1821

Η πρώτη ένοπλη κοινωνική εξέγερση στην Ελλάδα: η άγνωστη Μεσσηνιακή επανάσταση του 1834 

ΠΡΟΤΟΜΗ ΓΙΑΝΝΑΚΗ ΓΚΡΙΤΖΑΛΗ

Την ανακάλυψαν τα παιδιά του δημοτικού, σ’ ένα Μεσσηνιακό χωριό:

http://dim-psari.mes.sch.gr/globalsch-autosch/iware/?D=4246be37aaf23a400d49a4a8da8a5202

*

ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟΝ ΓΙΑΝΝΑΚΗ ΓΚΡΙΤΖΑΛΗ

– Γεννήθηκε το 1791 στο Ψάρι Τριφυλίας( της τότε Αρκαδίας)

– Γιός το Δημήτρη Γκρίτζαλη, ο οποίος πέθανε στα μέσα της δεκαετίασ του 1790, αφήνοντασ το Γιαννάκη και τα δυο αδέλφια του ορφανά σε πολύ μικρή ηλικία.Ο μικρός μάλιστα γιός ήταν αβάπτιστος και πήρε – όπως συνηθίζεται στην περιοχή- το όνομα του εκλιπόντος πατέρα του.

– Η μητέρα του Αρετή, καταγόταν απο το Κούβελα και ήταν αδελφή του γνωστού κλέφτη , λοχαγού του Αγγλικού στρατού στη Ζάκυνθο και αρχηγού των Ντρέδων κατά την έναρξη της επανάστασης, Γιαννάκη Μέλιου, ο οποίος πέραν απο θείος του Γιαννάκη, ήταν και προστάτης των ορφανών και νονός του Γιαννάκη Γκρίτζαλη.

– Η γυναίκα του Γιαννάκη , Γιαννούλα ήταν κόρη του θρυλικού κλέφτη και οπλαρχηγού Μητροπέτροβα απο τη Γαράντζα. Με τη Γιαννούλα ο Γιαννάκης ήταν λογοδοσμένος πριν το 1821 και φαίνεται οτι την παντρεύτηκε στην αρχή της επανάστασης. Γι’αυτό και εμφανίζεται, σε ιστορικά κείμενα , απο τα προεπαναστατικά κιόλας χρόνια, ως γαμπρός του Μητροπέτροβα, με τον οποίο και υπήρξε καθ’όλη τη διάρκεια του αγώνα, συμπολεμιστής.

-Ο Γιαννάκης είχε δυο γιούς, τον Δημήτρη που έφερε το όνομα και των δυο παππούδων του και τον μικρότερο Γιώργη.

– Προεπαναστατικά τον Γιαννάκη και τον μικρότερο αδελφό του το Δημήτρη τους βρίσκουμε για μερικά χρόνια εγκαταστημένους στην Κωνσταντινούπολη, όπου ο Δημήτρης ασχολείτο με το εμπόριο σιτηρών, μεταξύ Οδησσού και Πόλης. Εκεί φαίνεται οτι μυήθηκαν στην Φιλική Εταιρεία και ο Γιαννάκης απο το 1818 και μετά έπαιζε ρόλο συνδέσμου, μεταξύ Κωνσταντινούπολης, Ζακύνθου και των οπλαρχηγών της ορεινής Μεσσηνίας, μεταξύ των οποίων και ο πεθερός του Μητροπέτροβας. Εξαιτίας αυτής του της δράσης ορισμένοι ιστορικοί τον συγκαταλέγουν μεταξύ των κλεφτών της περιοχής.

– Η συμμετοχή και συνεισφορά του Γιαννάκη Γκρίτζαλη, κατά τα πρώτα χρόνια του αγώνα της παλιγγενεσίας, είναι γνωστές και ιστορικά τεκμηριωμένες. Αρκεί να σημειωθεί ο πρωταγωνιστικός του ρόλος κατά την Άλωση της Τριπολιτσάς και τα Δερβενάκια που τον καθιέρωσαν ως οπλαρχηγό πρώτης γραμμής. Για τούτο και ονομάστηκε το 1823 χιλίαρχος σε ηλικία 32 ετών και ήταν ο νεότερος σε ηλικία χιλίαρχος μεταξύ των οπλαρχηγών του Αγώνα.

– Ο Γιαννάκης όπως και ο Μητροπέτροβας υπήρξαν άξιοι και πιστοί  φίλοι του Κολοκοτρώνη και για το λόγο αυτό φυλακίστηκαν μαζί του, κατά τον εμφύλιο πόλεμο του 1825, στο μοναστήρι του Προφήτη Ηλία στην Ύδρα, απο την Κυβέρνηση Κουντουριώτη, Κωλέττη και λοιπών. Η φυλάκιση τους, όπως είναι πλέον ιστορικά αποδεδειγμένο και απ’όλους αποδεκτό, αποτέλεσε την ευκαιρία και αφορμή της απόβασης του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο, με όλα τα γνωστά και οδυνηρά επακόλουθα.

– Αποφυλακισθέντες, στα τέλη Μαίου, επειδή ο λαός ζητούσε τους φυσικούς ηγέτες και χωρίς καμία πικρία ή μνησικακία ανέλαβαν πάλι τη γνωστή αγωνιστική τους δράση, συγκινώντας το φιλελληνικό κίνημα και τα ανακτοβούλια της Ευρώπης, επειδή έδειξαν ότι οι Έλληνες πράγματι επιθυμούν και αξίζουν την ελευθερία τους.

-Η αγνή και άδολη αυτή συμπεριφορά του Γιαννάκη Γκρίτζαλη και του Μητροπέτροβα, όπως και ο πρωταγωνιστικός τους ρόλους στους αγώνες κατά του Ιμπραήμ, αποτέλεσαν παραδείγματα ηρωισμού και πατριωτισμού μεταξύ των μαχόμενων Ελλήνων και κυρίως μεταξύ των συμπατριωτών τους. Γι’αυτό και η Μεσσηνία είναι απο τις λίγες περιοχές που δεν εμφανίστηκε το θλιβερό φαινόμενο των «προσκυνημένων».

– Μετά το Ναυαρίνο , ένα άλλο οδυνηρό και καθοριστικό , για την μετέπειτα ιστορία του τόπου, γεγονός υπήρξε, η δολοφονία του Καποδίστρια.

– Η έλευση του Όθωνα , σε ηλικία μόλις 18 ετών και η επιτροπεία του απο τρείς αντιβασιλείς δρομολόγησαν για τη χώρα καινούρια δεδομένα και αποτελούν θλιβερές σελίδες της νεότερης ιστορίας. Και μόνο το γεγονός της καταδίκης σε θάνατο παρ’ολίγον εκτέλεσης των Κολοκοτρώνη και Πλαπούτα αρκεί να αποδείξει τον τρόπο διακυβέρνησης της χώρας αυτή την εποχή. Εάν εκτελείτο ο Κολοκοτρώνης η Πατρίδα μας θα κουβαλούσε στους αιώνες το στίγμα της ντροπής και της αχαριστίας.

