντιλαμβάνεσαι πως ο ελληνικος λαός ήταν το θύμα, και οι ηγέτες του οι θύτες που του προκάλεσαν τόσο πόνο και συμφορά. Ήταν μια τραγωδία για το ελληνικό έθνος την οποία οι επικεφαλής και των δύο στρατοπέδων δεν προσπάθησαν να αποφύγουν.

Εξήντα χρόνια μετά, ο εμφύλιος αποτελεί ακόμη αντικείμενο ιδεολογικών αντιπαραθέσεων και τα πολιτικά πάθη είναι ακόμη ζωντανά. Αποτέλεσμα των παραπάνω ήταν η ταινία να δεχτεί εκτός από θετικά και αρνητικά σχόλια. Στην πραγματικότητα η ελληνική κοινωνία δεν είναι ακόμη έτοιμη να δεχτεί την αλήθεια. Οι μύθοι είναι ακόμη ισχυροί και δεν επιθυμεί κανείς να τους αμφισβητήσει. Η αλήθεια είναι ακόμη συσκοτισμένη και λίγοι επιθυμούν να την κοιτάξουν κατάματα. Μετά την δεξιά θεώρηση των γεγονότων που φασιστικά επιβλήθηκε κατά τον ψυχρό πόλεμο, και ως αντίδραση στα δεξιά ψεύδη και τις υπερβολές, από τη μεταπολίτευση και έπειτα περάσαμε στην μονόπλευρη κομμουνιστική ιστοριογραφία, που σφυρηλάτησε με τη σειρά της τους αριστερούς μύθους.

Εξήντα χρόνια μετα το τέλος του εμφυλίου είναι η ώρα για την αντικειμενική συγγραφή της ιστορίας. Πρεπει με τόλμη να ξεπεράσουμε τους μύθους και να επιτρέψουμε στην αλήθεια να αποκαλυφθεί. Η ευθύνη τόσο των ιστορικών όσο και των καλλιτεχνων είναι μεγάλη. Ο Παντελής Βούλγαρης κινήθηκε προς αυτή την κατεύθυνση και έκανε το χρέος του. Πρέπει να ακολουθήσουν και άλλοι, γιατί ο εμφύλιος είναι τόσο πολύπλευρος και τόσο πλούσιος σε γεγονότα που για να φωτιστεί επαρκώς απαιτούνται εκατοντάδες ταινιών και χιλιάδες βιβλίων.

Τα αρνητικά σχόλια ήταν αναμενόμενα από τον σκηνοθέτη, όπως δήλωσε ο ιδιος. Ήταν άραγε αναμενόμενη η τόσο σκληρή πολεμική που ασκήθηκε από το ΚΚΕ; Μέχρι φυλλάδια μοιράστηκαν έξω από κινηματογράφους που καταγγέλουν την ταινία. Το ΚΚΕ ποτέ δεν είχε καλή σχέση με την αλήθεια, αλλά εσχάτως έχει ξεπεράσει κάθε όριο, και καταγγέλει κάθετι που δεν ταυτίζεται πλήρως με τη δική του γραμμή.

Η ταινία εστίαζε στο ανθρώπινο δράμα, δεν έθιγε καθόλου τα κακώς κείμενα του ΔΣΕ και κατά συνέπεια δεν υπήρχε κανένας λόγος για τέτοια αντίδραση. Και μόνο το αυταπόδεκτο γεγονός ότι οι μαχητές περίμεναν την υποσχεθείσα βοήθεια απο τη Σοβιετική ένωση που δεν ήρθε ποτέ, αρκεί για να ενοχλησει το σταλινικό ΚΚΕ, καθώς και το γεγονός ότι δεν παρουσίαζόνταν ο εθνικός στρατός σαν αγριεμένα κτήνοι, αλλά σαν άνθρωποι που βίωσαν επίσης ένα δράμα.

Δεν υπήρχαν καθόλου αιχμές για τον ΔΣΕ, η ταινία δε μιλούσε (παρά ελάχιστα) για τις βίαιες στρατολογήσεις νεαρών αγοριών και κοριτσιών, καθόλου για τις λιποταξίες, για τις εκτελέσεις των στρατολογημένων που προσπαθούσαν να αποδράσουν, για τα λαικά δικαστήρια που εξόντωναν κατόπιν εντολής αριστερούς και δεξιούς «προδότες», για το παιδομάζωμα, για την απόφαση να διαιρέσουν την Ελλάδα στα δύο, για τη θέση υπέρ της αυτονομίας της Μεκεδονίας, για τις αυθαιρεσίες του Ζαχαριάδη και των συνεργατών του Γούσια και Βλαντά έναντι των μαχητών και των αξιωματικών του ΔΣΕ, τους οποίους για να καλύψουν δικές τους αποτυχίες κατηγορούσαν για προδότες και υπέβαλλαν σε φρικτα βασανιστήρια για να ομολογήσουν. Δεν μπορώ να φανταστώ τι θα γινόταν αν μιλούσε για όλα αυτά!

Κατά τις δεκαετίες 50 και 60 η κυριαρχία της άκρας δεξιάς επέβαλλε γιορτές μίσους, παρουσίαζε τους αριστερούς σαν άγριους και αιμοβόρους σφαγείς και δεν επέτρεπε καμία διαφορετική άποψη απο την δική της. Οι αντιστοιχίες με τη σημερινή πολιτική του ΚΚΕ είναι εμφανείς. Τα τελευταία χρόνια το ΚΚΕ αφού έκανε προσπάθεια να σταματήσει τις δεξιές γιορτές μίσους, οργανώνει πλέον αριστερές γιορτές στο Γράμμο, κατηγορεί οποιονδήποτε έχει διαφορετική άποψη για την ιστορία και καταγγέλει τώρα τον Παντελή Βούλγαρη γιατί δεν παρουσιάζει τους δεξιούς σαν άγριους δολοφόνους. Οι οιμοιότητες των άκρων είναι τόσο πολλές!!

Ξεψαγμένος

Από τις κριτικές της Αυγής κρατώ τις δύο σπόντες που παρέα με αυτή του Σούη τις προάλλες είναι από τις λίγες αναφορές που έχω δει:

Έναν πόλεμο αποκαθαρμένο από εκείνα τα στοιχεία της ιστορικής πραγματικότητας, που θα μπορούσαν να αποτελέσουν σήμερα αφορμή δημόσιας συζήτησης, όπως π.χ. η αυξημένη συμμετοχή των Σλαβομακεδόνων στην τελευταία φάση του πολέμου.

Προφανώς, όλα αυτά τα παλιομοδίτικα, εκτός από το ξύσιμο πληγών που η σημερινή εθνική ορθότητα έχει εξοβελίσει (ούτε μια Ζλάτα ή Τσφέτα σε ολόκληρο Βίτσι!), θα δυσκόλευαν κάπως την ταύτιση του κοινού των Village με τη «σωστή» πλευρά…

Και ο λόγος είναι πως η αναψηλάφηση του ρόλου του NOF μόνο την εθνική συμφιλίωση δεν προωθεί:

Από αυτήν την άποψη η «Ψυχή βαθιά» ανταποκρίνεται στην τρέχουσα ιστορική κουλτούρα και την κυριαρχία της ρητορικής της «εθνικής συμφιλίωσης» στο δημόσιο λόγο, ότι π.χ. στον Εμφύλιο δεν κέρδισε κανένας αλλά έχασε η Ελλάδα, καθώς χιλιάδες Έλληνες σκοτώθηκαν εξυπηρετώντας σχέδια ξένων.

(δικό μου)

Πολύ σωστά κάνεις τις επισημάνσεις αυτές, Ξεψαγμένε. Είναι αποτέλεσμα της τακτικής (της ταινίας) να μη θέλει να στεναχωρήσει κανέναν – εκτός από τους Αμερικάνους, οι οποίοι δεν είχαν και καμιά σκασίλα, εδώ που τα λέμε…

Γιάννης 2

Είδα την ταινία, με αποτέλεσμα να χάσω ένα βραδυνό γιά το τίποτα.

Άλλοι έχουν ήδη επισημάνει με ακρίβεια την ανυπαρξία σεναρίου και τις απίστευτες έως κωμικές πτυχές του, και πολλά από αυτά που παραλείπει να θίξει στην Ιστορία της τελευταίας φάσης των μαχών στον Γράμμο.

Θα προσθέσω μόνον ένα: Όσο άσχημη γνώμη και να είχε ο σεναριογράφος γιά τη νοητική ικανότητα των Ελλήνων αξιωματικών, πιστεύω ότι προσέβαλε τη νοημοσύνη των θεατών όταν υποστηρίζει ότι ένα 17άρικο χωριατόπουλο μπορούσε να εξαπατεί με τις απαντήσεις του από ανθυπολοχαγό μέχρι και στρατηγό. Άφησε το απίστευτο γεγονός να λέει ότι ο στρατός θα είχε γιά οδηγό στο Γράμμο έναν πιτσιρικά.

