ΔΣΕ, Μάχες

Εμφύλιες συγκρούσεις στο Άγιον Όρος

273202-221

Το κείμενο που ακολουθεί το βρήκα στο δίκτυο και το συμπλήρωσα με λίγες δικές μου πληροφορίες, από προφορικές αφηγήσεις (όσα είναι με κόκκινο).

*

ΠΡΩΤΟ ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ

Το πρώτο σοβαρό επεισόδιο ήταν η επίθεση κατά της Δάφνης στις 23/4/1947 από 42 ενόπλους αντάρτες με αρχηγούς τους Κ. Παπαγεωργίου και Α. Καζάκο με σύνδεσμο το Θ. Δαμπάση. Αυτή η ομάδα καθήλωσε τη φρουρά του Σταθμού Χωροφυλακής που την αποτελούσαν 3 άνδρες και κατέλαβε το Τελωνείο, το Ταχυδρομείο, τον Αστυνομικό Σταθμό και τα εμπορικά καταστήματα.

Την επόμενη ημέρα στις 3 π.μ. φόρτωσαν τα προϊόντα που κατάσχεσαν (τρόφιμα, 110 σάκους αλεύρι, ιματισμό, υγειονομικό και τηλεπικοινωνιακό υλικό κ.α.) στο πετρελαιοκίνητο «Άγιος Νικόλαος» που έτυχε να βρίσκεται στην Δάφνη και επέπλευσαν με κατεύθυνση Αρκούδα Χαλκιδικής.

Το απόγευμα της ίδιας ημέρας απόσπασμα Χωροφυλακής ΑΟ με ακταιωρούς πρόλαβε τους αντάρτες.

Στην συμπλοκή που ακολούθησε οι αντάρτες αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν σχεδόν όλα τα εφόδια που είχαν πάρει και με απώλειες, σύμφωνα με στοιχεία της χωροφυλακής 2 νεκρούς και 2 τραυματίες, διέφυγαν. Από την πλευρά των ανταρτών υποστηρίχτηκε ότι δεν είχαν καμιά απώλεια.

ΜΑΧΗ 16/10/1948

Η σημαντικότερη όμως μάχη ήταν αυτή που διεξάχθηκε την αυγή της 16/10/1948 από 400 περίπου ένοπλους αντάρτες που ήταν τμήμα της VI Μεραρχίας του ΔΣΕ. (…)

 

ΕΠΙΔΡΟΜΕΣ  ΚΑΙ ΑΜΥΝΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ

Στις 22/4/1948 30 αντάρτες εισήλθαν στο ΑΟ και λεηλάτησαν την Ι. Μ. Χιλιανδαρίου.

Στις 5/8/11948 ο καπετάν Παπαγεωργίου με ομάδα από ενόπλους λεηλάτησε την Ι. Μ. Εσφιγμένου.

Στις 18/10/1948 ο καπετάν Παπαγεωργίου λεηλάτησε την Ι. Μ. Καρακάλλου.

Στις 8/11/1948 ο καπετάν Παπαγεωργίου λεηλάτησε την Ι. Μ. Φιλοθέου.

Στις 17/11/1948 ο καπετάν Παπαγεωργίου προσπάθησε να λεηλατήσει την Ι. Μ. Ζωγράφου (Βουλγάρικο)  η επίθεση αυτή αποκρούστηκε από δύναμη της Χωροφυλακής που φρουρούσε την Μονή (ο λόγος που φρουρείτε ειδικά η Βουλγάρικη Μονή πιο επιμελώς είναι καταφανής, μια ενδεχόμενη λεηλασία της θα έδινε αφορμή να εγείρουν αξιώσεις οι Βούλγαροι για διεθνοποίηση του ΑΟ).

Όλο το 1948 η κατάσταση στο ΑΟ ήταν ρευστή.

Στις 3/12/1948 το ΓΕΣ ζήτησε την εκκαθάριση της περιοχής και προς τούτο ενισχύθηκαν με δυνάμεις Χωροφυλάκων και εφόδια. Μετά την ενίσχυσή τους οι Χωροφύλακες επιτέθηκαν και αιφνιδίασαν τις αντάρτικες ομάδες, με τον τρόπο αυτό επιτεύχθηκε η εκκαθάριση του ΑΟ από τις δυνάμεις του ΔΣΕ.

Ταυτόχρονα οχυρώθηκε το στενό του Ξέρξη από δύναμη Στρατού Χωροφυλακής και ΜΑΔ, ενώ πλοία του στόλου περιπολούσαν στην περιοχή.

Το 1949 έμεινε ισχυρή δύναμη Χωροφυλακής από 160 αξιωματικούς και οπλίτες και 40 ΜΑΔ, εφεδρικά δε είχαν οργανωθεί μεταβατικά αποσπάσματα που περιπολούσαν στην περιοχή. Από το καλοκαίρι του 1949 η δύναμη αυτή άρχισε να μειώνεται.

Στις 10/6/1949 μια δύναμη από 150 ενόπλους του ΔΣΕ με επικεφαλής τον ο καπετάν Παπαγεωργίου προσπάθησε να εισβάλει στο ΑΟ αλλά αποκρούστηκε στο στενό του Ξέρξη. Κατά την επίθεση οι αντάρτες κατέλαβαν 2 φυλάκια στο χωριό Νέα Ρόδα που τα αποτελούσαν ΜΑΔ. Οι επιτιθέμενοι μπήκαν στο χωριό Νέα Ρόδα πήραν τρόφιμα και ζώα, αλλά στις 3 μ.μ. αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν προς Γομάτι υπό τους κανονιοβολισμούς του Φ Τ 12 και του ν/κ Κάλυμνος. Στη συνέχεια ανέλαβε η αεροπορία.

Με την μάχη αυτή έκλεισε για το ΑΟ το κεφάλαιο εμφύλιος, δεν υπήρξε άλλη ενόχληση του Άθωνα από τον ΔΣΕ.

Ο πρωταγωνιστής των αντάρτικων επιθέσεων ο καπετάν Παπαγεωργίου συνελήφθη στις 8/1/1950 στο χωριό Μεγάλη Παναγιά και εκτελέστηκε.

http://agioritikesmnimes.pblogs.gr/2009/10/558-agioreites-katohh-emfylios-15.html

Για τον Παπαγεωργίου, ο οποίος αποτελεί μυθικό πρόσωπο στη Βόρεια Χαλκιδική, ακούγονται διάφοροι rural legends. Ήταν, λέει, ανθυπολοχαγός αλλά τον είχαν καθαιρέσει (μάλλον για συμμετοχή στο κίνημα της Μέσης Ανατολής). Λιανός, σβέλτος, ιδεολόγος (τα έβαζε με τους συντρόφους του, που έκαναν λεηλασίες). Στρατιωτική ιδιοφυΐα (λένε) είχε πέσει στη δυσμένεια του Κόμματος, γι’ αυτό και δεν έφυγε για έξω, όταν ο ΔΣΕ ηττήθηκε, αλλά έμεινε στη Χαλκιδική. Αυτόπτες μάρτυρες βεβαιώνουν ότι τον είδαν να περνάνε δεμένο οι ΜΑΥδες, μετά τη σύλληψή του. Αλλά, τρεις μέρες αργότερα, όταν έφεραν το πτώμα του στην πλατεία της Μεγάλης Παναγίας, δεν το αναγνώρισε κανείς! (Τον ήφεραν μι το τσουβαλ’ αλλά ότα τ’ ανοίξανι κι δεν τουνε γνώρ’σε κανείς!) Σύμφωνα με το θρύλο, ο Παπαγεωργίου απελευθερώθηκε από τους δεσμώτες του (ή απέδρασε). Μια εκδοχή τον θέλει, ελεύθερο πια, να εκμεταλλεύεται τις άφθονες λίρες που είχε κρύψει όσο δρούσε και να μετατρέπεται σε μεγάλο επιχειρηματία της Θεσσαλονίκης! (Οι ντόπιοι αναφέρουν και το όνομα του – πασίγνωστου – επιχειρηματία)

*

Η σημαντικότερη μάχη ανταρτών και χωροφυλακής, ήταν αυτή που διεξάχθηκε την αυγή της 16/10/1948 από 400 (σημ. Πρόκειται περί λάθους – ο αριθμός ήταν 100) περίπου ένοπλους αντάρτες που ήταν τμήμα της VI Μεραρχίας του ΔΣΕ .

Η δύναμη αυτή είχε στις τάξεις της και γυναίκες και η επιχείρηση έγινε με αντικειμενικό στόχο την προμήθεια τροφίμων και την στρατολόγηση κατοίκων της Χαλκιδικής που είχαν καταφύγει στο Άγιο Όρος. Μετά το πέρας της επιχείρησης η δύναμη αυτή θα κατέληγε στον Κάκαβο που στρατοπέδευε και η υπόλοιπη VI Μεραρχία.

