1821

Ο αφορισμός της Επανάστασης του 1821 

km

Κυριακούλης Μαυρομιχάλης

Οι τίτλοι στις θεματικές ενότητες είναι δικοί μου, το περιεχόμενο αυθεντικό.

Πατριαρχικός χαιρετισμός προς τους παραλήπτες.

Γρηγόριος ελέω Θεού αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως, νέας Ρώμης και Oικουμενικός Πατριάρχης.

Οι τω καθ’ ημάς αγιωτάτω, πατριαρχικώ, αποστολικώ και οικουμενικώ θρόνω υποκείμενοι ιερώτατοι μητροπολίται και υπέρτιμοι και θεοφιλέστατοι αρχιεπίσκοποι τε και επίσκοποι, εν αγίω Πνεύματι αγαπητοί αδελφοί και συλλειτουργοί, και εντιμότατοι κληρικοί της καθ’ ημάς του Χριστού μεγάλης εκκλησίας και εκάστης επαρχίας ευλαβέστατοι ιερείς και οσιότατοι ιερομόναχοι, οι ψάλλοντες εν ταις εκκλησίαις της Πόλεως, του Γαλατά και όλου του Καταστένου και απανταχού, και λοιποί απαξάπαντες ευλογημένοι Χριστιανοί, τέκνα εν Κυρίω ημών αγαπητά, χάρις είη υμήν και ειρήνη παρά Θεού, παρ’ ημών δε ευχή, ευλογία και συγχώρεσις.

Η ιδεολογική βάση του ρεαγιαλικίου και η θεολογική της τεκμηρίωση

Η πρώτη βάσις της ηθικής, ότι είναι η προς τους ευεργετούντας ευγνωμοσύνη είναι ηλίου λαμπρότερον και όστις ευεργετούμενος αχαριστεί είναι ο κάκιστος των ανθρώπων. Αυτήν την κακίαν βλέπομεν πολλαχού στηλιτευομένην και παρά των ιερών γραφών και παρ’ αυτού του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού ασυγχώρητον, καθώς έχομεν το παράδειγμα του Ιούδα. Όταν δε η αχαριστία ήναι συνωδευμένη και με πνεύμα κακοποιόν και αποστατικόν εναντίον την κοινής ημών ευεργέτιδος και τροφού, κραταιάς και αηττήτου βασιλείας, τότε εμφαίνει και τρόπον αντίθεον, επειδή ουκ έστι, φησί, βασιλεία και εξουσία ειμή υπό Θεού τεταγμένη’ όθεν και πας ο αντιττατόμενος αυτή τη θεόθεν εφ’ ημάς τεταγμένη κραταιά βασιλεία, τη του Θεού διαταγή ανθέστηκε.

Η χριστιανική πίστις και το ρεαγιαλίκιον συμπίπτουν – οι ελεεινοί Μιχαήλ και Υψηλάντης

Και τα δύο ταύτα ουσιώδη και βάσιμα ηθικά και θρησκευτικά χρέη κατεπάτησαν με απαραδειγμάτιστον θρασύτατα και αλαζονείαν ο, τε προδιορισθείς της Μολδαυίας ηγεμών ως μη ώφειλε, Μιχαήλ, και ο του γνωστού αγνώμονος και φυγάδος Υψηλάντου αγνώμων υιός Αλέξανδρος Υψηλάντης. Εις όλους τους ομογενείς μας είναι γνωστά τα άπειρα ελέη, όσα η αένναος της εφ’ ημάς τεταγμένης κραταίας βασιλείας πηγή εξέχεεν εις τον κακόβουλον αυτόν Μιχαήλ’ από μικρού και ευτελούς τον ανύψωσεν εις βαθμούς και μεγαλεία’ από αδόξου και ασήμου τον προήγαγεν εις δόξας και τιμάς’ τον επλούτισε, τον περιέθαλψε, τέλος πάντων τον ετίμησε και με τον λαμπρότατον της ηγεμονίας αυτής θρόνον και τον κατέστησεν άρχοντα λαών.

Εκήρυξαν του γένους την ελευθερίαν, οι απονενοημένοι!

Αυτός όμως, φύσει κακόβουλος ων, εφάνη τέρας έμψυχον αχαριστίας και συνεφώνησε μετά του Αλεξάνδρου Υψηλάντου, υιού του δραπέτου και φυγάδος εκείνου Υψηλάντου, όστις παραλαβών μερικούς ομοίους του βοηθούς ετόλμησε να έλθη αίφνης εις την Μολδαυίαν, και αμφότεροι απονενοημένοι επίσης, αλαζόνες και δοξομανείς, ή μάλλον ειπείν, ματαιόφρονες, εκήρυξαν του γένους ελευθερίαν και με την φωνήν αυτήν εφείλκυσαν πολλούς των εκεί κακοήθεις και ανοήτους, διασπείραντες και αποστόλους εις διάφορα μέρη δια να εξαπατήσωσι και να εφελκύσωσιν εις τον ίδιον της απωλείας κρημνόν και άλλους πολλούς των ομογενών μας.

Μη τσιμπάτε: η Ρωσία δεν τους υποστηρίζει, άρα θα τους πάρει και θα τους σηκώσει!

Διά να δυνηθώσι δε τρόπον τινά να ενθαρρύνωσι τους ακούοντας μετεχειρίσθησαν και το όνομα της Ρωσσικής Δυνάμεως, προβαλλόμενοι, ότι και αυτή είναι σύμφωνος με τους στοχασμούς και τα κινήματά των’ πρόβλημα διόλου ψευδές και ανύπαρκτον, και μόνον της ιδικής των κακοβουλίας και ματαιοφροσύνης γέννημά τε και αποκύημα’ επειδή, εν ω το τοιούτον είναι αδύνατον ηθικώς και πολλής προξένον μομφής εις την ρωσσικήν αυτοκρατορίαν, και ο ίδιος ενταύθα εξοχώτατος πρέσβυς αυτής έδωκεν έγγραφον πληροφορίαν, ότι ουδεμίαν ή είδησιν ή μετοχήν έχει το ρωσσικόν κράτος εις αυτήν την υπόθεσιν, καταμεμφόμενον μάλιστα και αποτροπιαζόμενον του πράγματος της βδελυρίαν’ και προσεπιπλέον η αυτού εξοχότης ειδοποίησεν εξ επαγγέλματος τα διατρέχοντα, υπομνήσας το βασίλειον κράτος, ότι ανάγκη πάσα να φροντίση ευθύς εξ αρχής τον αποσκορακισμόν και την διάλυσιν των τοιούτων κακών’ και τόσον εκ της ειδοποιήσεως ταύτης, όσον και από τα έγγραφα, τα οποία επιάσθησαν από μέρους των μουχαφίσιδων των βασιλικών σερχατίων, και από άλλους πιστούς ομογενείς επαρρησιάσθησαν, έγεινε γνωστή εις το πολυχρόνιον κράτος η ρίζα και η βάσις όλου αυτού του κακοήθους σχεδίου.

Η επανάστασις έργον μιαρόν, θεοστυγές και ασύνετον: Απολαμβάνομεν μοναδικά προνόμια!

Με τοιαύτας ραδιουργίας εσχημάτισαν την ολεθρίαν σκηνήν οι δύο ούτοι και οι τούτων συμπράκτορες φιλελεύθεροι, μάλλον δε μισελεύθεροι, και επεχείρησαν εις έργον μιαρόν, θεοστυγές και ασύνετον, θέλοντες να διαταράξωσι την άνεσιν και ησυχίαν των ομογενών μας πιστών ραγιάδων της κραταιάς βασιλείας, την οποίαν απολαμβάνουσιν υπό την αμφιλαφή αυτής σκιάν με τόσα ελευθερίας προνόμια, όσα δεν απολαμβάνει άλλο έθνος υποτελές και υποκείμενον, ζώντες ανενόχλητοι με τας γυναίκας και τα τέκνα των, με τας περιουσίας και καταστάσεις, και με την ύπαρξιν της τιμής των, και κατ’ εξοχήν με τα προνόμια της θρησκείας, ήτις διεφυλάχθη και διατηρείται ασκανδάλιστος μέχρι της σήμερον επί ψυχική ημών σωτηρία.

Όλοι με το Σουλτάνο κατά της επαναστάσεως! Καταδώστε τους επαναστάτες σε εμάς ή στις αρχές – το ίδιο κάνει!