Θα επισημάνω κάποιες αναλήθειες που παρετήρησα: (1) Οι βόμβες ναπάλμ δεν δοκιμάστηκαν γιά πρώτη φορά στο Γράμμο. Χρησιμοποιήθηκαν τον Οκτώβριο 1944 στο μέτωπο της Γαλλίας και μέχρι την συνθηκολόγηση της Γερμανίας αρκετές φορές στο εκεί μέτωπο. Στη συνέχεια, χρησιμοποιήθηκαν μαζικά στο μέτωπο του Ειρηνικού εναντίον της Ιαπωνίας.
Στον Γράμμο χρησιμοποιήθηκαν λίγες φορές, εναντίον οχυρών θέσεων πολυβολείων, και δεν θεωρούνται ότι ήταν το όπλο που καθόρισε την έκβαση του πολέμου. Τον Γράμμο τον πήρε το πεζικό το Στρατού που μετά από συνεχείς μάχες 2 ετών είχε γίνει εμπειροπόλεμο. (Δεν προχωρώ σε γενική αποτίμηση των παραγόντων που οδήγησαν στο αποτέλεσμα, γιατί είναι πολλοί. Πολύ σπουδαίος ήταν η έλειψη πυρομαχικών από την πλευρά των ανταρτών).
(2) Ο Στρατός δεν έκανε πλιάτσικο γιδοπρόβατα. Πρώτη φορά το ακούω αυτό. Δεν προκύπτει από πουθενά.
(3) Οι Αμερικανοί μπορεί να είναι σκληροί, αλλά όπως όλοι οι αγγλοσάξωνες ποτέ δεν είναι προσβλητικοί ούτε προς τους «υπηρέτες» τους. Όλοι οι διάλογοι με τους Αμερικανούς αξιωματικούς είναι απόλυτα φανταστικοί. να προσθέσω ότι πολύ συχνά, οι Έλληνες αξιωματικοί (όπως και οι πολιτικοί) εξηγούσαν τις δικές τους επιλογές και αποφάσεις αποδίδοντάς τες πότε στους Άγγλους και τους Αμερικανούς και πότε στο παλάτι.

Τέλος, έχω μιά ιδέα γιατί «θύμωσε» η αριστερά. Γιατί ενώ το έργο παρουσιάζει τους αντάρτες γενναίους, δείχνει τους κομματικούς ινστρούχτορες ως κωμικές φιγούρες, και ο Βούλγαρης συχνά ειρωνεύεται με τον τρόπο του τον Ιωσήφ και την βοήθεια (ή μάλλον την έλειψή της) στον αγώνα των ανταρτών.

Γενικά, ένα φτωχό έργο γιά το οποίο δεν δικαιολογείται ο θόρυβος που έγινε.

guru

Πάμε παρακάτω. Ελληνικός κινηματογράφος. Ωχ μάνα μου. «Ψυχή βαθιά», του Παντελή Βούλγαρη. Κι εδώ εφιστώ την προσοχή, μην κάνετε το λάθος. Εγώ το έκανα. Λοιπόν, αυτή είναι ταινία με εμφύλιο κι έτσι (λίαν πρωτότυπο θέμα), που απέσπασε διθυράμβους, χώρια το άγριο κράξιμο που έφαγε από το Ριζοσπάστη, δικαίως θα έλεγα. Τώρα λοιπόν θα πέσει κι άλλο θάψιμο. Ξεκινώ με το θέμα του ήχου, την πληγή του νέου ελληνικού σινεμά. Δέκα κουβέντες λένε, τη μία καταλαβαίνεις. Απαιτούνται υπότιτλοι, για να βγάλεις άκρη, τί μιλάνε μεταξύ τους. Η φωνοληψία φταίει, ο ορθοφωνία των ηθοποιώνε φταίει, κάτι φταίει πάντως. Έπειτα, φτιάχνεις ταινία με εμφύλιο και αντί να βάλεις για καπετάνιο έναν κανονικό, με άγρια γένια, τύπου Άρη, μου βάζεις έναν που είναι σαν θεωρητικός του Μπακούνιν, από καφετέρια στα Εξάρχεια. Έλεος, δηλαδή.

Μετά σκάει μύτη και δεύτερος καπεταναίος, ο «καπετάν-Αητός», λέει. Όπου καπετάν-Αητός, ίσον ένας -πάλι από τα Εξάρχεια- με λευκή υπερμεγέθη και φουντωτή κώμη, λίαν περιποιημένη, κάπως σαν ρήγας στην τράπουλα ή ακόμη καλύτερα, σαν κάτι κουλτουριαραίους ποιητές της δεκάρας, που σκάνε συνήθως μύτη σε πάνελ Τριανταφυλλόπουλου. Ονόματα δεν γνωρίζω, μόνο φάτσες κόβω. -Πώς τον λένε μωρέ, έναν από τη «Ζούγκλα», έναν με μαλλί και φαβορίτα, όλο θεωρίες, που φοράει και μανδύα ; Όχι Μόγλη πάντως. Κάπως αλλιώς τον λένε, ποιητής είναι λέει ή συγγραφέας, ξέρω γω; Ο μανδύας του έλειπε. Κανονικά έπρεπε να φοράει ζουρλομανδύα, όπως όλοι αυτοί οι μαϊντανοί, στα πάνελς του κυρίου Μάκη. Λέγαμε λοιπόν για τον καπετάν-Αητό, στην πένα ο άνθρωπος, πιστολάκι το μαλλί, φρεσκοξουρισμένος κόντρα, άφτερ-σέηβ και δεν συμμαζεύεται. Ώπα ρε Βούλγαρη, στον Γράμμο ήσαντε οι ανθρώποι, τελευταία φάση επιχειρήσεων, Τέρμνινους λέμε τώρα, λές να ‘χανε όρεξη και χρόνο για ξουρίσματα ;

Καλά, από κλισεδάκια άλλο τίποτα. Είναι λέει τώρα το επιτελείο του εθνικού στρατού και τους πιέζει ο αμερικάνος ο τοποτηρητής, του Βαν Φλητ η ορντινάντσα ας πούμε, ν’ αμολήσουνε ναπάλμ στο βουνό, να το κάνουν κάρβουνο. Και οι δικοί μας έχουνε ηθική αναστολή –και καλά- αλλά ένεκα η ανάγκη βλέπεις και το σχέδιο Μάρσαλ και τα δέκα χιλιάδες τα μουλάρια, τ’ αμερικάνικα, χώρια τ’ αεροπλάνα και λοιπά βοηθήματα. Οπότε, τί να κάνουν κι οι δικοί μας, ενδίδουν, με βαριά καρδιά, που λέει ο λόγος. Περνάει πάλι και η κλασσική ανιστορισιά, ότι τάχα μου τις ναπάλμ τις πρωτοδοκιμάσανε στου Γράμμου την οροσειρά. Λάθος, μέγα. Με τις ναπάλμ είχανε κατακάψει τον κόσμο και πριν, το ’44 στο Σεν Λώ και μετά Λα Ροσέλ στη Γαλλία, έπειτα Δρέσδη, που την κάνανε μπουρλότο κι ίσωμα, στον Ειρηνικό ρίξανε επίσης, να πυρπολήσουν τους Γιαπωνέζους. Δοκιμασμένο το χαρμάνι, έννοια σου. Μέχρι και τα βατραχοφάγια είχανε ρίξει, στην Ινδοκίνα, το ’46, να λαμπαδιάσουνε τους σχιστομάτηδες. Άρα μπαρούφες μας λέει η ταινία και με το συμπάθειο δηλαδή. Ανοίγουμε και κάνα βιβλίο, όχι ό,τι μας κατεβάσει η κούτρα μας.

