Πρόσωπα

Χαρίλαος Φλωράκης: «στη χειρότερη περίπτωση για μας θα ήμασταν αλά Κορέα ­ μισοί από εδώ και μισοί από εκεί»

Κυκλοφορεί εντός των ημερών (σημ: η δημοσίευση έχει ημερομηνία 9/12/2001) από τις εκδόσεις Καστανιώτη η «εξομολόγηση» του Χαρίλαου Φλωράκη στην Αννα Παναγιωταρέα για τη ζωή του των «εξήντα και πλέον χρόνων αγώνων» και για τα σημαντικά γεγονότα που τη σημάδεψαν. Σε πρώτο πρόσωπο ­ και είναι χαρακτηριστικός ο τίτλος του βιβλίου Κι ‘σέν’ πώς σ’ λέν’; «Χαρίλαος Φλωράκης» ­ ο επίτιμος πρόεδρος του ΚΚΕ μιλάει για τα παιδικά του χρόνια σε χωριό κοντά στο φράγμα Πλαστήρα (γεννήθηκε τον Ιούλιο του 1914), για τη δικτατορία της 4ης Αυγούστου, την Αντίσταση και την Κατοχή, τη Συμφωνία της Βάρκιζας, τις διώξεις, τις ενδοκομματικές τριβές και τη διάσπαση του ΚΚΕ τα χρόνια της χούντας, τις πολιτικές σχέσεις του με τον Ανδρέα κτλ. Γιατί αποφάσισε τώρα ο Φλωράκης «να μιλήσει»; «Τα τελευταία γεγονότα» λέει. «Αυτό που συμβαίνει στη Σοβιετική Ενωση με συγκλόνισε πραγματικά. Και τι δεν θυμάμαι… Μέρες Κατοχής, πως πολεμώντας τραγουδούσαμε τα τραγούδια του Εμφυλίου Πολέμου της Σοβιετικής Ενωσης. Ετσι αποφάσισα να μην αφηγηθώ μόνο τα γεγονότα αλλά και να πω γενικότερες σκέψεις». Προειδοποιεί όμως ο Φλωράκης: «Πολιτικά δεν έχω ν’ αφήσω τίποτε. Δεν μου αρέσουν αυτά. Ο,τι είχα το άφησα με τη συγκεκριμένη δράση μου». «Το Βήμα» προδημοσιεύει σήμερα μερικά αποσπάσματα από το βιβλίο.

* Το μεγάλο λάθος

Η ΠΕΕΑ μαζί με το Στρατηγείο του ΕΛΑΣ είχε καλέσει την Κυβέρνηση του Καΐρου να επιστρέψει αμέσως στην Ελλάδα αλλά κανείς απ’ αυτούς δεν ήρθε. Κι εδώ είναι το άλλο μεγάλο λάθος. Αντί να έρθουν εκείνοι στο βουνό και στην ελεύθερη περιοχή και να αγωνιστούν εδώ μαζί με τον ελληνικό λαό για την απελευθέρωση, η ΠΕΕΑ και το Γενικό Στρατηγείο του ΕΛΑΣ έστειλαν αντιπροσωπεία στο Κάιρο και στο Λίβανο για να συζητήσουν εκεί μαζί τους. Γιατί; Ποιος ο λόγος; Η μάχη εδώ δινόταν, όχι στο Κάιρο. Τους συμμάχους τους είδαμε. Οχι πως δεν ήταν και συμμαχικός ο αγώνας. Αλλά άλλαξαν το χαρακτήρα του από μια στιγμή κι ύστερα. Επειτα είχαν δημιουργηθεί η λαϊκή εξουσία, η λαϊκή δικαιοσύνη, ο λαϊκός στρατός.

Οταν πήγαμε εμείς στο Λίβανο και καθίσαμε απέναντί τους στο τραπέζι, έπρεπε να τους πούμε:

«Ωραία λοιπόν, να φτιάξουμε κυβέρνηση εθνικής ενότητας. Αλλά αυτά που εμείς φτιάξαμε τι θα γίνουν; Οι δικές μας δομές τι θα κάνουν από εδώ και πέρα;».

Οταν υπογράφτηκε η Συμφωνία του Λιβάνου και άρχισε εδώ να γίνεται θέμα, τότε ο Σιάντος έλεγε:

«Να γυρίσουν πίσω και θα τους περάσουμε από στρατοδικείο».

Γεγονός όμως είναι ότι και οι δικοί μας είχαν συμφωνήσει ομόθυμα ­ καθοδήγηση και αποστολή ­ στη γραμμή που θα κρατούσαν. Κι έτσι, όταν γύρισε η αποστολή, δεν έγινε καμιά συζήτηση. Ούτε μπήκε θέμα φυσικά για στρατοδικείο που έλεγε ο Σιάντος, έτσι για τα μάτια. Ο Πέτρος Ρούσσος εξακολούθησε να είναι αναπληρωματικό μέλος του Πολιτικού Γραφείου και πήρε μέρος ακόμα και στο 7ο Συνέδριο. Η μόνη αλήθεια είναι ότι, ουσιαστικά, εμείς παραδώσαμε στην αστική τάξη την εξουσία. Αυτό ήταν το μεγάλο μας λάθος. Κυριάρχησε ο εθνικοαπελευθερωτικός αγώνας στις δικές μας γραμμές και τον απαλλάξαμε από κάθε άλλο ταξικό περιεχόμενο. Οχι ότι δεν ήθελαν και οι άλλοι να απελευθερωθούμε από τους κατακτητές, αλλά θέλανε να έχουν και πάλι ­ μετά την απελευθέρωση ­ αυτοί την εξουσία στα χέρια τους. Αυτό εμείς δεν το βλέπαμε. Εμείς βλέπαμε τον αγώνα. Δεν είχαμε μακρόπνοο σχεδιασμό για το πώς να εκμεταλλευτούμε τη θέση που είχαμε με αγώνα επιτύχει. Ισως και να αιφνιδιαστήκαμε.

*Η πολιτική ανωριμότητα

Εμείς νομίζαμε ότι μετά την απελευθέρωση θα καθίσουμε όλοι μαζί και θα συμφωνήσουμε να πάμε για εκλογές. Θα μπορούσαμε τότε σαν ΕΑΜ να είχαμε κατέβει στις εκλογές, αλλά ακόμα και να διευρύναμε σ’ ένα πλατύ μέτωπο την εμφάνισή μας με άλλες οργανώσεις, που είχαν παλέψει κι αυτές για την απελευθέρωση της χώρας. Μας έλειψε η πολιτική ωριμότητα. Γιατί εγώ δεν δέχομαι όσα ειπώθηκαν κατά καιρούς, ότι δηλαδή ο Σιάντος ήταν πράκτορας. Δεν νομίζω. Γιατί, στο κάτω κάτω, έστω ο ένας να ήταν πράκτορας. Οι άλλοι όλοι; Εχουμε την κουβέντα που είπε τότε ο Ιωαννίδης και θεωρώ πως είναι χαρακτηριστική:

«Δεν μπορούμε να τα βάλουμε με τους Εγγλέζους. Ενα καράβι να στείλουν, εμείς τελειώσαμε».

Κι εκείνος μιλούσε από την άποψη του συσχετισμού των δυνάμεων. Ετσι φτάσαμε στο σημείο να δεχτούμε ακόμα και τον Σκόμπι αρχιστράτηγο.

Αλλο μεγάλο λάθος ήτανε τότε και η εξέγερση του στρατού στη Μέση Ανατολή, μια πράξη που καταδικάστηκε κι από εμάς. Και ακόμα δεν μπορώ να πω αν λάθος εκτίμησαν αυτοί που τότε ήταν υπεύθυνοι εκεί κάτω με την καθοδήγηση ή ήταν προβοκάτσια εις βάρος μας, εντέλει, για να βρουν ευκαιρία οι Εγγλέζοι να χτυπήσουν. Υπάρχουν ακόμα μια σειρά ερωτηματικά για τον Βασίλη Νεφελούδη, που ήταν εκεί καθοδηγητής. Ομως εγώ, όπως και σ’ άλλες ανάλογες περιπτώσεις, ποτέ δεν έβαλα στο μυαλό μου ότι αυτό είναι το κύριο. Τι αξία έχει αν το έκανε κανείς συνειδητά ή ασυνείδητα; Εκείνο που έχει για μένα αξία είναι τα αποτελέσματα μιας πράξης. Το αποτέλεσμα είναι ότι έτσι δόθηκε ευκαιρία στους Εγγλέζους να χτυπήσουν το κομμουνιστικό κίνημα που δούλευε τότε στο στρατό της Μέσης Ανατολής και να κάνουν εκκαθαρίσεις.

