Κατοχή, Πρόσωπα

Ιωάννης Τσιγάντε: το χρονικό μιας συγκλονιστικής Ιστορίας της Αντίστασης

tsigantes4

Ποιος έστειλε τον Τσιγάντε στην Ελλάδα;

Την απάντηση δίνει ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος, τότε Αντιπρόεδρος και Υπουργός Εθνικής Αμύνης στην κυβέρνηση Τσουδερού. Εγγραφή ημερολογίου 8ης Μαΐου 1943.

«Αύριο, στον Άγιο Κωνσταντίνο, θα γίνει μνημόσυνο για τους ιερολοχίτες που σκοτώθηκαν στην Τύνιδα, συνδυασμένο με μνημόσυνο για τον Γιάννη Τσιγάντε.

Σ’ ένα μήνα συμπληρώνεται χρόνος αφ’ ότου αποφασίσθηκε η αποστολή του Γιάννη Τσιγάντε στην Ελλάδα. Υπάρχουν πολλοί, που με κακίζουν για την αποστολή αυτή, και γενικά όλοι την αποδίδουν σε δική μου απόφαση και πρωτοβουλία. Ωστόσο, τα πράγματα έχουν κάπως αλλιώς. Θα τα περιγράψω σε γενικές γραμμές».

Ακολουθεί μια μακροσκελής και αναλυτική εξιστόρηση, τα κυριότερα σημεία της οποία είναι:

α. Οι Άγγλοι είχαν ήδη αποφασίσει την αποστολή του Τσιγάντε στην Ελλάδα στο τέλος της άνοιξης του 1942. Στον Κανελλόπουλο το ανακοίνωσαν στις 5 Ιουνίου.

β. Το περιεχόμενο της αποστολής το είχε καταρτίσει ο ίδιος ο Τσιγάντε και το είχε υποβάλει στους Άγγλους.

γ. Ο αρχηγός του βρετανικού στόλου της Μεσογείου μέσω του stuff officer,  major  Κουίλ, διατύπωσε τη παράκληση στον Κανελλόπουλο να δεχτεί να επιστρέψει στον Τσιγάντε «να φύγει».

δ. Ως τότε οι Άγγλοι ρύθμιζαν «τις επαφές, τον μυστικό αγώνα ή την οργάνωση των πληροφοριών» με την κατεχόμενη Ελλάδα ερήμην της ελληνικής κυβέρνησης, βασιζόμενοι σε δικά τους δίκτυα υπηρεσιών και Ελλήνων συνεργατών.

ε. Ο Κανελλόπουλος ευθύς ζήτησε «στενή και απόλυτη συνεργασία» με την ελληνική κυβέρνηση, κάτι που έγινε δεκτό από τους Άγγλους «με εμπιστοσύνη και καλή διάθεση».

στ. Μετά από συζητήσεις τριών μηνών δημιουργήθηκε μια κοινή αγγλοελληνική επιτροπή, στην οποία από ελληνικής πλευράς συμμετείχε ο Κανελλόπουλος.

ζ. Όλα αυτά γινόντουσαν εν μέσω της συνήθους (και προφανώς αφόρητης για τον Κανελλόπουλο) γκρίνιας των Ελλήνων φίλων και συνεργατών του για την «ασυδοσία» των Άγγλων και τις δικές του καθυστερήσεις να βάλει τα πράγματα στη θέση τους.

η. Όταν όλα μπήκαν σε μια σειρά, ατυχώς ο Κανελλόπουλος απουσίαζε (στο Λονδίνο) ή είχε άλλα προβλήματα (της πρώτης ανταρσίας του ελληνικού στρατιωτικού σώματος στη Μ. Ανατολή) μέχρι που παραιτήθηκε.

Ας επιστρέψουμε όμως στην εγγραφή της 8ης Μαΐου 1943.

«Όταν, στις 5 Ιουνίου 1942 μου ζήτησαν οι Άγγλοι να επιτρέψω στον Γιάννη Τσιγάντε να πάει στην Ελλάδα, δεν ήμουν παρά μόνο στο πρώτο βήμα και δεν είχε θεσπισθεί η συνεργασία ελληνικών και αγγλικών αρχών στην επαφή με την Ελλάδα. Αν υποτεθεί, ότι έπρεπε – όπως λένε μερικοί – να μη δεχθώ να πάει ο Τσιγάντες στην Ελλάδα και τόλεγα στους Άγγλους ότι αρνούμαι, το αποτέλεσμα θάταν ότι θα ανατρέπονταν αμέσως από την αρχή οι προϋποθέσεις συνεργασίας μου με τους Άγγλους στα ζητήματα επαφής με την Ελλάδα, και όχι μόνον αυτό, αλλά το πιθανότερο είναι ότι ο Τσιγάντες θα πήγαινε χωρίς την έγκρισή μου, όπως είχαν σταλεί άλλοι προηγουμένως χωρίς κανενός Έλληνος την έγκριση. Ξέροντας μάλιστα τον Τσιγάντε, γενναίο με το παραπάνω, ευφυέστατο όσο δεν παίρνει, αποφασιστικό και τόσο φιλόδοξο, ώστε να μπορεί να πραγματοποιήσει αυτό που του ανέθεσαν και προϋπέθετε μια σχεδόν ανώμαλη φιλοδοξία, ξέροντας τον τέτοιο χαρακτήρα του Γιάννη Τσιγάντε, το μόνο που ήμουν υποχρεωμένος να εξετάσω δεν ήταν, αν θα έπρεπε να σταλεί αυτός, αλλά αν ήταν πραγματικά ανάγκη και κατ’ αρχήν σωστό να εκτελεσθεί το σχέδιο του Βρετανικού Ναυαρχείου. Γι’ αυτό δεν αρκέσθηκα σε όσα μου είπε ο Major Κουίλ, αλλά ζήτησα την πιο επίσημη γραπτή βεβαίωση. Έτσι έλαβα, στις 9 Ιουνίου, το ακόλουθο γράμμα του αρχηγού του στόλου της Μεσογείου, που γράφηκε στις 7 Ιουνίου: «Dear Mr. Kanellopoulos. My Staff-Officer Major Quill has told me about the interview you very kindly gave him on Friday, and I am very glad to hear that you will be able to provide the Greek personnel that we require. I can assure you that the project on witch Major Quill is working is of the highest importance to the allied war effort, and that the Royal Navy is particularly anxious that it should be executed with thoroughness and rapidity. Yours sincerely – Harwood».

Με λίγα λόγια ο Κανελλόπουλος σύρθηκε στην απόφαση να δώσει την «άδεια» στον Τσιγάντε χωρίς τη θέλησή του. Γιατί, όπως ανάγλυφα προκύπτει, όχι μόνο δεν του είχε την παραμικρή εμπιστοσύνη, αλλά κυριολεκτικά φοβόταν, εξαιτίας του χαρακτήρα και της «ανώμαλης φιλοδοξίας» του χαρισματικού Έλληνα ταγματάρχη.

Έτσι έδωσα την έγκρισή μου για την αναχώρηση του Τσιγάντε, δηλαδή για την χρησιμοποίησή του από το Βρετανικό Ναυαρχείο. Έστειλα μια τηλεγραφική διαταγή, και ήρθε ο Τσιγάντες από την Παλαιστίνη, εκαμουφλάρισα την υπόθεση βγάζοντας μια διαταγή, ότι τον τοποθετώ στρατιωτικό ακόλουθο στην Τεχεράνη, ώστε να μην παρεξηγηθεί και να μη σχολιασθεί η ξαφνική εξαφάνισή του από τη Μέση Ανατολή, αλλά ενώ εγώ ετήρησα απόλυτη μυστικότητα και έλαβα όλα τα δυνατά μέτρα, πήγα μια μέρα στο διαμέρισμα του Bowman για να συνεννοηθώ με τον Τσιγάντε, και βρίσκω εκεί όχι μόνο δυο-τρεις Άγγλους αξιωματικούς και τον Μίλτο Σπυρομήλιο, αλλά και έναν φίλο του Bowman, τον Σορώτο, και πέντε-έξη Έλληνες που οι Άγγλοι είχαν διαλέξει για να τους στείλουν μαζί με τον Τσιγάντε στην Ελλάδα, και που, ενώ θάπρεπε την τελευταία μονάχα στιγμή να τον δουν μέσα στο υποβρύχιο, τον γνώρισαν από δω ως αρχηγό της αποστολής, δηλαδή κάμποσες εβδομάδες πριν φύγουν. Φεύγοντας από το Κάιρο πήγαν όλοι με τον Τσιγάντε στη Χάιφα, όπου η στάση και η διαγωγή τους ήταν τέτοια, ώστε πριν μπουν στο υποβρύχιο όλος ο κόσμος στη Μέση Ανατολή συζητούσε και σχολίαζε την αποστολή.