Διοικητής των ανταρτών ήταν ο Π. Ερυθριάδης και η επίθεση είχε δύο στόχους.

1ον Το Διοικητήριο όπου ήταν ο Διοικητής Αγίου Όρους Π. Παναγιωτάκος και 4 άνδρες η οποία και αποκρούστηκε μετά από 8ωρη μάχη και με απώλειες για τους επιτεθέντες. Το κτίριο έπαθε μεγάλες ζημιές και καήκε μεγάλο μέρος από το αρχείο της Διοικήσεως.

2ον Το κτίριο που στεγαζόταν η δύναμη της Χωροφυλακής που και αυτή απέτυχε.

Οι απώλειες των χωροφυλάκων ήταν ένας τραυματίας και των ανταρτών 2 νεκροί και 5 τραυματίες. Τραυματίστηκε και ο Παπαγεωργίου.

Πήραν από τις Καρυές τρόφιμα, ιματισμό και χρήματα. Παρόμοιες λεηλασίες έκαναν και στην Ι. Μ. Ιβήρων και Βατοπεδίου, προέβησαν δε σε εκτεταμένη στρατολόγηση.

Οι αντάρτες με τα εφόδια που φορτώθηκαν σε 80 υποζύγια αποχώρησαν στις 17/10/1948.

Επισημάνθηκαν από την πολεμική αεροπορία και στην πορεία των ανδρών του ΔΣΕ επί δύο ημέρες από τις Καρυές μέχρι τον Κάκαβο η Αεροπορία έκανε συνεχείς επιθέσεις, ταυτόχρονα τους βομβάρδισαν πολεμικά πλοία με συνέπεια να υποστούν σοβαρές απώλειες και να χάσουν το μεγαλύτερο μέρος των εφοδίων που είχαν συναποκομίσει.

http://agioritikesmnimes.pblogs.gr/2009/10/526704.html

Οι αφηγήσεις των Χαλκιδικιωτών που άκουσα κάνουν λόγο για σκόπιμες «αστοχίες», τουλάχιστον από τα πολεμικά πλοία που χτυπούσαν την εφοδιοπομπή. Δεν έχω λόγους να το πιστέψω αυτό, απλά αναφέρω τον rural legend. Η εξήγηση βρίσκεται, μάλλον, στους αόπλους που είχαν στρατολογήσει οι αντάρτες:

«Και όλη αυτή η θλιβερά φάλαγξ διήλθεν ανενόχλητος το στενόν του Ξέρξη, καίτοι υπήρχον δύο ακταιωροί εκατέρωθεν και εντός ολίγου είχε φθάσει και το αντιτορπιλικών «Δόξα», αλλά έμειναν αδρανή, ίνα μη φονευσωσιν το πλήθος των αθώων απαχθέντων.

Στον ίδιο σύνδεσμο περιέχεται και η γλαφυρή αφήγηση ενός μοναχού για τις αντάρτισσες που κατέλυσαν το άβατο:

«Επηκολούθησεν ολοήμερος μάχη υπό ραγδαίαν  βροχήν, καθ ήν εφονεύθησαν τρεις συμμορίται και εκ  των χωροφυλάκων ουδείς.

«Την επομένην οι εκ των συμμοριτών άνδρες επεδόθησαν εις την λεηλασίαν των Κελλίων και καταστημάτων, αι δε γυναίκες προς εμπαιγμόν και βεβήλωσιν των ιερών παραδόσεων και τυπικών, εχόρευον υπό την αψίδα του Κωδωνοστασίου του Πρωτάτου, και με Καυκασιακήν προφοράν των έλεγον εις ενίους Πατέρας διερχομένους εκείθεν: «ας κάνη το θάμα της η Παναγία σας εις εμάς τα κοράσια».

*

Από την ανάρτηση της καλύβας https://panosz.wordpress.com/2009/10/31/civil_war-28/ 

d-t

Ολόκληρη η ανάρτηση , εκτός από την αφήγηση, που δεν είναι από αντάρτη αλλά από τον ηγούμενο της Ι.Μ. Διονυσίου Γαβριήλ, είναι επί λέξη αντιγραφή απο το βιβλίο του Δημήτριου Τσάμη ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΣΤΗΝ ΠΡΟΣΦΑΤΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ. Το ίδιο ισχύει για το μεγαλύτερο μέρος των σχολείων του Πάνου. Αυτά τα αναφέρω όχι για κάποιον άλλο λόγο, αλλά για να καταγραφεί η πηγή ενός καλού βιβλίου και μίας κοπιώδης εργασίας που έκανε ο συγγραφέας για να μπορούμε εμείς σήμερα να διαβάζουμε τι έγινε στο Άγιο Όρος την περίοδο της Κατοχής και του Εμφυλίου. Σχετικά με τον καπετάν Βούρο το επώνυμό του ήταν Τζελέπης και όχι Τσελέντης. Ήταν μόνιμος λοχαγός του ελληνικού στρατού και αυτός που οργάνωσε τον ΕΛΑΣ στην Χαλκιδική.

(δικό μου)

Mια αναπάντεχη αναφορά στον Παπαγεωργίου:

«Για τον Παπαγιώργη της Χαλκιδικής που «φαίνεται» πως ήταν πράχτορας του εχθρού…»

Νίκος Ζαχαριάδης, ομιλία την 3η Συνδιάσκεψη τυ ΚΚΕ 10-14.10.1950, σελ. 299. Αναφέρεται από Γ. Γκαγκούλια, στα «τραγικά γεγονότα της 7ης Μεραρχίας του ΔΣΕ», (από το ΒΗΜΑ) σελ. 200

Για τον Παπαγεωργίου ένα σύντομο άρθρο (με το μεγαλύτερο όμως ενδιαφέρον στα σχόλια) εδώhttp://respentza.blogspot.com/2011/01/blog-post_7842.html

*

Από το μπλογκ Κόκκινος Φάκελος

http://kokkinosfakelos.blogspot.gr/2012/05/t-2.html

Tα ανατριχιαστικά ντοκουμέντα (μέρος 2ο)

Συνεχίζουμε στο σημείο αυτό την παράθεση των ντοκουμέντων της φρίκης της Λευκής Τρομοκρατίας που ξεκινήσαμε σε προηγούμενό μας άρθρο.

Φωτογραφία κομμένων κεφαλών διωκόμενων αγωνιστών σε τοπική εφημερίδα της Χαλκιδικής. Η φωτογραφία έχει ληφθεί το 1945 και η λεζάντα γράφει: » Παρόμοιον φρικιαστικόν τέλος αναμένει όσους μωρούς θα επιμείνουν από εδώ και εμπρός να ορθώνουν το μικρόν τους ανάστημα εναντίον του κράτους..»
 
 
Ομάδα παρακρατικών οπλισμένη με τουφέκι και αγγλικό υποπολυβόλο ποζάρει πάνω από το κορμί δολοφονημένου αγωνιστή το 1945 στην περιοχή της Χαλκιδικής
Κομμένο κεφάλι αγωνιστή του ΕΛΑΣ στην Χαλκιδική το 1945. Είναι ορατά τα κομμάτια σύρμα που πέρασαν στα αυτιά του για να το κρεμάσουν πιθανότατα σε δέντρο ή φανοστάτη
 
 
 
 
 
Ο φακός απαθανατίζει καρέ καρέ τον αποτρόπαιο αποκεφαλισμό τραυματισμένου αντιφρονούντα από  κάποιον εθνικόφρονα. Η φωτογραφία που φαίνεται απίστευτη στον αναγνώστη ανήκει στο φωτογραφικό αρχείο του Χρ. Παραθυρά
Ακόμα μια σπανιότατη φωτογραφία επικείμενης δολοφονίας αγωνιστών. Σε αυτήν εικονίζονται (στο κέντρο με τις χειροπέδες) οι αγωνιστές του ΔΣΕ Χαλκιδικής Παπαγεωργίου (ήρωας του Ελ Αλαμέιν) και Λάκης Ζαχαριάδης (ΠΕ ταξιαρχίας ΔΣΕ Χαλκιδικής). Η φωτογραφία τραβήχτηκε λίγη ώρα πριν οι αιχμάλωτοι μεταφερθούν στην περιοχή Κάκαβος όπου ο Παπαγεωργίου θανατώνεται με πολύωρα φρικτά βασανιστήρια. Ο Λάκης Ζαχαριάδης κρεμάστηκε σε κοινή θέα στην Αρναία. Κανείς από τους δύο δεν πέρασε από στρατοδικείο. Στην φωτογραφία φαίνεται άμεσα η σχέση κράτους και παρακράτους. Αριστερά εμφανίζεται αξιωματικός της Χωροφυλακής που δίνει κάποια εντολή με σηκωμένο το χέρι.
Το κεφάλι του αντάρτη του ΕΛΑΣ Γιάννη Κόκκαλου. Τον συνέλαβε ο πρώην ταγματασφαλίτης Λευτέρης Καλαϊτζής το 1947 και αφού τον θανάτωσαν με φρικτά βασανιστήρια στην περιοχή Αι-Νικόλα στο χωριό Πολύγυρος Χαλκιδικής πέταξαν το κεφάλι του αφού το φωτογράφησαν στην πλατεία. Οι δικοί του προσπάθησαν να το θάψουν τρεις φορές, αλλά και τις τρεις το ξέθαβαν ξανά οι παρακρατικοί.