Αντί λοιπόν φιλελευθέρων εφάνησαν μισελεύθεροι, και αντί φιλογενών και φιλοθρήσκων εφάνησαν μισογενείς, μισόθρησκοι και αντίθεοι, διοργανίζοντες, φευ, οι ασυνείδητοι με τα απονενοημένα κινήματά των την αγανάκτησιν της ευμενούς κραταιάς βασιλείας εναντίον των ομογενών μας υπηκόων της, και σπεύδοντες να επιφέρωσι κοινόν και γενικόν τον όλεθρον εναντίον παντός του γένους. Και αγκαλά είναι γνωστόν, ότι, όσοι είναι κατηρτισμένοι τω όντι εις την ευσέβειαν, όσοι νουνεχείς και τίμιοι και των ιερών κανόνων και θείων νόμων ακριβείς φύλακες δεν θέλουν δώσει ευηκοιαν εις τας ψευδολογίας των αχρείων εκείνων και κακόβουλων’ επειδή όμως είν’ ενδεχόμενον να σηνηρπάσθησάν τινές και παρασυρθώσι και άλλοι, διά τούτο προκαταλαμβάνοντες εκ προνοίας εκκλησιαστικής υπαγορεύομεν πάσιν υμίν τα σωτήρια, και γράφοντες μετά των περί ημας ιερωτάτων συναδελφών, του μακαριωτάτου πατριάρχου των Ιεροσολύμων, των εκλαμπροτάτων και περιφανεστάτων προυχόντων του γένους, των τιμιωτάτων πραγματευτών, των αφ’ εκάστου ρουφετίου προκριτωτέρων και όλων των εν τη βασιλευούση ορθοδόξων μελών εκάστης τάξεως και εκάστου βαθμού, συμβουλεύομεν και παραινούμεν και εντελλόμεθα και παραγγέλλομεν πάσιν υμίν τοις κατά τόπον αρχιερεύσι, τοις ηγουμένοις των ιερών μοναστηρίων, τοις ιερεύσι των εκκλησιών, τοις πνευματικοίς πατράσι των ενοριών, τοις προεστώσι και ευκαταστάτοις των κωμοπόλεων και χωρίων, και πάσιν απλώς τοις κατά τόπον προκρίτοις να διακηρύξετε την απάτην των ειρημένων κακοποιών και κακοβούλων ανθρώπων, και να τους αποδείξετε και να τους στηλιτεύσετε πανταχού ως κοινούς λυμεώνας και ματαιόφρονας, και να προσέχετε όσον το δυνατόν εις τας απάτας αυτών και ραδιουργίας, γινώσκοντες, ότι η μόνη απόδειξις της αθωότητος των είναι να εμφανίσωσιν όσα γράμματα λάβωσι τυχόν εις χείρας περί της αυτής υποθέσεως, ή ειδήσεις μάθωσι, και να παρρησιάσωσιν οι μεν ενταύθα εν βασιλευούση προς ημάς, οι δ’ εν τοις έξω μέρεσιν εις τους κατά τόπον αρχιερείς και τους διοριζομένους παρ’ ημών εκκλησιαστικούς εξάρχους και τους βασιλικούς εξουσιαστάς και διοικητάς, δηλοποιούντες και παραδίδοντες και εκείνους τους απλουστέρους, όσοι ήθελαν φωραθή ότι ενεργούν ανοίκεια του ρεαγιαδιακού χαρακτήρος’ καθότι οι τοιούτοι διαταράττουσι την γενικήν ησυχίαν, και κατακρημνίζουσι τους αδυνάτους και αθώους ομογενείς μας εις της απωλείας το βάραθρον.

Ρεαγιαλίκιον και Ορθόδοξος πίστις, λέμε!

Και τόσον υμείς οι αρχιερείς, οι μοναστηριακοί, οι ιερωμένοι, και οι προεστώτες και ευκατάστατοι και πρόκριτοι εκάστου τόπου με την άγρυπνον προσοχήν σας, όσον και οι λοιποί εκάστης τάξεως και βαθμού άνθρωποι με τας εκ μέρους σας αδιαλείπτους συμβουλάς και νουθεσίας, και κατά τας πατρικάς και προνοητικάς εκκλησιαστικάς ημών οδηγίας και παραινέσεις να γενήτε εδραίοι και αμετακίνητοι επί του κέντρου του ρεαγιαλικίου, και εξ όλης ψυχής και καρδίας σας να διαφυλλάττετε την πίστιν και κάθε υποταγήν και ευπείθειαν εις αυτήν την θεόθεν εφ’ ημάς τεταγμένην κραταιάν και αήττητον βασιλείαν, και να αποδεικνύετε εντελώς με όλα τα πραγματικά της ειλικρινείας σημεία’ καθότι η μετ’ ευχαριστίας και ειλικρινείας υποταγή χαρακτηρίζει και την προς Θεόν αγάπην και πίστιν, και την προς τας θείας αυτού εντολάς και τας υπαγορεύσεις των θείων νόμων και ιερών κανόνων υπακοήν, και την ευγνωμοσύνην της καρδίας ημών διά τ’ άπειρα ελέη, οπού απολαμβάνομεν παρά της βασιλικής φιλανθρωπίας.

Λύομεν και τους όρκους της Φιλικής Εταιρείας, διότι έτσι αποκεφαλίστηκε και ο Ιωάννης ο βαπτιστής!

Επειδή δε προς τοις άλλοις εγένετο γνωστόν, ότι οι το σατανικόν της δημεγερσίας φρόνημα επινοήσαντες, και εταιρίαν τοιαύτην συστησάμενοι προς αλλήλους συνεδέθησαν και με τον δεσμόν του όρκου, γινωσκέτωσαν, ότι ο όρκος αυτός είναι όρκος απάτης, είναι αδιάκριτος, και όμοιος με τον όρκον του Ηρώδου, όστις, διά να μη φανή παραβάτης του όρκου του, απεκεφάλισεν Ιωάννην τον βαπτιστήν. Αν ήθελεν αθετήσει τον παράλογον όρκον του, τον οποίον επενόησεν η άλογος επιθυμία του, έζη βέβαια τότε ο θείος πρόδρομος’ ώστε ενός απλού όρκου επιμονή έφερε τον θάνατον του προδρόμου. Η επιμονή άρα του όρκου εις διατήρησιν των υποσχεθέντων παρά της φατρίας αυτής, πραγματευομένης ουσιωδώς την απώλειαν ενός ολοκλήρου γένους, πόσον είναι ολεθρία και θεομίσητος είναι φανερόν’ εξ εναντίας, η αθέτησις του όρκου αυτού, απαλλάττουσα το γένος εκ των επερχομένων απαραμυθήτων δεινών, είναι θεοφιλής και σωτηριώδης. Διά τούτο τη χάριτι του παναγίου Πνέυματος έχει η εκκλησία αυτόν διαλελυμένον, και αποδέχεται και συγχωρεί εκ καρδίας τους μετανοούντας και επιστρέφοντας, και την προτέραν απάτην ομολογούντας, και το πιστόν ρεαγιαλίκι αυτών εναγκαλιζομένους ειλικρινώς.

Όποιος δεν προσκυνήσει, θα τον φάει ο λύκος!

Ταύτα αμέσως να κοινολογήσετε εις όλους του γνωστούς σας, και να κατασταθήτε όλοι προσεκτικώτεροι, ανατρέποντες και διαλύοντες ως αραχνιώδη υφάσματα, όσα η απάτη και η κακοβουλία των πρωταιτίων εκείνων καθ’ οιονδήτινα τρόπον συνέπλεξε. Επειδή, εάν, ο μη γένοιτο, δεν ήθελε καθαρισθή η θανατηφόρος αύτη λύμη, και φωραθώσί τινες τολμώντες εις επιχειρήματα εναντία των καθηκόντων του ρεαγιαλικίου, κοντά οπού οι τοιούτοι έχουσι να παιδευθώσι χωρίς ελέους και οικτιρμών (μη γένοιτο, Χριστέ βασιλεύ!) αμέσως θέλει εξαφθή η δικαία οργή του κράτους του καθ’ ημών, και ο θυμός τής εκδικήσεως γενικός των εχλιϊσλάμιδων, και θέλουν εκχυθή τόσων αθώων αίματα αδίκως και παραλόγως, καθώς αποκριματίστως ταύτα πάντα διεσάλπισεν η κραταιά και αήττητος βασιλεία διά του εκδοθέντος και επ’ ακροάσει κοινή ημών αναγνωσθέντος υψηλού βασιλικού προσκυνητού ορισμού.

Εσείς πιστοί ραγιάδες, μακριά από τα καθάρματα – τα οποία η Εκκλησία καταράται δεόντως!

Εκείνους δε τους ασεβείς πρωταιτίους και απονενοημένους φυγάδας και αποστάτας ολεθρίους να τους μισήτε και να τους αποστρέφεσθε και διανοία και λόγω, καθότι και η εκκλησία και το γένος τους έχει μεμισημένους, και επισωρέυει κατ’ αυτών τας παλαμναιοτάτας και φρικωδεστάτας αράς’ ως μέλη σεσηπότα, τους έχει αποκεκομμένους της καθαράς και υγιαινούσης χριστιανικής ολομελείας’ ως παραβάται δε των θείων νόμων και κανονικών διατάξεων, ως καταφρονηταί του ιερού χρήματος της προς τους ευεργέτας ευγνωμοσύνης και ευχαριστίας, ως εναντίοι ηθικών και πολιτικών όρων, ως την απώλειαν των αθώων και ανευθύνων ομογενών μας ασυνειδήτως τεκταινόμενοι, αφωρισμένοι υπάρχειεν και κατηραμένοι και ασυγχώρητοι, και μετά θάνατον άλυτοι, και τω αιωνίω υπόδικοι αναθέματι, και αυτοί, και όσοι τοις ίχνεσιν αυτών κατηκολούθησαν του λοιπού, αν μη θελήσωσιν εννοήσαι την αρπαγήν και απάτην, και επιστραφήναί τε και βαδίσαι την ευθείαν της σωτηρίας οδόν, αν δεν αναλάβωσιν, ό εστι, τον εντελή χαρακτήρα του ρεαγιαδικού αυτών επαγγέλματος.