– Μπροστά σε αυτή την κατάσταση και με τους Κολοκοτρώνη και Πλαπούτα φυλακή, αγωνιστές όπως Γκρίτζαλης και Μητροπέτροβας, δεν μπορούσαν να μένουν απαθείς θεατές. Γι’αυτό και τέθηκαν επι κεφαλής της γνωστής Μεσσηνιακής Επανάστασης του 1834, η οποία, λόγω και των αιτημάτων φορολογικού και θεσμικού χαρακτήρα που περιλαμβάνονταν στις προκυρήξεις τους θεωρείται ως η πρώτη κοινωνική Επανάσταση στη νεότερη ελληνική ιστορία.

– Ο Γιαννάκης Γκρίτζαλης , ο σημαντικότερος αρχηγός της Μεσσηνιακής επανάστασης, φέρεται να αρνείται την ανάμειξη των φυλακισμένων στρατηγών Κολοκοτρώνη και Πλαπούτα στην εξέγερση και επικαλείται ως λόγο για τον ξεσηκωμό των χωρικών την αβάσταχτη φορολογία.

– Εντυπωσιακή είναι η εξάπλωση της εξέγερσης μέσα σε τρείς μέρες σε ολόκληρη την Μεσσηνία και Αρκαδία. Παρά τις αρχικές επιτυχίες των επαναστατών , η εξέγερση μετά απο αιματηρές μάχες, κατεστάλη.Οι δε αρχηγοί επικυρήχθηκαν προς 3.000δρχ ο καθένας. Τελικά όλοι οι κατηγορούμενοι ως ένοχοι συνελήφθησαν. Το στρατοδικείο καταδίκασε σε θάνατο τον Γιαννάκη Γκρίτζαλη, τον Μητροπέτροβα και τον Τζαμαλή. Μόνον η ποινή του Μητροπέτροβα δεν εκτελέστηκε «ως υπέργηρου και αγωνισθέντος υπερ πατρίδος» και μετατράπηκε σε ισόβια φυλάκιση.

– Ο Γκρίτζαλης εκτελέστηκε εντός δυο ωρών, όπως πρόβλεπε ο νόμος.Οι τελευταίες λέξεις τους ήταν» Άδικα πεθαίνω, δεν πήγαινα εναντίον του θρόνου, επήγαινα για τα δικαιώματα των Ελλήνων»

– Στη γυναίκα του δεν επέτρεψαν να πάρει το σώμα του νεκρού ήρωα, απο φόβο μήπως κατά την ταφή προκληθούν μεγαλύτερες ταραχές.Η τραγική γυναίκα μάζεψε τα μυαλά του νεκρού άντρα της, που είχε πυροβοληθεί στο κεφάλι και στη συνέχεια κέρασε, σύμφωνα με το έθιμο, το εκτελεστικό απόσπασμα.

– Ο Όθων μαθαίνοντας αργότερα την αλήθεια, αναγνώρισε το λάθος του και εστειλε στο Πάνω Ψάρι , στην γενέτειρα του ηρωα μια καμπάνα για το καμπαναρίο της εκκλησίας που αναγράφεται «Όθων Βασιλεύς των Ελλήνων».Η εκκλησία αυτή έχει φτιαχτεί απο τους Ψαραίους, τον αδελφό του Γιαννάκη, Δημήτρη και το γίο του Γιαννάκη το Δημήτρη.Η εκκλησία είναι αφιερωμένη στον Άγιο Δημήτριο και υπάρχει και σήμερα, στο προαύλιο της οποίας κάθε χρόνο το Σεπτέμβριο, τελούνται εκδηλώσεις μνήμης για την Μεσσηνιακή Επανάσταση και κατάθεση στεφάνων στο σπίτι του Ήρωα μας.

Σημείωση: προτομές του Γιαννάκη Γκρίτζαλη υπάρχουν στο Ψάρι, στην Κυπαρισσία όπου και εκτελέστηκε και στο Πολεμικό Μουσείο Αθηνών.

Πηγή: Η πρώτη ένοπλη κοινωνική εξέγερση στην Ελλάδα: η άγνωστη Μεσσηνιακή επανάσταση του 1834 | Η καλύβα ψηλά στο βουνό

*

– Η άγνωστη ιστορία για την κοινωνική επανάσταση του 1834 στην Μεσσηνία και ο ρόλος του οπλαρχηγού του ΄21, Γιαννάκη Γκρίτζαλη. –

Ο Δημήτρης Νικολακόπουλος μιλά για τον Γιαννάκη Γκρίτζαλη, το νεαρότερο οπλαρχηγό του Εικοσιένα, τον ηγέτη της πρώτης κοινωνικής επανάστασης στην Ελλάδα, τον λαϊκό και υπερήφανο αγωνιστή για την προάσπιση και κατοχύρωση των δικαιωμάτων του λαού μας, τον πολιτικό ο οποίος με τη θυσία του έφερε πιο κοντά την επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 για το Σύνταγμα… Μια επίκαιρη ιστορία που έχει αποσιωπηθεί, υποτιμηθεί και επικριθεί.

“Η προσφορά του Γιαννάκη Γκρίτζαλη και ο ρόλος της μεσσηνιακής επανάστασης του 1834 στη διαμόρφωση του νεοελληνικού κράτους έχει αποσιωποιηθεί, υποτιμηθεί ή και επικριθεί. Κάποιοι την ονόμασαν σκωπτικά «Βλαχοεπανάσταση του 1834», ωσάν να μην ταρακούνησε συθέμελα τη φαύλη και διεφθαρμένη Βαυαροκρατία που επιχειρούσε να καθορίσει τις τύχες του τόπου στο όνομα μάλιστα του «συνολικού συμφέροντος», επιφυλάσσοντας νέα δεσμά για την Ελλάδα. Αν δεχτούμε ότι ήρωας είναι άνθρωπος που με τις πράξεις και τα ανδραγαθήματά του, εκφράζει την ανάγκη μιας κοινωνίας ή ενός έθνους να ανακτήσει τα ηθικά και πολιτισμικά του ερείσματα, τότε ο Γιαννάκης Γκρίτζαλης, όπως και οι συναγωνιστές του που τον ακολούθησαν στην προσπάθειά του να σώσει την τιμή και την υπόληψη της ταπεινωμένης και δοκιμαζόμενης Ελλάδας, είναι ήρωες. Τα κανόνια που ήχησαν το Ναυαρίνο στις 8 Οκτωβρίου 1829 –θα πρέπει να ακούστηκαν ως εδώ στο Πάνω Ψάρι- σηματοδότησαν την ανεξαρτησία της Ελλάδας. Εξέφραζαν και ενσάρκωναν το κύμα διαμαρτυρίας της φιλελληνικής και φιλελεύθερης Ευρώπης για τις σφαγές των Ελλήνων. Τίποτα όμως δεν χαρίστηκε σ’ αυτήν τη χώρα: Δίχως το χορό του Ζαλόγγου, δίχως το χάνι της Γραβιάς, τα Βασιλικά και τα Δερβενάκια, δίχως το ολοκαύτωμα του Μεσολογγίου και των Ψαρών, οι κατακτητές θα είναι απλώσει παντού το σάβανό τους πάνω στην Ελλάδα και η Ευρώπη θα έμενε αδιάφορη για τη μοίρα αυτής της χώρας.