Γενικώς, πολύ «οικουμενική» μας προέκυψε η ταινία, στο ξενέρωτο το στυλ, περασμένα-ξεχασμένα, να προχωρήσουμε μαζί. Που δεν λέω να μην προχωρήσουμε μαζί, αλλά λέω πως όταν κάνεις ταινία που να πραγματεύεται τέτοια θέματα, κοιτάς να μείνεις εντός ιστορικού πλαισίου, ειδάλλως μην την κάνεις καθόλου, διότι κινδυνεύεις να γίνεις Τζέημς Πάρις, δίχως να το καταλάβεις. Τουλάχιστον βγάλε κάνα-δυό δυνατές σκηνές, όπως εκεί, που ανοίγει η μπουκαπόρτα του αποβατικού, στον «Ράϋαν» και σφυράνε οι σφαίρες σαν δαιμονισμένες και σκύβεις το κεφάλι, μη φας κι εσύ καμιά αδέσποτη.Την είδανε αυτή τη σκηνή κάτι βετεράνοι της Νορμανδίας και μετά τους τρέχανε τους γερόντους στον γιατρό για ψυχοφάρμακα, τέτοια κατάθλιψη πάθανε από την πειστικότητα της αναπαράστασης. Εδώ σκάγανε οι μπόμπες δήθεν και νόμιζες ότι κάνας μπόμπιρας πετάει στρακαστρούκες, στον περίβολο του Ιερού Ναού Αναλήψεως, βοήθειά μας. Βαθμολογία : Μηδέν υπό το μηδέν.

sissa ben dahir, στην καλύβα

https://panosz.wordpress.com/2009/10/16/voulgaris/

Είδα την νέα ταινία του Παντελή Βούλγαρη «Ψυχή βαθιά» στην αβάν πρεμιέρ. Στην ταινία που γυρίστηκε  στον Απόσκεπο Καστοριάς, ο σκηνοθέτης ξετυλίγει την ιστορία δυο αδερφών, που η τύχη τους μοιράζεται: ο ένας πολεμά με τον Εθνικό Στρατό και ο άλλος με τους αντάρτες. Αυτά τα δύο νέα παιδιά, 15 και 17 ετών, τσοπανόπουλα,  έχουν επιστρατευτεί χωρίς τη θέλησή τους, και από τις δύο πλευρές, ακριβώς επειδή ξέρουν τα τοπικά μονοπάτια.
Έστησα αυτί μετά τη λήξη της προβολής ν’ ακούσω πως φάνηκε στους θεατές. Πολλούς τους άκουσα έκπληκτους να την ψιλοφτύνουν γιατί κατά τη γνώμη τους θα έπρεπε να υπάρχει πιο ξεκάθαρη θέση του σκηνοθέτη. Ευτυχώς όμως διαπιστώνω ότι όλο και περισσότεροι άνθρωποι ηλικίας 30-40+ βλέπουν σινεμά για τις ιστορίες που αφηγείται και δίνουν όλο και μεγαλύτερη σημασία στον τρόπο αφήγησης και σκηνοθεσίας παρά σε συμπεράσματα και μηνύματα.
Ο Βούλγαρης ακολούθησε αυτή την άποψη και ηθελημένα στόχευσε να ξεφύγει από το αναμενόμενο μήνυμα. Δεν θέλησε να στοιχιθεί πίσω από μια προκαθορισμένη πολιτική άποψη.
Προτίμησε να καταγράψει συμπεριφορές, συναισθήματα και σχέσεις των ανθρώπων την ώρα που πολεμάνε. Η ταινία είναι δουλεμένη. Ο Βούλγαρης διάβασε βιβλία και άκουσε άλλους κατοίκους να του διηγούνται ιστορίες της εποχής αλλά προτίμησε να ασχοληθεί με τα ανθρώπινα πάθη, τις ανθρώπινες ελπίδες ακόμη και με τις συνομιλίες των αντιπάλων στο πεδίο των μαχών. Γιατί είτε με χωνιά, είτε με μιμήσεις φωνών από πουλιά συνομιλούσε η μια πλευρά με την άλλη.
Μας πάει και λίγο παραπέρα. Μας δείχνει πως λειτούργησε αυτός ο φονικός πόλεμος στις συμπεριφορές και τις ζωές των ανθρώπων.
Ο ίδιος ο Βούλγαρης έχει πει για την ταινία του:
…..Σχεδόν όταν γύριζα τις “Νύφες”, μετά από ένα ταξίδι που έκανα στην Καστοριά και προσδιόριζα τις αποστάσεις και τις μετακινήσεις των ανταρτών μεταξύ Γράμμου και Βιτσίου, δόθηκε το έναυσμα. Ήταν η αφορμή να κατέβω στην Αθήνα, να κατεβάσω βιβλία, μπήκα σ’ αυτή την έρευνα και στο ταξίδι αυτής της έρευνας. Ειδικά αυτή η εποχή είναι μια “παγίδα” για τον καλλιτέχνη, ψάχνει, αναρωτιέται, διασταυρώνει ιστορίες. Περίπου έντεκα χρόνια χρειάστηκε αυτή η ιστορία. Στη διάρκεια και πληγώνεσαι και αναρωτιέσαι. Ήταν μια ιστορία “κρυφού σχολειού” από αφηγήσεις ανθρώπων, από μισόλογα, έτσι ταξίδεψα…
….. Και μόνο το γεγονός ότι ο πυροβολητής του Δημοκρατικού Στρατού σημαδεύει έναν Βλάση, έναν Ανέστη και το αντίθετο, από την άλλη πλευρά, είναι κάτι που καίει. Δεν έχεις έναν άνθρωπο ξένο ή εχθρό, αλλά έναν που μπορεί να είναι συγγενής, φίλος….
…. Οι ακραίες συμπεριφορές των Ελλήνων είναι ένα πολύτιμο υλικό για να προσπαθήσεις να καταλάβεις τον άνθρωπο….
Να την δείτε την ταινία, αξίζει και φορτίζει μόνο συγκινησιακά, όχι πολιτικά.

Από την καλύβα

https://panosz.wordpress.com/2009/10/24/kke-15/

Το ΚΚΕ κυκλοφορεί προκηρύξεις εναντίον της ταινίας «ψυχή βαθιά»!

Απίστευτο; Και όμως, αληθινό…

http://www.enet.gr/?i=news.el.politikh&id=95084

*

(κόπυ-πέηστ)

Χοντραίνει το παιχνίδι το ΚΚΕ εναντίον της ταινίας του Παντελή Βούλγαρη «Ψυχή βαθιά», που ως γνωστόν ασχολείται με το θέμα του εμφυλίου πολέμου, εστιάζοντας στις ανθρώπινες περιπέτειες, μακριά από πολιτικές και κομματικές αναλύσεις.

Η συμφιλιωτική ματιά του σκηνοθέτη ήταν αναμενόμενο ότι θα ενοχλήσει τα δύο άκρα. Ο Γιώργος Καρατζαφέρης του ΛΑΟΣ έφερε πριν από καιρό το θέμα στη Βουλή καταγγέλλοντας το κράτος (βλέπε Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου) που χρηματοδοτεί ταινία για τον εμφύλιο. Τώρα ήρθε η σειρά του ΚΚΕ.

Στην Κοζάνη (προφανώς με εντολή από τα κεντρικά) μοιράστηκε κείμενο εναντίον της ταινίας με τίτλο: «»Ψυχή βαθιά» στον «πόλεμο» που συνεχίζεται…». Δημοσιεύθηκε στον «Ριζοσπάτη» της Τρίτης 20/10/2009 και υπογράφεται από την Ελένη Μηλιαρονικολάκη, μέλος της Κ.Ε. του ΚΚΕ και υπεύθυνη του Πολιτιστικού Τμήματος της Κ.Ε. Μοιράστηκε το βράδυ της Πέμπτης διακριτικά μεν, αλλά εμφανώς, έξω από το σινεμά της πόλης που παίζει την «Ψυχή βαθιά». Προφανώς το ΚΚΕ θέλει να θωρακίσει τους θεατές απέναντι στην επικίνδυνη ταινία του Παντελή Βούλγαρη, ο οποίος, όπως κατηγορηματικά γραφει η κ. Μηλιαρονικολάκη, «προσθέτει και τη δική του φωνή στα κηρύγματα της λαϊκής υποταγής και συμμόρφωσης». Με την αντίδραση, λοιπόν, ο αμετανόητα αριστερός σκηνοθέτης.

Αυτό που κυρίως ενοχλεί το ΚΚΕ είναι ότι η ταινία «υποβάλλει στο θεατή με συγκινησιακούς και συναισθηματικούς προπαντός όρους την ιδέα της «εθνικής ομοψυχίας» και την ανάγκη για «κατάργηση των διαχωριστικών γραμμών»». Και το ότι δεν δείχνει «ποια δύναμη όπλιζε τους αντάρτες με τέτοιον αφάνταστο ηρωισμό και αυτοθυσία». Δεν το δείχνει με τον τρόπο, φυσικά, που θα ‘θελε το ΚΚΕ αν είχε γράψει το σενάριο. Δηλαδή, απουσιάζει από την ταινία η κατεύθυνση «ότι οι αγωνιστές του Δημοκρατικού Στρατού έγραψαν αυτήν την τρίχρονη εποποΐα ψυχωμένοι από τη δύναμη της επαναστατικής τους ιδεολογίας, από το ιδανικό ενός καινούργιου κόσμου, μιας ανώτερης ανθρώπινης κοινωνίας χωρίς πολέμους, στερήσεις και εκμετάλλευση».

Ο Παντελής Βούλγαρης, λοιπόν, όχι μόνο δεν ταυτίστηκε με τη γραμμή του ΚΚΕ, αλλά, επιπλέον, πάντα κατά την κ. Μηλιαρονικολάκη, όπως οι περισσότεροι από τους μεγάλους δημιουργούς μας, έχασε τη «Βαθιά ψυχή» του, δηλαδή, την «επαναστατική ψυχή». Υπάρχει όμως ελπίδα. Και η προκήρυξη του ΚΚΕ την υπογραμμίζει. Γιατί μπορεί ο Δημοκρατικός Στρατός να ηττήθηκε το 1949 «επειδή δεν ήταν έγκαιρα έτοιμος για να νικήσει», αλλά «η λαϊκή πάλη με καινούργιους μαχητές και μαχήτριες συνεχίζει την πορεία της, βέβαιη πως θα ‘ρθει εκείνη η ώρα που η Ιστορία θα δικαιώσει τα ιδανικά, τους σκοπούς και τη θυσία των αγωνιστών του Δημοκρατικού Στρατού».