Όποιος ιερωμένος δεν συμπράξει ενθουσιωδώς κατά της επαναστάσεως: αργός, έκπτωτος και εις τη γέεναν του πυρός!

Τα αυτά δε και κατά της αρχιερωσύνης σας και ιερωσύνης σας επανατείνομεν, εαν μη βαδίσετε, εις όσα εν Πνέυματι αγίω αποφαινόμεθα δια του παρόντος εκκλησιαστικώς, εάν δεν δείξετε εν έργω την επιμέλειάν σας και προθυμίαν εις την διάλυσιν των σκευωριών, εις την αναστολήν των καταχρήσεων και αταξιών, εις την επιστροφήν των πλανηθέντων, εις την άμεσον και έμμεσον καταδρομήν και εκδίκησιν των επιμενόντων εις τα αποστατικά φρονήματα, εάν δεν συμφωνήσετε τη εκκλησία του Θεού, και, εν ενί λόγω, εάν καθ’ οιονδήτινα τρόπον δολιευθήτε και κατενεχθήτε κατά της κοινής ημών ευεργέτιδος κραταιάς βασιλείας, έχομεν υμάς αργούς πάσης ιεροπραξίας, και τη δύναμει του παναγίου Πνεύματος εκπτώτους του βαθμού της αρχιεροσύνης και ιερωσύνης και το πυρί της γεέννης ενόχους, ως την κοινήν του γένους απώλειαν προτιμήσαντας. Ούτω τοίνυν γινώσκοντες, ανανήψατε προς Θεού και ποιήσατε καθώς γράφομεν εκκλησιαστικώς και γενικώς παρακελευόμεθα, και μη άλλως εξ αποφάσεως, ότι περιμένομεν κατά τάχος την αισίαν των γραφομένων αποπεράτωσιν, ίνα και η του θεού χάρις και το άπειρον έλεος είη μετά πάντων υμών.
αωκα’ εν μηνί Μαρτίω.

Υπογράφομεν επί της Αγίας Τραπέζης, για να μη σας μείνει αμφιβολία – και προσέξτε ποιοι και πόσοι!

Υπεγράφη συνοδικώς επάνωθεν του ιερού θυσιαστηρίου παρά της ημών μετριότητος και της μακαριότητός του και πάντων των συναδέλφων αγίων αρχιερέων.

Ο πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως αποφαίνεται.
Ο Ιεροσολύμων Πολύκαρπος συναποφαίνεται.
Ο Καισαρίας Ιωαννίκιος.
Ο Νικομηδείας Αθανάσιος.
Ο Δέρκων Γρηγόριος.
Ο Αδριανουπόλεως Δωρόθεος.
Ο Βιζύης Ιερεμίας.
Ο Σίφνου Καλλίνικος.
Ο Ηρακλείας Μελέτιος.
Ο Νικαίας Μακάριος.
Ο Θεσσαλονίκης Ιωσήφ.
Ο Βερροίας Ζαχαρίας.
Ο Διδυμοτοίχου Καλλίνικος.
Ο Βάρνης Φιλόθεος.
Ο Ρέοντος Διονύσιος.
Ο Κυζίκου Κωνστάντιος.
Ο Χαλκηδόνας Γρηγόριος.
Ο Τουρνόβου Ιωαννίκιος.
Ο Πισειδίας Αθανάσιος.
Ο Δρύστας Ανθιμος.
Ο Σωζοπόλεως Παίσιος.
Ο Φαναρίου και Φερσάλων Δαμασκηνός.
Ο Ναυπάκτου και Αρτης Ανθιμος.

(Πηγή: Ο αφορισμός της Επανάστασης του 1821 | Η καλύβα ψηλά στο βουνό

και στη συνέχεια: https://panosz.wordpress.com/2008/03/24/aforismos-2/  )

Η σύγκρουση ανάμεσα στις επαναστατημένες δυνάμεις της νέας ελληνικότητας και στην επίσημη Ορθοδοξία ήταν γεγονός και είχε τεράστιες πολιτικές επιπτώσεις, άμεσες και απώτερες. Η μελέτη αυτής της αντιπαράθεσης αποτελεί στοιχειώδη άσκηση αυτογνωσίας για τους Έλληνες. Φυσικά, η ιστορία ερχόταν από πολύ μακριά…

Από τη μια μεριά οι Σαλαμινομάχοι: Ω παίδες ελλήνων ίτε/ ελευθερούτε πατρίδ’, ελευθερούτε δε/ παίδας, γυναίκας, θεών τε πατρών έδη/ θήκας τε προγώνων’ νυν υπέρ πάντων αγών. Και ο Πίνδαρος: Μάτερ εμά, το τεόν,/ ω αιωνία Ελλάς. Κι από την άλλη ο μεγάλος της Ορθοδοξίας Γεννάδιος Σχολάριος: Ει τις έροιτό μοι τις ειμί, αποκρινούμαι χριστιανόν είναι’ Έλλην ων την φωνήν, ουκ αν ποτέ φαίην Έλλην είναι (μόνο μιλάω ελληνικά, ποτέ δεν ήμουν Έλληνας) δια το μη φρονείν ως εφρόνουν ποτέ οι Έλληνες. Από τη μια μεριά ο Ρήγας: για την ελευθερίαν να ζώσουμε σπαθί! Και ο Κολοκοτρώνης με τη βροντόφωνη (και πολιτικά εκρηκτική) προσφώνησή του: Έλληνες! Και από την άλλη ο δεσπότης της Εκκλησίας: -Αδελφοί μου, έμαθα πως με την χάριν του Κυρίου μας Ιησού Χριστού και Θεού δεν είσθε Έλληνες, δεν είσθε ασεβείς, αιρετικοί, άθεοι, αλλά είσθε Ορθόδοξοι Χριστιανοί (Ι. Κακριδής, Οι αρχαίοι Έλληνες στην νεοελληνική λαϊκή παράδοση, ΜΙΕΤ, Αθήνα 1997)

Οι αντιλήψεις αυτές, της επαναστατημένης νέας ελληνικότητας και της παραδοσιακής Ορθοδοξίας συγκρούστηκαν ανελέητα. Η επίσημη ιστορία, όμως, γράφτηκε υπό την ιδεολογική εποπτεία της Εκκλησίας, η οποία βεβαίως επανέκαμψε για να προσπαθήσει να κυριαρχήσει και στις νέες συνθήκες, όταν η Επανάσταση είχε νικήσει η ελεύθερη Ελληνική Πολιτεία ήταν πια γεγονός. Η προσπάθεια αυτή πέτυχε μόνο εν μέρει: η Εκκλησία παρέμεινε μεν αποδεκτή, αλλά με χαμηλό πλέον κύρος και περιορισμένη πολιτική εμβέλεια. Κάτι σαν αναγκαίο κακό.

Ο αφορισμός της Επανάστασης του 1821

Το περιεχόμενο του αφορεστικού συνάδει απολύτως με τις βασικές θέσεις της Ορθόδοξης ιεραρχίας, τόσο τις πριν, όσο και τις μετέπειτα. Δεν είναι, δηλαδή, θέσεις που εκφράζονται άπαξ και κατ’ εξαίρεσιν, αλλά αυτούσιο το πάγιο ιδεολογικό – πολιτικό μανιφέστο της Εκκλησίας. Στην αρχή στηλιτεύεται η αχαριστία των εξεγερμένων και το κακοποιόν και αποστατικόν πνεύμα εναντίον της κοινής ημών ευεργέτιδος και τροφού, κραταιάς και αηττήτου βασιλείας. Επαναλαμβάνεται η γνωστή άποψη του Παύλου – αυτή που μετέτρεψε δια παντός το χριστιανισμό σε αδίσταχτο τσανακογλύφτη των εκάστοτε εξουσιών, προδίδοντας κατάφωρα την όποια αντιεξουσιαστική διάσταση του κηρύγματος του Ιησού: Επειδή, ουκ έστι, φησί, βασιλεία και εξουσία ειμή από Θεού τεταγμένη’ όθεν και πας ο αντιττατόμενος αυτή τη θεόθεν εφ’ ημάς τεταγμένη κραταιά βασιλεία, τη του Θεού διαταγή ανθέστηκε.