Σε αυτό το προσκλητήριο του έθνους, σε αυτό το νέο σάλπισμα για την τιμή των Ελλήνων, σ’ αυτήν τη ύστατη ευκαιρία για την προάσπιση και κατοχύρωση των επιτευγμάτων της Επανάστασης, που ποτίσθηκε με αίμα και δάκρυα, ο Γιαννάκης Γκρίτζαλης ήταν παρών, στην πρώτη γραμμή του αγώνα. Μετά την ανακήρυξη της εθνικής ανεξαρτησίας της χώρας, οι Έλληνες κλήθηκαν ή θα έπρεπε να κληθούν κανονικά, να διαφεντεύσουν τον τόπο τους. Στις 6 Γενάρη του 1828 ο Καποδίστριας, ο πρώτος κυβερνήτης της Ελλάδας, έφθασε με εγγλέζικη φρεγάτα στο Ανάπλι, αναλαμβάνοντας τη διακυβέρνηση της Ελλάδας, κατ’ επιταγή της συνέλευσης της Τροιζήνας (3 Απρίλη 1827) και μετά από ενέργειες του Κολοκοτρώνη. Η συνέλευση ενέκρινε και το «Πολιτικόν Σύνταγμα της Ελλάδος», το οποίο, αν και η ισχύς του ανεστάλη, ήθελε να δώσει στη χώρα ένα οριστικό Πολίτευμα, εμπνευσμένο από τις δημοκρατικές και φιλελεύθερες ιδέες. «Η κυριαρχία ενυπάρχει εις το Έθνος, πάσα εξουσία πηγάζει εξ αυτού και υπάρχει υπέρ αυτού», διακήρυττε.Επειδή όμως στην πολιτική δεν υπάρχει «ιδανική συνθήκη» αλλά τα πάντα υπαγορεύονται από τον «συσχετισμό των δυνάμεων», αι βουλαί των… προστατών της Ελλάδας, που επεδίωκαν να εξυπηρετήσουν τα δικά τους συμφέροντα, υπήρξαν διαφορετικές. Στις 22 Φλεβάρη 1830, στη διάσκεψη του Λονδίνου ερήμην των Ελλήνων, οι τρεις «προστάτιδες» δυνάμεις αποφάνθηκαν ότι: «Η κυβέρνησις της Ελλάδος εσταί μοναρχική».

Έτσι, μετά και τη δολοφονία του Καποδίστρια έθεσαν σε εφαρμογή το σχέδιο για τη σύσταση ενός εθνικού, συγκεντρωτικού κράτους στα πρότυπα της Δύσης, που θα περιβαλλόνταν από απολυταρχικό, μοναρχικό καθεστώς, το οποίο θα εκμηδένιζε την (όποια) επιρροή των πολιτικών κομμάτων που, έτσι κι αλλιώς, σπαράσσονταν από εσωτερικές έριδες και συγκρούσεις και είχαν περιπέσει σε ανυποληψία.Το νέο αυτό μοντέλο ήρθε να το εφαρμόσει ο Όθωνας που κατέπλευσε σε Ανάπλι στις 25 Γενάρη 1833, μαζί με τους τρεις αντιβασιλείς, τον κοντε Ιωσήφ Αρμανσμπεργκ, τον Γεώργιο φον Μάουερ και τον στρατηγό Κάρολο-Γουλιέλμο Έιντεκ, που είχαν οριστεί να τον συνεπικουρούν ως την ενηλικίωσή του. Στο Ανάπλι αποβιβάστηκε και ένα στρατιωτικό σώμα των πραιτοριανών, ο νέος στρατός κατοχής. «Κατά το μεγαλύτερο μέρος του απετελέσθη εξ αλητών (…) εκ του συρφερτού του Γερμανικού λαού…», έλεγε ο Χριστόφορος Νέζερ, ένας έντιμος υπολοχαγός του Βαυαρικού Στρατού. Από κοντά έφθασαν και οι αυλικοί, τα πρόσωπα που θα στελέχωναν τις υπό διαμόρφωση διοικητικές, κρατικές και πολιτικές δομές της χώρας. Ήταν ένα απρόσωπο και αποξενωμένο από το λαό πολιτικό μόρφωμα.Το πρώτο μέτρο που πήρε η Αντιβασιλεία, προκειμένου να εδραιώσει την εξουσία της, ήταν η διάλυση των ελληνικού στρατού. Σαράντα ημέρες μετά την άφιξη του Όθωνα, στις 2 Μάρτη 1833, δημοσιεύθηκε το διάταγμα «περί διαλύσεως των ατάκτων στρατευμάτων». Οι εικόνες που ακολούθησαν παραπέμπουν σε αρχαία τραγωδία. «Αγωνιστές του 21», γράφει ο Δημήτρης Φωτιάδης, «σπάζανε τα ντουφέκια τους πάνω στα βράχια, άλλοι βγήκανε κλέφτες στα βουνά, κι από τότε φούντωσε στον τόπο μας η ληστεία, κι άλλοι σήκωσαν μαύρα μπαϊράκια και ξεκίνησαν, κυνηγημένοι από τους βαυαρούς, και πήγαν στην Τουρκιά να βρούνε ένα κομμάτι ψωμί να φάνε».