 

 

Advertisements

7 thoughts on “Εμφύλιες συγκρούσεις στο Άγιον Όρος”

  1. Από μια εργασία στη «Διδακτική των Κοινωνικών Επιστημών» με τίτλο «Πως βίωσαν οι κάτοικοι της Χαλκιδικής τον Εμφύλιο Πόλεμο» (υπάρχει στο δίκτυο σε powerpoint) μαθαίνουμε μεταξύ άλλων:

    – […]Κατά τον Εμφύλιο πόλεμο το φθινόπωρο του 1947 οι κάτοικοι της Βαρβάρας υποχρεώθηκαν από το Ελληνικό κράτος να εγκαταλείψουν το χωριό τους και να εγκατασταθούν στα γύρω χωριά[..]. Με τη λήξη του εμφυλίου την άνοιξη του 1950, οι κάτοικοι επέστρεψαν στο χωριό. [..]
    http://www.vikipaideia.gr Βαρβάρα Xαλκιδικής

    *
    ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΟΣ ΠΙΝΑΚΑΣ ΘΑΝΑΤΟΙ ΚΑΤΑ ΤΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΤΟΥ ΕΜΦΥΛΙΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ ΣΤΗ ΧΑΛΚΙΔΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟ ΛΗΞΙΑΡΧΕΙΟ ΠΟΛΥΓΥΡΟΥ

    ΕΤΟΣ ΘΑΝΑΤΟΙ
    1946 43
    1947 44
    1948 44
    1949 50

    Μου αρέσει!

  2. 2046 – Ευγενία Πέγιου, η αντάρτισσα που μετείχε στη μάχη των Καρυών (16/10/1948) και τη λεηλασία της Ι.Μ. Ιβήρων