Δεν πρόκειται λοιπόν για κάτι καινούριο – είναι οι ίδιες, πάγιες, αναλλοίωτες θέσεις της Εκκλησίας της Κωνσταντινούπολης. Αυτά έλεγε και εξηγούσε καταλεπτώς ο ανώνυμος (μάλλον ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων, ο ίδιος ή ο διάδοχος του οποίου συναποφάνθη για τον αφορισμό της Επανάστασης) στην εμετική Πατρική Διδασκαλία, που κυκλοφόρησε ανάμεσα στους ραγιάδες, με στόχο να τους κρατήσει σε ευπειθή υποτέλεια, επειδή οι Έλληνες, όπως και κάθε προεθνική ή εθνική κοινότητα που βρισκόταν ή βρίσκεται σε παρόμοια κατάσταση, εξακολουθούσαν πάντοτε να ονειρεύονται την ελευθερία και την αυτοδιάθεση. Φυσικά, η Πατρική Διδασκαλία έλαβε την δέουσα απάντηση από την Αδελφική Διδασκαλία του Αδαμάντιου Κοραή, ο οποίος συμβούλευε τους Έλληνες ακριβώς τα αντίθετα: αυτά ακριβώς που η σημερινή Εκκλησία, χωρίς ίχνος ντροπής και χωρίς ποτέ να κάνει ποτέ την παραμικρή επανεκτίμηση, εξακολουθεί να καρπώνεται για λογαριασμό της, παριστάνοντας τον πρωτεργάτη της Επανάστασης! Αλλά, ας επιστρέψουμε στο αφορεστικό.

Μετά τη θεολογική τεκμηρίωση της πολιτικής επιλογής του ραγιαδισμού, τον οποίο αποδίδουν στη θέληση του Θεού (!), οι αρχιερείς περιλαβαίνουν τον Αλέξανδρο Υψηλάντη, τον πατέρα του, τον Μιχαήλ Σούτσο και τους συνεργάτες του: Αλαζόνες, δοξομανείς, αγνώμονες, φυγάδες, κακόβουλοι, τέρατα εμψύχου αχαριστίας ή μάλλον ματαιόφρονες, (που προσπαθούν) να εξαπατήσωσι και εφελκύσωσιν εις τον ίδιον της απωλείας κρημνόν και άλλους πολλούς των ομογενών μας. Η διακήρυξη της ελευθερίας των Ελλήνων από τους απονενοημένους Σούτσο και Υψηλάντη βρήκε απήχηση σε πολλούς Έλληνες. Η Εκκλησία του Χριστού, η φυσική (υποτίθεται) ηγεσία των Ελλήνων, δε διστάζει να τους χαρακτηρίσει όλους αυτούς κακοήθεις και ανοήτους. Όπως δε διστάζει και σήμερα να κάνει δοξολογίες, κάθε 25η Μαρτίου – σε μια επίδειξη υψηλού εκκλησιαστικού οπορτουνισμού!

Οι συντάκτες του αφορεστικού, μανούλες στην πολιτική διαχείριση, δεν παραλείπουν να αφιερώσουν μια μεγάλο παράγραφο σε μια κατ’ εξοχήν πολιτική ανάλυση, για το ρόλο της Ρωσίας στην υπόθεση. Οι αρχιερείς πληροφορούν τους ραγιάδες ότι η Ρωσία δεν παρέχει καμιά υποστήριξη στον Υψηλάντη, αντίθετα καταδικάζει τις κινήσεις του και επιθυμεί την καταστροφή των επαναστατών. Όλα αυτά ήταν αληθή – και αναφέρονται στο κείμενο με προφανή ευχαρίστηση.

Η επανάσταση καταγγέλλεται ως διατάραξις της ανέσεως και της ησυχίας των ομογενών μας πιστών ραγιάδων της κραταιάς βασιλείας (…) ενώ τόσα ελευθερίας προνόμια δεν απολαμβάνει άλλο έθνος υποτελές και υποκείμενον (…) και κατ’ εξοχήν με τα προνόμια της θρησκείας, ήτις διεφυλάχθη και διατηρείται ασκανδάλιστος μέχρι της σήμερον επί ψυχική ημών σωτηρία. Ανάγλυφα παρουσιάζονται τα δύο διεστώτα: η Ορθόδοξη Εκκλησία επιδιώκει τη σωτηρία – η νέα ελληνικότητα την αξιοβίωτη ζωή, δηλαδή την ελευθερία. Οι δυο αυτές αντιλήψεις, που έχουν συγκεκριμένη πολιτική υλοποίηση (ραγιαδισμός / επανάσταση) συγκρούστηκαν σκληρά, επί πολύ χρόνο, με αποκορύφωση το ξέσπασμα της Επανάστασης. Οι εξεγερμένοι Έλληνες υπερασπίστηκαν την Επανάσταση με όλες τους τις δυνάμεις  και η Εκκλησία την καταδίκασε χωρίς δισταγμό.

Φτάνουμε τώρα στο δια ταύτα – τις αποφάσεις τις Εκκλησίας. Για να σωθεί λοιπόν το Γένος, συμβουλεύομεν και παραινούμεν και εντελλόμεθα και παραγγέλομεν σε όλους τους Ορθοδόξους κληρικούς και πιστούς, να διακηρύξετε την απάτην των ειρημένων κακοποιών και κακοβούλων ανθρώπων (…) και να τους στηλιτεύσετε πανταχού ως κοινούς λυμεώνας και ματαιόφρονας. Οι Πατριάρχες και οι αρχιερείς καλούν τους ραγιάδες να γίνουν καταδότες των αγωνιστών: Να εμφανίζωσιν όσα γράμματα λάβωσι περι αυτής της υποθέσεως (…) και να παραδίδωσι όσους ήθελον φοραθή ενεργούντες ανοίκεια του ραγιαδικού χαρακτήρος (…) να διαφυλάττωσι πίστιν και κάθε υποταγήν και ευπείθειαν εις αυτήν την θεόθεν εφ’ ημάς τεταγμένην και αήττητον βασιλείαν. Είναι χαρακτηριστικό ότι η κατάδοση πρέπει να γίνεται στους αρχιερείς, τους ιερείς κλπ – αυτοδιορίζεται δηλαδή εθελοντικά το σώμα της Εκκλησίας σε θέση χωροφύλακα / δεσμοφύλακα και, εύλογα, δημίου – για λογαριασμό της οθωμανικής εξουσίας. Βέβαια, δίνεται και η εναλλακτική λύση, δηλ. η απευθείας κατάδοση.

Έρχεται η σειρά της Φιλικής Εταιρείας και οι συντάκτες του αφορεστικού φροντίζουν, πολύ πρακτικά, να κηρύξουν άκυρους τους όρκους που είχαν δώσει οι Φιλικοί, με την είσοδό τους στην επαναστατική αυτή οργάνωση των Ελλήνων, η οποία προετοίμασε την Επανάσταση. Στη συνέχεια καλούνται όλοι να συμβάλλουν στην κατάπνιξη της εξέγερσης, να παραμείνουν μακριά από τους αφορισμένους επαναστάτες, αφού η Εκκλησία και το γένος τους έχει μεμισημένους και επισωρεύει κατ’ αυτών τας πάλαι μναιοτάτας και φρικοδεστάτας αράς ως μέλη σεσηπότα και τους έχει αποκεκομμένους της καθαράς και υγιαινούσης χριστιανικής ολομελείας (…) να είναι κατηραμένοι και ασυγχώρητοι και μετά θάνατον άλυτοι και των αιωνίω υπόδικοι αναθέματι και αυτοί, και όσοι ακολουθήσωσι του λοιπού (…) να γίνουν τα τέκνα αυτών ορφανά (…) άγγελος Κυρίου καταδιώξει αυτούς πυρίνη ρομφαία. Τι να πρωτοθαυμάσει κανείς, την πολιτική αναλγησία ή την σπηλαιώδη θρησκευτική αντίληψη;

Αλλά η ίδια η περιγραφή (Ιωάννης Φιλήμων, Δοκίμιον ιστορικόν περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, Αθήναι 1859, τ. Β’, σελ. 102) της τελετής όπου υπεγράφη το αφορεστικό είναι αρκετά εύγλωττη: Το πατριαρχικό έγγραφο, με το οποίο αφορίζονταν ο Αλέξανδρος Υψηλάντης και ο Μιχαήλ Σούτσος, λύονταν του όρκου τους τα μέλη της Φιλικής Εταιρείας και καλούνταν οι Έλληνες σε ραγιάδικη αφοσίωση στον σουλτάνο, το υπέγραψαν εμφαντικά πάνω στην Αγία Τράπεζα οι δύο Πατριάρχες (Γρηγόριος Ε’ και Πολύκαρπος Ιεροσολύμων) και εν συνεχεία το πλήθος των συνοδικών αρχιερέων. Ο αφορισμός διαβάστηκε στην πατριαρχική εκκλησία στις 23 Μαρτίου 1821 – την ώρα που ο Πετρόμπεης και ο Κολοκοτρώνης έμπαιναν στην Καλαμάτα και απεύθυναν τη συγκλονιστική διακήρυξη της Πελοποννησιακής Γερουσίας, προς τα ελεύθερα έθνη της Ευρώπης.