Η καλή μέρα από το πρωί φαίνεται… Είναι προφανές ότι ο χαρισματικός Τσιγάντε δεν διέθετε ούτε τη στοιχειώδη, προαπαιτούμενη για τέτοιου είδους αποστολές, εχεμύθεια: έφευγε σε μια μυστική αποστολή στην κατεχόμενη Ελλάδα λες και πήγαινε σε μια εκδρομή με φίλους. Συνεχίζει ο Κανελλόπουλος:

Μετά την παραπάνω συνάντηση και συζήτηση στο σπίτι του Bowman, είδα τον Τσιγάντε και ιδιαιτέρως, και αφού θα πήγαινε που θα πήγαινε στην Ελλάδα, σκέφθηκα ότι ήταν χρήσιμο και αναγκαίο να μην εκτελέσει μόνο την αποστολή που του ανέθεσαν οι Άγγλοι, αλλά να χρησιμεύσει ως σύνδεσμος με τον Τσέλλο και μ’ άλλα πρόσωπα στην Αθήνα για τον συντονισμό του αγώνα εκεί, συγκεκριμένα για την ίδρυση ενός υπερκομματικού “Κέντρου Συντονισμού”, που ύστερα από μια δική μου εισήγηση είχαν υιοθετήσει οι Άγγλοι. Και όχι μόνο το υιοθέτησαν, αλλά αποφάσισαν, σταματώντας βαθμιαία την ασυνάρτητη και αλόγιστη αποστολή και σπατάλη χρημάτων, να εφοδιάσουν το “Κέντρο Συντονισμού” με δέκα χιλιάδες χρυσές λίρες ως πρώτη δόση. Οι δέκα χιλιάδες χρυσές παραδόθηκαν στον Τσιγάντε μαζί με άλλες δυο ή (δε θυμάμαι καλά) τέσσερες χιλιάδες χρυσές που θα χρησίμευαν για την εκτέλεση του ειδικού σχεδίου του Βρετανικού Ναυαρχείου. Ο πλοίαρχος Κορτέσης, ο σμήναρχος Αλεξανδρής και ο ταγματάρχης Ιορδανίδης, που ήταν τότε οι άμεσοι συνεργάτες μου στην ελληνική μυστική υπηρεσία, ξέρουν τις οδηγίες έδωσα στον Τσιγάντε για τη διαχείριση των χρημάτων, δηλαδή γενικότερα σε ποια πρόσωπα στην Αθήνα τον παράπεμψα για τη συγκρότηση του “Κέντρου Συντονισμού” και των διαφόρων τμημάτων του, και πόσο υπερκομματικές, αντικειμενικές, ξένες προς το συμφέρον του κόμματός μου ή οποιασδήποτε μερίδας ήταν οι διαταγές και οδηγίες που έδωσα. Επειδή στην αποβίβαση και στην επαφή με ορισμένα πρόσωπα στην Ελλάδα μπορούσε να χρειασθεί για τη ζωή και ασφάλεια του Τσιγάντε και των μελών της αποστολής η επίδειξη εκ μέρους του ενός είδους εισιτηρίου ή ας πούμε διαβατηρίου, γι’ αυτό παράδωσα στον Τσιγάντε – μου το ζήτησε άλλωστε επίμονα ο ίδιος – και μιαν έγγραφη βεβαίωσή μου ότι είναι απεσταλμένος του ελληνικού υπουργείου Εθνικής Αμύνης. Τι έγινε από κει και πέρα, το ξέρουν άλλοι και όχι εγώ. Ο Τσιγάντες, με μια βαθύτατη συγκίνηση, μου είπε και μου έδωσε το λόγο του ότι θα εκτελέσει όσα του αναθέσαμε οι Άγγλοι και εγώ. Έφυγε από δω με διάθεση θρησκευτικού πάθους. Όταν μ’ αποχαιρέτησε, με κοίταξε πολλή ώρα στα μάτια κι ενώ μου έσφιγγε το χέρι είδα τα δικά του μάτια να θολώνουν. Οι τελευταίες του λέξεις ήταν: “Σας παρακαλώ, κύριε Αντιπρόεδρε, σταματήστε την αδικία που γίνεται στον αδελφό μου. Όλοι μονιμοποιούνται, κι αυτός δε θέλει, αλλά μην τον ακούτε. Όλοι χρησιμοποιούνται, κι αυτός, που είναι ο καλύτερος απ’ όλους, παραπεταμένος από την πατρίδα του, πολεμάει με τους Γάλλους”(…) Είπα, ότι οι τελευταίες λέξεις του Γιάννη Τσιγάντε αφορούσαν τον αδελφό του. Όχι, αυτό δεν είναι απόλυτα σωστό. Αφού μου μίλησε για τον αδελφό του, πρόσθεσε: “Ή θα πραγματοποιήσω το σκοπό της αποστολής ή θα σκοτωθώ”. Μ’ αυτή την απόφαση έφυγε ο Τσιγάντες, αλλά και με την απόφαση να συνεννοηθεί στην Αθήνα με όλους όσους του υπέδειξα.

Σε πρώτο επίπεδο είναι συγκινητική η διάθεση αυτοθυσίας του Τσιγάντε. Δε μπορεί όμως να μη σταθεί κανείς στην απίστευτη αφέλεια του Κανελλόπουλου, ο οποίος ενώ μοιάζει, με βάση τις εκ των υστέρων δικές του εγγραφές, να είχε ξεκάθαρη άποψη για το αλόγιστο του χαρακτήρα του Έλληνα ταγματάρχη, του εμπιστεύεται με δική του πλέον πρωτοβουλία και ευθύνη τη μείζονα αποστολή της δημιουργίας ενός «Κέντρου Συντονισμού» της αντίστασης στην Ελλάδα, εφοδιάζοντάς τον μέσω των Άγγλων με μεγάλους χρηματικούς πόρους, δηλαδή με 10.000 λίρες ως «πρώτη δόση» για τη χρηματοδότηση αυτού του σκοπού. Ο οποίος δεν ήταν κάτι λιγότερο από τη δημιουργία στην κατεχόμενη Ελλάδα ενός κινήματος αντίστασης υπό τον πολιτικό έλεγχο της εξόριστης ελληνικής κυβέρνησης, ως προφανές αντίμετρο στην ορμητική ανάπτυξη του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ.

Στο σημείο αυτό, η ερώτηση «ποιος έστειλε τον Τσιγάντε στην Ελλάδα» παίρνει διαφορετική απάντηση: οι Άγγλοι τον έστειλαν για συγκεκριμένες ενέργειες σαμποτάζ ή και πληροφοριών στρατιωτικού τύπου και ο Κανελλόπουλος μεγέθυνε με δική του ευθύνη την αποστολή του Τσιγάντε, αναθέτοντάς του μια ιστορικού χαρακτήρα αποστολή, για την οποία συναίνεσαν οι Άγγλοι και τη χρηματοδότησαν. Η αποστολή αυτή ήταν προφανές ότι ήταν πέρα από τις δυνατότητες του Τσιγάντε. Ενός (απότακτου στα 1935) ταγματάρχη, ο οποίος θα έπρεπε να διαπραγματευτεί και να πείσει υψηλόβαθμους επαγγελματίες στρατιωτικούς, κοινωνικούς παράγοντες αλλά και σημαίνοντα πολιτικά πρόσωπα. Η παράτολμη αυτή επιχείρηση θα μπορούσε, υπό προϋποθέσεις, να μην αποτύχει αν την είχε αναλάβει κάποιος με την θέρμη του Τσιγάντε αλλά χωρίς την παροιμιώδη περιφρόνηση των κανόνων συνωμοτικότητας και τις αδυναμίες χαρακτήρα (ντόλτσε βίτα, διασπάθιση χρήματος, γυναίκες, χαρτοπαιξίες κλπ) που εκδήλωσε ο Τσιγάντε στην Αθήνα. Με την έννοια αυτή ο Κανελλόπουλος είναι ο κυρίως υπεύθυνος για την τραγική αποτυχία της μείζονος αποστολής του Τσιγάντε, δηλαδή της δημιουργίας αντίστασης – αντίβαρου στο ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Εξ ου και η ανάγκη του μια τόσο εκτενή «απολογία».

Παρεμπιπτόντως, ο αδερφός του Τσιγάντε Χριστόδουλος, απότακτος (και εξευτελιστικά καθαιρεθείς) αντισυνταγματάρχης στα 1935, υπηρετούσε τότε στη Λεγεώνα των Ξένων! Επανήλθε όμως στον ελληνικό στρατό, έγινε διοικητής στον «Ιερό Λόχο» και στη συνέχεια πραγματικός θρύλος, μεταξύ των Ελλήνων αξιωματικών, ως την αποστράτευσή του στα 1948, με το βαθμό του Υποστρατήγου.