Ο Γιαννάκης Γκρίτζαλης, όπως και όλοι σχεδόν οι οπλαρχηγοί, παρακολουθούσε τις εξελίξεις με απορία και δέος. Οι πρωτεργάτες της επανάστασης του Εικοσιένα άρχισαν να νοιώθουν παραγκωνισμένοι, ξένοι στο ίδιο τους το σπίτι, προδομένοι. Μετά τη διάλυση του στρατού των Ελλήνων, η Αντιβασιλεία στράφηκε κατά των εθνικών δυνάμεων του τόπου, που τις αντιπροσώπευαν οι καπεταναίοι του Εικοσιένα. Τη νύχτα της 6 προς 7 Σεπτέμβρη 1833 συνέλαβαν τον Γέρο του Μοριά και το Δημήτρη Πλαπούτα με την χαλκευμένη κατηγορία της εσχάτης προδοσίας και τους δίκασαν, έχοντας ως σκοπό να τους καταδικάσουν σε θάνατο και να τους εκτελέσουν, ώστε να πνίξουν κάθε φωνή αντίστασης στην απολυταρχία. Γλίτωσαν τη γκιλοτίνα –την είχαν φέρει μαζί τους οι Βαυαροί και την επιδείκνυαν στους δρόμους του Ναυπλίου για να τρομοκρατούν τους κατοίκους- λόγω του αναστήματος που ύψωσαν δύο δικαστές, ο Πολυζωίδης και ο Τσερτσέτης, που αρνήθηκαν να νομιμοποιήσουν αυτή την παρωδία δίκης στην οποία τους παρέπεμψαν.Αυτό ήταν, το πολιτικό και κοινωνικό τοπίο, εντός του οποίου ξέσπασε η επανάσταση του 1834 στη Μεσσηνία. Ο Γιαννάκης Γκρίτζαλης, ο οποίος γαλουχήθηκε στο κλέφτικο βίο και το αρματολίκι, που έζησε μαζί με τους «Ντρέδες», τους ονομαστούς για την ανδρεία τους πολεμιστές, των οποίων αναδείχθηκε ηγέτης και τους οδήγησε σε νικηφόρες μάχες –στο Βαλτέτσι, στην Τρίπολι, στην κατάληψη των φρουρίων του Ναυπλίου- για την απελευθέρωση της Ελλάδας, δεν μπορούσε να αποδεχτεί αδιαμαρτύρητα αυτή την κατάσταση. Δεν μπορούσε να σκύψει και πάλι το κεφάλι. Ο νεότερος χιλίαρχος του Αγώνα, όπως και ο Μητροπέτροβας, είχαν σφραγίσει τη μοίρα τους με εκείνη του Γέρου του Μοριά. Ο Γκρίτζαλης ακολούθησε μάλιστα τον Κολοκοτρώνη και στην εμφύλια διαμάχη. Μαζί του εκτοπίσθηκε στο μοναστήρι του Προφήτη Ηλία στην Ύδρα για να ελευθερωθεί δέκα ημέρες αργότερα, όταν η κυβέρνηση έδωσε γενική αμνηστία κάτω από την απειλή για πλήρη κατάπνιξη της επανάστασης από τον Ιμπρήμ που είχε εν τω μεταξύ αποβιβαστεί στο Μοριά.

Η επανάσταση στη Μεσσηνία ξέσπασε στις 29 Ιουλίου 1834, ημέρα Κυριακή, όταν ο Γιαννάκη Γκρίτζαλης, επικεφαλής δύναμης 500 ανδρών και έχοντας στο πλευρό του Σουλιμοχωρίτες «Ντρέδες», αιφνιδίασε τις Αρχές, κατέλαβε την Κυπαρισσία, που ήταν πρωτεύουσα του νομού Μεσσηνίας και συνέλαβε το νομάρχη Δημήτρη Χρηστίδη και το στρατιωτικό διοικητή Αντώνη Μαυρομιχάλη, τους οποίους και οδήγησε στο Πάνω Ψάρι, προκειμένου να τους κρατήσει μακριά από την οργή του κόσμου. Στη συνέχεια σύστησε «Πατριωτική Επιτροπή» για να αντιπροσωπεύσει το λαό της Τριφυλίας. Δύο ημέρες αργότερα, στις 31 Ιουλίου 1834, πραγματοποίησε δημόσια συνέλευση, η οποία εξέδωσε δύο διακηρύξεις με τους σκοπούς της επανάστασης. Ο Γιαννάκης Γκρίτζαλης όμως δεν ήταν μόνος. Μετά την κατάληψη της Κυπαρισσίας η επανάσταση απλώθηκε αστραπιαία, γεγονός που καταδεικνύει ότι διέθετε ικανή οργάνωση και ένα ευρύ δίκτυο. Στις 29 Ιουλίου 1834 στη Γαράντζα της τότε επαρχίας Ανδρούσας κήρυξε την επανάσταση ο στρατηγός Μητροπέτροβας, βάζοντας μάλιστα φωτιά στις θημονιές του στ’ αλώνι, για να τους δείξει ότι, μπροστά σ’ αυτό που ξεκινούσαν με την Επανάσταση, τα εισοδήματα δεν είχαν αξία. Την ίδια ημέρα ο Αναστάσιος Τζαμαλής αιφνιδίασε την υπό τον υπολοχαγό Σνάινλε Βαυαρική περίπολο δυνάμεως 50 ανδρών στον Ασλάναγα (τον Άρι). Στις 12 Αυγούστου 1834, μαζί με τον Μητροπέτροβα κατέλαβαν και το Νησί, που το εγκατάλειψαν οι κυβερνητικοί και ζήτησαν καταφύγιο στην Καλαμάτα, που την προστάτευε μεγάλη δύναμη Βαυαρών και Μανιατών. Στις 30 Ιουλίου 1834 στη Βάνινα και της Παλούμπα Γορτυνίας ξεσηκώθηκαν οι αδελφοί Κόλλιας και Μήτρος Πλαπούτας, οι οποίοι εξέδωσαν προκήρυξη και καλούσαν το λαό να πάρει τα όπλα. Σ’ αυτούς προστέθηκε και ο ανιψιός του Κολοκοτρώνη, ο Νίκος Ζερμπίνης και από κοινού κατευθύνθηκαν στη Ζάχα. Κατόπιν, πολιόρκησαν και κατέλαβαν την Ανδρίτσαινα.

Η κυβέρνηση αιφνιδιάστηκε από την εκδήλωση της επανάστασης. Παρά ταύτα, ο Κωλέττης ενήργησε με ψυχραιμία και αποφασιστικότητα. Κήρυξε την περιοχή σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης και υπέγραψε δύο Διατάγματα. Με το πρώτο παρείχετο στη φρουρά του Παλαμηδίου η εξουσιοδότηση να εκτελέσει τον Κολοκοτρώνη και τον Πλαπούτα αν γινόντουσαν «ύποπτες κινήσεις» και με δεύτερο να πράξει το ίδιο εάν ο Γκρίτζαλης «προχωρήσει ολίγον εμπρός» προς την κατεύθυνση του Ναυπλίου. Προσεταιρίσθηκε τους οπλαρχηγούς της Ρούμενης, όπως τον Γαρδικιώτη Γρίβα, μοιράζοντας τους οφίτσια και προνόμια και αμνήστευσε τους επαναστατημένους Μανιάτες προκειμένου να τους πάρει με το μέρος του, κάτι το οποίο τελικά κατάφερε. Οι εξεγερμένοι, από την πλευρά τους, δεν κατόρθωσαν να καταλάβουν την Τρίπολη, που θεωρούνταν στρατηγικής σημασίας, καθώς σκόπευαν να κατευθυνθούν προς το Ναύπλιο. Η αναμέτρηση κρίθηκε στις 9 Αυγούστου 1834 στο χωριό Σούλου της Μεγαλόπολης, όπου οι κυβερνητικές δυνάμεις, υπέρτατες αριθμητικά των εξεγερμένων, κατόρθωσαν να τους νικήσουν. Κατόπιν μπήκαν στο Ψάρι και ανακατέλαβαν την Ανδρίτσαινα και την Κυπαρισσία. Μετά την ήττα τους η τύχη των πρωταιτίων εκ των επαναστατών ήταν προδιαγεγραμμένη. Συγκροτήθηκε το «κατά τη Μεσσηνία και Καρύταιναν Έκτακτον Στρατιωτικόν Δικαστήριο», που συνεδρίασε στην Κυπαρισσία στις 15 Σεπτεμβρίου 1834 με πρόεδρο τον Θωμά Γκόρντον και επίτροπο τον Δημήτρη Σούτσο. Ο Γιαννάκης Γκρίτζαλης καταδικάσθηκε με συνοπτικές διαδικασίες σε θάνατο για εσχάτη προδοσία, παρότι το Δικαστήριο δεν ήταν αρμόδιο να εκδικάσει παρόμοιες υποθέσεις και η δίκη θα έπρεπε να διενεργηθεί στο Ναύπλιο. Ήταν ο πρώτος αγωνιστής στη νεώτερη Ελλάδα που δικάζεται από έκτακτο στρατοδικείο και με συνοπτικές διαδικασίες. Η ποινή μάλιστα, όπως όριζε ο νόμος, εκτελέσθηκε «εντός δύο ωρών» από την ανακοίνωση της καταδικαστικής απόφασης, γεγονός που αχρήστευε και οποιαδήποτε διαδικασία για τη χορήγηση χάρης από το Όθωνα. «Άδικα αποθνήσκω, δεν επήγαινα εναντίον του θρόνου, επήγαινα δια τα δικαιώματα των Ελλήνων», ήταν τα τελευταία του λόγια.

Στις 8 Οκτωβρίου 1834 το Στρατοδικείο –που συνεδρίασε πλέον στην Πύλο υπό άλλη σύνθεση- καταδίκασε σε θάνατο τους Μητροπέτροβα και τον Αναστάση Τσαμαλή. Ο Τσαμαλής εκτελέσθηκε όπως και ο Γιαννάκης Γκρίτζαλης. Η ποινή του Μητροπέτροβα μετατράπηκε τελικά από τον Όθωνα σε ισόβια δεσμά «ως υπέργηρου και αγωνισθέντος υπέρ της πατρίδας». Οι Κόλλιας και Μήτρος Πλαπούτας και ο Νικήτας Ζερμπίνης καταδικάσθηκαν ως συναίτιοι σε 15 χρόνια πρόσκαιρα δεσμά και φυλακίσθηκαν στο Νιόκαστρο. Οι πρωταίτιοι της εξέγερσης ελευθερώθηκαν λίγους μήνες αργότερα με τη γενική αμνηστία που εδόθη από τον Όθωνα. Η εξέγερση του Γιαννάκη Γκρίτζαλη δεν είναι μόνον μια πράξη υπεράσπισης των Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και Δημήτρη Πλαπούτα, οι οποίοι, παρότι εξέφραζαν τα ιδανικά του Εικοσιένα, διώχθηκαν από ένα ξενόφερτο, απρόσωπο, απολυταρχικό καθεστώς. Αν και δεν επιζητούσαν την ανατροπή ή την τροποποίηση των παραδοσιακών κοινωνικών σχέσεων που επικρατούσαν στη χώρα, εν τούτοις το αίτημα της συμμετοχής του λαού στην πολιτική διαδικασία δια μέσου του Συντάγματος που θα του εξασφάλιζε την αντιπροσώπευση και τη συμμετοχή στις κυβερνητικές αποφάσεις, είναι απολύτως σαφές. Το αίτημα όμως αυτό συνδυάστηκε και με τη βελτίωση της κοινωνικής κατάστασης της χώρας, την εξάλειψη της οικονομικής εξαθλίωσης των κατοίκων και την ανατροπή του συστήματος διακυβέρνησης που είχε επιβάλει μια κάστα γραφειοκρατών. Το επίσημο καθεστώς, όπως καταδεικνύουν και οι εκθέσεις των υπουργών Εσωτερικών και Στρατιωτικών προς την Αντιβασιλεία, διατείνεται ότι την επανάσταση είχαν υποθάλψει ξένες δυνάμεις σε μία προσπάθεια επανενοχοποίησης των Κολοτρώνη-Πλαπούτα. Τα σενάρια αυτά πυροδότησε και η άφιξη από τη Ρωσία του Δημήτρη Καλλέργη, του πρωτεργάτη της επανάστασης του 1843, ο οποίος πριν συλληφθεί ως ύποπτος στο Άργος για τη συμμετοχή του στην εξέγερση, κατηγορήθηκε ότι ενίσχυε οικονομικά τους «Ναπαίους» για τους σκοπούς της εξέγερσης.

Η εξέγερση της Μεσσηνίας όμως, αν και αποπειράθηκε να την αξιοποιήσει προς όφελός του ακόμη και ο Κωλέττης για να ενισχύσει τη θέση του, αν και επιχείρησε να τη χειραγωγήσει ο Άρμανσμπεργκ για να επιβληθεί στην «τρόικα» της Αντιβασιλείας, αν και κατέβαλαν προσπάθειες να την προσεταιρισθούν τα πολιτικά κόμματα για να τονώσουν την αξιοπιστία τους, ήταν μια αυθεντική πράξη κοινωνικής έκκρηξης. «Απεφασίσαμε να ανακτήσωμεν τα πολιτικά μας δίκαια δια της δυνάμεως, του μόνο και τελευταίου μέσου προς εδραίωσιν του καταπιεζομένου λαού», διακήρυττε ο Γιαννάκης Γκρίτζαλης στην πρώτη προκήρυξη που εξέδωσε η «Πατριωτική Επιτροπή», αμέσως μετά την κατάληψη της Κυπαρισσίας. Οι εξεγερμένοι: Ήθελαν να αποτινάξουν το άδικο φορολογικό σύστημα της δεκάτης που αναθεωρήθηκε από την Αντιβασιλεία και έγινε δυσβάσταχτο καθώς οι κάτοικοι ήταν υποχρεωμένοι να καταβάλουν το 50% της σοδειάς τους.Δήλωναν, ταυτόχρονα, δυσαρεστημένοι κατά των οργάνων του θρόνου. Διεκδικούσαν εθνική συνέλευση, κατάργηση της Αντιβασιλείας και ανακήρυξη του Βασιλιά ως ενήλικου πριν από την καθορισμένη προθεσμία.Επιζητούσαν την αποκατάσταση των αγωνιστών και χρηστή διοίκηση. Στην επαναστατική προκήρυξη που εξέδωσε ο Μήτρος Πλαπούτας στις 30 Ιουλίου 1834 από τη Νεμούντα, αναφέρεται ότι οι Έλληνες εξεγέρθηκαν επειδή έβλεπαν τους σκοπούς της επανάστασης του Εικοσιένα να αποτυχαίνουν και τη θρησκεία των προγόνων τους να κινδυνεύει να χαθεί. Η χώρα κυβερνιόταν χωρίς Σύνταγμα, άνθρωποι ετερόχθονες και ξένοι, δίχως καμία συμμετοχή στον απελευθερωτικό αγώνα υπερίσχυαν και καταλάμβαναν τις δημόσιες θέσεις, ενώ οι αγωνιστές είχαν παραγκωνιστεί.

Ο Γιαννάκης Γκρίτζαλης, σηκώνοντας τα όπλα της επανάστασης, εξέφρασε την ιδέα, όχι μόνο της προάσπισης των πολιτικών ελευθεριών του λαού διαμέσου της κατοχύρωσης του Συντάγματος και της αντιπροσωπευτικής εκπροσώπησής του, αλλά και για την αποτίναξη του βάρβαρου και καταπιεστικού τρόπου είσπραξης των φόρων που τον καθήλωνε σε επίπεδα φτώχειας, πείνας και λιμοκτονίας. Ακόμη και ο πληρεξούσιος αυλικός επίτροπος Ανδρέας Ζαΐμης, μετά από ενδελεχή μελέτη, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η αγανάκτηση των κατοίκων των επαρχιών για τα αντιλαϊκά μέτρα της Αντιβασιλείας κυρίως στον οικονομικό τομέα, καθώς και η κακή διοίκηση των επαρχιών εξώθησαν το λαό να ξεσηκωθεί τόσο μαζικά. Το σύστημα της φορολογίας της δεκάτης το θεωρούσε ως κύρια πηγή των παραπόνων. Τα μέτρα που αναγκάστηκε να πάρει η κυβέρνηση μετά την επανάσταση αποδεικνύουν ότι οι κύριες αιτήσεις ήταν η οικονομική κατάσταση, το απολυταρχικό καθεστώς και οι διώξεις των αγωνιστών του Εικοσιένα. Έτσι, απέλυσε τον υπουργό Παιδείας, Εκκλησιαστικών και Δικαιοσύνης Κωνσταντίνο Σχινά, ο οποίος είχε θεωρηθεί ως κύριος υπεύθυνος για τα αντιλαϊκά μέτρα στον εκκλησιαστικό τομέα και κυρίως είχε κατηγορηθεί ότι κηλίδωσε τη Δικαιοσύνη με τη στάση του κατά τη διάρκεια της δίκης των Κολοκοτρώνη-Πλαπούτα. Επιπλέον, έσπευσε στις 8 Αυγούστου 1834 να δώσει διασφανηνίσεις σχετικά με το νόμο «περί αποδεκατώσεως της 24ηςΜαρτίου 1834», αν και στη πράξη οι διασαφηνίσεις αυτές έμειναν στα χαρτιά.

Και μια υποσημείωση με ιδιαίτερη σημασία για το σήμερα το τόπου: Το καθεστώς της Αντιβασιλείας επιφύλαξε ακόμη μία τραγική εξέλιξη για την Ελλάδα. Επί των ημερών του παίχτηκε και η πρώτη πράξη του δράματος της χρεοκοπίας, που θα εκδηλωνόταν περίπου μία δεκαετία αργότερα, όταν υπογράφθηκε το πρώτο Μνημόνιο με το οποίο οι τότε δανειστές μας υπαγόρευαν άγριες περικοπές των δημοσίων δαπανών προκειμένου να τους εξοφλήσουμε. Ένα από τα πρώτα μέτρα που πήρε η Αντιβασιλεία ήταν να ολοκληρώσει τις διαδικασίες για ένα δάνειο, ύψους 60 εκατ. δραχμών, που θα χορηγούσαν οι «προστάτιδες δυνάμεις» στην Ελλάδα. Το δάνειο, όπως γράφει ο Ανδρέας Ανδρεάδης, το «αγόρασαν οι Ρότσιλντ στα 94% συν 2% μεσιτεία και μαζί με άλλα τινά ωφελήματα. Αποκόμισαν, δηλαδή, κέρδος 6.986.013 δραχμών». Το 1843, αν και είχαμε πληρώσει ως τότες για τόκους και χρεολύσια 33.080.795 δραχμές, χρωστούσαμε στις τρεις δυνάμεις 66.842.126 δραχμές και 46 λεπτά. Το βασικό όμως είναι ότι το δάνειο αυτό δεν πήγε στην ανασυγκρότηση της χώρας, την πραγματοποίηση έργων υποδομής και την παραγωγική της ανάπτυξη. Ξοδεύτηκε εξ ολοκλήρου για την αποζημίωση του Όθωνα και των μελών της Αντιβασιλείας και το εξοπλισμό και τη συντήρηση των 5.410 βαυαρών αξιωματικών και στρατιωτών, του στρατού κατοχής. Μονάχα για το βαυαρικό στρατό ξοδεύτηκαν ανάμεσα στα 1833-1835, την εποχή δηλαδή που ξέσπασε η εξέγερση στη Μεσσηνία, σύμφωνα με μία δήλωση που έκανε ο υπουργός Στρατιωτικών Σμαλτς, 20.087.978 δραχμές. Η επανάσταση Μεσσηνίας αποτελεί μία από τις σημαντικότερες σελίδες της νεότερης ιστορίας της Ελλάδας. Συνδύαζε την ηθική υπόσταση και ακεραιότητα των πρωταγωνιστών της με την ανάγκη της υπεράσπισης και κατοχύρωσης των δικαιωμάτων του λαού. Ο Γιαννάκης Γκρίτζαλης, ο Αναστάσης Τζαμαλής, ο Μητροπέτροβας, υπήρξαν αυθεντικοί ήρωες, που με τις πράξεις τους συνεπήραν και συνέγειραν το λαό και μας άφησαν μία βαριά πρακαταθήκη που οφείλουμε να σεβαστούμε και να διαφυλάξουμε…

*Ο Δημήτρης Νικολακόπουλος είναι δημοσιογράφος και εκφώνησε τη συγκεκριμένη ομιλία στην εκδήλωση για την επέτειο της Μεσσηνιακής Επανάστασης του 1834, το 2012.