Σύντομη παρένθεση: Το αφορεστικό του 1821 δεν πρέπει να έκανε ιδιαίτερη εντύπωση στον Γέρο του Μωριά, γιατί διέθετε σχετική εμπειρία: Το πατριαρχείο τον είχε ήδη αφορίσει, στα 1805, ως κακοποιόν κλέπτη. Ο αφορισμός δεν τον εμπόδισε, πάντως, να χρησιμοποιεί τον Θεό για αμιγώς πολιτικούς λόγους: Ο Θεός έβαλε την υπογραφή του δια την ελευθερίαν της Ελλάδος και δεν την παίρνει πίσω! έλεγε στους επαναστατημένους Έλληνες, για να τους παροτρύνει στον αγώνα.

Σχόλια

Παρόλα αυτά, οι Οθωμανοί κρέμασαν τον Γρηγόριο, για να τρομοκρατήσουν τους ξεσηκωμένους ραγιάδες. Ο διάδοχός του Ευγένιος επαναλάμβανε επακριβώς όσα είχε γράψει ο Γρηγόριος στο έγγραφο του αφορισμού:Μεγάλαι ήσαν αι εύνοιαι (…) και το έθνος υμών αντικείμενον της πατρικής μερίμνης του Σουλτάνου, όφειλε να ευλογή τον μονάρχην, όστις κυβερνά τον λαόν αυτού καθ’ υπόδειγμα της θείας ευσπλαχνίας (…) Αλλά φευ αγαπητοί εν Χριστώ αδελφοί μέγα μέρος των Ελλήνων, παριδόντες το καθήκον της ευγνωμοσύνης, ετόλμησαν να φέρωσιν όπλα εναντίον του γαληνοτάτου και κραταιοτάτου ημών ηγεμόνος. Είναι περίεργο που ο Ευγένιος χρησιμοποιεί την κακή λέξη Έλληνες.  Παρατηρεί σχετικά ο Γ. Σκαρίμπας: Τη λέξη «Έλληνες» οι Πατριάρχες ποτέ δεν ξεστόμισαν (Το ’21 και η αλήθεια, τομ. Α’, σελ. 163).

Αποτελεί  ιστορική και ιδεολογική λαθροχειρία η θέση των ορθοδόξων απολογητών ότι ο Γρηγόριος Ε’ και οι συν αυτώ αναγκάστηκαν να υπογράψουν τον αφορισμό των επαναστατών με βαριά καρδιά – δήθεν για να προστατεύσουν το Γένος. Όλα όσα προηγήθηκαν και όλα όσα ακολούθησαν από την Ιεραρχία της Ορθοδοξίας, βοούν περί του αντιθέτου.

Οι ορθόδοξοι απολογητές ισχυρίζονται ότι ο αφορισμός της Επανάστασης ήταν απλός ελιγμός, προκειμένου να αποφευχθούν τα χειρότερα, δηλαδή η γενικευμένη σφαγή των χριστιανών. Το επιχείρημα θα είχε κάποια αληθοφάνεια, εάν δεν είχαν προηγηθεί τόσοι αιώνες με τη συγκεκριμένη πολιτική αντίληψη του Πατριαρχείου. Η Εκκλησία δεν ξέφυγε καθόλου από τη γραμμή της, με τον αφορισμό εξακολούθησε να είναι συνεπής με τον εαυτό της.

Δεν ισχυρίζεται κανείς ότι η πολιτική της επίσημης Εκκλησίας ενείχε στοιχεία συνειδητού δόλου ή κακοβουλίας κατά των Ελλήνων. Απλώς αφίστατο τραγικά από τα πραγματικά, τα επίκαιρα συμφέροντα των Ελλήνων (δηλ. τον αγώνα για εθνική και κοινωνική αποκατάσταση) διότι βασιζόταν σε μια κοσμοθέαση εντελώς ξένη προς τη νέα ελληνικότητα (δηλαδή τα προβλήματα, τις ανάγκες, τα συμφέροντα και την δυναμική όσων αυτοπροσδιορίζονταν ως Έλληνες κατά την ιστορική περίοδο που συζητάμε) και εξυπηρετούσε πρωτίστως τα συμφέροντα μιας ελίτ ταυτισμένης με το οθωμανικό κράτος. Αν το Πατριαρχείο πίστευε ότι εξυπηρετεί έτσι τα συμφέροντα των Ελλήνων (που τους έλεγε και εξακολουθεί να τους αποκαλεί Ρωμιούς) απλώς έκανε λάθος, το οποίο, ωστόσο, ουδέποπε παραδέχτηκε. Αντίθετα, με την πολιτική του συνέβαλε καθοριστικά ώστε, τελικά, να εξαλειφθεί το ελληνικό στοιχείο από την Κωνσταντινούπολη – εκατόν τριάντα χρόνια αργότερα.

Εν τω μεταξύ η Εκκλησία έκανε όντως δύσκολη τη ζωή στους Ρωμιούς που επηρέαζε, καταστέλλοντας κάθε επαναστατική τους διάθεση, συνεπώς δυσκολεύοντας περαιτέρω την Επανάσταση. Φανταστείτε -για μια στιγμή μονάχα- ποιες θα ήταν οι εξελίξεις αν ο Πατριάρχης ευλογούσε την Επανάσταση και καλούσε όλους τους χριστιανούς και τους μουσουλμάνους υπόδουλους των Οθωμανών (Ρωμιούς, Βούλγαρους, Σέρβους, Ρουμάνους, Ούγγρους, Αλβανούς κλπ) σε γενικό ξεσηκωμό κατά του Σουλτάνου. Ποιες κατακλυσμιαίες αλλαγές θα είχε προκαλέσει… Αλλά, θέλει αρετήν και τόλμην η ελευθερία – και βέβαια απαιτεί να την αξιολογείς υψηλότερα από τη σωτηρία της ψυχής – και οπωσδήποτε υψηλότερα από τα υλικά συμφέροντα μιας κοινωνικής και οικονομικής ελίτ.

Όσοι επικαλούνται υπέρ του Γρηγορίου Ε’ τις επιστολές του Υψηλάντη στους Μωραΐτες, όπου δικαιολογούσε ως προϊόν βίας τον αφορισμό – ή το σκεπτικό της καταδίκης που υπέγραψε ο παραζαλισμένος σουλτάνος αποκαλώντας τον Γρηγόριο αρχηγό (!) της Επανάστασης, κυριολεκτικά κάνουν πως δεν καταλαβαίνουν. Εάν όντως δεν καταλαβαίνουν, τόσο το χειρότερο.

Η υποκρισία είναι τόσο άχαρη… Αν το αφορεστικό υπήρξε προϊόν εξαναγκασμού και κατά συνέπεια ήταν άκυρο, τότε τι νόημα είχε η αποστολή τριμελούς εξαρχίας, στα 1832, στον Ιωάννη Καποδίστρια, η οποία έφερε το μήνυμα ότι το Πατριαρχείο… συγχωρούσε (sic!) τους Μωραΐτες -και τους ξαναδεχόταν υπό τη σκέπη του; Φυσικά ο Κυβερνήτης, διερμηνεύοντας το λαϊκό αίσθημα, απάντησε: να μένει το βύσσινο…

Η στάση της επίσημης Ορθοδοξίας απέναντι στην Επανάσταση του 1821, με τους αφορισμούς των αγωνιστών κλπ, όχι μόνο έβλαψε τον αγώνα, αλλά ουσιαστικά καθόρισε και την μετέπειτα πορεία των πραγμάτων. Όσα επιχειρήματα κι αν επικαλεστούν οι ορθόδοξοι συγγραφείς, (πχ Γεώργιος Μεταλληνός: Το ’21 και οι Συντελεστές του. Στο Διαδίκτυο:http://www.romanity.org) δεν είναι δυνατόν να δικαιολογήσουν τα αδικαιολόγητα, ούτε να τεκμηριώσουν την τάχα ακατάλυτη σχέση των Ελλήνων (Ρωμιών) και της Εκκλησίας στην Κωνσταντινούπολη -γιατί αυτή η σχέση, ήδη προβληματική από πολλού, επλήγη ανεπανόρθωτα όταν η Εκκλησία, στην κορυφαία και πλέον κρίσιμη στιγμή της ιστορίας των Ελλήνων, όταν αυτοί την είχαν περισσότερο ανάγκη από ποτέ, επέλεξε συνειδητά να πάρει το μέρος των εχθρών τους – έστω κι αν αυτό έγινε χωρίς δόλο, αλλά από λάθος εκτίμηση. Η πικρή ειρωνεία της Ιστορίας,  μέσα στις νέες συνθήκες, έφερνε τη μεγάλη Εκκλησία -τον πυλώνα της Ρωμιοσύνης- αντιμέτωπη με το ίδιο το πλήρωμά της, γράφει ο Κ. Παπαγιώργης (Κωστής Παπαγιώργης, Αλέξανδρος Αδαμαντίου Εμμανουήλ. ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ, 1997, σελ. 35)

Μόνο που εκείνη την εποχή υπήρχε, και είχε δυναμώσει πια, ο πυλώνας της νέας ελληνικότητας, στην πραγματική πρωτεύουσα του ελληνισμού, τις κοινότητες και την ελληνική ύπαιθρο.