Η δράση του Τσιγάντε στην κατεχόμενη Ελλάδα

Γράφει στο ημερολόγιό του ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος:

Λίγες μέρες μετά την άφιξή του στην Αθήνα και μετά την έναρξη λειτουργίας των ασυρμάτων, που πήρε μαζί του, παίρνω ένα ραδιοτηλεγράφημα, όπου μου έλεγε ότι η συνεννόηση με τον Τσέλλο ήταν δύσκολη. Ετηλεγράφησα εξορκίζοντας αυτόν και τον Τσέλλο να βρουν οπωσδήποτε βάση συνεργασίας. Δυστυχώς βάση συνεργασίας δε βρέθηκε μεταξύ Τσέλλου και Τσιγάντε, ούτε μεταξύ Τσιγάντε και πολλών άλλων που του υπέδειξα ή και άλλων προσώπων που αυτός ο ίδιος με δική του πρωτοβουλία αναζήτησε. Ο Τσέλλος είναι κατ’ αρχήν δικαιολογημένος, γιατί τη συνεργασία με τον Τσιγάντε την απέκλεισαν οι συνταγματάρχες που είχαν ήδη καταρτίσει την επιτροπή του αγώνα πριν πάει η εντολή μου για το “Κέντρο Συντονισμού”. Δεν έπρεπε τάχα οι συνταγματάρχες να υπακούσουν στην έγγραφη διαταγή μου, που είχε στα χέρια του ο Τσιγάντες; Δεν έπρεπε από την άλλη μεριά κι ο Τσιγάντες να αποφύγει κάθε θόρυβο και κάθε επίδειξη στην Αθήνα και να μην κάμει τους σοβαρούς αυτούς αξιωματικούς να φοβηθούν, ότι αν έρχονταν σ’ επαφή μαζί του θα πήγαιναν τζάμπα στη φυλακή ή σε στρατόπεδο προτού επιχειρήσουν οτιδήποτε; Μερικοί από τους νέους, που αλόγιστα και επιπόλαια έδωσαν οι Άγγλοι συνοδούς στον Τσιγάντε, άρχισαν – όπως τουλάχιστον μαθαίνω – μ’ έναν τέτοιο τρόπο να επιδεικνύουν τις χρυσές λίρες τους, που κατάντησε νάναι κανείς εκτεθειμένος, μπαίνοντας σ’ επαφή με τον Τσιγάντε, όχι μόνο να καταδιωχθεί από τους Γερμανοϊταλούς, αλλά να υποστεί και την κατακραυγή της κοινής γνώμης. Χίλια δυο περιστατικά συμβάλανε στο να γίνει η αποστολή Τσιγάντε στην Αθήνα πηγή τραγικών ανωμαλιών, που είχαν τον αντίκτυπό τους κι εδώ στη Μέση Ανατολή. Ο Τσιγάντες πείσμωσε στην Αθήνα, οι Άγγλοι, που τον έστειλαν υποστηρίζοντάς τον με πείσμα, ένιωσαν αντίθεση με όσους στην Αθήνα δεν ήθελαν να ρθουν σ’ επαφή μαζί του, ο Τσέλλος (χωρίς ατομικά να φταίει σε τίποτα) έπεσε στη δυσμένεια των Άγγλων, εγώ του κάκου προσπάθησα να βολέψω τα πράγματα, και το αποτέλεσμα ήταν μια βαθύτατη ασυναρτησία, που όμως κατάφερε ο Τσιγάντες, όσο κι αν είχε φταίξει κι ο ίδιος στη δημιουργία της, να της δώσει ένα τέρμα ηρωικό. Η μνήμη του είναι και θα μείνει η μνήμη ενός ήρωα.

Ο Τσέλλος ήταν το δεξί χέρι του Κανελλόπουλου. Η περιγραφή της δράσης της ομάδας Τσιγάντε είναι χαρακτηριστική. Χαρακτηριστική είναι και η προσπάθεια του Κανελλόπουλου να αποσείσει τις δικές του ευθύνες, πρώτα απέναντι στη συνείδησή του: μη ξεχνάμε ότι όλα αυτά είναι εγγραφές ενός προσωπικού ημερολογίου.

Η αρχική αποστολή του Τσιγάντε, την οποία εισηγήθηκε ο ίδιος στους Άγγλους, ήταν να οργανώσει και να εκτελέσει εκτεταμένες δολιοφθορές που θα είχαν ως συνέπεια την καθυστέρηση ανεφοδιασμού των Γερμανών στη Βόρεια Αφρική. Η σημαντικότερη δολιοφθορά σ’ αυτή τη λογική (αν και επιχειρησιακά χωρίς ιδιαίτερη αξία, στη χρονικό σημείο που πραγματοποιήθηκε, αλλά με μεγάλη συμβολική – πολιτική σημασία) ήταν η ανατίναξη της Γέφυρας του Γοργοποτάμου (25 Νοεμβρίου 1942) από Άγγλους σαμποτέρ με τη συνεργασία ΕΛΑΣ και ΕΔΕΣ. Εκείνη την περίοδο ο Τσιγάντε βρισκόταν στην Αθήνα, κάνοντας συνεχείς επαφές.

Οι επαφές αυτές ήταν μια καθαρή αποτυχία, εκ του αποτελέσματος. Αλλά υπήρχε και το ΕΑΜ, για το οποίο γράφει ο ίδιος σε έκθεσή του προς τους Βρετανούς (περιέχεται στο βιβλίο «Μίδας 614» του συναγωνιστή του Σπύρου Κώτση. Ο συγγραφέας δεν αναφέρει την ημερομηνία της έκθεσης, αλλά προφανώς αυτή συντάχθηκε στο τέλος του 1942):

5. ΕΑΜ – Ουδεμία απολύτως αμφιβολία χωρεί, ότι το ΕΑΜ είναι καθαρώς και ουσιαστι­κώς κομμουνιστική οργάνωσις. Ή Διοίκησις, τα νεύρα, η τακτική και αι επιδιώξεις της ορ­γανώσεως ταύτης ειναι καθαρώς κομμουνιστικά. Παρακαλώ να πιστεύητε απολύτως ότι επιβάλλεται και από πολεμικής και από πολιτικής (ελληνικής και αγγλικής απόψεως), ή μη παρο­χή ουδενός μέσου η βοηθείας είς τό ΕΑΜ
Οι λόγοι είναι οι κάτωθι:
α) Το ΕΑΜ επαιζεν τόν ρόλον του φρονηματισμού και εμψυχώσεως τοϋ λαού. Ρόλον επαναστατικο-πολιτικόν. Λόγω της οργανώσεως και τεχνικής αυτού, λόγω σοβαρών σφαλ­μάτων άτινα διέπραξε, ελάχιστο πράγματα δύναται να προσφέρη από πολεμικής απόψεως.

β) Ή τακτική του ΕΑΜ μονοπωλήσεως του αγώνος, τακτική αποδεδειγμένη (όρα εκθεσιν ανταρτικών) εκ πλείστων παραδειγμάτων καθίστα την μετ’ αυτού συνεργασία δυσχερή, και πρωτίστως αποκρούει πάντα τα λοιπά (μη κομμουνιστικά μαχητικά στοιχεία, προκαλούσα την αντίδρασιν αυτών. Πας μη-κομμουνιστής ή μη υποτασσόμενος πλήρως εις την κομμουνιστικήν τακτικήν και διοίκησιν δεν γίνεται δεκτός. Πας αντάρτης ή μαχητής μη ανήκων εις το ΕΑΜ ή δρων ανεξαρτήτως κατηγορείται ως προδότης, φασίστας κλπ. Η τακτική μονοπωλήσεως φθάνει μέχρι εκτελέσεων και καταδόσεων. Η πρόκλησις συνεργασίας όλων είναι θεωρητική μόνον. Είναι απάτη. Καλούν όλους, αλλά υπό τον απαράβατον όρον ότι θα υπακούωσι και θα υποτάσσονται εις τους κομμουνιστικούς ηγέτας.

Τούτο έγινε πλέον αντιληπτόν εις όλους και το ωραίον σύνθημα το οποίον τόσους αρχικώς προσελκυσεν, έπαυσε να εξασκή την έλξιν αυτού. Αντιθέτως καθημερινοί είναι οι αποχωρήσεις ατόμων και ομάδων αίτινες αντελήφθησαν ότι εγένοντο όργανα των κομμου­νιστών και των επιδιώξεων των και ουχί δε εθνικών τοιούτων.

γ) Η όλη προσπάθεια και προπαρασκευή του ΕΑΜ (υπό το πρόσχημα του απελευθερωτικού συστήματος) είναι να επιβή της αρχής μόλις ως αρχίση η κατάρρευσις και πριν ή εμπεδωθή η τάξις. Τώρα οπότε η γενική πολεμική κατάστασις παρουσιάζει το τέρμα τούτου έγγύτερον, ήρχισαν έντονοι προπαρασκευαί προς τούτο. Ομάδες δια τήν κατάληψιν των κέντρων διαβιβάσεων και επικοινωνίας, ομάδες καταλήψεως και καταστροφής κρατικών ιδρυμάτων, τραπεζών κλπ. οργανούνται. Το ΕΑΜ δηλώνει σαφώς ότι αυτό θά σχηματίση Κυβέρνησιν και θα επιβή της αρχής. Ένα Pulsch τύπου Belakhurn προπαρασκευάζεται μετά πολλής δραστηριότητος.
Συνεπώς ενίσχυσις του ΕΑΜ σημαίνει ενίσχυσιν της προπαρασκευής της αναρχίας και της έστω και ολιγοήμερου επιβολής Σοβιετικής επαναστάσεως.

γ) Ή σαφώς αντιαγγλική και φιλοσοβιετική κατεύθυνσις του ΕΑΜ δεν αποκρύπτεται (όρα συνημμένη προκήρυξιν και σχετικά φύλλα του παρανόμου κόμμουνιστικού τύπου). Από τους ελαχίστους και ανίσχυρους απομείναντας μη κομμουνιστάς (Σοσιαλ. Κόμμα) εις την Κεντρικήν Επιτροπήν του ΕΑΜ ετέθη το ερώτημα «τι θα κάνωμεν σαν οι Βούλγαροι εις τας υπ’ αυτών κατεχόμενες ελληνικές επαρχίας κηρύξουν Σοβιετικόν καθεστώς».

