Ενδιαφέροντα

Η Υψηλή Ιστορία μιλάει για το Μάρκο και τον Τσιτσάνη! 

Πέρασα το τριήμερο διαβάζοντας το εξαιρετικά ενδιαφέρον και διαβαστερό βιβλίο του Μαρκ Μαζάουερ Θεσσαλονίκη, η πόλη των φαντασμάτων.Καθώς ο διάσημος ιστορικός ασχολείται και με τις πιο απίθανες λεπτομέρειες του αστικού βίου της πόλης, δεν ήταν δυνατόν να μην ασχοληθεί και με πλευρές της μουσικής ιστορίας της. Δεν αναφέρεται τίποτα, δυστυχώς, για τους Έλληνες Θεσσαλονικιούς συνθέτες του εικοστού αιώνα – ούτε για τη συμβολή της Θεσσαλονίκης στη δημιουργία και την εξέλιξη των ρευμάτων της ελληνικής μουσικής και του τραγουδιού. Ούτε για το Φεστιβάλ, ούτε για την εκκλησιαστική μουσική, ούτε για τα μαγαζιά του ρεμπέτικου και του λαϊκού τραγουδιού.

Καλά, θα μου πείτε, ιστορία γράφει ο άνθρωπος, τι δουλειά έχουν όλα αυτά; Η ερώτηση είναι εύλογη μονάχα για όσους δεν έχουν διαβάσει το βιβλίο!

Ο Μαζάουερ «συστήνει» στο διεθνές κοινό (το βιβλίο είναι γραμμένο στα Αγγλικά και μεταφρασμένο) ανάμεσα στους διάσημους ντόπιους Εβραίους καλλιτέχνες της εποχής και στους Κωνσταντινοπολίτες αρτίστες που κατέφθαναν στην πόλη, λίγο πριν λίγο μετά τον πόλεμο, δυο παράξενους επισκέπτες: οι μεταπτυχιακοί φοιτητές των ιστορικών τμημάτων από το Καίμπριτζ ως την Καλκούτα, και οι υπόλοιποι αναγνώστες, θα διαβάσουν για πρώτη φορά ίσως τα ονόματα του Μάρκου βαμβακάρη και του Βασίλη Τσιτσάνη. Ας δούμε με τι συνοδευτικά στοιχεία (σελ. 465-7).

Ο Μάρκος Βαμβακάρης (σημ: του οποίου το τραγούδι ο Μάρκος Πρωθυπουργός έχει παρουσιαστεί λίγες σελίδες νωρίτερα – σελ 449- μάλλον στα ξεκούδουνα, για να χρησιμεύσει ως πάσα για την περιγραφή των τριών πρωθυπουργικών θανάτων που αναφέρει) στα απομνημονεύματά του περιγράφει με ζωηρά χρώματα τις στενές σχέσεις ανάμεσα στον αρχηγό της αστυνομίας της Θεσσαλονίκης και τον υπόκοσμο. Είχε έρθει στο Βορρά να παίξει, γιατί τα στέκια του στον Πειραιά και την Αθήνα τα έκλειναν ένα ένα οι αρχές. Την πρώτη του νύχτα την πέρασε με μια πόρνη, αλλά πρωί-πρωί την άλλη μέρα ένας αστυνομικός χτύπησε την πόρτα και τον διέταξε να πάει στο τμήμα να δει τον αρχηγό. Τα έχασε με τη στάση του Μουσχουντή:

(ακολουθεί απόσπασμα, όπου περιγράφεται, με λόγια του Μάρκου, η πασίγνωστη συνάντησή του με τον Μουσχουντή)

Και πράγματι, παρά τα συχνά μαχαιρώματα στις ταβέρνες όπου έπαιζε, ο Βαμβακάρης είχε ακριβές αναμνήσεις από τα ταξίδια του στην «ωραία πόλη» – όπου όλος ο κόσμος ήταν «ντυμένος καλά», οι γυναίκες «πολύ σικ… σαν να ήσουνα στην Ευρώπη».

Ακολούθως ο Μαζάουερ αναφέρει τη συμπάθεια του Μουσχουντή στα ρεμπέτικα και ολοκληρώνει, μιλώντας για την αστυνομία: η Μπάρα και ο υπόκοσμος εξυπηρετούσαν τους σκοπούς της και δεν ξέφυγαν ποτέ πραγματικά από τον έλεγχό της.