Λίγα σχόλια ακόμα

Οι Εθνοσυνελεύσεις της Επιδαύρου (1821) και του Άστρους (1823) διακήρυξαν: Όσοι αυτόχθονες κάτοικοι της Επικρατείας της Ελλάδος πιστεύουσιν εις Χριστόν, εισίν Έλληνες. Η διακήρυξη αυτή περιόριζε ασφυκτικά το όραμα του Ρήγα και της Φιλικής Εταιρείας. Έθετε δια μιας εκτός τους μη πιστεύοντες εις Χριστόν αυτόχθονες, δηλαδή τους μουσουλμάνους Αρβανίτες (οι οποίοι δεν είχαν καμιά ουσιαστική διαφορά από τους χριστιανούς Αρβανίτες -τη ραχοκοκαλιά της Επανάστασης – και του κράτους που ακολούθησε) και τους ελληνικούς πληθυσμούς που είχαν αλλαξοπιστίσει, υπό το κράτος της οθωμανικής βίας. Μια μεγάλη και μεγαλόκαρδη πολιτική έπρεπε να επιχειρήσει να τους κερδίσει -και σε περίπτωση επιτυχίας, θα παραγόντουσαν πολλαπλασιαστικά πολιτικά (απελευθερωτικά) αποτελέσματα. Η μικρή και στενόκαρδη πολιτική, που ταύτισε την Ελλάδα με το Χριστό, τους έχασε όλους αυτούς, οριστικά και αμετάκλητα.

Μοιραία χρεοκόπησε και το μεγάλο σχέδιο της Βαλκανικής Ομοσπονδίας. Διότι, δεδομένων των συνθηκών, για να προωθηθεί μια τόσο μεγαλόπνοη επαναστατική πολιτική ήταν απαραίτητη η σύμπραξη (και πνευματική καθοδήγηση) της Εκκλησίας της Κωνσταντινούπολης. Αλλά η Εκκλησία αυτή ήταν ταγμένη αναφανδόν υπέρ της ακεραιότητας της οθωμανικής αυτοκρατορίας – ήταν ένα από τα σημαντικότερα στηρίγματα της.

Η Εθνοσυνέλευση του Ναυπλίου (1832) όρισε ότι είναι Έλληνες όσοι αυτόχθονες της Ελληνικής Επικράτειας πιστεύουν στο Χριστό και όσοι γεννήθηκαν σε ξένες επικράτειες από αυτόχθονες γονείς ή μόνο από Έλληνα πατέρα και πρεσβεύουν την πάτριον θρησκείαν. Η στενή εθνικιστική αντίληψη, εκφραζόμενη μέσω της θρησκευτικής διαλογής, επικράτησε οριστικά -και καθόρισε τις εξελίξεις έως σήμερα. Και μια λεπτομέρεια: οι Έλληνες καθολικοί, ως μη συνάδοντες με την πάτριον θρησκείαν (την Ορθοδοξία) ετέθησαν εν αμφιβόλλω. Ούτε πέρασε βέβαια από το μυαλό των τότε εθνοσυμβούλων ότι μπορεί να υπάρξουν και Έλληνες άνευ θρησκεύματος – όπως δεν μπορεί ακόμα να το χωνέψει η ελλαδική Εκκλησία. Καθένας όφειλε -και οφείλει- να φέρει την ταμπέλα Χριστιανός Ορθόδοξος προκειμένου να θεωρείται αυθεντικός Έλληνας. Συμπεριλαμβανομένων των πάσης φύσεως καιροσκόπων, απατεώνων και πολιτικών ληστών ποικίλης προελεύσεως που ασπάσθησαν την Ορθοδοξία μόνο και μόνο για λόγους συμφέροντος. Κορυφαίο παράδειγμα οι ένδοξες βασιλικές οικογένειες – και το συν αυταίς σκυλολόι εξ Εσπερίας.

Οι αγωνιστές του ’21, παρότι αφορισμένοι από την Εκκλησία, στις δηλώσεις τους προτάσσουν συνήθως την πίστη και στην συνέχεια την πατρίδα. Ακόμα κι ο Κολοκοτρώνης -αφορισμένος δύο φορές. Ήταν αναπόφευκτο, όντας ανάμεσα στις μυλόπετρες του Ισλάμ και της παπικής Δύσης, οι Έλληνες να αναζητούν μια αναφορά ταυτότητας με αντίστοιχα υψηλό μεταφυσικό κύρος – κάτι που ερμηνεύεται ως αδήριτη πολιτική ανάγκη. Ακριβώς αυτή την ανάγκη εκμεταλλεύτηκε η Εκκλησία για να νομιμοποιηθεί εκ νέου στις συνειδήσεις των Ελλήνων και να συνεχίσει να τους καθοδηγεί. Αλλά και την ώρα της κρίσης, τι πιο φυσικό από το να αναζητείται ελπίδα και θάρρος μέσα από τα σύμβολα της παραδοσιακής (ήδη 15 αιώνων) εντόπιας θρησκείας.

Η συμμετοχή του ανώτερου κλήρου στην Επανάσταση ήταν ιδιαίτερα περιορισμένη, αν λάβουμε ως κριτήριο τις θανατώσεις ανωτέρων κληρικών – μετά βίας φτάνουν τους είκοσι σε ολόκληρη την έκταση της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Οι περισσότεροι από αυτούς έπεσαν θύματα της πρώτης, μανιασμένης αντίδρασης των Οθωμανών απέναντι στην Επανάσταση, χωρίς οι ίδιοι να φταίνε σε τίποτα. Αυτό σημαίνει, με άλλα λόγια, ότι η ηγεσία της επίσημης Εκκλησίας πειθάρχησε και συνεργάστηκε απολύτως – και οι Οθωμανοί πολύ γρήγορα το κατάλαβαν.

Ξεχωρίζουν, βέβαια, οι ελάχιστες μορφές επαναστατών επισκόπων (όπως του Σαλώνων Ησαΐα), ενώ για τον κατώτερο κλήρο των επαναστατημένων περιοχών δεν χρειάζεται ιδιαίτερη αναφορά, απλά ήταν ταυτισμένος με τον επαναστατημένο λαό, αναπόσπαστο τμήμα του. Αυτοί οι παπάδες έσωσαν, κατά κάποιον τρόπο, την τιμή της Ορθοδοξίας – όντες αφορισμένοι από την Εκκλησία της Κωνσταντινούπολης.

Ο επίλογος ας είναι του Παναγιώτη Κονδύλη

(Η παρακμή του αστικού πολιτισμού, εκδόσεις ΘΕΜΕΛΙΟ, τόμοι Α & Β. Από την Εισαγωγή στην ελληνική έκδοση, που έχει τίτλο η καχεξία του ελληνικού στοιχείου στη νεοεεληνική κοινωνία και ιδεολογία)

Οι προαστικές – πατριαρχικές δυνάμεις (…) ούτε υπήρξαν οι αρχικοί ιδεολογικοί δημιουργοί της έννοιας του έθνους στην α ή τη β εκδοχή της ούτε και ταυτίστηκαν εξαρχής μαζί της. (…) Την προσεταιρίστηκαν (και την τροποποίησαν) για να την παρουσιάσουν ως έρεισμα και επίρρωση του ηγετικού τους ρόλου. Περίπτωση πλείστων προυχόντων και οπλαρχηγών & περίπτωση της Εκκλησίας.

(Αυτή) σε όλη τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας ποτέ δεν κατανόησε τον εαυτό της ως κεφαλή και πρόμαχο ενός υπόδουλου έθνους, παρά ως ποιμένα και ταγό χριστιανικών πληθυσμών αναγκασμένων να ζουν κάτω από αλλόθρησκο ηγεμόνα. (Ήταν) θεσμός ξένος προς το έθνος, θεσμός πολυεθνικός και επομένως μη εθνικός, στα μάτια του οποίου η ομολογία πίστεως μετρούσε περισσότερο από τη φυλή ή ακόμα και τη γλώσσα: ο ορθόδοξος Ρώσος ήταν αδελφός, ο Έλληνας που φράγκεψε όχι. Η δημιουργία ενός εθνικού κράτους θα διασπούσε το πλήρωμά της (…) και έτσι θα μείωνε την επιρροή της (…) αφού μόνη αυτή μπορούσε να απαιτεί από τους Χριστιανούς υποταγή, νομιμοφροσύνη και φόρους.