*Η στραβή γραμμή

Αλλά τα πράγματα δεν ήταν έτσι με τους Εγγλέζους, όπως τα αντιμετώπιζε η καθοδήγηση, και μάλιστα όταν είχαμε μαζί μας ένα τέτοιο πλατύ κίνημα λαού. Ηταν σε λαθεμένη γραμμή. Και το λέω αυτό γιατί έχουμε το παράδειγμα της Αλβανίας, τότε που ο Χότζα δήλωσε στους Εγγλέζους «Μην πλησιάσετε γιατί θα σας χτυπήσω», κι αυτοί δεν τόλμησαν να πάνε. Κι ούτε στην Αλβανία μπήκε ο Κόκκινος Στρατός ώστε να πούμε ότι αυτός στάθηκε το στήριγμα του Χότζα για την αποφασιστικότητα που έδειξε στην καίρια στιγμή. Πολύ περισσότερο εμείς που είχαμε απελευθερώσει όλη σχεδόν την Ελλάδα. Τι κρατούσαν αυτοί; Το κέντρο της Αθήνας και την περιοχή γύρω γύρω από τη Μεγάλη Βρετανία. Για να πήγαινες στο Παγκράτι έπρεπε να έχεις την άδεια από το Φρουραρχείο του ΕΛΑΣ. Αλλά τότε υπήρχε η αντίληψη ότι, είτε μας αρέσουν οι Εγγλέζοι είτε όχι, δεν μπορούμε να κάνουμε δίχως αυτούς. Αυτό έφτανε. Αμα ξεκίναγες έτσι, από κει και πέρα θα πάλευες για να βρεις μια συμβιβαστική λύση όσο το δυνατόν καλύτερη. Αλλά όσο καλή λύση κι αν ήτανε, θα είχες τον Εγγλέζο στο κεφάλι σου! Ενώ εμείς την είχαμε την εξουσία. Την είχαμε και την παραδώκαμε…

Το 1960, όταν περνούσα από δίκη στο Στρατοδικείο, στην Αθήνα, όλοι οι μάρτυρες κατηγορίας λέγανε στη σειρά, σαν να ήταν μιλημένοι:

«Οι κομμουνιστές δεν κάνανε εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα, κάνανε αγώνα για την κατάληψη της εξουσίας. Αυτός ήτανε ο στόχος τους».

Το ‘πε ο πρώτος, ο δεύτερος, ο τρίτος… Θύμωσα καθώς τους άκουα να το επαναλαμβάνουν. Πετάχτηκα κι εγώ επάνω από τη θέση που καθόμουνα:

«Επιτέλους, κύριε πρόεδρε», είπα, «εμείς ποια εξουσία να καταλάβουμε; Εμείς την είχαμε την εξουσία…».

«Ας μην τη δίνατε τότε», μου απάντησε ο πρόεδρος, Φραδέλος Ανδρεόπουλος τ’ όνομά του, συνταγματάρχης της στρατιωτικής δικαιοσύνης.

«Αυτό ήτανε και το λάθος μας», του λέω.

«Κάθισε τότε κάτω, Φλωράκη, και πλήρωνε…» μου απάντησε.

Ετσι ήταν. Την είχαμε την εξουσία και τη δώκαμε. Και μετά καθίσαμε και πληρώσαμε τα λάθη μας.

*Οι απαράδεκτες υποχωρήσεις

Θα μπορούσα να πω ότι μας χρειαζόταν μια ανακωχή, να τη χρησιμοποιήσουμε για ανασυγκρότηση των δυνάμεών μας και του κόσμου μας, αλλά σίγουρα αυτό δεν ήταν το κύριο. Κατά τη γνώμη μου η Συμφωνία της Βάρκιζας ήταν λαθεμένη. Γιατί με την ανακωχή φτάνεις σ’ ένα σημείο, όταν έχουν δημιουργηθεί μια σειρά από προβλήματα, εκεί δηλαδή που χρειάζεσαι χρόνο για να δεις τα πράγματα. Εδώ όλα εξελίσσονταν σε εμφύλιο πόλεμο. Η ανακωχή μπορεί να ήταν μια προσπάθεια μήπως και βρεθεί κάποια άλλη λύση. Μια λύση που να μη στοιχίσει πολύ και στους δύο. Στους πολέμους η ανακωχή, ιδιαίτερα στους εμφύλιους, είναι πολύτιμη. Γιατί ακόμη και αν δεν βρισκόταν λύση, συνέφερε για την ανασυγκρότηση των δυνάμεών μας. Εμείς όμως χάσαμε κι αυτό το πολύτιμο χρονικό διάστημα ­ άσκοπα.

Μετά την ανακωχή προχωρήσανε για μια γενικότερη συμφωνία, η οποία εκφράστηκε με τη Συμφωνία της Βάρκιζας. Νομίζω ότι αυτό κι αν ήταν μεγάλο λάθος. Εκεί ήταν απαράδεκτες οι υποχωρήσεις εκ μέρους του ΕΑΜ – ΕΛΑΣ, διότι ουσιαστικά τα παραδώσανε όλα στην αστική τάξη. Εμάς, βέβαια, τους καπεταναίους, που είχαμε δώσει και τη ζωή μας, δεν μας ρώτησε κανένας. Και να ρωτήσουν τι. Αν θέλαμε να πάμε στη Βάρκιζα; Δεν υπήρχε, ούτε μπήκε τέτοιο θέμα. Η καθοδήγηση είχε το λόγο αλλά και την ευθύνη. Το ζήτημα είναι ότι αυτοί που μας εκπροσωπούσαν αποδείχτηκε πως δεν πίστευαν στη δύναμη του λαϊκού κινήματος, στις δικές μας δυνάμεις.

*Η Ελλάδα α λα Κορέα

Εγώ πιστεύω τούτο: στη χειρότερη περίπτωση για μας θα ήμασταν αλά Κορέα ­ μισοί από εδώ και μισοί από εκεί. Οταν, δηλαδή, έγινε η ανακωχή, έγινε και κάποια προσωρινή συμφωνία κι εμείς αποσυρθήκαμε στη γραμμή Λαμίας, Αμφισσας, Αγρινίου, Ναυπάκτου. Εκεί είχαμε τις δυνάμεις μας κι από εκεί και πάνω την Ελλάδα την κυριαρχούσαν οι εθνικοαπελευθερωτικές οργανώσεις. Πιστεύω λοιπόν ότι θα μπορούσαμε εμείς, με μια γενική επιστράτευση, να αντιμετωπίσουμε την όλη κατάσταση. Δηλαδή, δεν θεωρώ ότι ήταν υποχρεωτική, ούτε ήταν επιτακτική για μας η Συμφωνία της Βάρκιζας. Δεν μας έλυνε κανένα πρόβλημα εκείνη τη στιγμή.

Τη συμφωνία τη χρειάζονταν οι Εγγλέζοι, που όμως δεν ήταν σε θέση να φέρουν άλλες δυνάμεις. Ο Παγκόσμιος Πόλεμος δεν είχε λήξει και οι επιχειρήσεις συνεχίζονταν. Εμείς θα είχαμε τη δυνατότητα να οργανωθούμε κανονικά και θα κοβόταν η Ελλάδα αλά Κορέα, μισή μισή. Ακούω καμιά φορά να λένε ότι περιμέναμε βοήθεια από τη Γιουγκοσλαβία και γι’ αυτό πήγαμε στη Βάρκιζα. Μα δεν είναι σωστά πράγματα αυτά ­ δεν ξέρουνε τι λένε μερικές φορές. Από πού να μας δώκουνε αυτοί βοήθεια; Αλλο ζήτημα ήτανε. Υπήρχε η δική μας προσδοκία: ο Κόκκινος Στρατός. Αυτόν περιμέναμε να κάνει προς τα κάτω, αλλά μπήκε μονάχα σαράντα έως πενήντα χιλιόμετρα στην περιοχή της Θράκης, ξαναγύρισε στη Βουλγαρία και πήγε προς τη Γιουγκοσλαβία. Περιμέναμε εμείς ο έρημοι να ‘ρθει προς τα κάτω. Δεν ήρθε. Δεν είχαμε ανάγκη από στρατιωτική βοήθεια, είχαμε όμως ανάγκη από την πολιτική του στήριξη.

*Αυτός που είδε παρδαλό Θεό

Με πιάσανε στις 27 Ιούλη 1954 και με κράτησαν στο μπουντρούμι Αύγουστο, Σεπτέμβριο, Οκτώβριο και Νοέμβριο. Τώρα γιατί μας είχανε τρεις μήνες στην απομόνωση και άλλες καμιά εικοσαριά μέρες εδώ κι εκεί, απάντηση δεν έχω μέχρι σήμερα. Μόνο αυτοί ξέρουν.

Ηρθε κάποτε και ο εισηγητής του Στρατοδικείου, μου πήρε μια κατάθεση αλλά δεν επέτρεψε να είναι μαζί μου ο δικηγόρος μου ή τουλάχιστον να ενημερωθεί για όσα είπα. Για τη δικογραφία καθώς λένε σήμερα. Αυτή όμως ήταν η κατάσταση που επικρατούσε τότε.

Με έστειλαν στην Κέρκυρα με το καράβι. Με βάζουνε σε μια καμπίνα στη δεύτερη θέση. Μέσα στην καμπίνα και ακριβώς απέναντί μου κάθισε ένας ενωμοτάρχης. Επάνω, στις κουκέτες, δυο χωροφύλακες και απ’ έξω άλλοι οκτώ και επικεφαλής όλων ένας μοίραρχος. Η καταγωγή του ήταν από την Αμαλιάδα, από τον Πύργο, αλλά είχε κάνει και στη Λευκάδα και είχε δει παρδαλό Θεό. Οταν κανείς πάρει μια χαροτρομάρα από τον αντίπαλό του, τότε λένε ότι αυτός είδε παρδαλό Θεό. Αυτός τέτοιον είδε από τον Γαννούλη, που δρούσε στη δική του περιοχή. Ετσι διέταξε και μου βάλανε αλυσίδες μέχρι και στα πόδια. Χειροπέδες και στα πόδια.