    ΤΑ ΝΕΑ 23 Σεπτεμβρίου 1999
    Οκτώβριος του 1948. Οι αντάρτες της Χαλκιδικής μπαίνουν στο Άγιον Όρος. Αναμεσά τους και γυναίκες. Το άβατον για πρώτη φορά καταργήθηκε. Μεταξύ αυτών και η Ευγενία Πέγιου που σήμερα ζει στο χωριό Μεγάλη Παναγιά κοντά στην Ιερισσό. Τότε ήταν 17 χρόνων και σήμερα πενήντα χρόνια μετά, θυμάται για κείνη την περιπέτεια που κράτησε δύο ημέρες. «Έκανα αμαρτία», λέει. Οι μοναχοί και αυτοί θυμούνται την είσοδο γυναικών στα μοναστήρια. Δεν αναφέρονται σ’ αυτό. Άλλωστε αυτή ήταν και η μοναδική εξαίρεση. Από τότε υπεραμύνθηκαν του άβατου με σθένος και μέχρι σήμερα, παρά το γεγονός ότι πολλές γυναίκες ζητούν να επισκεφτούν το Άγιον Όρος, αρνούνται κάθε συζήτηση.
    Η βροχή έφτανε ώς το κόκαλο. Το Μάουζερ την κούραζε ακόμη πιο πολύ. Πεινούσε και κρύωνε. Μα πιο πολύ, έτσι όπως στεκόταν έξω από την πόρτα της Μονής Ιβήρων, την τρόμαζε η ιδέα ότι ήταν μια γυναίκα μόνη στο Άγιον Όρος. Ήταν Οκτώβρης του 1948. Τοτε η Ευγενία Πέγιου ήταν μόλις 17 χρόνων. Περνώντας από το χωριό της, τη Μεγάλη Παναγιά Χαλκιδικής, οι άνδρες του Δημοκρατικού Στρατού την πήραν μαζί της. Μέσα στις επιχειρήσεις που γίνονταν τότε ήταν και αυτή του Αγίου Όρους, για να πάρουν τρόφιμα. Η Ευγενία τους ακολούθησε. Περπάτησε ώρες και παρά τον φόβο της βρέθηκε έξω από τη Μονή Ιβήρων με το όπλο στο χέρι.
    «Φοβόμουν πολύ. Είχα ακούσει ότι απαγορεύονταν να μπούνε γυναίκες στο Άγιον Όρος. Η διμοιρία μου έφτασε στη Μονή Ιβήρων. Οι καλόγεροι δεν άνοιγαν την πόρτα. Εγώ δεν πυροβολούσα. Δεν κυκλοφορούσε κανείς. Τότε θυμάμαι ότι ένας αντάρτης, Αλβανό, τον φώναζαν, πήδηξε πάνω από την πόρτα και την άνοιξε. Εγώ δεν μπήκα μέσα. Περίμενα με το όπλο στο χέρι. Ήμουν μόνη. Πρέπει να ήταν και άλλες γυναίκες εκεί κοντά».
    Οι βρύσες
    Ακόμη και σήμερα δεν έχει συνειδητοποιήσει πώς έσπασε το άβατο. Αποφεύγει να μιλάει γι’ αυτό. Όμως τότε δεν είχε και πολλά περιθώρια. Ο καπετάνιος της Κώστας Παπαγεωργίου την χρειαζότανε. «Το όπλο ήταν πιο ψηλό από μένα. Θυμάμαι σαν τώρα κάτι βρύσες με κεφάλι φιδιού έξω απ το μοναστήρι. Οι αντάρτες πήραν μουλάρια και φόρτωσαν ρούχα και τρόφιμα. Το αστείο είναι ότι πήραν και αυτά που είχε ο πατέρας μου, ο οποίος δούλευε στο Όρος. Εγώ το έμαθα μετά». Τότε δεκάδες αντάρτες είχαν σκορπιστεί στο Άγιον Όρος και συγκέντρωναν τρόφιμα. Τριακόσια πενήντα μουλάρια είχαν φορτώσει. Δύο μέρες έμεινε η Ευγενία στη Μονή. Άλλοτε για να διώξει τον φόβο της τραγουδούσε το «Πολεμάμε, τραγουδάμε τους φασίστες κυνηγάμε». Καμιά φορά έκανε και τον σταυρό της. «Έγινε ό,τι έγινε, όμως πρέπει να πω ότι κανένας αντάρτης δεν προκάλεσε την παραμικρή ζημιά στα μοναστήρια. Είχαμε ανάγκη από τρόφιμα και ρούχα. Μέρες ζούσαμε τρώγοντας κάστανα. Εγώ φορούσα κάτι παπούτσια μεγαλύτερα από το νούμερό μου. Μέσα είχαν μπει λάσπες. Πονούσα πολύ. Παρακαλούσα να φύγουμε. Στις Καρυές γίνονταν μάχες με τους χωροφύλακες. Οι μοναχοί είχαν κρυφτεί. Δεν κυκλοφορούσε κανείς. Είχαν φοβηθεί».
    Οι μοναχοί, άλλωστε, είχαν δεχτεί επιθέσεις και το 1947, δεν προέβαλαν καμία αντίσταση και ούτε ήθελαν να μπλέξουν. Οι χωροφύλακες προσπάθησαν να εμποδίσουν τους αντάρτες. Όμως δεν κατάφεραν και πολλά. Έτσι οι μοναχοί, μην έχοντας άλλο τρόπο, προσέφεραν ό,τι μπορούσαν για να γλιτώσουν μια ώρα γρηγορότερα. Ο χρόνος αργούσε για όλους και πιο πολύ για τη νεαρή αντάρτισσα που ένιωθε ότι είχε διαπράξει μεγάλη αμαρτία.
    Τα αεροπλάνα
    «Αφού οι αντάρτες πήραν ό,τι πήραν, πήραμε τον δρόμο του γυρισμού. Καθήσαμε σε ένα ξέφωτο στο Γομάτι. Μας εντόπισαν τα αεροπλάνα. Εκεί κοντά στα Νέα Ρόδα άρχισαν να μας κτυπούν. Θυμάμαι μια νέα κοπέλα, Πόντια ήταν, που είχε τραυματιστεί. Την μετέφεραν μέσα από ένα μονοπάτι στο βουνό. Στον δρόμο όλο φώναζε «ωχ μανούλα μου λελέβω». Καποια στιγμή πέθανε». Οι καλόγεροι μόλις έμαθαν για τον θάνατο είπαν ότι την τιμώρησε η Παναγία γιατί μπήκε στο Άγιον Όρος. Πολλοί το πίστευαν, δεν ήταν όμως λίγοι και εκείνοι που βρήκαν την ευκαιρία, σε συνεργασία με τους χωροφύλακες, να διαδίδουν παντού το περιστατικό.
    Και η ίδια είχε πάντα μέσα της ένα φόβο. Άλλωστε ήταν από αυτούς που επί δυόμισι χρόνια στην ομάδα Παπαγεωργίου δεν πυροβόλησε. «Δεν ήθελα να το κάνω. Δεν ήθελα να σκοτώσω. Τι ήμουν, ένα παιδί». Ο στρατος είχε φέρει σε δύσκολη θέση τις μονάδες του Δημοκρατικού Στρατού και στη Χαλκιδική. Η Ευγενία παραδόθηκε στη Γαλάτιστα. Πέρασε στρατοδικείο. Αθωώθηκε. Γύρισε στο χωριό της. Ήταν δύσκολα χρόνια για όλους. Η μικρή αντάρτισσα παντρεύτηκε τον γείτονά της Κώστα. Η ειρωνεία: τότε που μπήκε στο Άγιον Όρος αυτός εργαζόταν στο δάσος μαζί με τον πατέρα του. Με τους πρώτους πυροβολισμούς κρύφτηκε. Όταν σταμάτησε το κακό, διαπίστωσε ότι του είχαν πάρει τα μουλάρια. «Θυμάμαι σαν τώρα τη μάχη που έγινε στο Βατοπεδινό κονάκι.
    Εκεί ένα χωροφύλακας σκότωσε έναν αντάρτη. Τον έθαψαν λίγο πιο κάτω», λέει ο κ. Πέγιος που δεν μπορούσε να φανταστεί ότι η γυναίκα του ήταν με τους αντάρτες…
    Τώρα στη Μεγάλη Παναγιά, ένα από τα πλέον όμορφα χωριά, πολλοί έχουν ξεχάσει την ιστορία. Θυμούνται απλώς τον Παπαγεωργίου.
    Διηγούνται τις περιπέτειές του, τον θάνατό του αλλά για την Ευγενία, που πέρασε στο Άγιον Όρος, κουβέντα. Και η ίδια δεν θέλει να τα θυμάται. Παντρεύτηκε, έκανε δυο παιδιά και η ζωή της κύλησε ήρεμα. Ε, κάπου – κάπου όταν μένει μόνη στην αυλή της, ο νους της γυρνάει και σ’ εκείνη την εποχή. Όπως λέει «τους αγαπούσε τους αντάρτες». Θα ήθελε να πήγαινε και στο Άγιον Όρος, όμως απαγορεύεται.
    1947: Η Ομάδα Παπαγεωργίου συγκρούεται με τη Χωροφυλακή
    Η αντιπαλότητα ανταρτών και Αγίου Όρους στην ουσία άρχισε το 1945. Τότε, μπροστά στον κίνδυνο, εστάλησαν εκεί 36 χωροφύλακες, οι οποίοι ανέλαβαν την προστασία του Όρους. Το 1947 μια ομάδα ανταρτών, με επικεφαλής τον Παπαγεωργίου, χτυπήθηκε στη Δάφνη με τη δύναμη της Χωροφυλακής. Κατέλαβε τον Αστυνομικό Σταθμό, το Τελωνείο και καταστήματα, για να αναχωρήσει την επομένη με ρούχα και τρόφιμα. Όμως, η ομάδα δεν στάθηκε τυχερή, καθώς από πλοιάρια οι χωροφύλακες τους αιφνιδίασαν.
    Το 1948, οι αντάρτες επανήλθαν με δύναμη 400 ανδρών. Ανάμεσά τους και γυκαίκες, μεταξύ των οποίων η Ευγενία και η φίλη και συγχωριανή της Μαριάνθη. Οκτώ ώρες κράτησε η μάχη.
    Σήμερα οι μοναχοί θυμούνται τον διοικητή της Χωροφυλακής Παναγιώτη Παναγιωτάκο να γυρίζει μόνος του με το πιστόλι στο χέρι για να βρει αντάρτες. Ένας αντάρτης σκοτώθηκε όταν επιχείρησε να κάψει μια εκκλησία στο κέντρο των Καρυών.
    Όπως λένε όσοι έζησαν τα γεγονότα τότε, οι αντάρτες πήραν τρόφιμα και ρούχα από τις Μονές Χιλιανδρίου, Εσφιγμένου, Ιβήρων (στην οποία σκοπό είχαν βάλει την Ευγενία), Καρακάλου, Φιλοθέου και Ζωγράφου. Τότε το Γενικό Επιτελείο Στρατού αποφάσισε να πάρει μέτρα και έδωσε εντολή στους χωροφύλακες για εκκαθαριστικές επιχειρήσεις. Στη μάχη κατά των ανταρτών μπήκαν επίσης και τα πλοία, τα οποία περιπολούσαν, αλλά και η Αεροπορία.
    Πάντως, οι αντάρτες είχαν και μέσα στο Άγιον Όρος υποστηρικτές μοναχούς, κυρίως κελιώτες, που είχαν ενταχθεί στο ΕΑΜ, όπως και πολλούς που ζούσαν σε μοναστήρια, αλλά δεν είχαν λόγο στη διοίκηση του Αγίου Όρους και στην εκλογή ηγουμένων.
    «Τρώγαμε κάστανα κι αυτό μας στήριζε»
    Ήταν καλοκαίρι του 1948. Η 17χρονη τότε Ευγενία καθόταν στο παράθυρο και θαύμαζε τους αντάρτες που περνούσαν. Από το χωριό της κατάετο ο Παπαγεωργίου. Ένα βράδυ ένοπλοι πέρασαν και από το σπίτι της και την πήραν μαζί τους με άλλα 12 κορίτσια. Έμαθε να τραγουδάει «όλοι στ’ άρματα παιδιά για να ‘ρθει η λευτεριά».
    Αν και στην αρχή ενθουσιάστηκε, στη συνέχεια προβληματίστηκε για πολλά και κυρίως για τις κακουχίες. «Την πρώτη ημέρα μας έριξαν λίγα κομμάτια κρέας πάνω σε κάτι τσουβάλια. Δεν μπόρεσα να φάω. Τα πόδια μου είχαν γεμίσει πληγές. Στην αρχή μάς έβαζαν σκοπούς. Στήναμε ενέδρες. Εγώ όμως δεν χρησιμοποίησα ποτέ το Μάουζερ. Ήμουν παιδί, ήθελα να γυρίσω σπίτι μου. Δεν με άφηναν».
    Ήταν παραμονές της γιορτής του Διονυσίου Αρεοπαγίτου όταν η ομάδα Παπαγεωργίου κινήθηκε προς το Άγιον Όρος. «Ξεκινήσαμε νύχτα. Έβρεχε. Θέλαμε τρόφιμα και ο μόνος χώρος, όπως έλεγαν οι παλιότεροι, ήταν τα μοναστήρια. Είχαν τα πάντα. Πεινούσαμε και υποφέραμε. Οι απλοί άνθρωποι δεν μπορούσαν να μας δώσουν ούτε ψωμί. Περάσαμε μέσα από το δάσος. Η πορεία ήταν μαρτύριο. Εμείς κινηθήκαμε προς την Μονή Ιβήρων. Ένιωθα ότι θα έπεφτα κάτω. Τρώγαμε κάστανα και αυτό μας στήριζε. Σκεφτόμουν ότι έκανα μεγάλη αμαρτία. Οι δικοί μου ήταν θεοσεβούμενοι. Ο πατέρας μου δούλευε στο Άγιον Όρος. Είναι αλήθεια ότι φοβήθηκα, όπως φοβόμουν και μετά, μήπως μου συμβεί κάτι κακό. Άκουγες τότε τόσα πολλά. Για τιμωρίες της Παναγίας, για θαύματα και όλα αυτά με επηρέαζαν», λέει.
    «Έκανε βόλτες με το πιστόλι στο χέρι»
    Ο μοναχός Κοσμάς, 70 χρόνια στο Άγιον Όρος, ήταν ένα από τα «θύματα» των ανταρτών. «Εγώ είχα το τσαγκάρικο στις Καρυές. Μπήκαν μέσα και μας τα πήραν όλα. Παπούτσια, δέρματα και φύγανε. Τα είχαν ανάγκη. Δεν γινόταν διαφορετικά. Κι εμείς δεν μπορούσαμε να κάνουμε κάτι. Ήταν δύσκολες εποχές».

