Ιστορίες, Πρόσφυγες

Πως χτίστηκε η Ζωοδόχος Πηγή

Όταν πρωτοήρθαν (1928) στην περιοχή οι πρόσφυγες, τα πάντα ήταν άγρια φύση. Έπρεπε να ξεχερσώσουν, για να μπορέσουν να φυτέψουν, έπρεπε να χτίσουν τα σπίτια τους. Κουβαλούσαμε την άμμο με ντενεκέδες, από το ρέμα – κουβάληναμε άμμον σην πλάτην εμούν, με τενεκέδας άσο ρέμαν έλεγε ο μακαρίτης παππούς Γιώργος (Γιωρίκας – 102 έφτασε και ήταν ανώτερος ήρως, γιατί έστειλε πρώτα τη γιαγιά Δέσποινα –Πινίκα, που έφυγε νεοτάτη, στα 96 της).

Έξι μέρες τη βδομάδα δούλευαν μέρα νύχτα, μικροί μεγάλοι, για να μπορέσουν να σταθούν και να επιβιώσουν. Και την Κυριακή πήγαιναν στην εκκλησία. Επειδή δική τους δεν είχαν, κατέβαιναν στο γειτονικό χωριό – δέκα λεπτά δρόμος – όπου κατοικούσαν ντόπιοι και άλλοι πρόσφυγες, βουλγαρόφωνοι Έλληνες Ορθόδοξοι, που είχαν έρθει με τα νοικοκυριά τους από χωριά της Βουλγαρίας. (Στο καλοκαιρινό τους πανηγύρι χορεύουν όμορφους «θρακιώτικους» χορούς – καμιά σχέση με τα ποντιακά ξεφαντώματα των γειτόνων τους)

Πήγαιναν λοιπόν οι πόντιοι της Νέας Τραπεζούντας (προερχόμενοι από το χωριό Όφις της Τραπεζούντας, τη γενέτηρα των Υψηλάντηδων) στον Κάτω Αγιάννη, για να εκκλησιασθούν τις Κυριακές. Οι ντόπιοι δεν έβλεπαν τους νεοφερμένους με καλό μάτι (κάτι θυμίζει αυτό…) αλλά δε σήκωνε κιόλας να τους εμποδίσουν να μπαίνουν στην εκκλησιά τους.

Ώσπου μια Κυριακή ένας πρωινός πόντιος γέροντας έχει πιάσει ένα από τα στασίδια, όταν μπαίνει στην εκκλησιά ο ντόπιος γέρος που καθόταν μονίμως εκεί – όπως συνηθίζεται στα χωριά. Γίνεται έξαλλος, στέκεται μπροστά στον ξένο, τον αρπάζει από τα πέτα και του φωνάζει:

Σήκω και φεύγα, ρε – τη σπορά σας μέσα!

Οι πόντιοι που ήταν στην εκκλησία κοιταζόντουσαν παγωμένοι – οι ψαλμουδιές σταμάτησαν. Ώσπου ένας ηλικιωμένος πόντιος είπε το αμίμητο:

Την Παναγία τους! Ανάγκη δεν τους έχουμε, θα χτίσουμε δική μας εκκλησία! – Την Παναΐατ’ς! Ανάγκην κι έχουμάτ’ς, να φκιάμε τεμέτερον εκκλησίαν!

Έλαμψαν τα μάτια τους – αυτό ήταν! Έφυγαν αμέσως κι έτρεξαν στο χωριό τους και παρευθύς μοίρασαν το έργο: άλλοι να σκάψουν τα θεμέλια, άλλοι να κουβαλήσουν άμμο από το ρέμα, άλλοι ν’ ανοίξουν λάκκο για τον ασβέστη και να τον σβήσουν, άλλοι να συγκεντρώσουν πέτρες και να τις πελεκήσουν, άλλοι στα γύρω δάση του Ολύμπου να ετοιμάσουν ό,τι χρειαζόταν για τις ξυλοδεσιές, κι όλοι μαζί να καταθέτουν το κατά δύναμιν στο ταμείο της εκκλησιάς τους, για να αγοράσουν τα απολύτως απαραίτητα – εικόνες, ιερά σκεύη και βιβλία.

Οι πρόσφυγες σε λίγες βδομάδες είχαν έτοιμη την πρώτη τους Ζωοδόχο Πηγή. Έμενε το τελευταίο:

Να πάμε στο Δεσπότη, να ζητήσουμε έναν παπά, να λειτουργεί. – Να πάμε σο Δεσπότην να γερεύομεν έναν ποπά, να φκιάει τη λειτουργίαν.

Όπερ και εγένετο.

Πηγή: Φλασάκι | Η καλύβα ψηλά στο βουνό

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s