Αυτό εμένα με ανησύχησε. Γιατί να μου βάλουνε χειροπέδες στα πόδια αφού μου είχαν στα χέρια, πισθάγκωνα, με τρεις νοματαίους μέσα, με οκτώ απ’ έξω, με αυτόματο που δεν το άφηναν ούτε λεπτό ­ ίσως και να ήταν ένα Στερν. Λες, σκέφτηκα, να πουν ότι θέλησα να αποδράσω τη νύχτα και να με φουντάρουν τσουβαλάτο έξω από το καράβι; Αυτοί ήταν ικανοί για όλα. Και το σπουδαίο ήτανε ότι επειδή με πήρανε από την Ασφάλεια και από κει κατευθείαν στο καράβι, κανένας απολύτως δεν ήξερε για τη μεταφορά μου ή για τον προορισμό μου. Τότε, καθώς τα γυρόφερνα στο μυαλό μου, πράγματι ανησύχησα μη μου κάνουν καμιά δουλειά.

*Το «καψόνι» του ενωμοτάρχη

Συνεπώς έβαλα κι εγώ στόχο να μάθει ο κόσμος στο καράβι ποιος είμαι και πού πηγαίνουμε. Λέω του ενωμοτάρχη:

«Για πες στο μοίραρχο ότι θέλω να κατουρήσω».

Τον φωνάζει. Ανοίγει την πόρτα ο μοίραρχος και μου λέει:

«Καλά, ρε παιδί μου, φτάνουμε τώρα».

«Τι φτάνουμε», του λέω εγώ. «Εγώ δεν ξέρω πότε φτάνουμε. Εγώ θέλω τώρα να κατουρήσω».

«Μα δεν μπορεί», μου λέει, «να πας τώρα. Μόλις θα φτάσουμε».

«Κοίτα», του λέω, «εγώ θα κατουρήσω εδώ μέσα».

Με είδε έτσι αποφασισμένο, και με τα πολλά αναγκάστηκε να με πάει στην τουαλέτα. Περνάω κι εγώ τότε με τις αλυσίδες στα πόδια, σβαρνίζοντάς τα, μέσα απ’ το σαλόνι που ήταν κοινό, πρώτης και δεύτερης θέσης. Με είδανε όλοι οι επιβάτες και τα χάσανε. Από αυτό και μόνο μάθανε αμέσως ποιος είμαι.

Σε λίγο έρχεται ένας δίσκος, θυμάμαι σαν τώρα δα, πραγματικά ήτανε ως επάνω γεμάτος και είχε και του πουλιού το γάλα. Και λέει ο καμαρότος που τον έφερε:

«Αυτά είναι απ’ όλο το προσωπικό για τον κρατούμενο».

Φυσικά δεν έφαγα καθόλου, ούτε που τα άγγιξα, αλλά γύρισα στους χωροφύλακες που με φυλάγανε και τους είπα:

«Φάτε παιδιά». Και λέω μέσα μου: Τώρα είμαι εντάξει, άσ’ τους να χτυπιούνται.

Οταν έφτασε το καράβι με κατεβάσανε με τις χειροπέδες στα πόδια. Μου τις λύσανε μόνο όταν μπήκαμε στην κλούβα. Αλλά αυτό δεν έγινε για πρώτη φορά. Και όταν πήγα στο Μεταγωγών στην Πάτρα, πάλι με δέσανε με τις αλυσίδες. Λοιπόν, τότε έγινε ολόκληρος ντόρος και το κατήγγειλε στη Γαλλία ο δικηγόρος που είχε υπερασπιστεί τον Δημητρώφ στη δίκη που είχε γίνει στη Λειψία. Ηταν εκείνη η μεγάλη δίκη των Δημητρώφ, Τάνεφ και Ποπώφ, που ενώ είχανε καταφύγει ως πολιτικοί πρόσφυγες στη Γερμανία, τους κατηγόρησαν ότι αυτοί έκαψαν το Ράιχσταγκ. Τέτοια μεγάλη προβοκάτσια εις βάρος τους.
Η ΔΙΑΣΠΑΣΗ «Ξεβρόμισε ο τόπος»

Η αλήθεια είναι ότι τη διάσπαση δεν την περιμέναμε. Πού να την περιμένουμε. Κι έτσι απομονωμένος που ήμουνα, πού να ήξερα εγώ τι ετοιμάζανε. Οταν διάβασα κι εγώ και είδα ότι ο Παρτσαλίδης ήταν επικεφαλής, είπα: «Ξεβρόμισε ο τόπος». Λοιπόν, ένας σύντροφος δεν το κατάλαβε και γυρίζει και μου λέει: «Γιατί το λες;» Και του εξήγησα γιατί. Ο Παρτσαλίδης, μετά την ήττα, ήταν όλο γκρίνια, όλο απόψεις είχε και δημιουργούσε ζητήματα και έκανε φραξιονιστική δουλειά. Αυτός ήταν που έφερε τον Πάγκαλο από το Παρίσι να πάρει μέρος στην 12η Ολομέλεια, ουσιαστικά στη διάσπαση. Ο Πάγκαλος πήρε τότε μέρος ως σύνεδρος. Το φαντάζεσαι;

Υστερα από καμιά βδομάδα, το πολύ δέκα μέρες, με πήγαν πίσω στο Παρθένι. Οταν επέστρεψα, υπήρχαν σε μερικούς ορισμένες ταλαντεύσεις. Σαν τι έπρεπε να κάνουμε, επειδή ήμασταν κρατούμενοι.

«Τι θα κάνουμε εμείς τώρα εδώ;» έλεγε ο μακαρίτης ο Λέσσης.

«Τράβα», του λέω, «Κώστα, μπροστά. Πατάω γερά, μη διστάζεις».

Και πραγματικά σώσαμε κόσμο τότε, γιατί αυτοί οι λεγόμενοι αναθεωρητές ­ δεν έγιναν τώρα, από τότε ήταν ­, δεν θέλω ν’ αναφέρω ονόματα, είχαν τις απόψεις τους ακόμα και γύρω από το θέμα των δηλώσεων, δηλαδή του συμβιβασμού μας, και ενάντια στην πολιτική γραμμή του Κόμματος. Βάζανε ζητήματα στο όνομα της ελευθερίας, της κριτικής, της δημοκρατίας και δεν συμμαζεύεται.

Εμείς, για παράδειγμα, λέγαμε να παλέψουμε για το συσσίτιο ώστε ν’ αποκτήσουμε ένα καθεστώς ανθρώπινο, που μας είχαν «του κλότσου και του μπάτσου». Λέγαμε ν’ αντισταθούμε, ν’ αντιπαλέψουμε, γιατί θέλανε να φέρουνε μέσα στο θάλαμο κι άλλους. Να βάλουνε, αν ήταν δυνατόν, διπλά κρεβάτια επάνω, και δεύτερο και τρίτο κρεβάτι, και δεν δεχόμαστε. Να φανταστείς, λέγανε ορισμένοι που δεν είχαν κάνει φυλακή ή εξορία: «Μην τους ακούτε αυτούς. Αυτούς δεν τους νοιάζει. Εχουν κάνει χρόνια φυλακή κι εδώ το βρίσκουν παράδεισο».

Κατάλαβες; Τέτοιες νοοτροπίες. Και ήτανε οι κύριοι με το ουίσκι τους. Γιατί το ουίσκι εγώ το έβλεπα για πρώτη φορά στη ζωή μου. Εκεί ήπια ουίσκι. Δεν το ήξερα ότι υπάρχει. Δεν το είχα δοκιμάσει ποτέ, δεν είχα και την ευχέρεια. Το ουίσκι ήταν πολύ ακριβό προπολεμικά. Αλλά στο Παρθένι, επειδή είχαν ειδικό φορολογικό καθεστώς στα Δωδεκάνησα, θυμάμαι τότε ότι το μπουκάλι είχε πενήντα – εξήντα δραχμές, ήταν φτηνότερο.

Τώρα ακόμα με ρωτούν πολλοί τι προκάλεσε τη διάσπαση. Ηθελαν, παιδί μου, ουσιαστικά τη διάλυση του Κόμματος. Και δήθεν διαφωνούσανε σε μια σειρά ζητήματα. Κι έτσι εκδηλώθηκαν από τη 12η Ολομέλεια. Είναι σαν να με ρωτάς τώρα τι ήθελαν αυτοί στον ΣΥΝ και δημιούργησαν το ζήτημα. Να σου πω εγώ: τη διάλυση του ΚΚΕ ήθελαν. Δεν είχα καμιά αμφιβολία, ούτε και τώρα· άσε που εμείς είχαμε πάρει το μάθημά μας από το ’68. Εκείνοι όμως όχι, κι έτσι δεν τους κάναμε το χατίρι. Αυτή είναι και η μόνη έντιμη εξήγηση.
ΟΙ ΣΧΕΣΕΙΣ ΜΕ ΤΟ ΚΚΣΕ «Ας πηγαίναμε κόντρα στην απόφαση της Μόσχας»

Γυρνώντας πάλι σ’ εκείνη την εποχή, θα έλεγα ότι είναι μεγάλο λάθος που κατηγορούν το ΚΚΕ ότι έδειχνε εξάρτηση από το ΚΚΣΕ. Ισα ίσα που οι Σοβιετικοί, όποτε και να τους ζητήσαμε και για όποιο θέμα τη γνώμη τους, επέμεναν: «Αυτή είναι η δική μας γνώμη. Από κει κι έπειτα είναι δικό σας ζήτημα τι θα κάνετε. Να το δείτε ανάλογα με τις συνθήκες. Εμείς δεν μπορούμε να ξέρουμε από εδώ. Μόνοι σας να κρίνετε». Το υπογράμμιζαν!