Β.ΓΕΩΡΓ.

*

Ριζοσπάστης 

http://www.rizospastis.gr/story.do?&id=5326439

«Ρηχή, βαθιά»…

Δε διεκδικούμε κλέη ειδικών όσον αφορά την κινηματογραφική κριτική. Με την ιδιότητα του θεατή και μόνο (και ασκώντας το δικαίωμα στην έκφραση γνώμης) βρήκαμε την ταινία του κ. Παντελή Βούλγαρη, «Ψυχή βαθιά», απρόσμενα κακή. Μάλιστα, είναι τόσο κακή, ως καλλιτεχνικό «προϊόν», ώστε το στοιχείο αυτό της ταινίας να υπερβαίνει όλες τις υπόλοιπες «αναγνώσεις» της, σε βαθμό που να παρέλκει, κατά την άποψή μας, κάθε συζήτηση γύρω από το «μήνυμά της».

Εντούτοις – με αφορμή, πια, την ταινία – επιδοτείται μια συζήτηση η οποία διατείνεται ότι η Ιστορία των (ταξικών) κοινωνιών, πρέπει να γράφεται με το μελάνι της «συναδέλφωσης», της «συμφιλίωσης» και της «συναίνεσης» και όχι (προς Θεού!) της σύγκρουσης. Το μέγιστο, δε, επιχείρημα αυτής της άποψης είναι ότι ο Εμφύλιος του 1946 -49 ήταν ένας πόλεμος όπου αναμετρήθηκαν αδέρφια (που «δεν είχαν τίποτα να μοιράσουν»), πράγμα κακό…

Ομως, «αδέρφια» και «ξαδέρφια» δεν αναμετρήθηκαν μόνο στον ελληνικό εμφύλιο του 20ού αιώνα. «Αδέρφια» και «ξαδέρφια» (για πράγματα, που προφανώς «είχαν να μοιράσουν») αναμετρήθηκαν μεταξύ τους και στον αμερικανικό εμφύλιο, και στον ταξικό εμφύλιο στη Γαλλία το 1871, και στη Γαλλική Επανάσταση το 1789, και στον ισπανικό εμφύλιο, και στους δυο εμφυλίους πολέμους μεταξύ των Ελλήνων μεσούσης της Επανάστασης του ’21. Θυμίζουμε, επιπλέον, ότι τον Ανδρούτσο και τον Καραϊσκάκη, Ελληνες τους «έφαγαν», και τους Κολοκοτρώνη και Μακρυγιάννη, Ελληνες τους φυλάκισαν.

Επομένως το να «διαβάζεται» το δράμα ενός πολέμου, πόσο μάλλον ενός εμφυλίου πολέμου, σαν… μελόδραμα, αφενός δεν είναι κάτι το πρωτότυπο, καθώς αυτή η… «ρηχή, βαθιά» προσέγγιση, έχει επιχειρηθεί πολύ πριν τον Εμφύλιο του 1946-49. Αφετέρου, όσοι επιδιώκουν να «διδάξουν» την ανάγνωση της Ιστορίας από τη σκοπιά της ταυτολογίας, που λέει ότι «ο πόλεμος προκαλεί δεινά – τι κακό πράγμα είναι ο πόλεμος», συνειδητά επιλέγουν (και εδώ δεν συμπεριλαμβάνουμε τους ρομαντικά αφελείς) να μας προτείνουν «να αφήσουμε τα πράγματα ως έχουν».

Ομως, σε συνθήκες πάλης των τάξεων (εκτός αν καταργήθηκε…), σε συνθήκες εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο, μόνο τους εκμεταλλευτές συμφέρει «να αφήσουμε τα πράγματα ως έχουν».

Στο ερώτημα, τώρα, «και πώς θα τα αλλάξουμε», το να αναγνωρίζουν οι μαρξιστές ότι στο πλαίσιο των ταξικών κοινωνιών «η βία είναι η μαμή κάθε παλιάς κοινωνίας που κυοφορεί μια καινούρια», προφανώς δε σημαίνει ότι οι κομμουνιστές «εύχονται» τη βία, ή τον πόλεμο, ή τον εμφύλιο πόλεμο, ή πολύ περισσότερο ότι ανάγουν τα παραπάνω σε «αυτοσκοπό». Σημαίνει, πολύ απλά (μόνο μικρόνοες δεν το αντιλαμβάνονται) ότι οι κομμουνιστές δεν κλείνουν τα μάτια μπροστά σε μια πραγματικότητα, η οποία μπορεί να προκύψει.

Μπορεί, για παράδειγμα, να προκύψει «όταν ο λαός βρίσκεται μπροστά στον κίνδυνο της τυραννίας», οπότε έχει να αποφασίσει αν «διαλέγει ή τις αλυσίδες ή τα όπλα», όπως έγραφε το πανό του ΕΑΜ, το Δεκέμβρη του ’44.

Μέχρι τότε, λοιπόν, και εφόσον οι τύραννοι, οι εκμεταλλευτές, οι αστοί, δεν έχουν καταστήσει τη σύγκρουση αναπόφευκτη, δηλαδή «δεν έχουν χρησιμοποιήσει ακόμη βία, ο εμφύλιος αυτός πόλεμος μετατρέπεται για μας σε ειρηνική, μακρόχρονη και υπομονετική, ταξική προπαγάνδα» (Λένιν, «Απαντα», τόμος 31ος, σελ. 351).

Παπούλης

Στο νέο λοιπόν άρθρο ο ανώνυμος σχολιαστής ακολουθεί πλέον άλλη τακτική :

http://www1.rizospastis.gr/wwwengine/story.do?id=5326439

Η τεχνική χάδι – φάπα εγκαταλείπεται ( μάλλον οριστικά ) , δίνωντας τη θέση της στη τεχνική καρπαζιά – κλωτσιά. Δείτε το κείμενο που ανάρτησε παραπάνω ο Μπλακσίπιος έτσι ώστε να αποφεύγω τις πολλές παραπομπές και τα κοπυπάστε. Η τεχνική γραφής αυτού του άρθρου είναι , ομολογώ , άριστη.

Από τη σκοπιά ενός μη ειδικού θεατή , ήδη εξαρχής, δηλώνεται το κάκιστο καλλιτεχνικό ποιόν της περι ης ο λόγος ταινίας.. Τόσο κακό ( το ποιόν ) ώστε δεν θα ήταν κάν αναγκαίο να αναφερθούμε στο εμπεριεχόμενο «μήνυμά». ( Παράγραφος πρώτη )

Παρόλα αυτά αφιερώνονται στη συνέχεια ( «εντούτοις….» ) επτά παράγραφοι σχετικές με το εκπεμπόμενο ( κατά το ΚΚΕ ) μήνυμα. 🙂

Εδώ έχουμε άλλο ένα δείγμα του κομματικού ιδιόλεκτου. Καθαρίζουμε στο πίτς φυτίλι με το έργο και τον άνθρωπό και στη συνέχεια απλώνουμε ολόκληρη τη πραμάτεια των ιδεολογικών μας στερεοτύπων με κεντρικό άξονα το πολιτικά ζητούμενο.

Ποιό είναι αυτό ;

Θεωρώ ότι το διαρκώς ζητούμενο ( επί 4 άρθρα μέχρι τώρα ) είναι να αποφευχθεί πάση θυσία η ανεξαρτησία σκέψης και ευαισθητοποίησης των θεατών της ταινίας ή όσων εκδηλώσουν ενδιαφέρον να τη δούν. Θα πρέπει ( οπωσδήποτε ) ο δυνητικός θεατής ο προσκείμενος στο κόμμα , ο συμπαθών , ο «αριστερός» που θα δεί τη ταινία να είναι ήδη εξοπλισμένος με τα εργαλεία εκείνα πρόσληψης και ανάλυσης που θα εξασφαλίζουν τα παρακάτω απολύτως απαραίτητα :

α) Διαρκής αγιοποίηση του ΚΚΕ και της ηγεσίας του για εκείνη τη περίοδο και στο διηνεκές.

β) Οι ευθύνες για το λουτρό αίματος του Εμφυλίου ανήκουν αποκλειστικά στη ντόπια αντίδραση και τη ξένη επέμβαση.

γ) Όταν συγκρούονται τάξεις δεν υπάρχει περιθώριο για ματιά στα ανθρώπινα δράματα , όλα υποτάσσονται στο σκοπό.

δ) Κάθε ματιά καλλιτέχνη που ξεφεύγει από τα παραπάνω τρία προαπαιτούμενα είναι υποχρεωτικά ύποπτη και καταδικαστέα.