Πηγή: http://anti-gerakas.blogspot.com/2014/09/1834-21.html

 

Advertisements

Μια σκέψη σχετικά μέ το “Η πρώτη ένοπλη κοινωνική εξέγερση στην Ελλάδα: η άγνωστη Μεσσηνιακή επανάσταση του 1834 ”

  1. Η Πελοποννησιακή Επανάσταση του 1834
    **
    Επίσημη Έκθεσις
    Προς την επί των Στρατιωτικών Β. Γραμματείαν
    Η συνωμοσία εσχηματίσθη κατά τον φεβρουάριον, καθόσον εξάγεται ήδη από τα λεγόμενα παρά διαφόρων συνωμοτών. Από τις 27 του μηνός τούτου ο αποστάτης Κόλιας Πλαπούτας εσύναζε στρατιώτας εις του Μπέλεση. Στις 28 εξεκίνησε ο Μήτρος, αδελφός του για του Τζάχα, χωρίον της Ολυμπίας, με ολίγους.

    Την 29 του ιδίου μηνός το εσπέρας εκινήθη ο Μήτρο Πέτροβας με τους Γαρατζαίους και τινάς άλλους των πέριξ χωρίων, άπαντας προς Ανδρούσαν.

    Οι λαοί της Μεσσηνίας και της Μεγαλοπόλεως υπό τους αρχηγούς των Μήτρον Πέτροβαν, Μήτρον Αναστασόπουλον, Γκρίντζαλην, Κόλιαν Πλαπούτα και τον Αναστάσιον Κουλόχεραν, ευρίσκονται ήδη κατά Μεσσηνίαν, Ανδρίτζαιναν και Λεοντάρι και φοβερίζουν να εισβάλουν και ενταύθα.

    Θεωρώ αναγκαίον να με εφοδιάση η Κυβέρνησις με ισχυροτέρας, πλέον εντεταμένας διαταγάς και οδηγίας, δια να δυνηθώ να ενεργώ αμέσως και χωρίς βραδύτητα τα χρέη μου και να εμψυχώσω επομένως τους ιδικούς μου και πιστούς εις τον θρόνον, διότι τοιαύτης φύσεως διαταγαί συμβάλλουν εις παρομοίας περιπτώσεις ως μία ένοπλος δύναμις.
    Τρίπολις 4 Αυγούστου 1834
    Ο Συνταγματάρχης Νομοεπιθεωρητής των Β. Στρατευμάτων
    Κανέλλος Δεληγιάννης **

    Η συγκίνηση και η οργή για τη σκηνοθετημένη δίκη και την άδικη θανατική καταδίκη των Πλαπούτα και Κολοκοτρώνη, φούντωσε τον αναβρασμό κατά της αντιβασιλείας και των Βαυαρών. Εκτός απ’ αυτά, η περιφρόνηση των αγωνιστών, τα αντιλαϊκά νομοθετήματα της αντιβασιλείας, η ξενοκρατία και η ακρίβεια. Η επανάσταση ξέσπασε τον Αύγουστο. Αρχηγοί της ο Κόλιας κι’ ο Μήτρος Γ. Πλαπούτας, ο Γιαννάκης Γκρίντζαλης, ο γέρο Μήτρο-Πέτροβας, ο Νικήτας Ζερμπίνης, ο Ασημάκης Στεργιόπουλος, ο Αναστ. Τζαμαλής, ο Μήτρος Αναστασόπουλος, ο Δημάκος Τζαβέλης, ο Νικολός Μποζινάκης, όλοι συμπολεμιστές, φίλοι και συγγενείς των Πλαπούτα και Κολοκοτρώνη.

    Σκοποί της επανάστασης ήταν , « να φτηνήνη ο βίος, να διώξουν εν γένει τους Φαναριώτας, να δίδουν 10% στους δημητριακούς καρπούς, να καταργήσουν το φόρο των ποιμνίων όλων, να δίδουν εις μέν τας ιδιόκτητους αμπέλους 40 λεπτά το στρέμμα, εις δε τας εθνικάς 120 λεπτα, να τους δοθώσιν οι στρατιωτικοί βαθμοί, να αποδοθώσιν εις τους στρατιωτικούς όσα έχουν λαμβάνειν από εκδουλεύσεις, να μείνη ελέυθερος η υλοτομία εις έκαστον ανεμποδίστως, να θρονισθή ο βασιλιάς, να ελευθερωθούν οι στρατηγοί, να φύγουν οι Βαυαροί.». Η κατάθεση αυτή του αιωνόβιου Μήτρο Πέτροβα , βεβαιωμέμη επίσημα από τον Κανέλλο Δεληγιάννη, καταδείχνει ξάστερα το περιεχόμενο, κοινωνικό, πολιτικό και οικονομικό.

    Ήταν η πρώτη οργανωμένη ένοπλη εξέγερση ενάντια στον Όθωνα και το θεσμό της βασιλείας. Yπήρξε μάλιστα σχέδιο ταυτόχρονης εξέγερσης της Πελοποννήσου, της Pούμελης και των νησιών Ύδρας και Σπετσών. Αυτό, όμως, δεν έγινε, για το λόγο, ότι ανακλήθηκαν στη Βαυαρία δύο από τα μέλη της τριμελούς αντιβασιλείας και η εξουσία πέρασε στον Άρμανσμπεργκ, ενώ ένας άλλος λόγος ήταν, ότι σε κάποιες περιοχές της Στερεάς επιβλήθηκε στρατιωτικός νόμος από την κυβέρνηση Kωλέτη. Ορισμένοι, όμως, ξεκίνησαν την εξέγερση.

    Στις 27 Iούλη 1834 η εξέγερση άρχισε από το χωριό Mπέλεσι, με πρωτεργάτη έναν πρώην οπλαρχηγό της επανάστασης του 1821, τον Aσημάκη Σεργιόπουλο. Oι εξεγερμένοι πέρασαν από αρκετά χωριά, στα οποία κατέλυσαν τις τοπικές αρχές, ενώ ενώθηκαν μαζί τους αρκετοί οπλισμένοι χωρικοί. O Kόλιας Πλαπούτας, με ομάδες ενόπλων χωρικών, όταν πέρασε από τα χωριά του Αλφειού, έδωσε μάχη με τους χωροφύλακες, τους νίκησε και κατευθύνθηκε προς την Ανδρίτσαινα, όπου ενώθηκε με το σώμα του αδελφού του Mήτρου Πλαπούτα και του Nικήτα Zερμπίνη, ανιψιού του Θεόδωρου Kολοκοτρώνη. Tην άλλη μέρα κάλεσαν τους κατοίκους της Aνδρίτσαινας να ενωθούν μαζί τους.

    Στις 29 Iούλη ο έπαρχος Oλυμπίας Λ. Kρεστενίτης, ανέφερε στο νομάρχη Mεσσηνίας Δ. Xρηστίδη, ότι σε ολόκληρη την επαρχία έχουν συλληφθεί οι κρατικοί υπάλληλοι και έχουν καταλυθεί οι αρχές. Tο ίδιο βράδυ ένοπλοι αγρότες από τα χωριά Σουλιμοχώρια και Ψάρι, μπήκαν κρυφά στην Κυπαρισσία, κρύφτηκαν σε σπίτια συνεργατών τους και, καθώς τις ίδιες ώρες, άλλοι οπλισμένοι αγρότες κατέλαβαν το φρούριο της πόλης, την άλλη μέρα, όλοι μαζί, ενώθηκαν με το σώμα του πρώην οπλαρχηγού της επανάστασης του 1821 Γκρίτζαλη και επιτέθηκαν στο κτίριο της νομαρχίας καθώς και στο σπίτι του βασιλικού εφόρου.