Τώρα τι γραμμή είχε το ΚΚΣΕ στη διεθνή πολιτική; Νομίζω ότι η Σοβιετική Ενωση ακολουθούσε μια πολιτική που κανένας δεν μπορούσε ν’ αμφισβητήσει: πολιτική υπεράσπισης της ειρήνης, των εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων, των δικαιωμάτων των εργαζομένων, της πάλης. Αυτά όλα ήταν φανερά από τις θέσεις που παίρνανε, οι οποίες απηχούσαν και τις δικές μας απόψεις. Στο πλαίσιο αυτής της πολιτικής πολλές φορές παίρνανε και θέσεις είτε λαθεμένες είτε θέσεις που υπάγονταν σε κάποια σκοπιμότητα, διότι ήταν κράτος μέγα και ακολουθούσε κρατική πολιτική.

Να, επί παραδείγματι, θυμάμαι τότε που πήρε θέση και ουσιαστικά υποστήριξε τον Βιντέλα, το δικτάτορα στη Νότια Αμερική. Αλλά το Κομμουνιστικό Κόμμα της χώρας αυτής ήταν υπέρ του Βιντέλα. Αυτό ίσως παρέσυρε και τη Σοβιετική Ενωση. Βλέποντας κι εμείς τη στάση της, αλλά μετρώντας και το γεγονός ότι το εκεί κομμουνιστικό κόμμα ήτανε θετικό, πήραμε θέση ανάλογη. Κατά τη γνώμη μου δεν έπρεπε να την πάρουμε, έπρεπε να ουδετεροποιηθούμε ή και να το καταγγείλουμε. Ας πηγαίναμε κόντρα στην απόφαση της Μόσχας. Πολύ περισσότερο που εμείς είχαμε δοκιμάσει πρόσφατα μια χούντα.

Σίγουρα ορισμένα πράγματα ξεκίναγαν από την ανάγκη της διεθνιστικής αλληλεγγύης. Αλλά αυτά είναι επιμέρους ζητήματα. Για μένα δεν είναι το κύριο. Παράδειγμα, το γράμμα του Ζαχαριάδη στο αλβανικό. Χαρακτήρισε το δικό μας πόλεμο εθνικοαπελευθερωτικό. Η θέση του ήταν αντίθετη με την απόφαση της Κομμουνιστικής Διεθνούς. Αλλο παράδειγμα. Οταν τέθηκε το θέμα του δικού μας Εμφυλίου, οι Δημητρώφ και Τολιάτι, αλλά και άλλοι, μας σύστησαν:

«Μην μπείτε σε τέτοια διαμάχη».

Οι Σοβιετικοί μας είπαν:

«Να το σκεφτείτε καλά, να τα μετρήστε όλα πριν το αποφασίσετε».

Και μετέπειτα είπε ο Στάλιν:

«Αφού εσείς το αποφασίσετε, τώρα δεν έχουμε πολλά να πούμε».

Ηταν φυσικό μετά τη διάλυση της Κομμουνιστικής Διεθνούς, ιδιαίτερα μετά τις διασκέψεις και τα ζητήματα που δημιουργήθηκαν, να είναι ακόμα πιο κατηγορηματικοί:

«Εσείς κοιτάξτε να καθορίζετε τη θέση σας ανάλογα με τα προβλήματά σας».

Είναι αλήθεια ότι στα ζητήματα της διεθνούς πολιτικής προσέχαμε να μη βρισκόμαστε σε ριζική διαφωνία με τη Σοβιετική Ενωση, γιατί ξεκινούσαμε από το εξής γεγονός: εμείς δεν μπορούσαμε να κατέχουμε όλα τα ζητήματα όπως εκείνη, που ήταν μεγάλη χώρα. Μπορούσαμε να κάνουμε κάποιες εκτιμήσεις για μια συγκεκριμένη κατάσταση αλλά σε διεθνή κλίμακα σίγουρα είχε καλύτερες δυνατότητες. Ητανε, επομένως, φυσικό πολλές φορές να ακολουθούμε τις δικές της πολιτικές.

Πηγή: Ο Φλωράκης εξομολογείται… – Πολιτικές ειδήσεις – Το Βήμα Online

Advertisements

4 thoughts on “Χαρίλαος Φλωράκης: «στη χειρότερη περίπτωση για μας θα ήμασταν αλά Κορέα ­ μισοί από εδώ και μισοί από εκεί»”

  1. Ο Φλωράκης εννοεί ως «χειρότερη περίπτωση για μας» τη διχοτόμηση της χώρας (Βοράς – Νότος + νησιά, πρακτικά) σε περίπτωση που το ΚΚΕ δεν υπέγραφε τη Συμφωνία της Βάρκιζας.
    Η αφήγηση, η οποία διαθέτει ένα τόνο αυθεντικότητας, δίνει και σ’ αυτό και στα άλλα θέματα το περίγραμμα της σκέψης του κομμουνιστή ηγέτη, που διαμόρφωσε (μάλλον καθόρισε, μαζί με άλλους) τη φυσιογνωμία του ΚΚΕ μετά τη Μεταπολίτευση. Με την έννοια αυτή, η συγκεκριμένη αφήγηση είναι ιστορικά πολύτιμη.

    Μου αρέσει!

  2. Εκ των υστέρων μπορεί κανείς πολλά να πει. Και να αποδώσει ευθύνες σε εκείνους που δεν τόλμησαν να αδειάσουν την καρδάρα με το γάλα… Η ουσία είναι ότι ο αντίπαλος της εποχής ήταν πολύ ισχυρότερος, αλλά κυρίως πολύ πιο έμπειρος πολιτικά… 🙂

    Μου αρέσει!

  3. Στο ΚΚΕ και το ΕΑΜ Η κατοχή και ο εμφύλιος

    Πηγή: Γ. Πετρόπουλος -Δ. Ψαρράς: «Χαρίλαος Φλωράκης – Επαναστάτης παντός καιρού»

    ΣΤΟΝ ΕΛΛΗΝΟΪΤΑΛΙΚΟ ΠΟΛΕΜΟ, ο Χαρίλαος Φλωράκης επιστρατεύτηκε με τον βαθμό του ανθυπολοχαγού λόγω επαγγέλματος.
    Λέει ο ίδιος: «Επειδή υπήρχε μεγάλη ανάγκη στις επικοινωνίες, εμένα μ’ έστειλαν, με το βαθμό του ανθυπολοχαγού, στη Θεσσαλονίκη. Παρουσιάστηκα στη Στρατιωτική Διοίκηση. Στην αρχή μ’ έβαλαν να δουλέψω στο σιδηροδρομικό σταθμό και μετά μ’ έστειλαν στη γέφυρα της Ειδομένης και πήγαινα μέχρι και πάνω στο Γευγελή. Δούλευα στις γραμμές των ΣΕΚ. Ηταν σημαντική θέση γιατί τότε κανείς σιδηρόδρομος δεν μπορούσε να κινηθεί χωρίς τις επικοινωνίες. Σιδηροδρομικούς και τριατατικούς μας επιστράτευσαν στη θέση μας. Η κατάρρευση του μετώπου με βρήκε στη Θεσσαλονίκη. Από εκεί, εγώ κι ένας Θούγας, συνάδελφος, πήραμε μαζί το πλοίο και βγήκαμε στον Πειραιά».1

    Επιστρέφοντας στην Αθήνα, ο Χαρίλαος δούλεψε στο κεντρικό τηλεγραφείο της πόλης και αρχές καλοκαιριού του 1941 έγινε μέλος του ΚΚΕ. Δεν ήταν εύκολο πράγμα να ενταχθεί κάποιος στο Κομμουνιστικό Κόμμα τότε κι ακόμη πιο δύσκολο ήταν να πάρει μια τέτοια απόφαση.