Η Εκκλησία οικειώνεται το έθνος, όταν πια η δυναμική των γεγονότων το είχε θέσει σε ημερήσια διάταξη (…) τότε θυμάται ότι η θρησκεία επιτελούσε εξ αντικειμένου λειτουργία εθνικής συσπείρωσης, αποσιωπά όμως ότι αυτή η λειτουργία μπορούσε αν θεωρηθεί ως εθνική συσπείρωση μόνο και μόνο επειδή κάποιοι άλλοι εκ των υστέρων ανακάλυψαν και πρόβαλαν το έθνος. (Τότε) σηκώνει συχνά το εθνικό λάβαρο και ζητά να ποδηγετήσει τόσο την εθνική ιδεολογία, όσο και τους αγώνες των αλύτρωτων, προκειμένου να μην αφήσει κενά για τις εκκοσμικευτικές ή και αντιθρησκευτικές δυνάμεις.

Αυτό το πέτυχε σε μεγάλο βαθμό, σε τόσο μεγάλο μάλιστα ώστε όχι μονάχα μπόρεσε να διατηρήσει ίσαμε σήμερα ζωντανή τη σύνδεση της έννοιας του έθνους με την προαστική μυθολογία και μεταφυσική, αλλά και (…) να αντιμετωπίζει ες αεί τον συνεπή χωρισμό κοινωνίας και κράτους.

*

Επιλογή σχολίων και υλικού από τις παλαιότερες αναρτήσεις της καλύβας ψηλά στο βουνό. 

Αλκιβιάδης

Ο Χρυσοστομος Παπαδοπουλος (αλλοτε αρχιεπισκοπος Αθηνων) έγραψε το 1950:

«Ο Πατριάρχης δεν ήτο μέλος της Φιλικής Εταιρείας, ούδ’ υπεκίνησε την επανάστασιν, επομένως ήτο όλως αθώος της αποδοθείσης αυτώ κατηγορίας και άδικον υπέστη θάνατον».

Ο Ανδρεας Λασκαρατος ειρωνευοταν τον Αριστοτελη Βαλαωριτη που ανελαβε να φτιαξει και να απαγγειλει υμνο στον Γρηγοριο:

«Σε συγχαίρω(…) να προσαγορέψης τον ανδριάντα του Γρηγοράκη. Δώστου κι από μέρους μου τα γκαρδιακά χαιρετίσματά μου και πες του πως του εύχομαι να ξακολουθάει να φανατίζει τους όχλους, όσο (…) να τους κάμη ακόμη περισσότερο απ’ ό,τι είναι δίπολους γαϊδάρους».

Ο Ν. Πιπινελης, γράφει:

“…ως ορθώς παρατηρεί ο Κορδάτος, ο θάνατος του Πατριάρχου δεν έχει, παρά την ιστορικήν αξίαν μιας ασκόπου και αδικαιολογήτου βιαιότητας η οποία εις τας παραμονάς των μεγάλων γεγονότων δε σταματά τίποτε από τας αναγκαίας εξελίξεις, αλλά δίδει εις τους διψώντας από επανάστασιν λαούς το πρόχειρον λάβαρον του εκσπώντος συναγερμού”».

Ο Γρηγοριος εκτελεστηκε ως ο υπολογος προς την πυλη, ηγετης του επαναστατημενου χριστιανικου μιλιετ. Επισης συκοφαντηθηκε απο τον Πισιδιας Ευγενιο που ηθελε τη θεση του, οτι ηταν ο ηγετης της επαναστασης , αλλα αυτο ηταν ασχετο – η αποτυχια του να διατηρησει τα πραγματα ηρεμα και τους ραγιαδες στη θεση τους ηταν η αιτια. Η εκτελεση του ηταν νομοτελεια.
Νομιζω ο αφορισμος, αντανακλουσε την αληθινη του θεση…Αλλωστε η οικουμενικοτητα του χριστιανισμου ερχοταν σε οξεια ιδεολογικη αντιθεση με καθε τι «εθνικο». Ειδικα οπως αυτη η οικουμενικοτητα εκφραζοταν (και εκφραζεται) απο το πατριαρχειο.
Αλλα ακομη και αν υποθεσουμε πως «εβιασθει» απο τις συνθηκες και προχωρησε στον αφορισμο, ενω η αληθινη του αποψη μεσ΄την ψυχη του ηταν αλλη, κανενος ο ιστορικος ρολος δεν κρινεται και δεν πρεπει να κρινεται σε σχεση με το τι ειχε μεσα στην ψυχη του, οταν εχει δρασει αλλιως. Ο ιστορικος ρολος του Γρηγοριου, υπηρξε αρνητικος για την επανασταση.
Η εκτελεση του, υπηρξε πραγματικα “δωρο” για την ιδεολογικη επικρατηση του κατοπινου μυθου της σημαντικης εκκλησιαστικης συμμετοχης στην εναρξη του αγωνα.

Τω ιερώ μητροπολίτη παλαιών πατρών, υπερτίμω και εξάρχω πάσης αχαϊας, εν │αγίω πνεύματι αγαπητώ αδελφώ και συλλειτουργώ της ημών μετριότητος: κύριω: Γερμανώ

Γρηγόριος ελέω Θεού αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως νέας Ρώμης και οικουμενικός Πατριάρχης

ιερώτατε μητροπολίτα Παλαιών πατρών, υπεράγιε και έξαρχε πάσης αχαϊας, εν αγίω πνεύματι α:│γαπητέ αδελφέ και συλλειτουργέ της ημών μετριότητος κύριε: Γερμανέ, χάρις είη σού τη ιερότητι και │ειρήνη παρά θεού, ο κατάρατος της μπογδανίας ηγεμών μιαρώς συμφωνήσας μετά του φυγάδος │αλεξάνδρου υψηλάντη, και τινας άλλους εκεί ομοιοκακοήθεις, με το πρόσχημα της ελευθερίας │εκήρυξαν αποστασίαν φανεράν κατά του βασιλείου του κράτους. η είδησις εδόθη επαγγελματι│κώς από τον εξοχώτατον πρέσβυν της ρωσίας, ανατρέψαντα και όσα εκείνοι διέδω:│σαν, ως έχουσι τάχα συναινούσαν και την ρωσικήν δύναμιν. και γράμματα δε αφαι│ρέθησαν εις διάφορα μέρη σταλέντα, και έγινε γνωστόν εις το βασίλειον κράτος το κα:│κοηθέστατον αυτών σχέδιον∙ με ασυνειδησίαν απαραδειγμάτιστον εκήρυξαν, ότι το │σχέδιόν των είναι εθνικόν. πόσον η φήμη αυτή διετάραξε το κράτος, αφήνομεν να │συμπεράνη η ιερότης της. αμέσως λοιπόν επεχείρησεν εις την του κακοηθεστάτου│ εκείνου σχεδίου ανατροπήν η εκκλησία εκδίδωσι γράμματα πανταχού καταρτίζουσα │τους ομογενείς εις το πιστόν του ρεγιαλικίου, εκ των οποίων παρά πόδας σταλήσονται και │εις αυτά τα μέρη. εν τοσούτω ημείς εδώκαμεν εγγύησιν και διά το γένος, και κατ’:│εξοχήν διά τους κατά τόπους αρχιερείς. διά να διαλυθώσι δε αι αναφυείσαι υπόνοιαι │είναι ανάγκη, άμα τη λαβή της παρούσης η ιερότης σου, να απέλθης εις τριπολιτζάν │και συγκαλεσάμενος όλους τους αρχιερείς της πελοποννήσου, να υπογράψητε κοινήν αναφο│ράν ολοσφράγιστην, δηλωτικήν της κοινής αυτόθι ησυχίας και σιδηράς ευπειθείας εις το │βασίλειον κράτος, και να την προφθάσης εις χείρας μας, δια να εμφανισθή εις το κρα│ταιόν δοβλέτι προς παράστασιν της των ομογενών αθωότητος έως ότου να προφθασθώσι │και τα γενικώτερα εντεύθεν γράμματα με επίτηδες έξαρχον. πόσον αναγκαία είναι │αυτή η πράξις και σωτηριώδης γνωρίζης εκ των ολίγων. εν δε ταις αναφοραίς ανά│γκη να γίνεται παράκλησις εκ μέρους της πελοποννήσου, δια να εμφανισθούν και εις αυ│τό το βασίλειον κράτος. ποίησον λοιπόν ως σοι γράφοντες παρακελευόμεθα, και μη │άλλως ανταποκριθής, ότι περιμένομεν κατά πρώτον μετά των αναφορών και την ιδίαν │σας πνευματικήν απόκρισιν. η δε θεού χάρις ειη μετά της ιερότητός σου
αωηα: μαρτίου: ηγ│
Κωνσταντινουπόλεως εν Χριστώ Αδελφός
ΓΑΚ, Ιστορικά Αρχεία Γιάννη Βλαχογιάννη, Αρχείον Ρήγα Παλαμήδη, Επαναστατικά 1820-1821, Φ. 250, έγγραφο 4. (Στην επιστολή διατηρείται η ορθογραφία του πρωτοτύπου)

(Πηγή: είχε δημοσιευτεί στην ΑΥΓΗ, στις 25/3/2008, αλλά δεν υπάρχει πλέον ενεργός σύνδεσμος)

*

Ανακοίνωση της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, 27/3/2014

Χωρίς τον ορθόδοξο κλήρο δεν θα πετύχαινε η μεγάλη εθνική εξόρμηση του 1821. Ορισμένοι προπαγανδιστές ξεπερασμένων ιδεολογιών αρνούνται τον ρόλο της Ορθοδόξου Εκκλησίας, όπως φάνηκε και από δημοσιεύματα και τηλεοπτικές εκπομπές των τελευταίων ημερών. Αποδεικνύονται ανιστόρητοι και εμπαθείς.