Έτσι ο δυνητικός θεατής – στόχος του ανωτέρω δημοσιεύματος – θα μπεί στην αίθουσα ιδεολογικά εξοπλισμένος και προετοιμασμένος και θα βγεί από την αίθουσα ανεπηρέαστος , άμωμος και αμόλυντος , έτοιμος και πάλι να ριχτεί στο ταξικό αγώνα που , το έχουμε πεί και σε άλλα σχόλια , αντιπροσωπεύεται αποκλειστικά στη χώρα μας από τους δεινοσαύρους του Περισσού. Με αυτή τη στόχευση άλλωστε μοιράζεται και στους σινεμάδες το τράκτ με το άρθρο της κας Μηλιαρονικολάκη.

Το τελευταίο αυτό εξάμβλωμα των εγκεφάλων του Περισσού δεν έχει φιλοδοξίες κριτικού κινημαγραφίας. Είναι , εκτός από τη πρώτη του παράγραφο , ένα καθαρά πολιτικό κείμενο. Με αυτή την έννοια κάθε απάντηση στο παραπάνω άρθρο δεν μπορεί παρά να είναι καθαρά πολιτική.

Ο ανώνυμος συγγραφεύς καταλήγει με ένα τσιτάτο του Λένιν «…«δεν έχουν χρησιμοποιήσει ακόμη βία, ο εμφύλιος αυτός πόλεμος μετατρέπεται για μας σε ειρηνική, μακρόχρονη και υπομονετική, ταξική προπαγάνδα» (Λένιν, «Απαντα», τόμος 31ος, σελ. 351).» για να δικαιολογήσει το γεγονός ότι σήμερα το ΚΚΕ αποδύεται μόνο σε ταξική «προπαγάνδα» και δεν έχει πάρει ( ακόμα ) τα βουνά.

Εδώ βρίσκεται όλο το «ψωμί» της υπόθεσης.

Παρατηρούμε πρώτα μια αδιόρατη «στροφή» της γραμμής. Καλός ο Εμφύλιος και οι ταξικές βίαιες συγκρούσεις , όπως σχεδόν διαφημίζεται στα τρία προηγούμενα άρθρα , αλλά ΤΩΡΑ δεν έχουμε ( ακόμα ) τέτοιες συνθήκες. ¨Ολα αυτά βέβαια με το κύρος ενός Β. Ουλιάνωφ.

Πίσω από το άνωθεν τσιτάτο πάνε να κρύψουν τις διαχρονικές ευθύνες των ηγεσιών του ΚΚΕ και των μέχρι τη δεκαετία του 90 πατρώνων του.
Ευθύνες για το τρόπο με τον οποίο ένα κίνημα όπως το ΕΑΜικό κατήντησε μέσα στην ιστορική πορεία να γίνει σήμερα μια ισχνή μειοψηφία ενός κόμματος- μούμιας που ακόμα και σε συνθήκες άγριας καπιταληστρικής κρίσης αδυνατεί να πείσει τα πλέον ζωντανά στοιχεία , τη νεολαία αυτής της χώρας. , βλέπωντας ακόμα και την εκλογική πελατεία του να συρρικνώνεται προς όφελος του ΓΑΠ ή της αποχής.

Θυμίζω τις αντιπολεμικές κραυγές που συστηματικά πρακτόρευε το ΚΚΕ και μέσω του ΠΣΕ ( παγκόσμιο συμβούλιο ειρήνης ) με τον ανεκδιήγητο εντεταλμένο κο Ρομές Σάντρα , όπου κατά το δοκούν καταγγελόταν η ξένη επέμβαση στο Βιετνάμ και παράλληλα μούγκα για την επέμβαση στο Αφγανιστάν ( για τη τελευταία βέβαια κόπτονταν και σφάζονταν οι «φιλελεύθεροι» της άλλης πλευράς , για την οποία ο πόλεμος του Βιετνάμ ήταν «αγιοποιημένος» ή οι Ταλιμπάν τότε ήρωες ).

Αυτά τα συμπτώματα παρουσιάζονται όταν πρακτορεύονται ένθεν κακείθεν συμφέροντα μιας νομενκλατούρας , μιας δράκας μεγιστάνων ή μιας μεγάλης δύναμης.

Τους πειράζει τους κους του ΚΚΕ η ταινία του ΠΒ. 🙂

Φανταστείτε να έκανε ταινία όπου να παρουσιάζωνται τα τραγικά λάθη ( ; ) του ΚΚΕ από το 43 μέχρι και το 49 . Λάθη στρατηγικής και τακτικής που ομολογούν σε μαρτυρίες τους πολλοί – εκ των έσω βιώσαντες – αγωνιστές αλλά και αρκετοί μελετητές εκείνων των ιστορικών γεγονότων. Ένα ντοκυμαντέρ δηλαδή και όχι μια ταινία πλοκής όπου να αποδεικνύεται στη πράξη γιατί πχ η επιχείρηση στη Φλώρινα έγινε ο τάφος χιλιάδων ανταρτών επειδή το πολιτικό πρόταγμα ήταν να υπάρξει ( έστω μία .. ! ) πόλη «ελεύθερη» – έδρα μιάς κυβέρνησης του βουνού – ώστε να θεμελιώνεται ένα προσωρινό έδαφος για διαπραγματεύσεις. Οι αντάρτες του ΔΣΕ ήξεραν γενικά γιατί πολεμούσαν , αυτό δεν το αρνείται κανείς.

Αυτό που δεν ήξεραν είναι ότι ο Κόκκινος Στρατός δεν πρόκειται ποτέ να έρθει σε βοήθεια τους αφού ο Στάλιν ήδη αναγνωριζε τη κυβέρνηση του Παλατιού .
Δεν ήξεραν επίσης ότι όπως το Δεκέμβρη του 44 , έτσι και τώρα θα στέλνονταν στη σφαγή ( τότε Σέρμαν τώρα ναπάλμ ) από μια ηγεσία σαφώς κατώτερη των περιστάσεων.
Δεν ήξεραν ακόμα ότι λίγα χρόνια αργότερα οι επιζήσαντες θα περνούσαν δια ροπάλου στη Τασκένδη όταν κατέρρεε το σύστημα Ζαχαριάδη και ο κουκουές θα έσβηνε μέσα στις στάχτες του.
Δεν ήξεραν ότι το ρόπαλο θα το κρατούσαν αυτοί που επί δεκαετίες μετά πήραν τα ηνία στο Κόμμα σε αγαστή συνεργασία με τους «οππορτουνιστές» του χρουτσοφικού και μπρεζνιεφικού γίγνεσθαι. Επί 50 κοντά χρόνια….

Μέχρι να έρθει σήμερα η πεφωτισμένη «νέα» ηγεσία , μόνη σχεδόν ανά το κόσμο μαζί με τους Βορειοκορεάτες συντρόφους , για να εξηγήσει στο λαό ότι η μοναδική περίοδος όπου λειτουργούσε το «προλεταριακό» κράτος είναι η περίοδος του καλού μας Πατερούλη. Όλες οι λοιπές ηγεσίες του ΚΚΣΕ έκτοτε υπέπεσαν σε σοβαρά οππορτουνιστικά «λάθη» ή ήταν πράκτορες της αντίδρασης. Και το σύστημα αυτό κατέρρευσε εν μια νυκτί με εκείνα τα»δραματικά» γεγονότα της δεκαετίας του 90. 🙂

Βγαίνει αβίαστα το συμπέρασμα ότι και οι ηγεσίες Κολιγιάννη – Φλωράκη , που ποτέ δεν κατήγγειλαν αυτές τις εκτροπές ( μόνο στο τέλος όταν κόπηκαν οι σχέσεις ) ήσαν και αυτές ένοχες στο ίδιο παίγνιο. 😉

Μια τελευταία παρατήρηση . Σε συνθήκες σαν τις σημερινές , βλέπε παγκόσμια κρίση , αδυναμία του ΚΚΕ να πείσει και να εμπνεύσει τα μαζικά κινήματα , ταχύτατες μεταβολές και απειλές σε όλα τα επίπεδα ( τεχνολογία , κοινωνικές σχέσεις , οικονομία , περιβάλλον ) το τιμημένο κόμμα – κατάστημα προσφεύγει στη Σκαρίμπεια τακτική της «φυγής προς τα εμπρός» . Απεκδύεται μετά βδελυγμίας πάσης ευθύνης και ευαγγελίζεται την επιστροφή σε εκείνο το απλουστευτικό σχήμα που βολεύει. Από τη μιά όλοι οι άλλοι και από την άλλη εμείς ( οι αποκλειστικοί εισαγωγείς και διαχειριστές του ταξικού προτύπου )

Προσδοκούν την εξαθλίωση και την εξέγερση υπό τη προυπόθεση ότι θα την ελέγχουν απόλυτα. Αναγγέλουν την επιστροφή στον «communisme de caserne» για να θυμηθώ τον όρο που απέδιδε ο Μ. Σουσλόφ στα εγχειρήματα της «πολιτιστικής» επανάστασης του Μάο και της Χήρας. Απομένει ακόμα να χειροκροτήσουν και το Πολ Πότ…. ίσως να το κάνουν ήδη αλλά ο υποφαινόμενος να μη το έχει αντιληφθεί.