    Το ΚΚΕ παράνομο και αποδεκατισμένο από τα χτυπήματα της μεταξικής δικτατορίας βίωνε ταυτόχρονα και μια κατάσταση έντονης αλλά απολύτως δικαιολογημένης καχυποψίας. Η επίσημη καθοδήγησή του ήταν στις φυλακές και στις εξορίες.
    Ο Γ.Γ. της Κ.Ε. του κόμματος Νίκος Ζαχαριάδης παραδόθηκε στις 20 Μαΐου του 1941 από την Αστυνομία Πόλεων Αθηνών στην Γκεστάπο και αυθημερόν μεταφέρθηκε στη Βιέννη, με υπογραφή του αστυνομικού διευθυντή Αγγέλου Εβερτ. Ως κομματικά κέντρα καθοδήγησης εμφανίζονταν δύο: Η Παλιά Κεντρική Επιτροπή, που είχε καταγγελθεί από την κομματική ηγεσία ως χαφιέδικη, χωρίς αυτό -όπως αποδείχτηκε στη συνέχεια- να ισχύει, και η Προσωρινή Διοίκηση που ήταν χαφιέδικη καθώς ήταν δημιούργημα του Μανιαδάκη και καθοδηγούνταν απευθείας από την Ασφάλεια.2

    Η κατάσταση αυτή εκ των πραγμάτων οδηγούσε τους τίμιους κομμουνιστές στην αποστασιοποίηση από τις οργανώσεις που υπήρχαν καθώς δεν μπορούσαν να τις εμπιστευτούν. Ο ίδιος ο Φλωράκης, στο βιογραφικό του σημείωμα προς το ΚΚΕ περιγράφει αυτή την κατάσταση μέσα από το δικό του παράδειγμα κομματικής ένταξης: «Το καλοκαίρι του 1941 με έπιανε η Ειδική Ασφάλεια μαζί με τους τριατατικούς Κατσιγιάννη Θόδωρο Ζέγκο (ήτανε στο πυρ/κό του Δ.Σ) Ηλιάδη και φοιτητή Πίκο Ροΐδη (τιμημένο νεκρό του ΕΛΑΣ της Αθήνας). Υστερα από 24 ώρες κράτηση μας απόλυσε. Εμένα μου πήραν τα στοιχεία και μου υπέβαλαν το ερώτημα για τη στενή μου παρέα με τον Κατσιγιάννη και Κλάδη, η απάντησή μου ήτανε ότι είναι φίλοι μου συνάδελφοι και τίμιοι άνθρωποι. Απολυθήκαμε χωρίς να υποστούμε καμία πίεση ή κανένα βασάνισμα, χωρίς να υπογράψω καμιά δήλωση.

    Η σύλληψή μας αυτή έγινε πιθανό για να εξακριβώσουν ποιοι είμαστε, γιατί τότε εμείς δεν δουλεύαμε (το τηλεγραφείο το είχαμε κλείσει για κάμποσο καιρό οι Γερμανοί) και μαζευόμασταν κάθε πρωί στο μουσείο όπου κάναμε διάφορες συζητήσεις, εκεί δε συχνάζανε και χαφιέδες της Ασφάλειας…

    Υστερα από λίγες μέρες ο Θόδωρος Ζέγκος μου είπε ότι είσαι μέλος του κόμματος (ΚΚΕ) και ζήτησε να κάνουμε οργάνωση στα ΤΤΤ (ο Ζέγκος τότε ήταν απολυμένος από την υπηρεσία, ήτανε συνταξιούχος φυματικός). Εγώ είχα υπόψη μου από τις συζητήσεις και για την παλιά και προσωρινή Κεντρική Επιτροπή, ότι είναι ύποπτες χαφιεδικές κ.λπ., αρνήθηκα στο Ζέγκο και του είπα ότι θα είμαι σύμφωνος αν μου το πει ο Νίκος Τσέντος ή ο σ. Κατσιγιάννης, τους δύο αυτούς συντρόφους τους γνώριζα καλά και είχα εμπιστοσύνη. Υστερα από δύο τρεις μέρες με βρήκε ο σ. Νίκος Τσέντος… και μου είπε ότι είμαι μέλος του κόμματος και ότι με το σ. Κλάδη και Μπρουλιδάκη να φτιάσουμε την οργάνωση στα ΤΤΤ. Από τότε αρχίζει η συνεχής μου οργανωμένη κομματική ζωή».

    Στην Αντίσταση – Η μεγάλη απεργία στο Δημόσιο

    Η αντιστασιακή δράση του X. Φλωράκη όπως έχει αναγνωριστεί από το επίσημο κράτος -ύστερα από την αναγνώριση της ΕΑΜικής Εθνικής Αντίστασης- ακολουθεί την εξής τυπική χρονολογική σειρά: Από 1/5/1941 έως 27/9/1941, που ιδρύθηκε το ΕΑΜ ο X. Φλωράκης αναγνωρίζεται ως μεμονωμένος αντιστασιακός. Από 27/9/1941 έως 16/2/1942, που ιδρύθηκε ο ΕΛΑΣ αναγνωρίζεται ως μέλος του ΕΑΜ. Από 16/2/1942 μέχρι 18/10/1944, που ήρθε η κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας στην Ελλάδα, του αναγνωρίζεται και η ιδιότητα του μέλους του ΕΛΑΣ. Η πραγματικότητα βεβαίως είναι κάπως διαφορετική από τις τυπικότητες των κρατικών υπηρεσιών και των νόμων.3

    Ο Χαρίλαος Φλωράκης δεν ήταν ποτέ μεμονωμένος αλλά πάντοτε οργανωμένος αντιστασιακός, καθώς συμμετείχε στη συνδικαλιστική οργάνωση των ΤΤΤ από την πρώτη στιγμή που επέστρεψε στην Αθήνα, μετά την κατάρρευση του μετώπου και την κατάληψη της χώρας από τα γερμανικά στρατεύματα. Επίσης πολύ γρήγορα, όπως έχουμε προαναφέρει, έγινε μέλος του ΚΚΕ. Τέλος, στον ΕΛΑΣ δεν εντάχθηκε με την ίδρυσή του αλλά τον Φλεβάρη του 1943, όταν πήρε εντολή να βγει στην Πάρνηθα και να ενταχθεί στις ομάδες του Ορέστη Μούντριχα.

    Στην κομματική οργάνωση των τριατατικών ο Χαρίλαος Φλωράκης ήταν ηγετικός στέλεχος. Διετέλεσε γραμματέας του πυρήνα του κεντρικού τηλεγραφείου, δεύτερος γραμματέας για όλη την οργάνωση των ΤΤΤ και στη συνέχεια, τον Οκτώβρη του 1942 ανέλαβε γραμματέας της κομματικής οργάνωσης των τριατατικών της Αθήνας και μέλος στην κομματική ομάδα των δημοσίων υπαλλήλων. Από τις θέσεις αυτές, τον Απρίλιο του 1942 πρωταγωνίστησε στη μεγάλη απεργία των δημοσίων υπαλλήλων, την πρώτη μεγάλη απεργία στην κατεχόμενη Ευρώπη.4

    Γι’ αυτή την απεργία ο X. Φλωράκης είχε πει: «Αρχίσαμε την αντιστασιακή δράση και με την αναδιοργάνωση του κόμματος φτιάσαμε τον πρώτο κομματικό πυρήνα στο κεντρικό τηλεγραφείο. Αρχίσαμε να κυκλοφορούμε προκηρύξεις για την ανάγκη οργάνωσης πάλης για να σωθούμε από την πείνα, ενάντια στους καταχτητές και τους συνεργάτες τους. Είχε γίνει μια σοβαρή ζύμωση και προετοιμασία, και από ένα γεγονός που συνέβηκε στο ταχυδρομείο κάναμε την πρώτη απεργία στην Ελλάδα. Ηταν Απρίλης του 1942. Τι είχε γίνει; Ενας διανομέας λιποθύμησε από την πείνα μέσα στο προαύλιο του Ταχυδρομείου. Αυτό προκάλεσε την αγανάκτηση του προσωπικού και βγήκε έξω. Τότε έπεσε το σύνθημα της απεργίας και από κείνη τη στιγμή κατέβηκαν όλοι στην απεργία. Υστερα από 3-4μέρες, επεκτάθηκε αυτή η απεργία σ’ όλους τους δημόσιους υπαλλήλους».5

    Στον ΕΛΑΣ

    Οπως ήταν φυσικό η δράση του X. Φλωράκη έτυχε της προσοχής των αρχών κατοχής και των εγχώριων οργάνων τους. Τον Ιανουάριο του 1943 τον συνέλαβε η Ειδική Ασφάλεια με αιτιολογικό τη συνδικαλιστική του δράση. Εμεινε κρατούμενος πέντε ημέρες και απελευθερώθηκε ύστερα από κινητοποιήσεις των υπαλλήλων. Στη συνέχεια τέθηκε υπό διωγμό από τις ιταλικές αρχές κατοχής, γεγονός που τον εξανάγκασε να βγει στην παρανομία και με εντολή του ΚΚΕ στο βουνό.
    Γράφει ο ίδιος στο βιογραφικό προς το ΚΚΕ: «Στον ΕΛΑΣ βγήκα ύστερα από εντολή του Ευθυμιάδη (νομίζω τότε παρακολουθούσε τον ΕΛΑΣ Αττικοβοιωτίας εκ μέρους του Π.Γ.) στο αρχηγείο Αττικοβοιωτίας. Τοποθετήθηκα σαν ομαδάρχης και αργότερα πολιτικός καθοδηγητής διμοιρίας.