Ή απάντησις των κομμουνιστών ηγετών υπήρξε «εάν το θέλει ο λαός των επαρχιών αυτών θα αναγνωρίσωμεν τούτο». Εφιστώ όλως ιδιαιτέρως την προσοχήν υμών εις όλα τα ανωτέρω εκτιθέμενα. Είναι η πραγματικότης. Πραγματικότης τραγική, διότι η αδράνεια και διενέξεις των εθνικών στελεχών, άφηκαν 500 θορυβοποιούς και απροσαρμόστους αποτυχημένους του βίου, να εκμεταλλευθούν το δημόσιον αίσθημα ώστε να δημιουργηθούν κίνδυνοι δια το μέλλον. Εις την δημιουργίαν των κινδύνων τούτων ίσως να μην είναι αμέτοχος και η εκ μέρους υμών επιδειχθείσα έναντι ανεύθυνων και ρομαντικών εισηγήσεων και ή κατόπιν τούτου παροχή μέσων υλικών.

Παρακαλώ, εν τούτοις, να μη με παρεξηγήσετε. Δεν αποκρούω την συνεργασίαν μετά του ΕΑΜ. Αποκρούω την ανεξέλεγκτον παροχήν εις τούτο μέσων τα οποία το κομμουνιστικόν κόμμα χρησιμοποιεί αποκλειστικώς προς ίδιον όφελος. Η συνεργασία, ιδία μετά των μαχητικών μελών του ΕΑΜ είναι ευκταία άλλα υπό τον όρον να τείνη εις την εκτέλεσιν πολεμικών ενεργειών ουχί δε διά την πραγματοποίησιν κομμουνιστικών ή αναρχικών επιδιώξεων.

Επανειλημμένως προέτεινα εις το ΕΑΜ να τους παράσχω τα μέσα δια την εκτέλεσιν συγκεκριμένων πολεμικών πράξεων. Ηρνήθησαν ζητούντες την ανεξέλεγκτον παροχήν χρη­μάτων. Επανειλημμένως επρότεινα να τους δώσω αξιωματικούς ίνα συμμετάσχουν εις τα υπ’αυτών διευθυνόμενα ανταρτικά σώματα. Ηρνήθησαν ή παρουσιασθέντας τους παρεπλάνηοαν και τελικώς τους απέπεμψαν».

Από την ανάγνωση αυτού του αποσπάσματος της έκθεσης Τσιγάντε προκύπτουν εξαιρετικά ενδιαφέροντα στοιχεία: Ο Τσιγάντε είχε επαφές με το ΕΑΜ οι οποίες κατέληξαν σε πλήρη διάσταση απόψεων. Αναφέρει με κατηγορηματικό τρόπο ότι το ΕΑΜ προετοιμάζεται ήδη (τέλη 1942) για την κατάληψη της εξουσίας με συγκεκριμένες προπαρασκευές ενεργειών για κατάληψη κομβικών σημείων – στόχων. Προβάλει το θέμα της ενδεχόμενης επιπλοκής σε πιθανές κινήσεις αυτοδιάθεσης (απόσχισης) της Μακεδονίας. Κάνει έμμεση αλλά σαφή κριτική στον «αστικό» πολιτικό κόσμο (και τους Άγγλους) για την άκριτη υποστήριξη με υλικούς πόρους του ΕΑΜ. Και προτείνει μια πολύ συγκεκριμένη αλλαγή τακτικής απέναντι στο ΕΑΜ. Οι εξελίξεις δικαίωσαν εν μέρει τις θέσεις του Τσιγάντε, αλλά η Ιστορία επέλεξε άλλους δρόμους από τους οποίους έπρεπε να περάσουν οι σχέσεις της εξόριστης ελληνικής κυβέρνησης και των Άγγλων με το ΕΑΜ και – κυρίως – τον επίφοβο και πολύ καλά οπλισμένο μετά την αποχώρηση των Ιταλών, ΕΛΑΣ.

tsigantes_corps

Ο θάνατος του Τσιγάντε

Όπως είναι γνωστό ο Τσιγάντε σκοτώθηκε σε συμπλοκή με Ιταλούς καραμπινιέρους στο κέντρο της Αθήνας, στις 14 Ιανουαρίου 1943. Υπάρχει ομοφωνία όσων έχουν γράψει σχετικά ότι υπήρξε τηλεφωνική κατάδοση της παρουσίας του Τσιγάντε στο συγκεκριμένο σπίτι, στους Ιταλούς. Με μοναδική εξαίρεση τον ίδιο τον Ιταλό στρατιωτικός διοικητή, στρατηγό Τζελόζο, σε συνέντευξή του στον δημοσιογράφο Ελευθέριο Κοτσαρίδα, κατά την διάρκεια μάλιστα του Εμφυλίου.

Η συνέντευξη αυτή του Τζελόζο, ανατυπώθηκε στο βιβλίο του Κοτσαρίδα που εκδόθηκε με τίτλο «Ανταποκρίσεις, άρθρα και συνεντεύξεις» από τις εκδόσεις «Ερμής» το 1972. Σ’ αυτήν, ο Ιταλός στρατηγός διαψεύδει κατηγορηματικά τις φήμες περί κατάδοσης του Τσιγάντε και διαβεβαιώνει πως η σύλληψή του οφείλεται σε καθαρή τύχη. Αυτή υπήρξε η ενημέρωσή του, τόσο γραπτώς, όσο και προφορικώς.

Το σχετικό απόσπασμα:

25440088

και στη συνέχεια:
«Αι υπηρεσίες μας της πολιτικής παρακολουθήσεως, είχαν παρατηρήσει ασυνήθη κίνησιν εις ένα σπίτι της οδού Πατησίων, και υπέδειξαν εις τους Καραμπινιέρους να εξακριβώσουν τι συμβαίνει εκεί μέσα. Οι Καραμπινιέροι εμπήκαν εις το σπίτι και ήρχισαν έρευναν, χωρίς να ξέρουν τίποτα απολύτως περί Τσιγάντε. Τότε αντελήφθησαν εις ένα διαμέρισμα την μυρωδιά καιομένων χαρτιών. Αυτό εκίνησε την προσοχήν των και εστράφησαν προς το διαμέρισμα. Επηκολούθησε συμπλοκή, κατά την οποία εφονεύθη ο Τσιγάντες. Αυτή είναι η αλήθεια, τα άλλα είναι θρύλοι».

Θρύλοι;! Πώς να πιστέψει κανείς κάτι τέτοιο; Ο Κανελλόπουλος πάντως δεν είχε αμφιβολία ότι ο Τσιγάντε έπεσε θύμα προδοσίας. Γράφει, πέντε μήνες αργότερα, στις 6 Μαΐου 1943:

«Αυτές τις μέρες με απασχολεί πολύ το μυστήριο που υπάρχει γύρω από το φόνο του Γιάννη Τσιγάντε. Ποιοι πρόδωσαν το καταφύγιό του και μπήκαν οι Ιταλοί να τον συλλάβουν; Έφτασαν τελευταία εδώ κάμποσα πρόσωπα από το άμεσο περιβάλλον που είχε δημιουργήσει στην Αθήνα. Η υπόθεση είναι φοβερά πολύπλοκη. Κρατάω στα χέρια μου μερικά νήματα. Θα κοιτάξω να τα χειρισθώ με τον καλύτερο τρόπο».

Και στην εγγραφή της 8ης Μαΐου:

Ποιος όμως τον πρόδωσε; Ελπίζω να μπορέσουμε μια μέρα να δώσουμε απάντηση στο ερώτημα αυτό. Ως τα σήμερα ξέρω τούτο: ότι μόνον άνθρωποι που ο ίδιος είχε διαλέξει ή που διάλεξαν οι Άγγλοι και τούδωσαν από δω ήξεραν το μυστικό καταφύγιο όπου τον βρήκαν. Επίσης ξέρω κάτι ακόμα: ότι μόνο τρεις ή τέσσερες άνθρωποι – κι αυτοί όλοι ανήκουν φυσικά στην κατηγορία των παραπάνω – ήξεραν ότι το μοιραίο εκείνο μεσημέρι θα πήγαινε ο Τσιγάντες στο καταφύγιο, όπου τον βρήκαν οι Ιταλοί. Μ’ άλλα λόγια: δεν είναι δύσκολο ν’ ανακαλυφθεί η αλήθεια».