( Αντιλαμβάνομαι ότι με τα σχόλια μου σε αυτό το thread βρίσκομαι υπό το κράτος «αντικομμουνιστικής» ψύχωσης. Θεωρώ βέβαια ότι η ατομική μου αυτή ψυχ. συνδρομή είναι το έλλασον κακό και αντέχετε φίλοι καλυβίστες να την υποστείτε , αφού αποτελεί σύμπτωμα αγωνίας και εκκινεί από ατομικά προβλήματα και κίνητρα μη υλικά . Αντίθετα η οργανωμένη παράνοια που προβάλλει το ΚΚΕ , νομίζω , είναι εκτός από κουραστική ( όπως το δικό μου σύνδρομο ) , ηθελημένη και στοχευμένη , εκκινεί από συμφέροντα το ίδιο μαύρα όσο και αυτά που καταγγέλει και άρα ενέχει σοβαρώτερες συνέπειες και κινδύνους ) :mrgreen:

δεξιός

Ειδα την ταινια.Εκεινο που μου εκανε εντυπωση ειναι οτι δεν ηταν τοσο αντιδεξια οσο αντιαμερικανικη.
Ο στρατος ,οι στρατηγοι ,ακομη και ο βασιλιας (!) εμφανιζονται απροθυμοι να πολεμησουν τους ανταρτες και τους το επιβαλλουν οι κακοι Αμερικανοι.
Λεγεται οτι ο Βουλγαρης και η Καρυστιανη ειναι τακτικοι συνομιλητες του Καραμανλη.Αν εχει και αυτος παρομοιες αποψεις εξηγουνται πολλα παρανοικα των τελευταιων ετων.
Με παλαιολιθικους στον Περισσο και κομπλεξικο εναντι της αριστερας στην ηγεσια της ΝΔ δεν ειναι καθολου παραξενο που εκανε περιπατο ο ΓΑΠ.
Αλλωστε το βαθυτερο νοημα της ταινιας και που μαλλον πειραξε το Ρ ειναι «ζητω η εθνικη συμφιλιωση» αρα ΠΑΣΟΚ.

margymnast

Θα ‘θελα να εκφράσω την ταπεινή μου άποψη περί πολιτικής χροιάς (της ταινίας) και περί σκηνοθετικού οίστρου (του σκηνοθέτη). Διαβάζοντας αρκετά από τα σχόλια των αναγνωστών οφείλω να ομολογήσω ό,τι δεν κατάλαβα ποιο πρέπει να είναι το ζητούμενο μιας καλλιτεχνικής δημιουργίας, όπως πρέπει να εκληφθεί η εν λόγω ταινία. Η πιστή αποτύπωση της (σχετικής) αλήθειας ή η καλλιτεχνική άποψη (ποιητική αδεία) του σκηνοθέτη; Το πολιτικό (σικ) μήνυμα που υπάρχει πίσω από την ταινία είναι αυτό που κάποιοι θέλουν να μας υποβάλλουν (βλέπε Βούλγαρης) ή μήπως είναι κάτι που εμείς οι ίδιοι προσπαθούμε να υποβάλλουμε στον εαυτό μας; Η άποψη μου είναι πως την καλλιτεχνική δημιουργία πρέπει πάντοτε να την εκλαμβάνουμε ως μια άποψη του δημιουργού για τα τεκταινόμενα, με οδηγό πάντοτε την σχετική αλήθεια που μπορεί να κρύβει. Είναι αδιανόητο να προσπαθούμε να βρούμε ιστορικά λάθη και πολιτικές ανακρίβειες όταν η ίδια η Τέχνη τις κουβαλάει μέσα της, δίνοντας πάντοτε μια διαφορετική θεώρηση των πραγμάτων. Πιστεύω πως είναι λάθος, οι πολιτικές ηγεσίες τόσο του Λ.Α.Ο.Σ. όσο και του Κ.Κ.Ε., να κυνηγούν φαντάσματα και να προσπαθούν να μας πείσουν για την ιστορική αλήθεια με αφορμή την εν λόγω ταινία. Είναι άδικο, τόσο για τους ίδιους όσο και για τους αγωνιστές και για τον απλό κόσμο που σκοτώθηκε σ’ αυτόν τον επαίσχυντο πόλεμο που κηλίδωσε την ιστορία της νεότερης Ελλάδας. Είναι σαν να εγκαλούμε τον σκηνοθέτη των «300» για τις ιστορικές ανακρίβειες που έχει η ταινία του. Έλεος πια…

(δικό μου) 

margymnast,

δεν το σχολίασα στην καλύβα, αλλά είδα το φιλμ ξανά – στο ντιβιντί αυτή τη φορά.

Συμπέρασμα: μέτριος (πολύ μέτριος) κινηματογράφος. Αυτό είναι το βασικό, όλα τα άλλα ακολουθούν (σε απόσταση).

Ευχαριστώ για το σχόλιο και σε καλωσορίζω στην καλύβα!

4 σκέψεις σχετικά με το “Ψυχή βαθιά – μια τηλεγραφική κριτική και μια μεγάλη συζήτηση”

  1. Η «εμφύλια βία» ως γουέστερν σπαγγέτι

    Πολύ σοβαρότερο πρόβλημα απ’ αυτά τα σεναριακά μικρολάθη συνιστά ο κεντρικός καμβάς της ταινίας: η βία για τη βία, ως μοναδική επί της ουσίας ερμηνεία των τεκταινομένων επί της οθόνης

    Του Τάσου Κωστόπουλου

    Οκτώ χρόνια μετά την τελευταία μεγάλη δημόσια συζήτηση για τις εμφύλιες συγκρούσεις της δεκαετίας του ’40 και δυόμιση μετά τη χαζοχαρούμενη εθνικοενωτική «Ψυχή Βαθειά» του Παντελή Βούλγαρη, ο εμφύλιος του 1945-49 επανέρχεται στις μεγάλες οθόνες με μια ταινία που θέτει στο επίκεντρο την ωμή βία ως κεντρική, αυτοτελή και ανακυκλούμενη διαδικασία. Ο λόγος για τη «Δεμένη Κόκκινη Κλωστή» του Κώστα Χαραλάμπους, έργο που απέσπασε αρκετά διθυραμβικές κριτικές στο χώρο της Αριστεράς (και μάλιστα από τα πιο μάχιμα τμήματά της, σε αντίθεση με τους ως επί το πλείστον πολιτικά παροπλισμένους υμνητές του Βούλγαρη), ενώ από τη στρατευμένη δεξιά καταγγέλθηκε σαν ένα ακόμη δείγμα αριστερού λόγου που «παραποιεί την ιστορία και δηλητηριάζει γενιές και γενιές νεολαίων» [1]. Είναι όμως έτσι;

    Ας ξεκινήσουμε από τα αναμφισβήτητα θετικά της ταινίας. Την απόδοση, πρώτα και κύρια, ενός πραγματικού κλίματος εμφυλίου πολέμου με αλυσσιδωτά μίση (προσωπικά και συλλογικά), βεντέτες, καταθλιπτικές επιπτώσεις στη ζωή τόσο των άμεσα εμπλεκόμενων όσο κι εκείνων που -στο περιθώριο της αφήγησης- επιχειρούν να παραμείνουν απλοί θεατές των γεγονότων, κυρίως όμως βίαιη διάρρηξη των διαπροσωπικών σχέσεων του ειρηνικού παρελθόντος: σε αντίθεση με το ανιστόρητο paintball party που σκηνοθέτησε ο Βούλγαρης, εδώ οι μαχητές αναγκάζονται από τα πράγματα (κι ενίοτε τους συμπολεμιστές τους) να προδώσουν ή να σκοτώσουν παλιούς φίλους και συγγενείς, ως επιβεβαίωση της μη αντιστρεπτής στράτευσής τους ή γιατί -απλούστατα- είναι οι μόνοι που μπορούν να προσφέρουν αποτελεσματικά μια τέτοια υπηρεσία. Όσοι έχουν μελετήσει στοιχειωδώς τη μικροϊστορία εμφύλιων συγκρούσεων, από το Μακεδονικό Αγώνα των αρχών του εικοστού αιώνα ίσαμε την επική αναμέτρηση του 1946-49, γνωρίζουν καλά πως αυτή ακριβώς η πτυχή μιας τέτοιας σύγκρουσης συνιστά και την πιο τραυματική, μακροπρόθεσμα, κληρονομιά της.