    Πήρα μέρος σ’ όλες τις αποστολές και μικροδράσεις, με την ομάδα μου συνόδευσα τον σ. Σαράφη και Βασίλη Σαμαρινιώτη από τα Δερβενοχώρια μέχρι τα Χάσια όπου τους παρέδωσα στον σύνδεσμο της Αθήνας (τον Θανάση τον Κουτσό) ήτανε η πρώτη φορά που κατέβαινε ο Σαράφης στην Αθήνα μετά την προσχώρησή του στον ΕΛΑΣ. Το καλοκαίρι του 1943 ανέβηκε ολόκληρο το αρχηγείο Αττικοβοιωτίας στην περιοχή Ευρυτανίας (ήτανε το περίφημο σχέδιο αντιμετώπισης των εκκαθαριστικών επιχειρήσεων των Ιταλών).

    Εκεί με πήρε η οργάνωση (Ηλίας Μανιάτης) και με βάλανε μέλος της Περιφερειακής Επιτροπής Φθιωτιδο-Φωκίδας-Ευρυτανίας, υπεύθυνο του εφεδρικού ΕΛΑΣ. Γραμματέας ήταν ο Ηλίας Μανιάτης, μέλη Τάσος Λευτεριάς, Μήτσος Μαρής Μαργαρίτα Κωτσάκη, Τάσος Γκίνογλου και ’γώ.
    Με τη δημιουργία της ΚΟΠΣ (Κομματική Οργάνωση περιοχής Στερεός) και των διαφόρων περιφερειακών Επιτροπών Στερεός στάλθηκα σαν γραμματέας της περιφερειακής Επιτροπής Δωρίδος- Παρνασσίδας. Στις αρχές του 1944 γραμματέας ήρθε ο σ. Βασίλης Ασίκης και ’γώ πήγα στην 5η Ταξιαρχία του ΕΛΑΣ που ήτανε καπετάνιος ο Ηλίας Καρράς και ο Ορέστης. Εκεί ήμουνα γραμματέας της ΕΔΑ [σ.σ. Επιτροπή Διαφώτισης Ανταρτών], Οταν έφυγε ο σ. Καρράς ανέλαβα γραμματέας της Κομ. Επιτροπής της II Μεραρχίας. Πήρα μέρος στη δράση της Μεραρχίας με μαχητική αποστολή στην επιχείρηση της Αμφισσας και στις επιχειρήσεις του Δεκέμβρη. Μου έγινε πρόταση για ονομασία για το βαθμό του ταγματάρχη, δεν ξέρω αν ονομάστηκα».

    Για το αγωνιστικό ψευδώνυμο «Γιώτης»

    Ο Χαρίλαος Φλωράκης έχει μείνει στην Ιστορία και ως «καπετάν Γιώτης». Το πραγματικό αγωνιστικό του ψευδώνυμο ήταν «Γιώτης». Το «καπετάν» χρησίμευε στην αντίπαλη πλευρά για να σηματοδοτεί τον ηγετικό στρατιωτικό ρόλο που έπαιξε από τις τάξεις του ΔΣΕ στα χρόνια του εμφυλίου πολέμου -παρόλο που ο «καπετάνιος» σαν τίτλος και σαν θεσμός υπήρχε μόνο στην Εθνική Αντίσταση και όχι στον ΔΣΕ.

    Ο ίδιος, είχε ξεκαθαρίσει: «Το καπετάν ποτέ. Γιώτης στην κατοχή. Σε όλους τους αγωνιστές που είχανε ένα ψευδώνυμο τους βάλανε και ένα «καπετάν»! Στον ΕΛΑΣ υπήρχε σε κάθε μονάδα μια τριμελής διοίκηση. Ηταν ο στρατιωτικός, ο πολιτικός και ο καπετάνιος. Του καπετάνιου η δουλειά ήταν να φροντίζει για τον εφοδιασμό του τμήματος. Ηταν, να πούμε, ο φροντιστής του τμήματος. Δεν υπήρξα ποτέ τέτοιος σε κανένα τμήμα. Στον «Δημοκρατικό Στρατό» δεν υπήρχε ούτε σαν θεσμός ούτε σαν τίτλος. Αυτό το «καπετάν» το χρησιμοποίησαν οι αντίπαλοί μας, όχι ότι μας μειώνει σε τίποτε, γιατί το θέμα του τίτλου αυτού έχει μια παράδοση τιμητική. Αλλά δεν υπήρχε τέτοιος τίτλος στον «Δημοκρατικό Στρατό»».6

    Η ιστορία με το ψευδώνυμο του Χαρίλαου πήρε μια άλλη διάσταση με όσα έγραψε στη βιογραφία του ο Χρ. Θεοχαράτος: «Ο Χαρ. Φλωράκης, ούτε στα φυσεκλίκια και τις αρμάδες είχε αδυναμία, ούτε στα ψευδώνυμα. Και φυσεκλίκια μεν δεν φόρεσε ποτέ, γιατί είχε τη δική του αντίληψη για τον ένοπλο αγώνα και για την εμφάνιση του αντάρτη. Ψευδώνυμο, όμως, υποχρεώθηκε να πάρει για την ασφάλεια του Κινήματος και της Αντίστασης. Και ονομάστηκε «Καπετάν Γιώτης». Το ψευδώνυμό του αποτελούσε φόρο τιμής σε κάποιον Κλέφτη της Ρούμελης, του οποίου το όνομα διέσωζε η λαϊκή παράδοση σε μια βρύση».7

    Σε συνεργασία με τον Χαρίλαο (καθότι στενός του συνεργάτης) είχαμε δει όλα τα δακτυλόγραφα του βιβλίου του Θεοχαράτου, κεφάλαιο-κεφάλαιο, και είχαν γίνει αρκετές παρατηρήσεις. Η συγκεκριμένη, όμως, αναφορά για το ψευδώνυμο μας είχε διαφύγει. Αργότερα, όταν το βιβλίο ήταν πια σε κυκλοφορία, σε μια συζήτηση, ρώτησα τον Χαρίλαο και είχαμε τον παρακάτω διάλογο που αποκαθιστά την αλήθεια των πραγμάτων:
    – Τι ήξερες γι’ αυτόν τον Γιώτη, τον κλέφτη, και πήρες το όνομά του;
    – «Ποιος τα λέει αυτά Εγώ, μανούλα μου, δεν πήρα κανένα όνομα κλέφτη».
    – Ο Θεοχαράτος τα γράφει στη βιογραφία σου. Νόμιζα πως εσύ του το είπες.
    Πήρε τη βιογραφία στα χέρια του και ρώτησε: «Πού τα γράφει;» Του έδειξα.
    – «Παραμύθια γράφει. Πού τα βρήκε; Πώς μας ξέφυγε και δεν το είδαμε; Δεν υπάρχει τίποτα τέτοιο πίσω από το όνομα Γιώτης». Οταν τον Φλεβάρη του 1945 είχα βγει στην Πάρνηθα αντάρτης, είπανε στην ομάδα να πάρουμε ένα ψευδώνυμο ο καθένας. Εγώ είπα «Παναγιώτης». Μου λένε: Μεγάλο είναι. Ε, τότε κόψτε το, τους απάντησα. Κι έτσι βγήκε το Γιώτης. Να το γράψεις αυτό άμα βρεις ευκαιρία».

    Δεκεμβριανά- Βάρκιζα

    Μετά την απελευθέρωση ο Χαρίλαος έμεινε στις τάξεις του ΕΛΑΣ ώς τη Βάρκιζα και πήρε μέρος στις πολεμικές αναμετρήσεις του Δεκέμβρη του ’44 από τις τάξεις της II Μεραρχίας. Για να μην υπάρχουν συγχύσεις οφείλουμε να σημειώσουμε ότι η II Μεραρχία του ΕΛΑΣ ήταν η αναβαθμισμένη 5η Ταξιαρχία του. Στις μάχες του Δεκέμβρη η II Μεραρχία έδρασε στην Αθήνα από τις 5/2/1944 μέχρι τις 6/1/1945 σε περιοχές όπως το Γουδή, η Καισαριανή, οι Αμπελόκηποι, το Ψυχικό και η Κηφισιά.

    Αποτιμώντας αργότερα τόσο τον Δεκέμβρη όσο και τη Συμφωνία της Βάρκιζας ο Χαρίλαος Φλωράκης εκτιμούσε πως ο Δεκέμβρης ήταν υποχρεωτικός για το ΕΑΜ- ΕΛΑΣ και μπορούσε να κερδηθεί, ενώ η Συμφωνία της Βάρκιζας δεν θα έπρεπε να υπογραφεί. Ελεγε χαρακτηριστικά: «Οσοι ισχυρίζονται -ανάμεσά τους και κάποιοι δήθεν αριστεροί-, ότι ο Δεκέμβρης υπήρξε από τα κορυφαία λάθη του ΕΑΜ (και άρα του ΚΚΕ), ή είναι πλαστογράφοι ή αναπαράγουν την πλαστογράφηση της Ιστορίας. Γιατί τον Δεκέμβρη δεν τον εξαπέλυσε το ΕΑΜ. Το ΕΑΜ τον υπέστη.