Ο αγαθός Κανελλόπουλος δεν μπορούσε να γνωρίζει, ούτε και να φανταστεί, ότι στο «μυστικό καταφύγιο» μπαινόβγαινε αρκετός κόσμος, όπως θα δούμε στη συνέχεια. Αλλά ας δούμε την πολύ ενδιαφέρουσα  εγγραφή της 9ης Μαΐου, όπου ο Κανελλόπουλος υπονοεί ως ύποπτο προδοσίας κάποιον από τον κύκλο των συνεργατών του Τσιγάντε, χωρίς ωστόσο να τον κατονομάζει:

«Ας ξαναγυρίσω στην υπόθεση του Γιάννη Τσιγάντε. Όπως είπαμε, η απόφαση για την αποστολή του στην Ελλάδα ήταν αγγλική, κι εγώ δεν μπορούσα ν’ αντιδράσω, ούτε έπρεπε. Γιατί τάχα η τόση αντίδραση στην Αθήνα εναντίον του; Πρέπει η αντίδραση ν’ αποδοθεί μόνο και μόνο στο θόρυβο που έκανε φτάνοντας εκεί, στο σούσουρο που έγινε γύρω από τις οκάδες λίρες που πήρε μαζί του, στις αναμφίβολα πολλές επιπολαιότητες που έκανε ο ίδιος και το άμεσο περιβάλλον του; Όλα αυτά δικαιολογούσαν χωρίς άλλο δισταγμούς επαφής και συνεργασίας μαζί του, δεν αρκούν όμως, μου φαίνεται, για να δικαιολογήσουν και την απόλυτη επίμονη άρνηση που πρόβαλαν πολλοί. Ο Τσιγάντες, αν δεν βρισκόταν μπροστά στη σχεδόν γενική αντίδραση στρατηγών και ανωτέρων αξιωματικών, θάμπαινε ίσως, κάτω από την επίδραση ιεραρχικώς ανωτέρων του, σε πειθαρχία και τάξη, δε θ’ αναλάβαινε ίσως μόνος του τις συνεννοήσεις με πολιτικά πρόσωπα, που τις έκανε όμως (όπως μου λένε) μέσα στο πνεύμα των οδηγιών μου, αλλά που δεν έπρεπε μόνος του να τις διεξαγάγει, γιατί δεν ήταν αυτό δουλειά δική του, θα είχε περισσότερο καιρό και ψυχική ηρεμία για ν’ αφιερωθεί στο κύριο έργο του, δηλαδή στη σπουδαία επικίνδυνη αποστολή, που του είχαν οι Άγγλοι αναθέσει, και… ποιος ξέρει, ίσως και το έργο αυτό θα το εκτελούσε, και ο ίδιος δε θα σκοτωνόταν. Όταν τον περασμένο Σεπτέμβριο άρχισα να μαθαίνω όσα γίνονταν στην Αθήνα, έκαμα ό,τι περισσότερο μπορούσα για να πείσω τους Άγγλους – στην Αγγλοελληνική επιτροπή – να του τηλεγραφήσουν διαβιβάζοντάς του εκ μέρους των και εκ μέρους μου την εντολή να περιορισθεί στην ειδική αποστολή του, δηλαδή να παρατήσει – αφού βρήκε αντίδραση γύρω του, δικαιολογημένη ή αδικαιολόγητη – κάθε άλλη πολιτική συνεννόηση ή ενέργεια για την ίδρυση οργανώσεων. Ποτέ δεν του είχα δώσει εντολή να τα κάνει αυτά μόνος του. Αυτά όλα, που ήταν συνυφασμένα με τη δευτερεύουσα αποστολή του, έπρεπε να τ’ αναθέσει στην Αθήνα σ’ άλλους, που του είχα υποδείξει, και αφού αυτοί οι άλλοι δεν ήθελαν να έρθουν σ’ επαφή μαζί του έπρεπε να μην πάρει πρωτοβουλίες μόνος του, αλλά να ζητήσει νέες οδηγίες από μένα. Δεν ξέρω τι έκαναν οι Άγγλοι, αν δηλαδή έστειλαν τα τηλεγραφήματα που ζητούσα. Ενώ τους ασυρμάτους στην Ελλάδα τους χειρίζονται Έλληνες, τους ασυρμάτους εδώ τους χειρίζονται Άγγλοι. Αν έμενα στην Κυβέρνηση, θ’ άλλαζε κι αυτό λίγο-λίγο. Όταν, γυρίζοντας από το πρώτο μου ταξίδι στο Λονδίνο, άκουσα όχι μόνο από τα χείλη του Τσέλλου, αλλά και από τα χείλη του στρατηγού Ζυγούρη, και άλλων αξιωματικών, το κακό που γινόταν στην Αθήνα, τα μπλεξίματα του Γιάννη Τσιγάντε, προσπάθησα να πείσω τους αρμόδιους Άγγλους να μετακαλέσουμε τον Τσιγάντε για να τον σώσουμε κι αυτόν από το μοιραίο δρόμο που είχε πάρει, και για να κάνουμε και την Αθήνα ν’ ανασάνει από το βάρος που είχε ρίξει εκεί στα στήθη όλων των αξιωματικών η παρουσία του Τσιγάντε. Στις 16 Νοεμβρίου το βράδυ, στο σπίτι του Λόρδου Glenconner, είχα πείσει τον Λόρδο και αρκετά κάμψει τον συνταγματάρχη Keeble και τον συνταγματάρχη Tamplin. Στις 18 Νοεμβρίου είχαμε κανονική συνεδρίαση πάνω στο θέμα. O Glenconner είχε αλλάξει. Υπεύθυνος για την αλλαγή αυτή προπάντων ο συνταγματάρχης Tamplin. Όταν μ’ έθεσαν μπροστά στο δίλημμα, λέγοντάς μου ότι όλα είναι έτοιμα για την εκτέλεση της ειδικής μεγάλης αποστολής που είχε αναλάβει ο Τσιγάντες και ότι αν μετακληθεί θα είμαι υπεύθυνος για την μη πραγματοποίηση ενός σχεδίου, που θα διευκολύνει πολύ τον συμμαχικό αγώνα, όταν μου είπαν, ότι ακριβώς εκείνες τις μέρες είχαν στείλει στην Ελλάδα το συμπληρωματικό υλικό που είχε φτάσει επίτηδες με δυο Liberators από την Αγγλία, όταν είδα ότι η επιμονή μου δεν μπορούσε να έχει αποτέλεσμα, αναγκάσθηκα να σιωπήσω και ν’ αφήσω την υπόθεση να τραβήξει τον μοιραίο της δρόμο. Εγώ ήμουν βέβαιος – και τους το είπα – ότι με τα πρόσωπα που τούδωσαν του Τσιγάντε οι Άγγλοι, και με την αποχή των βοηθών που του είχα υποδείξει εγώ στην Αθήνα, και η ειδική μεγάλη αποστολή που του είχε ανατεθεί από το Ναυαρχείο δεν θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί, και ο ίδιος, μένοντας στην Αθήνα, εκτός από τις γενικότερες ανωμαλίες που θα εξακολουθούσε προκαλώντας με την παρουσία του, θα εκινδύνευε να χαθεί χωρίς λόγο. Οι Άγγλοι ανένδοτοι. Και δυστυχώς βγήκε αληθινός ο λόγος μου. Πέρασαν δυο μήνες από τότε ώς τη μοιραία ημέρα, και το όνειρο του Tamplin δεν επραγματοποιήθηκε. Επραγματοποιήθηκε μονάχα εκείνο που φοβόμουνα και το φοβόταν – όπως μούλεγε κάθε φορά που τον συναντούσα – ο συνταγματάρχης Λάκης Τσιγάντες. “Κάνετε ό,τι μπορείτε για να γυρίσει ο αδελφός μου, γιατί θα πάει άδικα χαμένος”. Έτσι μου είπε κάμποσες φορές ο Λάκης Τσιγάντες. Κατάφερε βέβαια την τελευταία στιγμή ο ίδιος – ο Μπάρμπα-Γιάννης, όπως άκουσα πρώτη φορά από το στόμα της Σοφίας Βέμπο, και όπως τον ονόμαζαν οι συνεργάτες του στην Αθήνα – να πεθάνει μ’ έναν τέτοιο τρόπο, που ο χαμός του δεν μπορεί να ονομασθεί άδικος. Έγινε θρύλος, κι όποιος γίνεται θρύλος δεν πηγαίνει άδικα χαμένος. Ωστόσο, ολόκληρη αυτή η ιστορία είναι βαθύτατα οδυνηρή. Το πρώτο ραδιοτηλεγράφημα για το φόνο του Τσιγάντε που σημειώθηκε στις 14 Ιανουαρίου, στάλθηκε από τον Φώτη Μανωλόπουλο – έναν έφεδρο ανθυπολοχαγό που είχε πάει μαζί του – και μου τόδειξαν οι Άγγλοι στο Λονδίνο. Στο τηλεγράφημα αυτό, πλάι σ’ άλλες φράσεις, υπάρχουν και οι εξής: “Tzigandes was killed. Certain person who wished to become leader of the mission wished to exploit the situation but my action prevented this. All members of the mission now gathered under my leadership… we have severed all contact with non-members of the mission with the exception of the … (εδώ υπάρχει ένα όνομα που πρέπει προσωρινά να μη μπει πάνω σε χαρτί) and of those responsible for money. Have instructed the latter to submit a statement of their expenses to date and deliver to me within 48 hours the balance held by them…”. Έμαθα στο μεταξύ ότι τις χρυσές λίρες (δηλαδή τις υπολειπόμενες) τις φύλαγε ένας αξιωματικός της αστυνομίας και τις μετέφερε από ένα σπίτι σ’ άλλο, την επομένη του φόνου του Τσιγάντε, ένας άλλος νέος του περιβάλλοντός του, ο λεγόμενος Μήκης. Όταν γύρισα από το Λονδίνο, έμπλεξα με το κίνημα του στρατού, πήγα στη Βηρυτό, παραιτήθηκα, και από τότε οι Άγγλοι δε μου λεν πια τίποτα πάνω σ’ αυτό το θέμα, γιατί δεν είμαι πια αρμόδιος. Αλλά κι αν ήμουν, ζήτημα είναι αν θα μούλεγαν. Προσπαθούν να ξεμπλέξουν την υπόθεση μόνοι τους, και δεν κάνουν άσχημα. Ξέρουν, ότι ευθύνονται, γιατί – χωρίς νάναι η πρόθεσή τους κακή – νόμιζαν ότι είχαν το δικαίωμα και την ικανότητα ν’ ανακατεύονται, παίρνοντας πρωτοβουλίες μόνοι τους, σε πράγματα που έπρεπε να τα εξαρτήσουν από την γνώμη υπευθύνων Ελλήνων…».