    Δεύτερο θετικό, άμεσα σχετιζόμενο με το πρώτο: η (ιστορικά ακριβής) ερμηνεία του δεύτερου αντάρτικου ως αποτελέσματος της ασφυκτικής έννομης και παρακρατικής «λευκής τρομοκρατίας» του 1945-46. Ουσιαστικά, η «κόκκινη κλωστή» επιχειρεί να συγκροτήσει μια καθολική απάντηση στο αφελές εθνικοενωτικό σκεπτικό του ευρύτερου «μεσαίου» χώρου που ανέδειξε στη δική του ταινία ο Βούλγαρης, σύμφωνα με το οποίο ο εμφύλιος του 1946-49 δεν ήταν παρά το αποτέλεσμα ξένων (πρωταρχικά αμερικανικών) μηχανορραφιών στις πλάτες των αφελών και αθώων Ελλήνων, που από ιδεολογική τύφλωση και θερμό μεσογειακό ταμπεραμέντο έπεσαν στην παγίδα κι αλληλοσφάχτηκαν μεταξύ τους άνευ λόγου και αιτίας. Ο Χαραλάμπους καταγράφει αντίθετα την πραγματική κοινωνική μηχανική που οδηγεί στον εμφύλιο πόλεμο, την οργανωμένη βία που δεν άφησε κανένα περιθώριο ειρηνικής επιβίωσης στον εαμικό κόσμο της υπαίθρου. Χωρίς ν’ αποσιωπά τη δέσμη των ατομικών κινήτρων που παρήγαγαν τη «λευκή τρομοκρατία» στη βάση της κοινωνίας (προσωπικές αντεκδικήσεις για εαμικές βιαιότητες της κατοχικής περιόδου ή της απελευθέρωσης, ιδιοτελής πρόθεση ατομικού πλουτισμού ή σεξουαλικής ικανοποίησης σε βάρος των γυναικών της Αριστεράς), εντάσσει ταυτόχρονα όλο αυτό το πλέγμα επιδιώξεων στην κεντρική στρατηγική του κράτους των εθνικοφρόνων. Επαναφέρει δηλαδή στο κέντρο της εικόνας το βασικό πρωταγωνιστή της δρομολόγησης του εμφυλίου, το κράτος, που ο επίσημος λόγος των μετεμφυλιακών χρόνων και η πρόσφατη φουρνιά δεξιών «μεταναθεωρητών» προσπαθούν πάση θυσία ν’ αποκρύψουν. Σ’ αυτό το πλαίσιο, η εμφάνιση του ΔΣΕ στο φιλμικό χρόνο γίνεται πλήρως αντιληπτή ως αυτό που πράγματι ήταν: ως το αναπόφευκτο εγχείρημα αυτοάμυνας μιας μερίδας της ελληνικής κοινωνίας, στην οποία δεν έμεινε τίποτα άλλο παρά να διεκδικήσει με το όπλο στο χέρι έναν αξιοπρεπή θάνατο.

    Τρίτο και τελευταίο θετικό της ταινίας: η μη συμμόρφωσή της με τους αγιογραφικούς κώδικες που θέλουν τους αριστερούς αγωνιστές αλύγιστους μέχρι τέλους, εικόνα που αναπαράγει πιστά στο (κατά τα άλλα δεξιότατο) πόνημά του και ο Βούλγαρης. Στην «κόκκινη κλωστή» οι μαχητές του ΔΣΕ απεικονίζονται ως άνθρωποι με πραγματικά όρια, όπως ακριβώς τους συναντάμε στις αυτοβιογραφικές αφηγήσεις: κάποιοι απ’ αυτούς σπάνε στα βασανιστήρια και καταδίδουν τους συντρόφους τους, ένας μάλιστα απ’ αυτούς επισφραγίζει τη συνθηκολόγησή του με την ένταξή του στις παραστρατιωτικές Μονάδες Ασφαλείας Υπαίθρου (ΜΑΥ) που καταδιώκουν τα υπολείμματα του αντάρτικου. Εξίσου υπαρκτή μορφή, πανταχού παρούσα στα απομνημονεύματα αγωνιστών αλλά παντελώς εξοβελισμένη από τις κεντρικές αφηγήσεις της Αριστεράς, ο πρώην ελασίτης που λίγο μετά τη Βάρκιζα μετατρέπεται σε ιδιοτελή διώκτη όσων εαμιτών παραμένουν (ή ενδέχεται να παραμένουν) πολιτικά ενεργοί, δίνει κι αυτός το παρών στο έργο.

    Κάπου εδώ τελειώνουν, ωστόσο, τα θετικά στοιχεία της «Κόκκινης Κλωστής» κι αρχίζουν οι προβληματικές πλευρές της. Δεν αναφέρομαι στις πασιφανείς τεχνικές αδυναμίες της ταινίας, όπως το όχι ιδιαίτερα πειστικό παίξιμο των περισσότερων ηθοποιών, το αδύναμο συχνά σενάριο ή η κάθε άλλο παρά ευρηματική χρήση του φακού, αλλά στην ουσία της αφήγησης. Ας ξεκινήσω απ’ το μικρότερο: μια σειρά σεναριακά ευρήματα που προδίδουν ουσιαστική άγνοια κάποιων βασικών πρακτικών αυτοπροστασίας των παραδοσιακών μικροκοινωνιών (κι όχι μόνο αυτών) σε συνθήκες διάχυτης βίας και άμεσου κινδύνου. Σε μια τέτοια κοινωνία, κανένα δεκάχρονο παιδί δεν καταδίδει το κρυσφύγετο του πατέρα του στους διώκτες του για να πάρει απ’ αυτούς καραμέλες˙ κανείς καταδιωκόμενος χωρικός, όσο πανικόβλητος και νάναι, δεν επιχειρεί να διαφύγει μέσα από ξέφωτα˙ η σιωπή και το κρύψιμο συνιστούν, αντίθετα, τον πρώτιστο κανόνα επιβίωσης. Όσο για το φινάλε της ταινίας, όπου ένας και μοναδικός αγωνιστής καταφέρνει να μπει στο άντρο του αρχηγού των ΜΑΥ και να εξολοθρεύσει την οικογένειά του, όσο κι αν πρόκειται για υπερβολή που θυμίζει κλιμάκωση σε γουέστερν σπαγγέτι, ας αποδώσουμε αυτό το πετυχημένο κρούσμα ατομικής αντεκδίκησης στη χαλάρωση της επαγρύπνισης των εθνικοφρόνων μετά τη στρατιωτική επικράτησή τους επί του εσωτερικού εχθρού. Επωφελούμενη μιας παρόμοιας χαλάρωσης, η πρώτη γενιά της ΕΟ 17Ν δεν κατάφερε άλλωστε να σκοτώσει, εν μέσω Ψυχικώ, κοτζάμ σταθμάρχη της CIA;

    Πολύ σοβαρότερο πρόβλημα απ’ αυτά τα σεναριακά μικρολάθη συνιστά ο κεντρικός καμβάς της ταινίας: η βία για τη βία, ως μοναδική επί της ουσίας ερμηνεία των τεκταινομένων επί της οθόνης. Βία ωμή, αρκετά ρεαλιστική και με ικανές δόσες σπλάτερ, απαραίτητη ίσως για τη μη εξιδανικευτική απεικόνηση ενός εμφυλίου πολέμου, μετέωρη όμως στο βαθμό που προβάλλεται (μαζί με κάποια ατομικά μικροσυμφέροντα) σαν η αποκλειστική εξήγηση του όλου σπαραγμού. Η «Κόκκινη Κλωστή» έρχεται έτσι να συναντήσει από τα αριστερά τις επεξεργασίες των δεξιών «μεταναθεωρητών», σύμφωνα με τις οποίες η «απολιτική» βία ως αυτοτελής παράγοντας και η «ορθολογική επιλογή» των επιμέρους ατόμων με βάση λογιστικούς υπολογισμούς κερδών/ ζημίας καθορίζουν σχεδόν αποκλειστικά την όποια εμφύλια στράτευση [2].