    Ο μοναχός Ευθύμιος ήταν τσαγκάρης.
    Οι αντάρτες, μεταξύ αυτών και γυναίκες,
    πήραν παπούτσια και δέρματα.
    Δεν λυπήθηκε.
    «Τα είχαν ανάγκη»
    Κοντά στη Μονή Κουτλουμουσίου ο Ευθύμιος ήταν τότε καμπανάρης (υπεύθυνος για ό,τι γινόταν στην εκκλησία) στο Πρωτάτο. Εκείνη την ημέρα ήταν του Διονυσίου του Αρεοπαγίτου. Ήταν Σάββατο και, όπως γίνεται, κάναμε τη Θεία Λειτουργία στο εκκλησάκι, στο κοιμητήρι. Τότε άρχισαν οι πυροβολισμοί. Κάηκε ο τόπος. Προσπαθήσαμε και κρύψαμε έναν χωροφύλακα μέσα στα ξύλα. Σώθηκε». Ο μοναχός θυμάται τους αντάρτες στις Καρυές. Κάποιοι έστησαν χορό στην πλατεία. Είναι, όπως λέει, σαν να έχει μπροστά την εικόνα μιας γυναίκας που έκανε βόλτες με το πιστόλι στο χέρι. Οι αντάρτες πέρασαν και από το κελί του. Ο γέροντάς του τους κέρασε τσίπουρο. Στο υπόγειο είχαν αλεύρι, δεν το πήραν. Τώρα καθισμένος στο ξύλινο μπαλκόνι γελάει σαν τα θυμάται. Του φαίνονται όλα τόσο μακρινά. Όσο για τις γυναίκες που αγνόησαν το άβατο δεν είχε πρόβλημα. «Δεν ήθελαν. Τότε πολλά έγιναν με το ζόρι. Οι καταστάσεις ήταν ανώμαλες. Τι να κάνουμε».
    Τα εξαφάνισαν
    Γεγονός είναι πάντως ότι στο Άγιον Όρος αμέσως μετά την ήττα του Δημοκρατικού Στρατού, οι μοναχοί φρόντισαν να ξεχάσουν και να εξαφανίσουν χαρτιά και φωτογραφίες. Τα προηγούμενα χρόνια είχαν φροντίσει να μην έρθουν σε σύγκρουση με τους αντάρτες. Είχαν στις τάξεις τους και μοναχούς, οι οποίοι ήταν μέλη της Επιμελητείας Του Αντάρτη, την ΕΤΑ, και συχνά τους έδιναν τρόφιμα και ρούχα. «Ο μόνος λόγος που γίνονταν αυτά ήταν για να προστατέψουν τα κειμήλια. Και με τους Γερμανούς τα ίδια γίνονταν. Κανείς δεν θέλει την κατοχή, όμως έπρεπε να προστατευθεί και η παράδοση αιώνων», λέει ο πατέρας Ιωαννίκιος. Όσο για την είσοδο των γυναικών στο Όρος, ήταν κάτι που δεν μπορούσε κανείς να αποτρέψει, από τη στιγμή που οι χωροφύλακες εγκλωβίστηκαν από τους αντάρτες. Ήταν η μοναδική φορά, τουλάχιστον είναι γνωστό, που γυναίκες μπήκαν μέσα περπατώντας από την Ουρανούπολη.
    Όμως κατά καιρούς κυκλοφορούν διάφορα για γυναίκες που ντύθηκαν άνδρες ή που επιχείρησαν να φθάσουν έως εκεί κολυμπώντας. Οι κανόνες είναι αυστηροί ακόμη και σήμερα, ενώ και αυτοί που εμφανίζονται ως εκσυγχρονιστές συμφωνούν με τη διατήρηση του άβατου. «Είμαστε μια ομάδα ιδιόρρυθμων ανθρώπων, ας το πάρουμε και έτσι. Για ποιο λόγο να χαλάσει μια παράδοση αιώνων. Το Άγιον Όρος είναι σύμβολο του μοναχισμού. Μοναδικό φαινόμενο στον κόσμο και έτσι πρέπει να παραμείνει», λέει ο πατέρας Ιωαννίκιος.
    http://www.tanea.gr

    Μου αρέσει!

  3. Κτηνοτρόφοι και αντάρτες στο Χιλιανδάρι (1947)

    Η διήγηση που ακολουθεί είναι του μπαρμπα Μήτσου (Δημήτριος Γ. Ξεφτέρης, έτος γεννήσεως 1929) και δημοσιεύεται στα ΝΕΑ ΤΗΣ ΒΑΡΒΑΡΑΣ. Η ηλικία του, όταν διαδραματίζονται τα γεγονότα, είναι 18 χρονών.

    Ήμαστε στο 1947 όταν λόγω της κατάστασης αναγκα­ζόμαστε οι κτηνοτρόφοι να πάμε στο Άγιο Όρος.
    Εμείς με το θείο μου το Θεοχάρη πήγαμε και εγκα­τασταθήκαμε στην Ιερά Μονή Χιλανταρίου. Μαζί μας ήταν και ο Στρατής Τσαλίκης+, που ήταν ένας γερός κτηνοτρόφος.
    Τα βράδια μαζευόμασταν όλοι σ’ ένα μέρος για ύπνο. Τα κοπάδια τα αφήναμε μόνα τους. Ούτε λύκοι υπήρχαν ε­κεί ούτε τσακάλια οπότε δεν είχαμε φόβο. Περάσαμε εκεί όλοι μαζί περίπου ένα μήνα. Παρακάτω περιγράφω μερικά περιστατικά από την εκεί ζωή μας.
    Τα τρόφιμα που είχαμε πάρει μαζί μας άρχισαν με­τά από λίγες μέρες να τελειώνουν. Ευτυχώς είχαμε μα­ζί μας μια μεγάλη κατσαρόλα και κάναμε κατσιαμάκα με καλαμποκίσιο αλεύρι και τρώγαμε όλοι από ένα κομμάτι.
    Ανακαλύψαμε εκεί κοντά κι ένα κελλί του παπα -Βγένη με Ιερισσιώτες καλόγερους. Ήταν πολύ καλοί άνθρω­ποι και είχαν φούρνο. Οικονομήσαμε αλεύρι και πήγαι­νε ο πατέρας μου με το θείο μου και ζύμωναν εκεί.
    Την πρώτη φορά που πήγαν τους βρήκαν ..πατούσαν τα σταφύλια και έβγαζαν κρασί. Το βράδυ μας έφεραν ένα γκιουμ ίσα με δέκα οκάδες. Το κρασί όμως δεν πί­νονταν χωρίς κρέας. Σφάξαμε λοιπόν ένα βετούλι, το βάλαμε στην μπακράτσα, έβρασε και τρώγαμε. Ήμασταν όμως πολλά άτομα και δεν μας έφτασε. Ο Στρα­τής που ήταν κρεατάς λέει τότε στο τσοπάνο του το Γιώργη. «Πήγαινε ρε Γιώργη και σφάξε μια μηλιώρα». Ο Γιώργης ήταν ένα παλικάρι 20 χρονών Θρακιώτης, το επίθετο του ήταν Δεληγιάννης, παρατσούκλι τον λέγαμε , όνομα και πράγμα.
    Σε μια ώρα η γίδα ήταν έτοιμη και τη βάλαμε στην μπακράτσα, περάσαμε έτσι όλη τη νύχτα τρώγοντας και πίνοντας.
    Για αρκετό καιρό πηγαίναμε εκεί στους παπα Βγένηδες και ζυμώναμε, μας εξυπηρετούσαν οι άνθρωποι. Τους πηγαίναμε κι εμείς τυρί και κρέας όταν σφάζα­με καμιά γίδα.
    Πέρασε λίγος καιρός και κάποτε που ήμασταν όλοι μαζί αισθάνθηκα την πλάτη μου να με φαγουρίζει. Βγάζω τη φανέλα μου και βρίσκω δυο ψείρες. Το βράδυ το είπα στον θείο μου. Αυτός με απάντησε πως και ο ίδιος είχε πιάσει από μέρες αλλά ντρέπονταν να μας το πει.
    Ο πατέρας μου τις φοβόταν πολύ τις ψείρες, μόλις το έμαθε έστειλε τον αδερφό μου στις Καρυές να πάρει μια γερμανική σκόνη το ντιντιτι. Πήγε και μας έφερε δυο κουτιά. Βάλαμε και από τότε δεν ξανάδαμε ψείρα. Σωθήκαμε μ εκείνη τη σκόνη.
    Μετά το μήνα ο Στρατής έφυγε από κείνη την περιο­χή. Εγώ με το θείο μου σμίξαμε τα γίδια μας και μεί­ναμε εκεί στην περιοχή του Χιλανταρίου. Κατέβηκε ο πατέρας μου στην επιτροπή και τους είπε να μας αφήσουν να κάνουμε μαντρί εκεί κοντά. Μας ά­φησαν και μας έδωσαν μια κάμαρη έξω από το μοναστή­ρι να βάλουμε τα πράγματα μας.
    Κάτω στον αρσανά είχε ένα σπίτι με φούρνο μας είπαν να πηγαίνουμε εκεί να ζυμώνουμε και έτσι τα­κτοποιηθήκαμε μια χαρά. Από αλεύρι όμως …τα είχαμε μπερδέψει τα πράγματα…δεν μπορούσαμε να βρούμε ν’ αγοράσουμε. Έτσι αναγκάστηκε ο πατέρας μου με τον αδερφό μου να πάνε να δουλέψουν σ’ έναν έμπορο που είχε νοικιασμένο το δάσος του μοναστηριού. Τους έδινε για πληρωμή δεκαπέντε οκάδες αλεύρι τη βδομάδα. Ο πατέρας μου δεν ήταν μαθημένος να δουλεύει μεροκάματο και του κακοφάνηκε πολύ.
    Παραμονές Χριστουγέννων μας λέει ο πατέρας μου. «Εγώ θα βγω έξω θα πάω στο Παλαιοχώρι να φέρω σιτά­ρι να το αλέσουμε να χορτάσουμε ψωμί» Στο Παλαιοχώρι είχαμε σιτάρι δικιάς μας παραγωγής.