Και στις 26 Ιουνίου:

«Ήρθε από την Ελλάδα ο Φώτης Μανωλόπουλος, ο έφεδρος ανθυπολοχαγός, που είχε πάει πέρυσι εκεί με τον Γιάννη Τσιγάντε. Μόλις έφτασε, ζήτησε αμέσως να με ιδεί. Είναι άλλωστε και συμπολίτης μου, Πατρινός, και νιώθει κάποια σχέση μαζί μου. Γενικά, ο Μανωλόπουλος είναι από εκείνους που έδειξαν, όπως πιστεύουν οι Άγγλοι, την πιο καλή διαγωγή. Τον είδα δυο φορές, από τρεις ώρες την κάθε φορά. Εθεώρησε χρέος του – επειδή (έστω και κατά τύπους) τον έστειλα εγώ – να μου κάμει μια λεπτομερή αναφορά για όλα. Έμαθα πράγματα απίστευτα. Ανατρίχιασα. Μ’ έπιασε μια θλίψη βαθύτατη. Όσα μου είπε, δεν τα είπε σε κανέναν, ούτε στους Άγγλους».

Δυστυχώς ο συνήθως λαλίστατος Κανελλόπουλος τηρεί σιγήν ιχθύος για όσα του είπε ο Μανωλόπουλος, εκείνες τις μέρες του Ιουνίου, στη μακρινή Αίγυπτο. Πιθανολογούμε όμως ότι η «βαθύτατη θλίψη» που αισθάνθηκε είχε να κάνει και με την πολύ κακή  επίδραση που είχε η αφθονία των χρυσών λιρών στα μέλη της οργάνωσης «Μίδας» και στον ίδιον τον αρχηγό της. Διαβάζουμε σχετικά, σε διαδικτυακή ανάρτηση:

Τα εσωτερικά της οργάνωσης «Μίδας» είναι πολύ περίπλοκα και θα πρέπει κάποτε να ανακεφαλαιωθούν. Ο Στέφανος Δούκας, συνεργάτης του Τσιγάντε, δεν θα φεισθεί (σε ένορκη μάλιστα κατάθεσή του μεταπολεμικά) χαρακτηρισμών για τον αρχηγό της αποστολής. Θα μιλήσει περί «παταγώδους αποτυχίας» και θα εστιάσει τα φαρμακερά βέλη του στο πράγματι σημαντικό ζήτημα της διασπάθισης του χρυσού που είχε ο «Μίδας»:

«Εκείνο όμως όπερ δέον να εξετασθή μετά σχολαστικότητος είναι η διάθεσις του τεραστίου ποσού των 12.000 χρυσών λιρών. Υπάρχουν πλείσται διαδόσεις διά πολλούς και διαφόρους. Δεν έχω δι’ ουδένα τι το συγκεκριμένον. Τους μόνους ους δύναμαι μετά τινος βεβαιότητος να κατηγορήσω είναι το άμεσον περιβάλλον του Ταγματάρχου Τσιγάντε, όπερ ζώντος έτι του Τσιγάντε εσπατάλει ποσά εις διασκεδάσεις και εξωτερικάς εμφανίσεις  και όπερ ενεφανίζετο ζών κατά τρόπον όχι απλώς πολυτελή και σπάταλον αλλά εν γένει σκανδαλώδη. Και αυτός ούτος ο Τσιγάντε διήγε παραπλησίαν ζωήν…».

Αυτά που αναφέρει ο Δούκας παραμένουν γενικά και αόριστα, αλλά περιέχουν μια θολή υπόνοια προδοσίας λόγω των χρυσών λιρών και της κακής επίδρασης που είχαν αυτές στους αγωνιστές του «Μίδα». Καταγράψαμε όμως, με πηγή τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο, μια πολύ πιο συγκροτημένη θεωρία για «εσωτερική προδοσία» από φιλοδοξία ηγεσίας, η οποία ωστόσο δεν επιβεβαιώθηκε (ή δεν ερευνήθηκε όσο έπρεπε) ποτέ.

Η δεύτερη θεωρία για το ποιος μπορεί να ήταν ο προδότης αφορά το συνήθη ύποπτο, δηλαδή το ΕΑΜ. Διαβάζουμε στην ιντερνετική πηγή που αναφέραμε και νωρίτερα:

Πρόκειται για ένα μικρό κείμενο, που είχε περιληφθεί δύο μήνες μετά τον φόνο του Τσιγάντε στο υπ’ αριθ. 21 Εμπιστευτικό Δελτίο Ειδήσεων του ΚΚΕ και του ΕΑΜ (Αθήνα 18 Μάρτη 1943). Δεν παραδέχεται μόνον ότι οργανώσεις του ΕΑΜ ήταν εκείνες που είχαν αποφασίσει την εξουδετέρωση του «προδότη» Τσιγάντε με εκτέλεση, αλλά μάλιστα ότι είχαν συγκροτήσει εκτελεστικό απόσπασμα που βρέθηκε να κατευθύνεται στην Πατησίων 86 για να τον σκοτώσει την ώρα ακριβώς που οι Ιταλοί καραμπινιέροι μόλις είχαν διαπράξει με άλλη διαδικασία την ίδια ενέργεια!

Ιδού τι αναφερόταν επί λέξει στο προαναφερθέν υπ’ αριθ. 18 «εμπιστευτικό δελτίο ειδήσεων»:

«Το Γενάρη σκοτώθη στην Αθήνα ο αξ/κός Τσιγάντες. Αυτός δουλεύοντας για λογαριασμό της Κυβέρνησης του Λονδίνου ήρθε δυο φορές στην Αθήνα φέρνοντας λεφτά, τα οποία διέθεσε για το ΕΑΜ. Την τρίτη φορά που ήρθε συνδέθηκε με «σαλδάρες» και τους έδωσε άφθονο χρήμα για να οργανώσουν ομάδες ανταρτικές με διαφορετικό πολιτικό περιεχόμενο από κείνο που έχει το ΕΑΜ. Οι οργανώσεις μας που πιστεύουν απόλυτα στην αρχή του αθανάτου μας Λένιν… όλα τα μέσα για το σκοπό ΔΕΝ ΔΙΣΤΑΣΑΝ ΝΑ ΤΟΝ ΠΛΗΡΩΣΟΥΝ, ΟΠΩΣ ΕΠΡΕΠΕ. ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ ΠΟΥ ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΟ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΑΓΩΝΙΣΤΕΣ ΠΗΓΑΙΝΕ ΝΑ ΤΙΜΩΡΗΣΕΙ ΑΥΤΟΝ ΤΟΝ ΕΘΝΙΚΟ ΠΡΟΔΟΤΗ βρήκε καραμπινιέρους στο σπίτι του που τον είχαν σκοτώσει σε συμπλοκή».

Η ανάγνωση του κειμένου αυτού μυρίζει «κατασκευή» και μάλιστα από όχι ιδιαίτερα ικανό πλαστογράφο. Ωστόσο, η πιθανότητα το ΕΑΜ (δηλαδή το ΚΚΕ) να είχε θέσει ως στόχο την εξόντωση του Τσιγάντε δεν μπορεί να αποκλειστεί, κάθε άλλο μάλιστα. Δεν έχει όμως νόημα να τη συσχετίζουμε με το γεγονός της κατάδοσης στους Ιταλούς, καθώς δεν υπάρχει το παραμικρό σχετικό στοιχείο.

Η τρίτη θεωρία περί προδοσίας έχει να κάνει με την ανάμιξη γυναικών, με τις οποίες οι σχέσεις του Τσιγάντε υπήρξαν έντονες και πυκνές. Ο Τσιγάντε είχε σύζυγο, την αδελφή της «Κας Ψαρρού», δηλαδή της συζύγου του συνταγματάρχη Δ. Ψαρρού. Είχε όμως και μια Ελβετίδα ερωμένη, τη «Μαλού». Μαρτυρία ενός συνεργάτη του (του αστυνόμου Λεωνίδα Παρίση) αναφέρει ότι κάποιος είχε πλαγιάσει εκείνο το πρωί στο κρεβάτι της μοιραίας γκαρσονιέρας, αλλά και ότι είχε πάει εκεί η «Κα Ψαρρού», με την οποία είχε συζήτηση και ο ίδιος!