    Η ιδεολογία των αντιπάλων δεν απουσιάζει από την ταινία, αποδίδεται όμως με τόσο γκροτέσκα στερεοτυπικό τρόπο, ώστε αυτοακυρώνεται πλήρως. Η φιγούρα του κομμουνιστή καθοδηγητή, που βγάζει λόγο στους αντάρτες για την ανάγκη φυσικής εξολόθρευσης των εχθρών του λαού, είναι σχεδόν γελοιογραφική. Από τις αυτοβιογραφίες παλιών αγωνιστών ξέρουμε πολύ καλά ότι πάμπολλα στελέχη του ΔΣΕ κάθε άλλο παρά άγγελοι υπήρξαν, ότι το επαναστατικό «κράτος του Γράμμου» αποτελούσε μια μικρογραφία των αστυνομοκρατούμενων Λαϊκών Δημοκρατιών της Ανατολικής Ευρώπης (δίχως τις όποιες κοινωνικές παροχές), ότι ακραία φαινόμενα «επαναστατικού καριερισμού» και προσωπικά ξεκαθαρίσματα λογαριασμών διεκπεραιώθηκαν συχνά στο όνομα των «στρατιωτικών αναγκών» του κινήματος. Από πουθενά δεν προκύπτει, ωστόσο, αυτή η αίσθηση γελοιότητας που ξεχειλίζει στο συγκεκριμένο σημείο την οθόνη˙ το «πνεύμα της Ακροναυπλίας» με την ίντριγκα, την καλλιέργεια του αλληλοχαφιοεδισμού και την ουσιαστική κατάλυση κάθε συντροφικότητας υπήρξε προβληματικό για εντελώς διαφορετικούς λόγους. Όπως και με την παραληρηματική φιγούρα του καθοδηγητή του ΔΣΕ που φιλοτέχνησε ο Βούλγαρης, είναι προφανές ότι η σκηνοθετική διαφοροποίηση από το ΚΚΕ της δεκαετίας του 1940 και το ΔΣΕ εδράζεται εδώ σε εντελώς σύγχρονες προσλήψεις: συγκεκριμένα στη φιγούρα του αερολόγου και δογματικά αναποτελεσματικού κομμουνιστή γραφειοκράτη της ύστερης μεταπολιτευτικής περιόδου. Εξίσου γελοιογραφική είναι και η μοναδική αναφορά στην εμφυλιακή εθνικοφροσύνη, με το βασανιστή αστυνομικό να ρωτά το ανακρινόμενο θύμα του γιατί αυτός κι οι σύντροφοί του «είναι πρώτα κομμουνιστές και μετά Έλληνες». Υποσημειώνω, τέλος, το χοντροκομμένο αναχρονισμό του χαρακτηρισμού (από τον καθοδηγητή) των παρακρατικών σαν «εθνικιστών»: αποδοχή κι αναπαραγωγή του δικού τους αυτοπροσδιορισμού που όχι ζαχαριαδικός αγκιτάτορας αλλά ούτε κεντροδεξιός δημοκράτης της εποχής δε θα μπορούσε καν να διανοηθεί.

    Αυτή η οικειοποίηση κι αναπαραγωγή της εικόνας που ο ίδιος ο αντίπαλος φιλοτεχνεί για τον εαυτό του καταλήγει, στην «Κόκκινη Κλωστή», ν’ αποδίδει στους φασίστες ακόμη και μια ηθική υπεροχή έναντι των αντιπάλων τους –οριακή, έστω, και με βάση τους «αντρικούς» κώδικες που ελέω βίας επικρατούν στην ταινία: ενώ το πολιορκημένο από χωροφύλακες και ΜΑΥδες ζευγάρι των κυνηγημένων αριστερών δεν έχει το κουράγιο ούτε καν να πολεμήσει για να καλύψει τη φυγή του παιδιού του (ή έστω ν’ αυτοκτονήσει, πρακτική απόλυτα ορθολογική με βάση το τι το περίμενε αν πέσει στα χέρια των διωκτών του), ο επικεφαλής των ΜΑΥ δε διστάζει ακόμη και να παροτρύνει τη γυναίκα του να τον σταυρώσει στο πάτωμα, προκειμένου να σωθεί ο γιος του από το κομμουνιστικό πιστόλι που τον σημαδεύει. Όπως και σε μια άλλη (πρώιμη αλλά σαφώς «μεταναθεωρητική») ταινία, τον «Ηνίοχο» του Δαμιανού, η έστω και υπόρρητη αποδοχή των κωδίκων και στερεοτύπων ενός συγκεκριμένου «ανδρισμού» που διαπερνά το έργο καταλήγει σ’ ένα αρκετά προβληματικό αποτέλεσμα. Προβληματική είναι, άλλωστε, και η όλη διαχείριση των έμφυλων ρόλων στο έργο. Οι γυναίκες, τόσο της δεξιάς όσο και της αριστεράς (κυρίως αυτές) εμφανίζονται αποκλειστικά και μόνο ως παθητικά πρόσωπα, θύματα ή/και συμπαραστάτες των αντρών, μ’ εξαίρεση τη μορφή της μαυροφορεμένης εθνικόφρονος «εκδικήτριας» –αρκετά παθητική όμως κι αυτή, σχεδόν μετανιωμένη εκ των προτέρων για τη βία που πρόκειται ν’ ασκήσει, σε πλήρη αντιδιαστολή με την εικόνα που σχηματίζουμε γι’ αυτό το φαινόμενο από τις πηγές. Το ταπεινωτικό κούρεμα της ερωμένης των Ιταλών αποδίδεται πάλι σε «κομματική γραμμή» του ΚΚΕ κι όχι στους πατροπαράδοτους κανόνες μιας πατριαρχικής κοινωνίας, που εκτός από την εθνικής προδοσία τιμωρούσε ταυτόχρονα την καθαρά γυναικεία παρεκτροπή της ερωτικής «οριζόντιας συνεργασίας» με τον εχθρό. Ακόμη πιο χτυπητή είναι τέλος η παντελής απουσία ανταρτισσών στις τάξεις του ΔΣΕ, τη στιγμή που οι γυναίκες αποτελούσαν πάνω από το 1/3 της μάχιμης δύναμής του κι η μαχητικότητά τους συνιστά έναν από τους πονοκεφάλους της μετεμφυλιακής επίσημης ιστοριογραφίας. Στο σημείο αυτό, και παρά τις όποιες προθέσεις της, η ταινία του Χαραλάμπους αποδεικνύεται πολύ συντηρητικότερη ακόμη κι από το δεξιόστροφο πόνημα του Βούλγαρη.

    ______________________________

    Σημειώσεις

    [1] Για το συγκεκριμένο τσιτάτο: «Ελεύθερος Κόσμος» 18.3.2012, σ.14. Ο συντάκτης της κριτικής αποφαίνεται ότι, με «μοναδική εξαίρεση το ‘Ψυχή Βαθειά’, όλες οι ταινίες των 36 τελευταίων ετών που αναφέρονται στον ανταρτοπόλεμο, κλείνουν προς τα αριστερά».
    [2] Για μια ενδιαφέρουσα εκ των ένδον αμφισβήτηση αυτής της «ορθολογικής επιλογής» από μια αμερικανίδα πανεπιστημιακό, συνεργάτρια του Στάθη Καλύβα στο πρόγραμμα «Τάξη, Σύρραξη και Βία» του Γέιλ, με βάση τις δικές της παρατηρήσεις από τον εμφύλιο πόλεμο της δωδεκαετίας 1980-1992 στο Ελ Σαλβαδόρ: Elisabeth J. Wood, Insurgent Collective Action and Civil War in El Salvador, Cambridge University Press 2003.

    http://rnbnet.gr/details.php?id=5251

    Μου αρέσει!

  2. Μία ενδιαφέρουσα ανάλυση των δύο ταινιών για τις οποίες γίνεται λόγος εδω – Ψυχή Βαθιά και Δεμένη Κόκκινη Κλωστή – από τον ιστορικό Κώστα Κορνέτη. Πέρα από αναφορές ενός τεχνικο-αισθητικού χαρακτήρα σε σχέση με τις δύο ταινίες (οι οποίες αναφορές σαφώς και παρουσιάζουν ενδιαφέρον), προσδίδει ένα εξτρα ενδιαφέρον στην ανάλυσή του η προσπάθεια να ανιχνεύσει την υπόγεια επίδραση που άσκησε το κοινωνικο-πολιτικό και ιστορικό πλαίσιο μέσα στο οποίο έλαβαν χώρα τα γυρίσματά των συγκεκριμένων ταινιών. Δηλαδή, πρόκειται για ταινίες που αναφέρονται μεν στον Εμφύλιο, όπως όμως η οπτική των δημιουργών τους φιλτράρεται μέσα από σύγχρονα ερεθίσματα, τα οποία βρίσκονται σε ένα ιστορικό πλαίσιο πολύ διαφορετικό από αυτό του εμφυλίου οπότε, μοιραία, επηρεάζεται και η αφήγησή τους για τον Εμφύλιο.

    http://www.academia.edu/8183875/From_Reconciliation_to_Vengeance._The_Greek_Civil_War_on_Screen_in_Pantelis_Voulgariss_A_Soul_So_Deep_and_Kostas_Charalambouss_Tied_Red_Thread_

    Μου αρέσει!

  3. https://www.academia.edu/32644197/
    Οι διαμάχες για τις σύγχρονες κινηματογραφικές εικόνες του ελληνικού εμφυλίου στη δημόσια σφαίρα
    η ανακοινωση στο συνεδριο των ΑΣΚΙ με την αναφορα σε σχολια απο το αλλο blog

    Ασχετα με τα σχολια περι ιστορικης ακριβειας η ταινια ειχε σοβαρο προβλημα σεναριου σε αντιθεση πχ με το τελευταιο σημειωμα. Στο φιναλε του ΤΣ μεχρι και εγω, ενας σκληρος αντικομμουνιστης, συγκινηθηκα.

    Αρέσει σε 1 άτομο

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: