Τοπόσημα

Κούκος μόνος 

Το πρώτο μέρος της ιστορίας, από τον Άνεμο:http://naftilos.blogspot.com/2008/09/blog-post_15.html

Αγαπητοί φίλοι και φίλες σήμερα η εκπομπή μας «Κυριακή στο Χωριό» θα σας ταξιδέψει στο φιλόξενο Κούκο Πιερίας. Ο Κούκος είναι χτισμένος στα 220 μέτρα, βρίσκεται περίπου είκοσι χιλιόμετρα βόρεια της Κατερίνης και σήμερα έχει 530 μόνιμους κατοίκους.
Οι κάτοικοι του Κούκου είναι θρησκευόμενοι και φιλόξενοι και εγκαταστάθηκαν στο χωριό ως πρόσφυγες, από τον Πόντο και τη Μικρά Ασία. Υπάρχουν επίσης και αρκετοί Τουρκόφωνοι. Τηρούν όλες τις ποντιακές παραδόσεις και δραστηριοποιούνται με εκδηλώσεις πλούσιες σε ποντιακούς χορούς και τραγούδια.
Στην περίοδο του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και της Κατοχής, το χωριό έγραψε τη δική του ιστορία. Εκεί άλλωστε είχε τη βάση του ο Κυριάκος Παπαδόπουλος ή Κισά Μπατζάκ (Κοντοπόδης). Ο Κυριάκος ήταν γεννημένος το 1884 στο χωριό Τσορτουκλή της Μερζιφούντας του Πόντου. Την περίοδο 1911-1912 υπηρέτησε στον τουρκικό στρατό και μετά έφυγε στα βουνά όπου μαζί με τα αδέλφια του σχημάτισε την πρώτη αντάρτικη ομάδα. Γρήγορα αναδείχθηκε οπλαρχηγός μεγάλης δύναμης ανταρτών του Δυτικού Πόντου ενώ ήταν γνωστός για τη σκληρότητα με την οποία διεξήγαγε τον ανταρτοπόλεμο εναντίον των Τούρκων.
Το 1924 ο τουρκόφωνος, ορθόδοξος οπλαρχηγός ήλθε στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκε στον Κούκκο μαζί με αρκετά μέλη της οικογένειάς του και πολλούς συμπατριώτες του.
Λίγους μήνες μετά την Κατοχή, ο Κισά Μπατζάκ ως επικεφαλής μια ομάδας Κουκιωτών πήγε στην Ηπειρο για να αγοράσει όπλα που είχε εγκαταλείψει ο ελληνικός στρατός κατά την υποχώρηση. Η ομάδα κατάφερε να φέρει στον Κούκο πάνω από 1500 όπλα.
Σύντομα ο Κισά Μπατζάκ έγινε το μήλο της έριδας για τις αντιστασιακές οργανώσεις αφού θα ήσαν πολύτιμοι σύμμαχοι σε έναν αγώνα που ο ίδιος και οι άντρες του ήξεραν καλά πολεμώντας χρόνια στα βουνά του Πόντου. Από το κονάκι του πέρασαν εκπρόσωποι του ΕΛΑΣ και της ΠΑΟ όταν ακόμη αυτές οι δύο οργανώσεις πολεμούσαν παράλληλα και δεν είχαν έλθει σε ρήξη. Οι δύο πλευρές είχαν καταλάβει πως όποιος έπαιρνε τον Κισά Μπατζάκ θα κέρδιζε την πλειοψηφία των τουρκόφωνων ποντίων της περιοχής.
Ο Γιώργος Κρήτος (καπετάν Θαλής), εκπρόσωπος τότε του ΕΑΜ στο 50οΣύνταγμα του ΕΛΑΣ περιγράφει την κατάσταση:

«[…] Μητρική του γλώσσα η Τουρκική. Και παρόλο που από το ’22 ήλθαν στην Ελλάδα, οι γεροντότεροι εξακολουθούν να μην ξέρουν γρι ελληνικά. Είναι φανατισμένοι χριστιανοί. Τους διακρίνει ένα είδος μοιρολατρίας και σπαρτιάτικης πειθαρχίας που την επιτείνει το χαμηλό μορφωτικό τους επίπεδο. Υπακούνε στον αρχηγό τους τυφλά. Ο,τι πει αυτός. Πως μπορεί να μην είναι σωστό αυτό που θα πει ο αρχηγός; Εχουν όμως και ένα προσόν που δεν το έχουν οι άλλοι και κανένας δεν μπορεί να τους το αρνηθεί. Είναι άριστοι πολεμιστές, φημισμένοι σκοπευτές, ατρόμητοι πάνω στη μάχη, σωστά παλικάρια».
Και ήταν όντως άφθαστα τα παλικάρια του Κισά Μπατζάκ στο σημάδι, στο μαχαίρι και στις λεηλασίες! Κι έτσι τους κέρδισε η ΠΑΟ στις γραμμές του οποίου εντάχθηκε ως αξιωματικός ο Κισά Μπατζάκ διότι όπως δήλωσε ο ίδιος

«ουδεμία εμπιστοσύνην έχομεν εις την ηγεσίαν του ΕΛΑΣ. Αυτού ηγούνται σεσημασμένοι κομμουνισταί σκοπούντες επέκτασιν Σλαύων και όχι απελευθέρωσιν Πατρίδος».
Η στάση του Κισά Μπατζάκ απέναντι στους «σεσημασμένους κομμουνιστές» προκάλεσε όπως είναι φυσικό και το ενδιαφέρον των Γερμανών. Η πρώτη επαφή των δυνάμεων Κατοχής με τους κατοίκους του Κούκου και τον Κισά Μπατζάκ έγινε την άνοιξη του 1943 με την ευκαιρία εκκαθαριστικής επιχείρησης στην περιοχή του Ολύμπου και την εξόντωση των εκεί αντάρτικων ομάδων του ΕΛΑΣ. Τότε μπήκαν και οι βάσεις συνεργασίας των δύο πλευρών. Το πλαίσιο αυτής της συνεργασίας περιγράφεται σε έκθεση του Επιτελικού Γραφείου 1c του Γερμανού στρατιωτικού Διοικητή Θεσσαλονίκης-Αιγαίου:

«Οι εν Κούκω και ιδίως ο αρχηγός τους Κουτσαμπασάκ είχαν αποδείξει ήδη τότε μίαν απολύτως γερμανόφιλον στάσιν. Εξ αιτίας της στάσεως αυτής η κατά τον παρελθόντα Μάιον επιχείρησης εναντίον της περιοχής του Ολύμπου είχε λάβει προσωπικώς από την υπηρεσίαν 1c την εντολήν να φεισθή οπωσδήποτε του τόπου Κούκος. Ωσαύτως είχε δοθεί η εντολή να μη γίνουν εις τον εν λόγω τόπον έρευναι δια την ανακάλυψιν όπλων, δια να χρησιμοποιήσωμεν τον Κούκον και περαιτέρω ως μίαν φωλέαν αντιστάσεως».
Για την καλή τους διαγωγή, οι άντρες του Κούκου εκπαιδεύτηκαν από τους Γερμανούς με ευθύνη του Υπολοχαγού Φραντς Κράουτσμπέργκερ ο οποίος είχε ήδη στρατολογήσει 4045 τουρκόφωνους από την περιοχή της Βέροιας καθώς και 200 περίπου ρουμανίζοντες Βλάχους οι πλειοψηφία των οποίων ήσαν οπαδοί του Ζελέα Κοντρεάνου, αρχηγού της ρουμανικής, γερμανόφιλης «Σιδηράς Φρουράς». Ολες αυτές οι ομάδες εκπαιδεύτηκαν και έδρασαν στη Θεσσαλονίκη και την κεντρική Μακεδονία και βέβαια προστάτευαν χωριά όπως ο Κούκος.
Με αυτό τον τρόπο ο Φραντς Κράουτσμπέργκερ έβαλε τις βάσεις για τον εξοπλισμό του Κούκου και άλλων χωριών και τη συμμετοχή τους στη δημιουργία του Εθνικού Ελληνικού Στρατού.

*

Ακολουθεί ο Στάθης Καλύβας, από το ΒΗΜΑ:

http://www.tovima.gr/default.asp?pid=2&ct=47&artid=177977&dt=24/12/2006

Οπως όλα τα στερεότυπα, έτσι και αυτά έχουν κάποια βάση, χωρίς τους να επαρκούν. Το εξαιρετικό βιβλίο του Στράτου Δορδανά αποδεικνύει του λόγου το αληθές ανασυνθέτοντας τους δωσιλογικούς κύκλους τους κατοχικής Θεσσαλονίκης, έναν κόσμο που αντίθετα από τα στερεότυπα υπήρξε κατ’ εξοχήν προσφυγικής προέλευσης και βενιζελογενούς χαρακτήρα, ενώ δεν απουσίαζε ο αντισημιτισμός. Βασική μέθοδος η ακραία τρομοκρατία, η αυθαίρετη βία και ο πλουτισμός, που περιελάμβανε την αδίστακτη λεηλασία τους περιουσίας των Εβραίων τους πόλης.

Κεντρικό συμπέρασμα τους εργασίας τους που βασίστηκε σε ενδελεχή έρευνα, κυρίως στα αρχεία του Ειδικού Δικαστηρίου Δωσιλόγων Θεσσαλονίκης, η ανομοιογένεια του δωσιλογισμού και η ποικιλομορφία των κινήτρων των φορέων του: «Δίπλα τους πληγέντες από τον ΕΛΑΣ και σε όσους μπλέχτηκαν για προσωπικούς λόγους στην ένοπλη αναμέτρηση,πολέμησαν οι ιδεολόγοι αντικομμουνιστές και οι κατ’ επίφαση αντικομμουνιστές, αυτοί που γοητεύτηκαν από τον πόλεμο, την περιπέτεια και τα κέρδη, τυχοδιώκτες, καιροσκόποι, άνεργοι, άνθρωποι τους κατώτερης κοινωνικής υποστάθμης, ολόκληρα χωριά δεμένα με ισχυρούς δεσμούς συγγένειας, αλλά και ιδεολόγοι Εθνικοσοσιαλιστές και γερμανόφιλοι που οραματίζονταν αξιώματα και εξουσία μετά το τέλος του «νικηφόρου» πολέμου».

Η ανομοιογένεια αυτή ορίζεται με βάση δύο πόλους: τον Γεώργιο Πούλο από τη μία και τον Κυριάκο Παπαδόπουλο ή Κισά Μπατζάκ από την άλλη. Βενιζελικός αξιωματικός και απότακτος του κινήματος του ‘35 ο πρώτος, αποτελεί τον ιδεότυπο του ιδεολογικού αλλά και συγχρόνως τυχοδιωκτικού δωσιλογισμού. Απλός πρόσφυγας χωρικός από την Πιερία ο δεύτερος, συνθέτει τον ιδεότυπο του «αμυντικού» και λαϊκού δωσιλογισμού που ζητεί «κάπου να ακουμπήσει» προκειμένου να αντισταθεί στον ΕΛΑΣ. Ανάμεσά τους πολλαπλές πτυχές και αντιφάσεις που θα κορυφωθούν στην περιβόητη μάχη του Κιλκίς.

*

Τρίτος ο Τάκης Παπάς, σε μια βιβλιοκριτική για το «γιασασίν μιλλέτ»:

http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_civ_2_03/03/2002_17818

Μπορεί ένα βιβλίο πολιτικής επιστήμης να διαβαστεί ευχάριστα και από μη ειδικούς; Ναι, είναι η απάντηση, εφόσον φυσικά αυτό περιστρέφεται γύρω από ένα πραγματικό αίνιγμα, διαθέτει ενδιαφέροντες πρωταγωνιστές και είναι στέρεα τεκμηριωμένο. Το «Γιασασίν Μιλλέτ» συγκεντρώνει όλα τα παραπάνω στοιχεία.

Το αίνιγμα, πρώτα-πρώτα, με το οποίο βρίσκεται αντιμέτωπο το βιβλίο είναι το εξής: Γιατί, σε αντίθεση με τους υπόλοιπους ποντιακούς πληθυσμούς, οι οποίοι εντάχθηκαν στον κεντροαριστερό πολιτικό χώρο και παρέμειναν σε αυτόν, οι τουρκόφωνοι πρόσφυγες από τον δυτικό Πόντο επέλεξαν μετά το ’36 την αυτομολία από το βενιζελισμό, τη σύγκρουση στην Κατοχή με την Αριστερά και, κατόπιν, την ένταξη στη βασιλόφρονα Δεξιά; Η εύκολη (και, μάλλον, «πολιτικά ορθότερη») απάντηση θα απέδιδε την «αντιδραστική» στάση των τουρκόφωνων Ποντίων ακριβώς στις πολιτιστικές και γλωσσικές τους ιδιαιτερότητες.

Ο συγγραφέας όμως δεν ενδιαφέρεται για εύκολες, ούτε για πολιτικά ορθές απαντήσεις. Για να λύσει το αίνιγμα, ξεκινά να παρακολουθεί την πορεία των τουρκόφωνων Πόντιων από τη γενέθλια γη ώς τους τόπους μετεγκατάστασης στη Μακεδονία, και από κει σχεδόν μέχρι τις μέρες μας. Oπως υποδηλώνει ο υπότιτλος του βιβλίου, η κυρίως δράση των πρωταγωνιστών του βιβλίου εκτυλίσσεται στα χρόνια της Κατοχής και του εμφυλίου, αλλά η δράση αυτή αφενός μεν φωτίζεται από την προηγούμενη ιστορική εμπειρία του συγκεκριμένου πληθυσμού και, αφετέρου, πληροφορεί για τις μεταγενέστερες πολιτικές επιλογές του.

Hδη από τις αρχές του προηγούμενου αιώνα, οι ελληνορθόδοξοι τουρκόφωνοι του δυτικού Πόντου είχαν δημιουργήσει παράδοση αντάρτικου αγώνα εναντίον της εγκατάστασης στον τόπο τους μουσουλμάνων και ανυποταγής στον τουρκικό στρατό, «καθώς γι’ αυτούς στρατός σήμαινε “αμελέ ταμπουρού” (τάγματα εργασίας)». Η εξήγηση λοιπόν της σύγκρουσης στα χρόνια της Κατοχής μεταξύ των συμπαγών τουρκόφωνων προσφυγικών κοινοτήτων της κεντρικής και δυτικής Μακεδονίας και των εαμικών δυνάμεων δεν πρέπει να αναζητηθεί σε εθνοτικές ιδιαιτερότητες, αλλά σε λόγους σχετικούς με ήδη διαμορφωμένα συλλογικά βιώματα.

Οι κύριοι λόγοι που ανάγκασαν τους τουρκόφωνους Πόντιους να επιλέξουν στρατηγική δυναμικής σύγκρουσης με την Αριστερά ήσαν, πρώτον, η μη αποδοχή της απρόσωπης και γραφειοκρατικής οργάνωσης του ΕΑΜ, η οποία βρισκόταν σε αντίθεση με τις παραδοσιακές αξίες και τη δομή των κοινοτήτων τους και, δεύτερον, η έλλειψη ανάγκης για εαμική προστασία, αφού αυτές οι κοινότητες διέθεταν δική τους πολεμική τεχνογνωσία και αξιοσημείωτη ικανότητα συγκρότησης ένοπλων ομάδων. Πράγματι, οι τουρκόφωνες ποντιακές κοινότητες της Μακεδονίας ανέδειξαν γνωστούς οπλαρχηγούς, όπως τους Κισά Μπατζάκ, Μιχάλαγα και Αντών Τσαούς. Η μεγάλη ένταση της σύγκρουσης με το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, ωστόσο, ώθησε πολλούς από αυτούς σε ανοιχτή συνεργασία με τους Γερμανούς κατακτητές.

Eκτοτε, οι τύχες των τουρκόφωνων ποντιακών πληθυσμών ακολούθησαν τις κινήσεις του εκκρεμούς της ιστορίας. Μέχρι τις αρχές του 1945, αποτέλεσαν πρωταρχικό στόχο του ΕΑΜ, πράγμα που τους κόστισε χιλιάδες ανθρώπινες ζωές. Μετά τη συνθήκη της Βάρκιζας και την αλλαγή του συσχετισμού δυνάμεων ανάμεσα στο εαμικό και το αντιεαμικό στρατόπεδο, οι τουρκόφωνοι Πόντιοι βρέθηκαν πάλι σε θέση ισχύος. Oπως ήταν φυσικό, πρωτοστάτησαν στη «λευκή τρομοκρατία» της περιόδου και κατόπιν προσχώρησαν στη φιλοβασιλική Δεξιά.

Αρκετά χρόνια αργότερα, ένας τουρκόφωνος Πόντιος θα συνόψιζε με το δικό του τρόπο τα γεγονότα της δεκαετίας του ’40: «εμένα με κάναν με το ζόρι δεξιό και φασίστα [και άλλους] τους κάναν με το ζόρι κομμουνιστές και δυστυχώς είμασταν όλοι βενιζελικοί, οι πατεράδες μας δίναν και το αίμα τους για το Βενιζέλο». Το «Γιασασίν Μιλλέτ», συνδυάζοντας εξαίρετη χρήση των μεθόδων της πολιτικής επιστήμης, στέρεη ιστορική έρευνα και γλαφυρή πρόζα προφέρει μια πλήρη εξήγηση της μέχρι σήμερα άγνωστης τραγωδίας των τουρκόφωνων Ποντίων – μιας από πολλές παρόμοιες τραγωδίες που εκτυλίχθηκαν στην κατοχική Ελλάδα.

*

Ένα ποντιακό τραγούδι του Εμφυλίου, όπου αναφέρεται ο Κισά Μπατζάκ:

https://panosz.wordpress.com/2009/07/11/civil_war-16/#comment-63859

Αντάρτεμ ‘σα ψηλά βουνά ποιός μαγερεβ και φάισε
ποιος πλεν’ και τα λώματα κάθε Σάββα αλάισε;

Αντάρτεμ’ επερεξένκασε το σπίτιμ εφκαιρώθεν
ελέπα το και σιάιρουμεν το όπλον ντε φορτώθες.

Αντάρτες κάψτε τον Κούκον και ποίστε τον μανέαν
της κουκουβάγιας το πουλίν να χτίζ’ απές φωλέαν.

Κοντός εν ο Κισά Μπατζάκ με τ’ ένα πιστολόπον
λάσκεται απές σον Κούκον σαλαχανάς σκυλόπον.

Ανάθεμα Κισά Μπατζάκ το κοντόν το ποδάρι σ’
έρθανε και αντάρτες μας επήραν το καφάλι σ’. (σελ. 296)

Πρόχειρη μετάφραση, χωρίς εγγύηση ακρίβειας:

Αντάρτη μου εκεί στα ψηλά βουνά, ποιός μαγειρεύει και τρώς
ποιός πλένει τα ρούχα σου, ν’ αλλάζεις κάθε Σάββατο;

Αντάρτη μου σε ξεπροβόδισα και άδειασε το σπίτι μου
το έβλεπα και χαιρόμουνα το όπλο που φορτώθηκες.

Αντάρτες κάψτε τον Κούκο και κάντε τον καψαλιά
να πηγαίνουν οι κουκουβάγιες να χτίζουν τις φωλιές τους.

Ο Κισά Μπατζάκ είναι κοντός, έχει ένα μπιστόλι
και περιφέρεται ανεπρόκοπος στον Κούκο, το σκυλί.

Ανάθεμα το κοντό το ποδάρι σου Κισα Μπατζάκ
ήρθαν οι αντάρτες μας και σου πήραν το κεφάλι.

*

Τέλος, μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση για τον ποντιακό εμφύλιο, εδώ:https://panosz.wordpress.com/2008/10/03/kilkis/

*

Οι φωτογραφίες είναι τραβηγμένες στις 2 Ιανουαρίου 2010

Πηγή: Κούκος μόνος | Η καλύβα ψηλά στο βουνό

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Google photo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s