Διαβάζουμε στην ιντερνετική πηγή:

Η κυρία Ψαρρού ταυτόχρονα όμως ήταν αδελφή της κυρίας Τσιγάντε και δεν αποκλείεται η συζήτηση με τον γαμπρό της να αναφερόταν σε κρίσιμα οικογενειακά θέματα του ζεύγους και να μετέφερε τις απόψεις της τελευταίας αναφορικά με τον μόνιμο δεσμό του ταγματάρχη Τσιγάντε με την Ελβετίδα Μαλού ή άλλες εξωσυζυγικές σχέσεις… Και μια τελευταία λεπτομέρεια, που την επισημαίνει ο Σπυρ. Κώτσης, μέλος της αποστολής Τσιγάντε: Κανείς οικείος ή συγγενής δεν ενδιαφέρθηκε να παραλάβει τη σορό του νεκρού αξιωματικού, με αποτέλεσμα οι Ιταλοί να την παραδώσουν στην Αστυνομία για ταφή.

Την εκδοχή της ζήλειας, που οδήγησε την άγνωστη καταδότρια στην αποτρόπαια πράξη της, υιοθετεί και η Ιωάννα Τσάτσου στο κατοχικό ημερολόγιό της («Φύλλα Κατοχής»), στο οποίο δίνει με χαρακτηριστική συντομία το πλαίσιο της εμφάνισης του Τσιγάντε στην κατοχική Αθήνα.

15 Σεπ. 1942: «Τηλεφώνησε ο Αρχιεπίσκοπος πως έφθασε στην Ελλάδα ο Γιάννης Τσιγάντες, με μεγάλα σχέδια, πολλά μέσα και πολλά χρήματα. Πρώτος σκοπός του Τσιγάντε είναι ο συντονισμός της αντίστασης και η αποτελεσματική συμπαράστασή της από μέρους της ελεύθερης Κυβέρνησης. Το γεγονός είναι αξιόλογο. Νοιώθομε πως η επίσημη ελεύθερη Ελλάδα μάς στεγάζει. Δεν θα είμαστε πια σκόρπιοι αντιμαχόμενοι, ανοργάνωτοι».

15 Οκτ. 1942: «Ο λοχαγός Στέφανος Δούκας κοντά στ’ άλλα είναι και σύνδεσμος του Γιάννη Τσιγάντε. Έρχεται ταχτικά και βλέπει τον Κωστάκη. Ο Τσιγάντες θέλει να οργανώσει το Ανώτατο Εθνικό Συμβούλιο με Πρόεδρο το Δεσπότη. Είναι δύσκολο. Χρειάζονται πρόσωπα εμπιστοσύνης και γενικού κύρους. Ο Κωστάκης δίνει ονόματα και ιδέες στον Στέφανο Δούκα και ο Δούκας τα μεταφέρει στον Τσιγάντε».

23 Νοε. 1942: «Οι συνεννοήσεις του Τσιγάντε με τον Κωστάκη συνεχίζονται. Σ’ όλα τα κύρια σημεία έχουν συμφωνήσει. Τώρα ήρθε η ώρα να συναντηθούν με τον Αρχιεπίσκοπο».

8 Ιαν. 1943: «Αλλοιωμένος, κατάκοπος, ο Μακαριώτατος ήρθε χτες αργά στο σπίτι, όπου τον περίμενε ο Γιάννης Τσιγάντες. Οι εικόνες που είχε ζήσει όλη μέρα τον παρακολουθούσαν και τον βασάνιζαν. Σιγά σιγά άρχισε να μιλάει κι αυτόν ήταν μια ανακούφιση, μια διέξοδος. Έπειτα με τον Γιάννη Τσιγάντε και τον Κωστάκη έβαλαν τις βάσεις του Εθνικού Συμβουλίου».

12 Ιαν. 1943: «Ο Κωστάκης πήγε να συναντήσει τον Τσιγάντε σ’ ένα σπίτι πίσω από το Θέατρο Περοκέ. Είχαν ακόμη πολλά να συζητήσουν. Στη συζήτηση παρευρίσκονταν κι οι συνεργάτες του Τσιγάντε Κ.17 και Κ.18 (Ιωαννίδης και Λιναράς)».

14 Ιαν. 1943: «Απίστευτο σαν παραμύθι. Ο Στέφανος Δούκας αλλοιωμένος μάς έφερε την είδηση. Ο Γιάννης Τσιγάντες είναι νεκρός. Μια γυναίκα, λένε από ζήλεια, τηλεφώνησε στους ιταλούς: “Πηγαίνετε Πατησίων 86, θα συλλάβετε άγγλο”. Οι ιταλοί πολιόρκησαν την πολυκατοικία. Έγινε σωστή μάχη».

15 Ιαν. 1943: «Σήμερα έγινε η κηδεία του. Θάψαμε το παλληκάρι, θάψαμε και την ιδέα μιας πανεθνικής αντίστασης. Το βραδάκι ήρθε ο Στέφανος και μας είπε περισσότερα νέα. Οι ιταλοί μετά το τηλεφώνημα άρχισαν συστηματική έρευνα σ’ όλα τα πατώματα της πολυκατοικίας. Στην γκαρσονιέρα του Τσιγάντε ήταν δυο δικοί μας αξιωματικοί. Όταν δοκίμασαν να βγουν εμποδίστηκαν από τον ιταλό φρουρό. Τότε γύρισαν πίσω και πληροφόρησαν τον Τσιγάντε πως είναι πολιορκημένοι. Εκείνος ψύχραιμος άρχισε να καίει το αρχείο του. Ήταν μεγάλο, δεν πρόφταινε να τα κάψει όλα. Έσχιζε και έρριχνε τα χαρτιά στη φωτιά. Έρριχνε και μέσα στη λεκάνη της τουαλέτας. Οι ιταλοί είδαν καπνό και μπήκαν στην γκαρσονιέρα. Ο Τσιγάντες έβγαλε το πιστόλι του, πυροβόλησε τον ιταλό και δοκίμασε να φύγει. Στην εξώπορτα όμως τον εμπόδισε ο σκοπός. Πυροβόλησε κι αυτόν και τον πλήγωσε. Μα ο λαβωμένος τού τράβηξε από πίσω και το παλληκάρι έπεσε νεκρό».

24 Ιαν. 1943: «Πάρα πολλοί αξιωματικοί και πολίτες είναι ανακατεμένοι στην υπόθεση Τσιγάντε. Όλους αυτούς τους μήνες που βρίσκονταν στην Ελλάδα είχε ατελείωτες επαφές. Όπως συνήθιζε να κρατά σημειώσεις, κανείς δεν γνωρίζει αυτή τη στιγμή αν το όνομά του δεν είναι στα χέρια των Ιταλών. Όλοι κρύβονται. Ο Στέφανος Δούκας είναι σ’ επαφή μ’ ένα δίχτυο αντικατασκοπείας. Περνά ταχτικά από το σπίτι και μου λέει τα τελευταία νέα. Εγώ πάλι τα μεταδίδω στον Κωστάκη κι αυτός στον Αρχιεπίσκοπο. Οι ιταλοί έχουν σπάσει τη λεκάνη και έχουν πολλά χαρτιά στα χέρια τους».

Ο Δημήτρης Γυφτόπουλος, στενός συνεργάτης του Τσιγάντε, δίνει μιαν άλλη εκδοχή, που ουσιαστικά μηδενίζει την πιθανότητα προδοσίας:

Όμως, αν το θάρρος και κυρίως η πλαστή ταυτότητα του έδωσαν άδεια εξόδου από τον κλοιό των καραμπινιέρων, η δύναμη της συνήθειας και το κάψιμο των χαρτιών πρόδωσαν την ταυτότητά του και αποκάλυψαν την αντρειωσύνη του. Από την παιδική του ηλικία ο Γιάννης Τσιγάντες φεύγοντας από το σπίτι του άφηνε πάντοτε την πόρτα ανοιχτή. Η κακή αυτή συνήθεια που δεν μπόρεσε να αποβάλει, στάθηκε ρυθμιστής του ριζικού του. Μετά το Ο.Κ. από τον επικεφαλής αξιωματικό των καραμπινιέρων, ενώ κατευθύνεται προς την έξοδο της πολυκατοικίας, ακούει την φωνή του Ιταλού που κρατάει το Μήκη ως ύποπτο “Σινιόρε, σινιόρε, λα πόρτα”. Γυρίζει να κλείσει την πόρτα, από την οποία έβγαινε καπνός, που αντιλαμβάνονται οι Ιταλοί και σπεύδουν προς το διαμέρισμα μαζί με τον Τσιγάντε. Ο Τσιγάντες αιφνιδιάζει τους Ιταλούς. Τράβηξε το περίστροφό του και πυροβόλησε στο ψαχνό. Κάποιος του έπιασε το χέρι. Τον βγάζουν στο διάδρομο και τον καρφώνουν στον τοίχο με το οπλισμένο χέρι ψηλά.