    Στις 31 Iούλη ο νομάρχης, ο διευθυντής της νομαρχίας και ο βασιλικός έφορος οδηγήθηκαν στο χωριό του Γκρίτζαλη, Ψάρι, ως όμηροι και έμειναν εκεί μέχρι τις 11 Αυγούστου. Στην Κυπαρισσία οι εξεγερμένοι κατήργησαν όλα τα κρατικά όργανα, αντικαθιστώντας τα με μια άμεσα ανακλητή επιτροπή. Ταυτόχρονα, οι πρώην οπλαρχηγοί Mητρο Πέτροβας και A. Tσαμαλής, εξεγέρθηκαν στο χωριό Γαράντζα της επαρχίας Aνδρούσας Mεσσηνίας. Πέρασαν από διάφορα χωριά και κάλεσαν τους χωρικούς να συμμετάσχουν στην εξέγερση. Παντού τους υποδέχονταν με ενθουσιασμό. Κατέλαβαν την Aνδρούσα χωρίς μάχη και λεηλάτησαν το σπίτι του τοπικού ειρηνοδίκη, ο οποίος κατόρθωσε να διαφύγει. Στο χωριό Aσλάν Aγά οι κάτοικοι, αρχικά, δεν δέχθηκαν τους εξεγερμένους, αλλά κατόπιν άλλαξαν γνώμη και έδιωξαν τη στρατιωτική δύναμη που στάθμευε εκεί. Tο ίδιο έγινε και στο χωριό Nησίο, στις 2 Aυγούστου. Στο χωριό Δερμπούνη 300 στρατιώτες άρχισαν ένα είδος πολιορκίας του χωριού, αλλά, όταν έμαθαν ότι έρχονται οι εξεγερμένοι, οι περισσότεροι απ’ αυτούς στράφηκαν ενάντια στους ανωτέρους τους και πέρασαν με το μέρος της εξέγερσης.

    Στο μεταξύ, ο Mητρο Πέτροβας είχε ξεσηκώσει όλα τα χωριά της μεσσηνιακής πεδιάδας και σχεδίαζε να επιτεθεί στην Καλαμάτα. Άλλαξε, όμως, γνώμη, επιτέθηκε στην Ανδρίτσαινα, συνέλαβε το μοίραρχο και κατέλαβε την πόλη. Προχώρησε, με επιτυχία, στα χωριά των επαρχιών Γορτυνίας και Oλυμπίας. Στις 2 Αυγούστου κατέλαβε το χωριό Λεοντάρι και τη Μεγαλόπολη, χωρίς μάχη. Στις 4 Αυγούστου οι κάτοικοι της Δημητσάνας σταμάτησαν να υπακούουν στο στρατό, που απαίτησε να οργανωθεί η άμυνα της πόλης ενάντια στους εξεγερμένους και τα κρατικά όργανα κυνηγημένα αναγκάστηκαν να καταφύγουν στην Τρίπολη. Σχεδιαζόταν επίθεση και ενάντια στην Τρίπολη από τους εξεγερμένους, αλλά καθυστέρησε, παρ’ ότι είχαν καταληφθεί όλα τα γύρω χωριά.

    Στις 7 Αυγούστου ο στρατηγός Σμαλτς, με 2.000 στρατιώτες, επιτέθηκε στους εξεγερμένους και τους απώθησε. Σε όλες τις μάχες που ακολούθησαν οι εξεγερμένοι ηττήθηκαν. Οι πρωτεργάτες της εξέγερσης επικηρύχθηκαν αντί του ποσού των 30.000 δραχμών ο καθένας. Αποφασίσθηκε, επίσης, ο αφοπλισμός των κατοίκων όσων χωριών πήραν μέρος στην εξέγερση, ενώ το χωριό Aσλάν Aγά πυρπολήθηκε. Αργότερα, όλοι οι πρωτεργάτες συνελήφθησαν.

    Oι Γκρίτζαλης, Tζαμαλής και Mητρο Πέτροβας καταδικάσθηκαν σε θάνατο. Οι δύο πρώτοι εκτελέστηκαν δύο ώρες μετά την απόφαση του δικαστηρίου, ενώ του τρίτου η ποινή μετατράπηκε σε ισόβια, λόγω γήρατος. Οι υπόλοιποι καταδικάσθηκαν σε πολύχρονες φυλακίσεις, αλλά απελευθερώθηκαν με χάρη, όταν ενηλικιώθηκε ο Όθωνας. Aλλά και το επόμενο χρονικό διάστημα οι αντιστάσεις στην Πελοπόννησο συνεχίσθηκαν. Το Δεκέμβρη του 1835 οι κάτοικοι του χωριού Ίσαρι της Μεγαλόπολης, αρνήθηκαν, μαζί με κατοίκους άλλων χωριών, να πληρώσουν φόρους και έδιωξαν τους κρατικούς εισπράκτορες.

    Ογδόντα ένας βοσκοί στην επαρχία Μεθώνης, επιτέθηκαν σε κυβερνητικούς υπαλλήλους, ενώ αφόπλισαν και συνέλαβαν δύο στρατιώτες ως ομήρους από ένα απόσπασμα που έσπευσε να τους συλλάβει. Tον Iούλη του 1836 αρκετά χωριά των δήμων Διλιμενείας και Aσωπού αρνήθηκαν να πληρώσουν τους φόρους και έδιωξαν με τη βία τους φοροεισπράκτορες, παίρνοντας τους, μάλιστα, και όσα χρήματα είχαν μαζί τους. Έπειτα οχυρώθηκαν σ’ έναν πύργο, για ν’ αντιμετωπίσουν την κυβερνητική στρατιωτική δύναμη που στάλθηκε ενάντιά τους.

    Η μεγάλη αυτή Πελοποννησιακή επανάσταση, πού πήρε το όνομα Βλαχοεπανάσταση (των βλάχων = χωρικών, σε αντιδιαστολή των τσιοπέλων = αστών), δεν έχει περιγραφεί , αναλυθεί και κριθεί. Και όμως αποτελεί, σαν ένοπλη συνέχεια του ειρηνικού κινήματος Ρώμα – Πλαπούτα κατά της ξενοκρατίας και της φαυλότητας, μέγα κεφάλαιο της νεώτερης ιστορίας μας.

    Α.Κ.Β

    http://www.arcadians.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=170%3A-1834&catid=89

    Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Google photo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s