Ο Γάλλος Πρόξενος Πουκεβίλ, ο οποίος έζησε τα γεγονότα της Ελληνικής Επαναστάσεως, γράφει ότι 100 Πατριάρχες και Επίσκοποι θανατώθηκαν κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας και του Αγώνος. 80 κινήματα έκαναν οι Έλληνες πριν από το 1821 και στα περισσότερα πρωτοστατούσαν Επίσκοποι. Θυμίζω ότι από το 1680 έως το 1700 η Ανατολική Στερεά ήταν ελεύθερη μετά από την εξέγερση δύο Επισκόπων, του Θηβών Ιεροθέου και του Σαλώνων Φιλοθέου.

Το 1821 βάφεται με το αίμα του Πατριάρχη Γρηγορίου Ε΄ και του Πατριάρχη Κυρίλλου Στ΄, του από Ανδριανουπόλεως. Εκτός από τον Επίσκοπο της Πάτρας Γερμανό που ευλόγησε το λάβαρο στην Αγία Λαύρα (17 Μαρτίου 1821) και στην Πάτρα (25 Μαρτίου 1821), ο Σαλώνων Ησαΐας κηρύσσει την Επανάσταση στη Φωκίδα και θυσιάζεται στην Αλαμάνα. Στην Πάτμο έρχεται γι’ αυτόν τον σκοπό ο Πάτμιος Πατριάρχης Αλεξανδρείας Θεόφιλος Παγκώστας και υψώνει και αυτός λάβαρο επαναστατικό. Από τότε δεν ξαναγύρισε στον θρόνο του.

Οι περισσότεροι Επίσκοποι της Πελοποννήσου κλείσθηκαν στη φυλακή του πασά της Τριπολιτσάς από τις αρχές Μαρτίου 1821 και μόνον τρεις βρέθηκαν ζωντανοί όταν μπήκαν οι Έλληνες μετά από 6,5 μήνες. Αυτή τη θυσία των κληρικών ας μην την λησμονούμε.

Στην Κύπρο ο Αρχιεπίσκοπος Κυπριανός είχε μυηθεί στη Φιλική Εταιρία. Οι Τούρκοι το πληροφορήθηκαν και στις 9 Ιουλίου 1821 έγινε η μεγάλη σφαγή στη Λευκωσία. Θανατώθηκε ο Κυπριανός και όλοι οι Επίσκοποι και οι Αρχιμανδρίτες του νησιού μαζί με τους προκρίτους.

Πολλοί άλλοι Επίσκοποι έπαιξαν σημαντικό ρόλο στον Αγώνα όπως ο Έλους Άνθιμος, ο Βρεσθένης Θεοδώρητος, ο Ανδρούσης Ιωσήφ, ο Ταλαντίου Νεόφυτος. Και στη μεγαλειώδη Έξοδο του Μεσολογγίου ο Επίσκοπος Ρωγών Ιωσήφ, βοηθός του Μητροπολίτη Άρτης Πορφυρίου, θυσιάζεται ανατινάζοντας τον Ανεμόμυλο.

Αλλά και στην ηθική και πνευματική προετοιμασία του 1821 ο ρόλος της Εκκλησίας και του Ράσου είναι μαχητικός και πανθομολογούμενος. Το ελληνορθόδοξο φρόνημα και η εθνική ταυτότητα διαφυλάχθηκαν με τη βοήθεια της Παιδείας, η οποία ήταν κατ’ εξοχήν έργο του ορθοδόξου κλήρου. Σε κρυφά και φανερά σχολεία, αναλόγως των συνθηκών που επικρατούσαν, τα ελληνόπουλα μάθαιναν από τους ιερείς την Πίστη τους, την γλώσσα τους και εγαλουχούντο με τον πόθο για Ελευθερία. Ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, από τη γέννηση του οποίου συμπληρώνονται τριακόσια χρόνια, ήταν ιερομόναχος, ίδρυσε διακόσια σχολεία και κήρυξε σε εκατοντάδες πόλεις και χωριά την ελπίδα για το «ποθούμενον», την απελευθέρωση. Οι Νεομάρτυρες, οι πρώτοι αντιστασιακοί της δουλείας, αρνήθηκαν να τουρκέψουν και δεν φοβήθηκαν τον δήμιο. Την πνευματική τους υποστήριξη και ενθάρρυνση είχαν αναλάβει οι κληρικοί που τους εξομολογούσαν, οι λεγόμενοι «αλείπται».

Ορισμένοι διαδίδουν ότι το Οικουμενικό Πατριαρχείο «αφόρισε τον Ρήγα Φεραίο». Τούτο είναι ανακριβές. Η αλήθεια είναι ότι μετά από τις απειλές και τις φορτικές πιέσεις του Σουλτάνου ο Πατριάρχης Γρηγόριος Ε΄ απέστειλε επιστολή στον Μητροπολίτη Σμύρνης Άνθιμο, με την οποία εκφράζει σοβαρές επιφυλάξεις για το κείμενο του Ρήγα που είχε τίτλο «Νέα Πολιτική Διοίκησις», χωρίς να απαξιώνεται η προσωπικότητα του Εθνομάρτυρος.

Είναι εύκολο να ξαναγράφει κάποιος την Ιστορία κατά το δοκούν. Όμως Ιστορία είναι η μελέτη των πηγών. Οι προσωπικές ερμηνείες και παρερμηνείες καταδεικνύουν φανατισμό, εθελοτυφλία και άγνοια των πηγών. Όσοι έζησαν τα γεγονότα, Έλληνες και ξένοι, αγωνιστές και λόγιοι, παραδέχονται ότι χωρίς τον ορθόδοξο κλήρο οι Έλληνες δεν θα είχαν ελευθερωθεί. Διαβάστε τον Νικόλαο Κασομούλη, τον Φωτάκο Χρυσανθόπουλο, τον Ιωάννη Μακρυγιάννη και τόσους άλλους αυτόπτες μάρτυρες των γεγονότων. Ακούστε τι λέει ο λαός μας μέσω του δημοτικού τραγουδιού. Επισκεφθείτε τα αμέτρητα πεδία των μαχών και τους τόπους του μαρτυρίου των ορθοδόξων κληρικών, Πατριαρχών, Επισκόπων, ιερέων, ιερομονάχων, διακόνων και απλών μοναχών.

Η Εκκλησία της Ελλάδος επιχειρεί μία ψύχραιμη και τεκμηριωμένη προσέγγιση της Τουρκοκρατίας και του 1821 μέσω μιας σειράς δέκα επιστημονικών συνεδρίων, τα οποία διοργανώνει η Ειδική Συνοδική Επιτροπή Πολιτιστικής Ταυτότητος. Τα δύο πρώτα συνέδρια έχουν ήδη πραγματοποιηθεί και κυκλοφορείται ο Τόμος με τα Πρακτικά του Α΄ Συνεδρίου, του 2012. Το δέκατο και τελευταίο Συνέδριο θα πραγματοποιηθεί συν Θεώ το 2021, όταν θα συμπληρώνονται ακριβώς διακόσια χρόνια από την κήρυξη της Μεγάλης Ελληνικής Επαναστάσεως.

 

Advertisements

2 thoughts on “Ο αφορισμός της Επανάστασης του 1821 ”

  1. Το κλειδί για την κατανόηση του κειμένου βρίσκεται στο τίτλο που επιφυλάσει ο παπάς για τον εαυτό του:

    αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως, νέας Ρώμης και Oικουμενικός Πατριάρχης

    Ο κύριος αυτός βιώνει την ιστορία της ανθρωπότητας σαν ένα διαρκή πόλεμο της Αυτοκρατορίας με το χάος. Και η αυτοκρατορία είναι μια, αν και έχει πάρει πολλά ονόματα κατά καιρούς: η Περσική, η Ρωμαική (παλαιά και νέα), και η μετεξέλιξη της η Τούρκικη. (Υπάρχουν και άλλες μετεξελίξεις όπως Ρώσικη : Τσάρος βγαίνει από το Καίσαρας, το ίδιο και Κάιζερ : Γερμανική Αυτοκρατορία). Είναι η ιδέα ότι όλη η ανθρωπότητα μπορεί να υπαχθεί σε μια αρχή, σε ένα θεό.

    Οι διάφοροι τοπικοί επαναστάτες: Έλληνες, Γερμανικοί βάρβαροι λαοί διάφοροι άγνωστοι , δεν είναι παρά εμπόδια, για την πραγμάτωση του υπέρτατου σκοπού. Της απόλυτης δύναμης.

    Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s