Υπάρχει όμως και μια άλλη αφήγηση, του Κωνσταντίνου Μαυρίδη:

Το 1953, ένα έκτακτο στρατοδικείο δικάζει μια μεγάλη ομάδα στελεχών του ΚΚΕ για κατασκοπεία. Ανάμεσα στους κατηγορούμενους είναι ο μετέπειτα γραμματέας του κόμματος, Χαρίλαος Φλωράκης, ο Κώστας Λουλές, ο Λεωνίδας Τζεφρώνης και ο συγγραφέας Περικλής Ροδάκης. Οι κατηγορίες είναι βαρύτατες και επισύρουν την ποινή του θανάτου και ο βασιλικός κατήγορος δεν χάνει την ευκαιρία να στολίζει τους κατηγορούμενους με τα κλασικά επίθετα της εποχής όπως «αναρχοκομμουνιστοσυμμορίτες», «προδότες του έθνους», κ.λπ. Στο δικαστήριο έχει προσέλθει ως μάρτυρας κατηγορίας κάποιος ανώτερος αξιωματικός της αστυνομίας, ο οποίος, παίρνοντας τη σκυτάλη από τον βασιλικό επίτροπο, συνεχίζει το στόλισμα των κατηγορουμένων με πληθώρα κοσμητικών επιθέτων αναλόγου ύφους. Κάποια στιγμή, ο Περικλής Ροδάκης δεν αντέχει άλλο το υβρεολόγιο και απευθύνει τον λόγο στον αστυνομικό: «Έχεις το θράσος  να μας αποκαλείς προδότες; Εσύ δεν πρόδωσες τον Τσιγάντε για τις λίρες και η γυναίκα που τηλεφώνησε στους Ιταλούς δεν είναι τώρα η σύζυγός σου;» Με το άκουσμα των παραπάνω, ο μάρτυρας κατηγορίας σωριάζεται αναίσθητος και το δικαστήριο διακόπτει τη συνεδρίαση καθώς έχει επικρατήσει χάος.
Οι κατηγορούμενοι, τελικά, θα καταδικαστούν σε πολύχρονες ποινές φυλάκισης και η δικαιοσύνη θα αγνοήσει την ευθεία κατηγορία εναντίον του λιπόθυμου αξιωματικού της αστυνομίας και δεν θα ερευνήσει το θέμα. Ακόμη και σήμερα, εβδομήντα και κάτι χρόνια μετά την προδοσία και τον θάνατο του ταγματάρχη Ιωάννη Τσιγάντε και παρά τη μεταπολεμική έρευνα κατόπιν παραγγελίας της ελληνικής Βουλής, η ταυτότητα του μυστηριώδη πληροφοριοδότη που κάρφωσε τον Τσιγάντε στην ιταλική καραμπινιερία, αλλά και η τύχη των χρυσών αγγλικών λιρών που αυτός μετέφερε, παραμένει άγνωστη. Οι άκαρπες έρευνες επί του θέματος και η προσπάθεια των μεταπολεμικών κυβερνήσεων να ρίξουν το φταίξιμο για την προδοσία στο ΕΑΜ, συνάδουν στο γεγονός ότι υπήρξε απόλυτα επιτυχημένη προσπάθεια προστασίας του προσώπου που πρόδωσε τον Τσιγάντε, προσπάθεια που, ίσως, συνεχίζεται ακόμη και σήμερα.

Επίλογος

Από θεωρίες πάμε (πάντα) καλά. Όσο για τη Μαλού, την Ελβετίδα ερωμένη, αναφέρεται ότι είχε συνάψει σχέσεις και με τον περίφημο Βουλπιώτη, ο οποίος ήταν επίσημος αντιπρόσωπος της Ζήμενς και εμπνευστής της δημιουργίας των Ταγμάτων Ασφαλείας. Αλλά αυτή, πιθανότατα, είναι μια εντελώς άσχετη ιστορία. Η οργάνωση «Μίδας» δεν μπόρεσε να συνεχίσει για πολύ χωρίς τον Τσιγάντε, ενώ το «Κέντρο Συντονισμού» που οραματίστηκε ο Κανελλόπουλος για να αποφύγει το μονοπώλιο της Αντίστασης από το ΕΑΜ, δεν έγινε ποτέ.

Πηγές

– Παναγιώτης Κανελλόπουλος, Ημερολόγιο Κατοχής, Εκδ. Βιβλιοπωλείον της ΕΣΤΙΑΣ.

– Ιωάννης Τσιγάντες

https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%99%CF%89%CE%AC%CE%BD%CE%BD%CE%B7%CF%82_%CE%A4%CF%83%CE%B9%CE%B3%CE%AC%CE%BD%CF%84%CE%B5%CF%82

– Χριστόδουλος Τσιγάντες

https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A7%CF%81%CE%B9%CF%83%CF%84%CF%8C%CE%B4%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%BF%CF%82_%CE%A4%CF%83%CE%B9%CE%B3%CE%AC%CE%BD%CF%84%CE%B5%CF%82

– Η δολοφονία του Τσιγάντε

http://aera2012.blogspot.gr/2012/12/blog-post_22.html

– Γιάννης Τσιγάντες- «Μίδας»

https://www.youtube.com/watch?v=ILxWOM3S_8I

– Το χρυσάφι του Μίδα 614

http://ardin-rixi.gr/archives/14568

– Ο Τσιγάντε και το ΕΑΜ

http://istoriakatoxis.blogspot.gr/2013/03/blog-post_9263.html

– Μίδας 614 – Μυστικός πόλεμος στην Κατοχή

https://vimeo.com/84108098

Advertisements

2 σκέψεις σχετικά με το “Ιωάννης Τσιγάντε: το χρονικό μιας συγκλονιστικής Ιστορίας της Αντίστασης”

  1. για το θανατο τσιγαντε εγινε προανακριση μεταπολεμικα που απεκλειε καθε αναμιξη τυο εαμ στην καταδοση του. συμφωνα με το συντακτη του πορισματος υποστρατηγο της στρατιωτικης δικαιοσυνης ιωαννη κοκορετση προδοτης υπηρξε ο υπαστυνομος λεωνιδα;ς παρισης υπευθυνος για την ασφαλεια τσιγαντε και διαδοχος του στην ηγεσια του
    «Ο οποίος δεν ήταν κάτι λιγότερο από τη δημιουργία στην κατεχόμενη Ελλάδα ενός κινήματος αντίστασης υπό τον πολιτικό έλεγχο της εξόριστης ελληνικής κυβέρνησης, ως προφανές αντίμετρο στην ορμητική ανάπτυξη του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ»
    οι βρετανοι χρηματοδοτουσαν γενναιοδωρα το εαμ μεσω των ελληνων πρακτορων του στην ελλαδα ηδη απο το φθινοπωρο του 41. συμφωνα με τον ιωαννιδη ειχαν δεχτει την ανοιξη του 42 7000 λιρες ο τζημας χαριτολογωντας του ελεγε οτι εγιναν εκατομυριουχοι. η δυναμη του ελας εκεινη την εποχη θα ηταν μερικες δεκαδες ανταρτες.
    οι αναφορες τσιγαντε αντιγραφονταν και παραδιδονταν στο εαμ το οποιο και παρακολουθουσε στενα, για τους δραστες της υποκλοπης συμφωνα με μια εκδοχη υπευθυνος ηταν ο εαμικος υπασπιστης του ζακυνθινος.

    η αποστολη δεν μπορει να θεωρηθει αποτυχημενη πρωτος στοχος της ηταν η ανατιναξη του ισθμου που εγκαταλειφθηκε γρηγορα
    δημιουργησε στη νοτια ευβοια σε εκταση της μητροπολης καρυστιας σε συνεργασια με το μητροπολιτη παντελεημονα βασεις υποδοχης ανεφοδιασμου υποβρυχιων και καικιων απο εκει φυγαδευτηκαν εκατονταδες αξιωματικοι και πολιτες
    χαρη στις ενεργειες του βγηκαν στο βουνο οι σαραφης και ψαρρος

    ο κανελλοπουλος θα μεταφερει στο ημερολογιο του τις αποψεις του τσελλου που διαφωνησε με τον τσιγαντε εφυγε για το καιρο και ανελαβε πολιτικος προισταμενος των ελληνικων μυστικων υπηρεσιων ασκωντας μεγαλη επιδραση στον κανελλοπουλο

    γενικα οι βρεταννοι δεν ενημερωναν τον κανελλοπουλο για τις ενεργειες τους.
    ιδρυθηκε μια αγγλο ελληνικη επιτροπη η οποια υποτιθεται θα συντονιζε την αντισταση και θα χρηματοδοτουσε τις διαφορες οργανωσεις που ουσιαστικα εμεινε στα χαρτια ή οπως ειπε ενας αγγλος αξιωματικος κατι λιγο παραπανω απο ενα ονομα

    ασχετα με την υποθεση τσιγαντε ο κανελλοπουλος ειναι ισως ο βασικος υπευθυνος για την κατασταση του ελληνικου στρατου στη μεση ανατολη υποστηρικτης της θεσης οτι ο στρατος επρεπε να βουλευεται με τα γνωστα σε ολους αποτελεσματα

    ενα μικρο αποσπασμα απο το βιβλιο του χριστοδουλου τσιγαντε για τον ιερο λοχο ειναι χαρακτηριστικο για τον τροπο που σκεφτοταν :

    περασε η 1η ταξιαρχια για αλαμειν. στο πυροβολικο φωναζανε του κανελλοπουλου «ζητω ο αντιφασιστας» και καμαρωνε. του ειπα να μην αφησει να παρασυρεται απο τις ζητωκραυγες και τα χειροκροτηματα ο υπουργος στρατιωτικων… ητανε ομως ευχαριστημενος απο τον εαυτο του και νομιζε πως τον αγαπουνε, πως του γοητευανε οι λογοι του

    Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s