    Και, φυσικά, αντιστάθηκε… Το θέμα που μπαίνει είναι αν το ΕΑΜ είχε άλλη λύση, πέρα από την Αντίσταση, αφού οι Αγγλοι του επέβαλαν το Δεκέμβρη και αν είχε τη δύναμη να τον ματαιώσει. Εκεί που είχαν φτάσει τα πράγματα, όμως, η μοναδική λύση για να σταματήσουν οι εισβολείς την ένοπλη επίθεση, ήταν να σηκώσουν τα χέρια το ΕΑΜ και ο ΕΛΑΣ και να αφήσουν τους νέους κατακτητές να συνεργαστούν απερίσπαστοι με τα όργανα των χιτλερικών- δηλαδή με τους ταγματασφαλίτες, τους χίτες, τους δωσίλογους και τους κάθε λογής προδότες, κατακάθια και ποινικούς- ώστε να περάσουν αλυσίδες στον ελληνικό λαό.

    Αυτό, όμως, ήταν για το ΕΑΜ και τον ΕΛΑΣ αδιανόητο. Και αποφάσισαν ν’ αντισταθούν. Δεν ήταν, βέβαια, κάποια επανάσταση. Ηταν Αντίσταση στα σχέδια των ιμπεριαλιστών. Αυτό, άλλωστε, φαίνεται και από τα αιτήματα της διαδήλωσης που οργάνωσε το ΕΑΜ στις 3/12/1944. Να αφεθεί ο ελληνικός Λαός ελεύθερος να συνεχίσει την ομαλή δημοκρατική πορεία του…

    Ασφαλώς, άλλη θα ‘ταν η εξέλιξη της Μάχης του Δεκέμβρη, αν είχαν παρθεί έγκαιρα ορισμένα μέτρα -αν, π.χ. ο ΕΛΑΣ είχε στείλει τις μεγάλες και εμπειροπόλεμες μονάδες του στην Αθήνα. Ισως τότε οι Εγγλέζοι να μην τολμούσαν να επιτεθούν… Ο συσχετισμός δυνάμεων, αν είχαν μετακινηθεί οι μεγάλες μονάδες στην Αθήνα, ήταν υπέρ του ΕΛΑΣ… Κατά τα Δεκεμβριανά το ΕΑΜ και ο ΕΛΑΣ έχασαν μια σοβαρή μάχη. Δεν έχασαν τον πόλεμο. Εχασαν την Αθήνα. Δεν έχασαν την Ελλάδα. Αρα, η Βάρκιζα δεν ήταν υποχρεωτική. Δεν ήταν αναπόφευκτη». 8

    Μετά τη Βάρκιζα, υπέστη διώξεις και φυλακίσεις από το καθεστώς στο πλαίσιο της Λευκής Τρομοκρατίας. Στο διάστημα που ήταν ελεύθερος ανέλαβε δεύτερος γραμματέας της Αχτίδας των δημοσίων υπαλλήλων και από τις αρχές του 1946 ανέλαβε γραμματέας της II Αχτίδας Δ.Υ. της Αθήνας μέχρι τον Νοέμβρη του ιδίου έτους. Τον Οκτώβρη του 1945 παρακολούθησε τις εργασίες του ιστορικού 7ου Συνεδρίου του ΚΚΕ από τη θέση του παρατηρητή.

    Στον Δημοκρατικό Στρατό

    Ο Χαρίλαος Φλωράκης βγήκε στον ΔΣΕ τον Νοέμβρη του 1946 ύστερα από εντολή του κόμματος. Οπως γράφει ο ίδιος, την εντολή να βγει στο βουνό τού την έδωσε ο Στέργιος Αναστασιάδης, μέλος του Π.Γ. από το 7ο Συνέδριο και μετά. Η πρώτη απόπειρα να βγει στο βουνό απέτυχε κι έτσι επέστρεφε στην Αθήνα. Η δεύτερη προσπάθεια έγινε μέσω της διαδρομής: Πειραιάς-Βόλος-Σοφάδες Καρδίτσας-Θραψίμι. Εκεί συνδέθηκε με το Αρχηγείο Αγραφων του ΔΣΕ και στη συνέχεια κατέβηκε στη Ρούμελη.

    Τη συνέχεια την παραθέτουμε με τα δικά του λόγια: «Μέχρι τον Μάρτη 1947 ήμουνα στη Ρούμελη, δούλεψα στην αρχή με τον σ. Διαμαντή στις διεισδύσεις Παρνασσού και Λοκρίδας. Αργότερα στη Δυτική Στερεά σαν διοικητής του αρχηγείου, πήρα μέρος στις επιχειρήσεις Ρούμελης, στη διείσδυση και ελιγμό Βάλτου-Τζουμέρκα για τη μεταφορά του Γ.Α. από Ρούμελη-Μακεδονία. Από τον Απρίλη του 1948 μέχρι το πέρασμά μου στην Αλβανία ήμουνα διοικητής της 1ης Μεραρχίας. Με την πρώτη ονομασία των αξιωματικών του ΔΣΕ Δεκέμβρης του 1947, ονομάστηκα αντισυνταγματάρχης, τον Απρίλη του 1948 συνταγματάρχης και τον Σεπτέμβρη του 1949 υποστράτηγος».

    Στον Εμφύλιο, μαζί με τον Διαμαντή (Γιάννης Αλεξάνδρου, διοικητής της ΙΙης Μεραρχίας του ΔΣΕ), που συνδέονταν με στενή φιλία από τον ΕΛΑΣ στην κατοχή, αποτελούν τις πιο πετυχημένες στρατιωτικές ηγετικές φυσιογνωμίες του Δημοκρατικού Στρατού. Πέραν των άλλων είναι γνωστό ότι ήταν οι στρατιωτικοί αρχηγοί των δυνάμεων του ΔΣΕ στην κατάληψη της Καρδίτσας τον Δεκέμβρη του 1948 και στην κατάληψη του Καρπενησιού τον Ιανουάριο του 1949. Σε μία περίοδο, δηλαδή, που ο Δημοκρατικός Στρατός δεν ήταν στο απόγειο της δυναμικής του αλλά μάλλον είχε αρχίσει η αντίστροφη μέτρηση προς την ήττα του καθώς ο κυβερνητικός στρατός είχε ισχυροποιηθεί υπέρμετρα από τον ξένο παράγοντα και ο ΔΣΕ δεν είχε και δεν έβρισκε εφεδρείες. Ειδικά για την κατάληψη του Καρπενησιού η ηγεσία του ΚΚΕ και ο Ν. Ζαχαριάδης είχαν στείλει συγχαρητήριο τηλεγράφημα στον Διαμαντή και στον Χαρίλαο όπου ανάμεσα σε άλλα ανέφεραν: «Γράψατε σήμερα μια από τις λαμπρότερες σελίδες του λαϊκοαπελευθερωτικού μας αγώνα».9

    Για τους αντάρτες του ΔΣΕ, όλος ο εμφύλιος πόλεμος ήταν ένας συνεχής αγώνας αυτοθυσίας. Η επιχείρηση, όμως, που περιείχε πιο έντονα αυτό το στοιχείο αφορά το επίλεκτο τμήμα που με επικεφαλής τον X. Φλωράκη, πολιτικό επίτροπο τον Ν. Μπελογιάννη και επιτελάρχη τον Αλ. Παπαγεωργίου, στις 12 Αυγούστου του 1949 πήρε αποστολή, από τον Γράμμο να περάσει στα νώτα του κυβερνητικού στρατού και να τον χτυπήσει αφού συγκεντρώσει τις αποκομμένες αντάρτικες δυνάμεις στην περιοχή της Θεσσαλίας. Οταν το τμήμα αναχώρησε για την αποστολή του ο Ζαχαριάδης -σύμφωνα με μαρτυρία του επιτελάρχη του Γενικού Αρχηγείου του ΔΣΕ, Στ. Παπαγιάννη- είχε πει για τον Χαρίλαο και τον Μπελογιάννη: «Αν συμβεί κάτι, αυτό το ζευγάρι δύσκολα θα το αντικαταστήσει το κόμμα».10

    Επειτα από 17 ημέρες ήρθε η ήττα και η υποχώρηση του ΔΣΕ στην Αλβανία με αποτέλεσμα η αποστολή του επίλεκτου τμήματος να αλλάξει εκ των πραγμάτων για να μετατραπεί σε έναν, αποκλειστικά, αγώνα ζωής και θανάτου που έληξε επιτυχώς καθώς στις 27 Σεπτεμβρίου του 1949 το τμήμα κατάφερε να περάσει σε αλβανικό έδαφος. 11

    Ο Χαρίλαος Φλωράκης ήταν κατηγορηματικός: «Ο Εμφύλιος ήταν αναπόφευκτος. Διότι, η ντόπια και ξένη αντίδραση είχε αποφασίσει να υποτάξει και να εξοντώσει κάθε πατριωτική και δημοκρατική αντίσταση. Μόνο αν σηκώναμε τα χέρια. Αν μέναμε να μας συλλάβουν όλους, να μας βασανίσουν, να μας ταπεινώσουν και να μας σκοτώσουν, δεν θα είχαμε εμφύλιο. Αλλά, και αυτή η χωρίς ένοπλη αντίσταση εξόντωσή μας δεν θα ήταν ένας μονομερής Εμφύλιος;». 12

    Στο ερώτημα για ποιο πράγμα πάλευε ο ΔΣΕ η άποψή του ήταν η εξής: «Ο Εμφύλιος ήταν πατριωτικός και δημοκρατικός αγώνας, όπως ακριβώς και η Αντίσταση, και όχι καθεστωτικός. Ηταν η συνέχεια της Αντίστασης. Και δεν είναι τυχαίο ότι τα ένοπλα τμήματά του το ΚΚΕ τα ονόμασε Δημοκρατικό Στρατό (και όχι Λαϊκό ή Επαναστατικό), ότι ονόμασε την Προσωρινή του κυβέρνηση Δημοκρατική (και όχι Λαϊκή ή Σοσιαλιστική ή Επαναστατική)».