    1947. Ο Εμφύλιος συνεχίζεται και οι κτηνοτρόφοι λόγω της κατάστασης βρισκόμαστε στο Άγιο Όρος.
    Τις μέρες που έλειπε ο πατέρας μου, είχε πάει στο Παλαιοχώρι να φέρει αλεύρι, ένα απόγευμα καθώς βο­σκούσα τα γίδια βλέπω σ’ ένα δρόμο να κατεβαίνουν άνθρωποι με όπλα. Το πρώτο πράγμα που σκέφτηκα είναι πως πρόκειται για Μάηδες. Μάηδες έλεγαν πολίτες που είχαν όπλα φύλαγαν τα χωριά και έκαναν περιπολίες. Όταν όμως πλησίασαν και τους είδα καλύτερα κατά­λαβα πως ήταν αντάρτες. Έστριψα με τρόπο και προ­σπάθησα να κρυφτώ. Είδα όμως κάποιον αντάρτη ξεκομ­μένο από τους άλλους είκοσι περίπου μέτρα πιο μα­κριά να με παρακολουθεί. Προσπάθησα τότε να κάνω τον αδιάφορο, τάχα πως δεν τον κατάλαβα και προχω­ρούσα ανάμεσα στα γίδια. Πέρασαν όλοι, γύρω στα τρι­άντα άτομα. Τελευταίος έρχονταν ο καπετάν Καραβασιλικός από τη Μεγάλη Παναγία. Μόλις έφτασε απέναντι μου με φωνάζει: «ε.. -κεχαγιά…». Δεν μπορούσα να κάνω τίποτα, μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα. Αναγκάστηκα να πάω κοντά του. Τον γνώρισα γιατί τον ήξερα από το χωριό.
    -Έλα, μου λέει, να πάμε μέχρι το μοναστήρι. Πήγαμε εκεί βρήκα κι άλλους εργάτες που δούλευαν στο μοναστήρι καθώς και κτηνοτρόφους από κει γύρω. Εμένα και τον Γιάννη Κατσιάνο μας έβαλαν στην απο­θήκη που είχαν οι καλόγεροι το αλεύρι.

    Σακιάσαμε 28 τσουβάλια αλεύρι πήραν και 14 μουλάρια από το στά­βλο του μοναστηριού τα φορτώσαμε και τα βγάλαμε έξω. Οι περισσότεροι αντάρτες είχαν μπει μέσα στο μοναστήρι έμειναν μερικοί μόνο έξω και μας φύλαγαν. Πέρασαν καναδυό ώρες, άρχισε να βασιλεύει ο ήλιος κι αυτοί ακόμα να βγουν. Τότε λέει ένας απ αυτούς που ήταν έξω, ο καπετάν Λαγός, νευριασμένος σ’ ένα αντάρτη:
    -Πήγαινε μέσα σ αυτούς και, πες τους να βγουν.
    Τι κάνουν τόση ώρα μέσα; Τα μουλάρια θα πέσουν από το φορτίο.

    Πραγματικά μετά από λίγο βγήκαν όλοι από μέσα. Ο Καραβασιλικός, ο Κορδαλής, ο Παϊπάτης, ο Καραχρίστος όλοι καπεταναίοι, από τη Μεγ. Παναγία. Ο Καραβασιλικός τους είπε να πάρουν τα μουλάρια και να φύγουν όλοι και έμεινε μόνος του θα μπείτε στο μοναστήρι, μας λέει, θα κλείσετε την πόρτα και μη τολμήσει κανένας να βγει και, πάει να μας προδώσει δε θα γλιτώσει θα τον σκοτώσουμε. Έφυγε λοιπόν κι, αυτός ευτυχώς χωρίς να μας πειρά­ξουν. Μόνο το σακάκι με πήραν, ένα σακάκι καρό που το είχα ράψει πριν λίγο καιρό.
    Μετά που πήγαμε μέσα ρωτήσαμε τι έκαναν τόση ώρα μέσα. Μας είπαν πως προσπαθούσαν ν’ ανοίξουν το χρηματοκιβώτιο του μοναστηριού αλλά δεν μπόρεσαν. Το χρηματοκιβώτιο είχε 12 κλειδιά και για ν’ ανοίξει έπρεπε να μπουν και τα δώδεκα. Αυτά τα κλειδιά τα είχαν δώδεκα διαφορετικά άτομα. Μόλις οι καλόγεροι αντελήφθηκαν τους αντάρτες και το σκοπό τους έκρυ­ψαν έναν καλόγερο που είχε κλειδί. Οι αντάρτες προ­σπάθησαν ν’ ανοίξουν την πόρτα με τα έντεκα κλειδιά αλλά αυτό στάθηκε αδύνατο. Προσπάθησαν μετά με λο­στούς αλλά πάλι τίποτα, έτσι άργησαν πολύ.
    Την άλλοι μέρα το πρωί άνοιξε η πόρτα του μονα­στηριού και φύγαμε όλοι. Όταν πήγα στο μαντρί τους βρήκα όλους αναστατωμένους. Ο αδερφός μου και ο θει­ος μου δεν πήραν χαμπάρι τι έγινε και νόμιζαν πως έπαθα κάτι, έτσι όλη τη νύχτα γύριζαν να με βρουν.
    Οι καλόγεροι μας είχαν πει εν τω μεταξύ να μην πάμε εμείς στην αστυνομία γιατί ήταν μακριά. Είχε μόνο στο Βατοπέδι και στο Ζωγράφου που ήταν τρεις ώρες δρόμος. Μας είπαν πως θα ειδοποιούσαν αυτοί.
    Πέρασαν καναδυό μέρες και έφτασε μια ειδοποίηση από την αστυνομία να πάω στο τμήμα.
    Φίδια άρχισαν να με ζώνουν. Είπα πως δε θα το γλιτώσω το ξύλο α­φού δεν πήγα να τους πω γι αυτά που έγιναν με τους αντάρτες. Παίρνω λοιπόν κι εγώ ένα κατσίκι καναδυό οκάδες τυρί και ξεκίνησα για την αστυνομία. Όταν έφτασα εκείνη την ώρα έμπαινε μέσα ένας καλό­γερος με το τρουβά γεμάτο. Περίμενα απ’ έξω, ήρθαν οι χωροφύλακες, τους έδωσα το κατσίκι και το τυρί και κουβεντιάζαμε μέχρι που να τελειώσει ο καλόγερος με το διοικητή.
    Όταν βγήκε ο καλόγερος μπήκα εγώ μέσα. Μόλις με είδε, ο διοικητής, σηκώνεται και μου λέει.
    -Α, εσύ είσαι ο προδότης, γιατί δεν ήρθες να μας ειδοποιήσεις; και λέγοντας αυτά μου αστράφτει ένα χα­στούκι. Ένας χωροφύλακας άκουσε που διαμαρτυρόμου­να μέσα και κατάλαβε πως τις έτρωγα. Άνοιξε την πόρτα μπήκε μέσα και είπε στο σταθμάρχη πως τους έφερα τυρί και κατσίκι και να μη με χτυπά. Μόλις του είπε αυτό, μαλάκωσαν τα πράγματα του εξήγησα πως έγινε το περιστατικό και τελειώσα­με. Επειδή πλησίαζε μεσημέρι με κράτησαν τους έσφα­ξα το αρνί φάγαμε παρέα και τελικά πιαστήκαμε και φίλοι.
    Φεύγοντας μου είπε πως ότι μου συμβαίνει να πη­γαίνω σ’ αυτόν, το χαστούκι όμως το έφαγα και θα το θυμάμαι.

