1821

Ο ένας από το μαλλί, ο άλλος από την… 

Ο καπετάν -Θοδωράκης βρισκόταν ήδη για χρόνια στη Ζάκυνθο, μετά το οριστικό ξεπάστρεμα των αφορεσμένων κλεφτών στα 1805. Στο Μωριά είχε έναν αρβανίτη φίλο εκ πατρός, τον Αλή Φαρμάκη, πλούσιο και δυνατό γαιοκτήμονα. Όταν έγινε ο Βελής (του Αλή -πασά ο γυιός) κύριος του Μωριά, θέλησε να εφαρμόσει την πολιτική του μπαμπά του, δηλαδή να κόβει τα κεφάλια των δυνατών του τόπου, για να εδραιώνεται έτσι η δική του εξουσία. Έβαλε λοιπόν στο μάτι τον Φαρμάκη και τον πολιόρκησε, με στρατό και κανόνια.

Τις συναρπαστικές λεπτομέρειες αυτής της ιστορίας, πως δηλαδή μπήκε ο καπετάν – Θοδωράκης ξανά στο στόμα του λύκου, για να βοηθήσει τον πατρικό του φίλο (δεν είχαν συναντηθεί ποτέ οι δυο τους, αλλά οι πατεράδες τους ήταν αδελφοποιτοί – κι αν αυτό σας θυμίζει την Ιλιάδα του Ομήρου καλώς σας τη θυμίζει)  και τι ακολούθησε, θα σας τις αφηγηθώ με λεπτομέρειες, αν είμαστε καλά, μιαν άλλη φορά. Σήμερα, ας περιοριστούμε σ’ ένα σπαρταριστό διάλογο ανάμεσα στον καπετάνιο και σ΄ έναν ανιψιό του Φαρμάκη, που σαν είδε πόσο ασίκικα πολεμούσε ο παλιός κλέφτης, δεν κρατήθηκε και του είπε:

– Αχ, βρε Κολοκοτρώνη, αν γινόσουν μουσουλμάνος, τέτοιο παλικάρι που είσαι, θα γινόσουν άρχοντας τρανός!

– Δηλαδή, θα έκανα και σουνούτεμα; (=περιτομή)

– Ε, βέβαια…

– Άσε μπέη μου, δε γίνεται…

– Γιατί δε γίνεται; Όλα γίνονται!

– Να σου πω γιατί δε γίνεται. Όταν βαφτιζόμαστε εμείς οι χριστιανοί, ο παπάς κόβει λίγο μαλλί απ΄το κεφάλι μας και το βάζει πίσω από το εικόνισμα του Χριστού – σημάδι ότι είμαστε δικοί του. Αν κάνω λοιπόν σουνούτεμα και γίνω μουσουλμάνος, θα έχει κι ο Μουχαμέτης το … αυτό – και όταν πεθάνω θα με θέλει να πάω στο δικό του παράδεισο. Για σκέψου λοιπόν, να με τραβάει ο ένας από το μαλλί κι ο άλλος από την ψωλή… Να βάλω σε αμάχη, για το χατίρι μου, τέτοιους μεγάλους προφητάδες; Θα βρω το μπελά μου…  Άστο, καλύτερα!

Πηγή: Ο ένας από το μαλλί, ο άλλος από την… | Η καλύβα ψηλά στο βουνό

Advertisements

Μια σκέψη σχετικά μέ το “Ο ένας από το μαλλί, ο άλλος από την… ”

  1. «Κι ο Θοδωράκης μίλησε,κι ο Θοδωράκης είπε»,
    Παιδιά μ’ ήρθε ο Χινόπωρος,παιδιά μ’ ήρθε ο Χειμώνας,
    εχιονιστήκαν οι κορφές,κρουστάλλιασαν οι βρύσες.
    Πέσαν τα φύλλα απ’τα κλαριά,ξεσκιώσαν τα λημέρια.
    Παιδιά μου να χωρίσομε,να γίνομε μπουλούκια.
    Σύρτε άλλοι στο Αρκουδόρεμα κι άλλοι κατά τον κάμπο
    να βρήτε φίλους μας παλιούς,να βρήτε τους κουμπάρους
    και γω θα πάω στη Ζακυνθο να σμίξω με τους Φράγκους,
    όσο να ξεπεράσομε το φετινό Χειμώνα.
    Κι απέ σαν πάρει η Άνοιξη και λυώσουνε τα χιόνια,
    κι ανοίξει ο γάβρος και η οξυά κι’ισκιώσουν τα λημέρια
    εδώ να ξανασμίξομε…

    Η συνέχεια του τραγουδιού (το οποίο είναι πραγματικό ρεπορτάζ): οι σύντροφοι του Θοδωράκη δεν τον άκουσαν – δεν ήθελαν να διαλύσουν την ομάδα τους. Μάλιστα ο αδελφός του Θ., ο Γιάννης, ο επονομαζόμενος Ζορμπάς, είπε τότε το περίφημο «δεν πάω πουθενά – προτιμώ να με φάνε τα όρνια του Μωριά». Όπερ και εγένετο: οι κλέφτες του Κολοκοτρωνέικου σώματος εξοντώθηκαν σχεδόν όλοι και ο ίδιος ο Θ. γλίτωσε μάλλον κατά τύχη (βεβαίως, chance favors the prepared mind, όπως είπε ο Παστέρ) και πέρασε στη Ζάκυνθο, στους Φράγκους, όπου έμεινε όχι έναν αλλά δεκαπέντε χειμώνες.

    Το Αρκουδόρεμα, που αναφέρει το τραγούδι, ήταν ο προ-τελευταίος σταθμός της μεγάλης οικογένειας των Ζερβαίων, πριν κατεβούν μαζί με άλλες φαμίλιες στα λιγότερο αφιλόξενα εδάφη της Μεσσηνίας.

    Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Google photo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s