    Ταυτόχρονα, διαπίστωνε μια μοναδικότητά σ’ εκείνο τον ένοπλο αγώνα των ανταρτών. Την προσδιόριζε ως εξής: «Ελαβα μέρος στον Εμφύλιο και μάλιστα από σημαντικές θέσεις. Συμμετείχα στις κυριότερες στρατιωτικές επιχειρήσεις του. Κι έχω διαβάσει αρκετά από όσα έχουν γραφεί. Και οφείλω να ομολογήσω ότι ο Εμφύλιος που διάβασα, δεν είναι ο Εμφύλιος που έζησα. Φυσικά, δεν έχω πρόθεση να αδικήσω κανέναν. Αλλά πουθενά δεν βρήκα όλες τις πτυχές του επικού εκείνου αγώνα. Καμιά φορά ξεφυλλίζω τις ανέκδοτες σημειώσεις και προσεγγίσεις και σκέψεις του Πέτρου Ρούσου για τον εμφύλιο και με πιάνει δέος.13

    Γιατί ο Πετρής που έζησε από τα μέσα όχι μόνο τις στρατιωτικές, αλλά και τις πολιτικές και διπλωματικές πτυχές του Εμφυλίου, θίγει πλευρές και προεκτάσεις τον αγώνα, που προκαλούν ρίγος, και που είναι άγνωστες όχι μόνο στο ευρύ κοινό, αλλά και σ’ εκείνους που ασχολούνται με την ιστορία τον Κινήματος και του τόπου.

    Τα απομνημονεύματα που γράφτηκαν δεν λύνουν το πρόβλημα. Ο Εμφύλιος δεν κρίθηκε στον Γράμμο ή στο Βίτσι από τις θυσίες ή από τα «λάθη» του Δημοκρατικού Στρατού. Κρίθηκε στην Ουάσιγκτον, στο Λονδίνο και στην Αθήνα, στα επιτελεία των ιμπεριαλιστών, στο αμερικανικό πυρηνικό μονοπώλιο, στους διεθνείς συσχετισμούς με την ξένη ένοπλη επέμβαση κατά του ΔΣΕ, με αποτέλεσμα τη γνωστή κατάληξη. Και για όλα αυτά τα σπουδαία, ελάχιστα έχω διαβάσει στα βιβλία που αναφέρονται στον αγώνα 1946-1949. Θα έλεγα ότι τα σχετικά βιβλία δεν αποδίδουν ούτε το ένα εκατοστό και από κάτι άλλο σημαντικό: Δηλαδή, από τις τραγικές αντιξοότητες κάτω από τις οποίες γράφτηκε το έπος του Δημοκρατικού Στρατού. Ποτέ άλλοτε τόσοι λίγοι, άοπλοι σχεδόν, πεινασμένοι και αποκομμένοι, δεν πολέμησαν εναντίον τόσων πολλών, πάνοπλων, χορτάτων και δια συνδεμένων με ποταμούς εφοδίων, -κρατώντας ψηλά τη σημαία του αγώνα επί τρία χρόνια και πέντε μήνες».

    Για την έκβαση του εμφυλίου πολέμου ο X. Φλωράκης έχει εκφραστεί πολύ νωρίς. «Εγώ δεν αποκλείω να ήταν εντελώς διαφορετική η έκβαση του εμφυλίου πολέμου αν η στρατηγική στηριζότανε όχι στον μακροχρόνιο αγώνα αλλά στον όσο το δυνατό πιο σύντομο. Δηλαδή, αν αποφασιστικά τραβούσαμε το 1946… Αυτό ίσως να ήταν το κύριο και αποφασιστικό. Τότε οι δυνάμεις του κινήματος βρίσκονταν μέσα στον στρατό που τότε ανασυγκροτούσαν, ακόμα το επίσημο κράτος δεν ήταν σε θέση να μας αντιμετωπίσει. Μπορεί να ήταν διαφορετική η έκβαση, και εν πόση περιπτώσει η χειρότερη περίπτωση θα ήταν να καταλήγαμε σε μια συμφωνία, πώς να την ονομάσω, ανεκτή».14

    Παραπομπές

    1. Αννα Παναγιωταρέα, Κι σέν’ πώς σ’ λεν; Χαρίλαος Φλωράκης, εκδ. Καστανιώτης, Αθήνα 2001, σ. 91.
    2. Βλέπε αναλυτικά: Νίκος Ζαχαριάδης, Ιστορικά Διλήμματα- Ιστορικές απαντήσεις, Ερευνα- Ιστορική επιμέλεια Γιώργος Πετρόπουλος, εκδ. Καστανιώιης, Αθήνα 2011, σ„ 25 και 353-385.
    3. Χρήστος Θεοχαράτος, Χαρίλαος Φλωράκης και λαϊκό κίνημα, τ. Α’, εκδ. Τυποεκδοτική, Αθήνα 2001 „ σελ. 177.
    4. A. Κ. Δημητρίου, Η πρώτη απεργία στη σκλαβωμένη Ευρώπη, εκδ. Πέτρου Καραβάκου, Αθήνα 1945, σ. 25-38.
    5. Σταύρος Ψυχάρης, Οι μνηστήρες της εξουσίας στο παιχνίδι της αλήθειας, εκδ. Παπαζήσης, Αθήνα 1977, [Β’ έκδοση, Το Βήμα, Αθήνα 2013, σελ. 241],
    6. Στο ίδιο, σ. 243- 244.
    7. Χρήστος Θεοχαράτος, ο.π., σ. 181.
    8. Χρήστος Θεοχαράτος, ο.π., σ. 236-238.
    9. ΚΚΕ, Επίσημα Κείμενα, τ. Στ’, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1987, σελ. 321.
    10. Νίτσα Λουλέ-Θεοδωράκη, Χαρίλαος Φλωράκης, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 1995, σελ. 67.
    11. Γι’ αυτή την αποστολή του επίλεκτου τμήματος Φλωράκη- Μπελογιάννη-Παπαγεωργίου υπάρχουν διάφορες πήγες. Ο αναγνώστης μπορεί να βρει αναλυτικές πληροφορίες: Αλέκος Παπαγεωργίου, Εμπειρίες ένοπλων αγώνων, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 2001, σ. 303-315, Χρήστος Θεοχαράτος, ο.π., σ. 347- 367, Τριαντάφυλλος Γεροζήσης, Επίλεκτο Απόσπασμα 1ης Μεραρχίας ΔΣΕ Φλωράκη- Μπελογιάννη-Παπαγεωργίου (Γράμμος-Αγραφα-Μουργκάνα, Αύγουστος-Σεπτέμβρης 1949), εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 2004, κ.ά.
    12. Βλέπε αναλυτικά για τα αποσπάσματα που παρατίθενται: Χρήστος Θεοχαράτος, ο.π., σ. 278-279 και 322-326.
    13. Εχω διαβάσει τις ανέκδοτες σημειώσεις του Πέτρου Ρούσου καθώς μου τις είχε δώσει ο ίδιος ο Χαρίλαος -τη δεκαετία του ’90- για να του πω αν, κατά τη γνώμη μου, αξίζει να εκδοθούν. Όταν τις διάβασα του απάντησα κατηγορηματικά πως έπρεπε ήδη να είχαν εκδοθεί. Την ίδια γνώμη είχε κι εκείνος. Δεν πρόκειται για υλικό με «μυστήρια» και «αποκαλύψεις», αλλά για ένα σύνολο συγκροτημένων προβληματισμών του Πέτρου Ρούσου, πολύ χρήσιμων και για τον αναγνώστη και για τον μελετητή της Ιστορίας του εμφυλίου. Λίγες ημέρες αργότερα, ο Χαρίλαος με ενημέρωσε ότι εισηγήθηκε στην ηγεσία του ΚΚΕ οι σημειώσεις του Ρούσου να εκδοθούν σε βιβλίο. Δεν γνωρίζω πού σκόνταψε αυτό το θέμα και η έκδοση δεν έχει πραγματοποιηθεί ακόμα.
    14. Σταύρος Ψυχάρης, ο.π., σ. 245.

    http://istorika-ntokoumenta.blogspot.gr/2016/10/blog-post_67.html

    Μου αρέσει!

  4. «…στη χειρότερη περίπτωση για μας, θα ήμασταν αλά Κορέα, ­ μισοί από εδώ και μισοί από εκεί»….

    Λίγο το κακό δηλαδή…. Ψιλοπράματα…. Απλώς η Ελλάδα θα κοβόταν στα δυο.

    Και ύστερα σου λέει γιατι έγινε το Γ’ Ψήφισμα και ο Ν. 509, και γιατί στήθηκε η δυσώνυμη Μακρόνησος…

    Κι ύστερα απορούν κάποιοι, γιατί ο Γεώργιος Παπανδρέου απεκάλεσε το ΚΚΕ «το κόμμα τής προδοσίας και του εγκλήματος»

    Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s