    1947. Ο εμφύλιος συνεχίζεται και οι κτηνοτρόφοι λόγω της κατάστασης βρισκόμαστε στο Άγιο Όρος. Ένα από τα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε είναι η έλλειψη σε αλεύρι. Γι αυτό το λόγο πήγε ο πατέρας μου στο Παλαιοχώρι να φέρει μιας κι εκεί είχαμε αρκετό.
    Ύστερα από λίγες μέρες επέστρεψε ο πατέρας μου και έφερε 500 οκάδες σιτάρι αλλά έπρεπε να το αλέ­σουμε. Και σ’ αυτό μας βοήθησαν οι καλόγεροι. Πήραν το σιτάρι το έστειλαν στο μύλο μαζί με το δικό τους και μας έδιναν κάθε βδομάδα από την αποθήκη τους 15 οκάδες. Πήγαινα λοιπόν στο φούρνο τους και ζύμωνα, έτσι έχοντας εξασφαλίσει και το ψωμί περάσαμε ήρεμα και καλά το χειμώνα.
    Το καλοκαίρι πήγαμε στον Άθωνα. Εγκατασταθήκαμε σ’ ένα μέρος σε πολύ μεγάλο υψόμετρο που ονομάζο­νταν Υψωμένα. Εκεί αφού τακτοποιηθήκαμε ο αδερφός μου πήγε σ έναν έμπορο και δούλευε, ενώ εγώ με τον πατέρα μου και με το θειο μου ήμασταν στα γίδια. Κάθε Σάββατο κατέβαινα στη Μορφωνού, όπου δούλευε ο αδερφός μου και έπαιρνα αλεύρι. Εκεί είχε φούρνο ζύμωνα και τη Δευτέρα το πρωί φόρτωνα τα ψωμιά και πήγαινα στο μαντρί. Τρεις ώρες δρόμος ήτανε και αυτή η δουλειά συνεχίστηκε όλο το καλοκαίρι. Πάντως εκεί πάνω περνούσαμε πολύ καλά. Μαζί μας ή­ταν οι Ντανταίοι και οι Μαλαντρήδες από το Νεοχώρι. Πολλές φορές μαζευόμασταν όλοι μαζί ψήναμε κα­νένα κατσίκι παίρναμε και κρασί και το γλεντούσαμε. Δυστυχώς όμως δεν το χαρήκαμε πολύ.
    Ήταν Σεπτέμβρης του 1948,ένα Σάββατο κατεβήκαμε με τον Δημητράκη τον Καραντώνα στη Μορφωνού. Κοντά να φτάσουμε στην παραλία βρήκαμε ένα Μεγαλοπαναγιώτη. Αυτός μας είπε:

    Κρυφτείτε γρήγορα, ήρθαν αντάρτες και πήραν όλους τους νεαρούς, πήραν τον αδερφό σου τον Κώστα τον α­νιψιό μου το Νίκο και άλλα παιδιά. Τώρα μόλις έφυ­γαν, προσέξτε μη βρουν και σας και σας πάρουν. Πραγματικά κρυφτήκαμε αρκετές ώρες ώσπου είδαμε και άλλους να κυκλοφορούν οπότε καταλάβαμε πως οι αντάρτες είχαν πια φύγει. Πήγα τότε και ρώτησα τον πεθερό του έμπορα αν οι αντάρτες πήραν και τα μου­λάρια μας που τα είχε ο αδερφός μου. Κάποιος μου είπε πως δεν τα πήραν, μου έδειξε που ήταν και πήγα και τα πήρα. Φόρτωσα και λίγο αλεύρι και γύρισα στο μαντρί.
    Όταν έφτασα διηγήθηκα στον πατέρα μου τι συνέβη. Αυτός στενοχωρέθηκε πάρα πολύ και άρχισε να κλαίει σαν να είχαμε κηδεία. Εγώ είχα καταλάβει πως ο Κωσταντής θα έμενε με τους αντάρτες γιατί τους συμπα­θούσε αρκετά. Έτσι και έγινε. Εμείς βέβαια συνεχίσαμε υποχρεωτικά τη ζωή μας εκεί. Όταν έπιασε να χειμωνιάζει κατεβήκαμε με τα γίδια στο Χιλαντάρι εκεί που ήμασταν την προηγού­μενη χρονιά. Τα γελάδια τα αφήσαμε στο Λαυραιώτικο όποτε όμως πήγαινα να τα δω όλο έλειπαν ένα-δυο. Υπήρχαν κάποιοι επιτήδειοι που όταν έβρισκαν κο­πάδια μόνα τους πήγαινα έδεναν από κανένα γελάδι το πήγαιναν στη Δάφνη και το πουλούσαν για δικό τους.
    Βγάλαμε όλο το χειμώνα εκεί, ευτυχώς που μας βο­ηθούσαν οι καλόγεροι σε κάθε ανάγκη που είχαμε. Την άνοιξη του Αγίου Γεωργίου για να τους ευχαρι­στήσουμε σφάξαμε τρία κατσίκια, τα δύο τα ψήσαμε ενώ το άλλο το κάναμε μαγειρευτό με γάλα και καλέ­σαμε όλους τους καλόγερους να τους κάνουμε το τρα­πέζι. Έφεραν αυτοί μαζί τους κρασιά και τσίπουρα και όσα έμειναν μας τα άφησαν εκεί και είχαμε να πίνουμε για κανένα μήνα. Πάντως ευχαριστήθηκαν πολύ.
    Το καλοκαίρι ξαναπήγαμε στον Άθωνα. Εκεί συμμαζέψα­με και τα γελάδια. Από 40 μας έμειναν καμιά 20. Εκεί τα έπιασε και μια αρρώστια και τελικά μας έμειναν περίπου δεκαπέντε.
    Εκεί στον Άθωνα που ήμασταν ήταν κοντά η Ρουμανική σκήτη. Είχε έναν παπά τον Παπα-Γεράσιμο που ήταν ο πιο καλλίφωνος μέσα στο όρος. Όποιο μοναστήρι είχε πανηγύρι τον καλούσε κι έψελνε. Αυτός πήγαινε και στην Αγία Άννα κι έπαιρνε τα λείψανα και γύριζε στα κοπάδια να κάνει αγιασμούς Ο πατέρας μου ήταν αρκετά θεοφοβούμενος, μόλις το έμαθε τον κάλεσε να κάνει αγιασμό και στο δικό μας κοπάδι. Ήρθε διάβασε, δώσαμε και για τα λείψα­να ότι είχαμε ευχαρίστηση. Ο πατέρας μου του έδωσε και μια λίρα για να διαβάζει παρακλήσεις για τον αδερφό μου.
    Το βράδυ κάθισε στο μαντρί, ήταν πολύ γαλατάς θυ­μάμαι. Ήπιε όλη τη νύχτα πέντε οκάδες γάλα. Είχαμε ένα κουτί με χέρι το είχαμε για μέτρο, χωρούσε μία οκά. Πέντε φορές το γέμισα και το ήπιε. Τον έλεγα, παπά θα πάθεις τίποτα και θα βρούμε τον μπελά μας. Μη φοβάσαι μου λέει, μόνο να το γεμίζεις όταν σου λέω εγώ. Ψωμί δεν τρώω αλλά γάλα πίνω πολύ. Πιες όσο θέλεις του λέω το καζάνι είναι γεμάτο.
    Όταν πέρασε το καλοκαίρι οι καλόγεροι έκαναν ε­νέργειες να διώξουν την κτηνοτροφία από το Άγιο Όρος. Τελικά τα κατάφεραν. Τον Οκτώβρη του 1949 ήρθε διαταγή να πάρουμε τα κοπάδια από το Άγιο Όρος και να πάμε στη Σιθωνία.
    Οκτώβρης του 1949. Ο Εμφύλιος πλησιάζει στο τέ­λος. Εμείς οι κτηνοτρόφοι μετά από παραμονή δύο χρό­νων στο Άγιο Όρος παίρνουμε διαταγή να πάρουμε τα κοπάδια και να πάμε στη Σιθωνία.
    Όποιος ήθελε μπορούσε να ναυλώσει καΐκι και να πάει απ ευθείας, όποιος ήθελε μπορούσε να πάει με τα πόδια κάνοντας τον κύκλο και έχοντας συνοδεία στρα­τό για να μην πάθουμε ζημία από τους αντάρτες.
    Εμείς φύγαμε με τα πόδια. Εγώ με το θείο μου το Θεοχάρη είχαμε τα γίδια και ο πατέρας μου με το συμπέθερο του θειου μου το γερο-Μπότσαρη είχαν τα γελάδια, τα μουλάρια και τα πράγματα μας.
    Μια βραδιά μείναμε στην Τρυπητή, την άλλη φτάσα­με ότου Σαλονικιού και την τρίτη φτάσαμε στη Σκαμνιά μια τοποθεσία μέσα στη Σιθωνία. Εκεί καθίσαμε μια βδομάδα αλλά ακούστηκε πως ήρθαν αντάρτες. Ο πατέρας μου φοβούμενος μήπως πάρουν και μένα, είπε στο θείο μου να φύγουμε και να πάμε βαθιά μέσα στη Σιθωνία.
    Φύγαμε και πήγαμε σ ένα μέρος ανάμεσα στη Συκιά και στο Κουφό. Βρήκαμε ένα μέρος εκεί και κάναμε ε­γκαταστάσεις. Ο πατέρας μου όμως πάλι ανησυχούσε και μια μέρα μου είπε.
    -Μήτσο να πουλήσουμε τα γίδια και τα γελάδια και να πάμε στη Θεσ/νίκη να σου βρω καμιά δουλειά κι εγώ να πάω στο Παλαιοχώρι με τη μάνα σου και την αδερφή σου.
    Ήμουν τότε 19 χρονών και δεν μπορούσα να πάρω πρω­τοβουλία. Το συζήτησα με το θείο μου. Αυτός ήταν αντί­θετος σε κάτι τέτοιο.
    -Μήτσο, μου λέει., έφαγες τόσα χρόνια να κάνεις μια πε­ριουσία και τώρα να τα πουλήσεις; Ο πατέρας σου έχει απελπιστεί, άστον να πουλήσει τα γελάδια κι ας πάει στο Όρος να πάρει τα τυριά και τις δραχμές που αφή­σατε στο Μοναστήρι κι από κει ας πάει στο Παλαιοχώρι. Εμείς θα μείνουμε μαζί, κρίμα είναι να πουλήσεις την περιουσία που έκανες με τόσα βάσανα!
    Πραγματικά μίλησα με τον πατέρα μου και του είπα την απόφαση μου να μην πουλήσω τα γίδια και να μείνω με το θείο μου. Πουλήσαμε τα γελάδια και πήραμε 20 λίρες, τα υπόλοιπα τα πήραμε σε χαρτιά.
    Είπαμε στον πατέρα μου νάρθει μόνο το Φλεβάρη όταν γενούν τα γίδια για να μας βοηθήσει.
    Έτσι και έγινε. Εμείς κάναμε το μαντρί και σιγά-σιγά τακτοποιηθήκαμε. Κατέβηκα και στη Συκιά, εκεί ή­ταν η θεια-Λενιώ η Πεύκαινα η μάνα του Αδάμ, είχε έρ­θει να τον ζυμώνει και να τον πλένει. Πήγα εκεί στη Θεια-Λενιώ και με βοήθησε να βρω μια γυναίκα να με ζυμώνει και να με πλένει τα ρούχα. Κατέβαινα στο χω­ριό δυο φορές τη βδομάδα κι άρχιζα να προσαρμόζομαι στη κοινωνία. Έκανα ένα κουστούμι αγόρασα και που­κάμισα για να μην είμαι με τις μάλτες τις λεριάρικες που είχα από το Όρος.΄Γνώρισα και κόσμο εκεί κάναμε παρέες και γλέντια. Από λεφτά δεν είχα στεναχώρια. Πέρασα στη Συκιά ένα εξάμηνο πολύ ωραία.
    Έφτασε η Άνοιξη του 1950.Οι αντάρτες άρχισαν να λιγοστεύουν. Οι πιο πολλοί πέρασαν στη Βουλγαρία και στη Σερβία. Εν τω μεταξύ έκλεισαν τα σύνορα και δεν μπορούσαν να μπαινοβγαίνουν. Όσοι έμειναν άλλοι πα­ραδόθηκαν και άλλους ξεκαθάρισε ο στρατός.
    Στα μέσα Απριλίου έφτασε διαταγή να επιστρέψουμε στα χωριά μας. Ξεκινήσαμε κι εμείς και μετά από πέ­ντε μέρες δρόμο φτάσαμε έξω από το χωριό στο Ντρεβενίκο
    Μετά από τρία χρόνια στο Άγιο Όρος και στη Συκιά φτάσαμε έξω από το χωριό. Ήταν Άνοιξη του 1950.
    Ο πατέρας μου κι ο θείος μου τράβηξαν κατευ­θείαν για τον Μπάσλακα. Εγώ πήρα τα μουλάρια με τα πράγματα να τα πάω στο σπίτι. Από το Ντρεβενίκο ά­φησα μπροστά μόνα τους τα μουλάρια να δω αν μετά από τρία χρόνια θυμούνται το δρόμο. Ξεκίνησαν και σταμάτησαν μπροστά στην αυλή του σπιτιού. Αυτό μ’ έκανε μεγάλη εντύπωση…
    Εκεί κατέβηκε η μάνα μου και η αδερφή μου που είχαν να με δουν τρία χρόνια. Μ αγκάλιασαν και δεν ήθελαν να μ αφήσουν. Ήταν πολύ συγκινητικές στιγ­μές. Θυμηθήκαμε τον αδερφό μου τον Κωσταντή που τον είχαν πάρει οι αντάρτες το 1948 και ήταν στους εξαφανισθέντες, δεν ξέραμε αν ζει ή αν σκοτώθηκε.
    Αρχίσαμε και πάλι την οικογενειακή ζωή. Συμμα­ζέψαμε τα σπίτια μας που ήταν έρημα, καθαρίσαμε τις αυλές που αυτά τα τρία χρόνια είχαν χορταριά­σει.
    Ο πατέρας μου άρχισε να ψάχνει για τον αδερφό μου, να μάθουμε αν ζει. Πήγε σε αστυνομίες σε πρε­σβείες, μέχρι στον Ερυθρό Σταυρό έφτασε. Μετά από λίγο καιρό μας ήρθε μια απάντηση που μας έλεγε πως αν γίνει σύμβαση με τη Σερβία και τη Βουλγαρία θα ψάξουν και θα μας ενημερώσουν …
    http://agioritikesmnimes.blogspot.gr/2012/05/1317-1947.html

    Μου αρέσει!

    1. Περιοδικό Πολύγυρος τ. 80 σ. 21-26

      Ο «Ταξίαρχος» του Δημοκρατικού Στρατού Χαλκιδικής Καπετάν κ. Παπαγιώργης, του Γιάννη Κανατά

      Μου αρέσει!

    2. d-t,

      εξαιρετικό!

      Μένει να βρούμε λεπτομέρειες για τις σχέσεις του Π. με το ΚΚΕ και τον Ζαχαριάδη, ο οποίος τον θεωρούσε «πράκτορα».

      Μου αρέσει!

  4. Για πολλούς, ίσως για τους περισσότερους, η ιστορία της περιόδου 1944- 1949 στο Άγιον Όρος, είναι άγνωστη. Υπάρχει η εντύπωση ότι η Αθωνική Πολιτεία έμεινε ανέπαφη και ανεπηρέαστη, αποκομμένη απ΄ όσα συνέβαιναν γύρω της, Πόλεμος, Κατοχή, Εθνική Αντίσταση, Απελευθέρωση, Εμφύλιος.

    Ο «Ημεροδρόμος» ανοίγει αυτόν το φάκελο, με τίτλο: «Άγιον Όρος 1944- 1949. Μια “κρυμμένη” ιστορία» για να φωτίσει αυτή την κρίσιμη, ταραγμένη ιστορική περίοδο, που παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον.

    Τα κείμενα του φακέλου έγραψε ο Γιώργος Καραγιάνης.
    http://www.imerodromos.gr/agion-oros-1944-1949-mia-krymmeni-istoria/

    Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s