Γυρίζοντας σελίδα, πέφτουμε πάνω στους στίχους του μες της πόλης το χαμάμ – και μετά διαβάζουμε το ακόλουθο κείμενο:

Τραγούδια όπως το μες της πόλης το χαμάμ, γραμμένο από τον Ανάστη Δελιά το 1935, αναφερόταν στο οθωμανικό παρελθόν, μεταμορφώνοντάς το. Το ρεμπέτικο -η μάγκικη, παραπονιάρικη μουσική του υποκόσμου της Ανατολικής Μεσογείου- άνθησε στα ουζερί και τις ταβέρνες της Θεσσαλονίκης, παρά τις προσπάθειες του κράτους να το περιστείλει. Τα τραγούδια αυτά, που χρησιμοποιούσαν μελαγχολικούς δρόμους αραβικής και τουρκικής προέλευσης -το χιτζάζ, το κλαψιάρικο ουσάκ-, σίγουρα δεν αφορούσαν όσους ενδιαφέρονταν για την καθωσπρέπει εικόνα τους, και καταδικάστηκαν από το κατεστημένο ως παρακμιακά λείψανα μιας ανατολίτικης εποχής μολυσμένης από μη ελληνικές επιδράσεις, σε αντίθεση με τα υποτιθέμενα αγνότερα δημοτικά του βουνού. Μες τα ντουμανιασμένα καφενεία οι μουστακαλήδες μουσικοί καθόντουσαν στη σειρά με τα μπουζούκια και τους μπαγλαμάδες τους, αυστηροί και συγκρατημένοι, κι έπαιζαν τους τραχιούς, κοφτούς, μεταλλικούς ρυθμούς τους, σαν καμβά πάνω στον οποίο οι τραγουδίστριές τους τραγουδούσαν ιστορίες προδομένου έρωτα, χαλαρών ηθών και, κυρίως, ναρκωτικών:

(ακολουθούν οι στίχοι της λιτανείας του μάγκα – και ο Μαζάουερ συνεχίζει: )

Με λόγια σαν κι αυτά -γραμμένα από τον Τσιτσάνη τον καιρό που ζούσε στη Θεσσαλονίκη-, τα ρεμπέτικα εξαπλώθηκαν γρήγορα σε όλη τη χώρα. Η δημοτικότητά τους αποδίδεται συχνά στην επιρροή που άσκησαν οι Μικρασιάτες πρόσφυγες, και είχαν ίσως προκύψει από τις αυτοσχέδιες τραγουδιστικές βραδιές των καφενείων – των λεγόμενων καφέ-αμάν-, που ήταν αγαπητές σε Τούρκους και Έλληνες εξίσου. Στην πραγματικότητα όμως ήταν ήδη δημοφιλή στην Ελλάδα προτού οι πρόσφυγες της Σμύρνης ιδίως, καταφθάσουν μ’ ένα πολύ πιο συγκινησιακό, πλούσια ποικιλματικό ύφος και μετατρέψουν τον Πειραιά σε κέντρο ηχογράφησης του είδους.

(Ακολουθούν πλούσιες παράγραφοι για το γραμμόφωνο, τον Εβραίο τραγουδιστή Καρακάς Εφέντη, τον επίσης Εβραίο Σαδίκ Νεχαμά Γκέρσον και διάφορους άλλους καλλιτέχνες του μεσοπολέμου).

That’s all falks!

*

Και πώς να είναι αλλιώς δηλαδή, όταν για το ρεμπέτικο παρατίθεται μονάχα μια βιβλιογραφική πηγή, το Road to Rembetika της G. Holst. Οι μεταπτυχιακοί φοιτητές των ιστορικών τμημάτων στα πανεπιστήμια της Νεβάδα και του Τόκιο, αυτά θα διαβάσουν για το ρεμπέτικο – αυτά και για τους δυο πατριάρχες του ελληνικού τραγουδιού στον 20ο αιώνα, το Μάρκο και τον Τσιτσάνη. Και θα μείνουν με την εντύπωση πως οι δυο τους ήταν κάτι γραφικοί χασικλήδες μπουζουκτσήδες του μεσοπολέμου, οι οποίοι το μόνο που έκαναν ήταν ότι μεταποίησαν στα ελληνικά αράβικους και τούρκικους δρόμους – και δη κλαψιάρικους. Θα τρίζουν τα κόκαλα του Βασίλη και του Μάρκου… και, πιθανόν, θα γελάνε μαζί με μας για την επιλογή (από το συγγραφέα) των τριών φίνων και χαρούμενων τραγουδιών που παρουσιάζονται, ως παραδείγματα! Δίκαια θα αναρωτιούνται, αυτός ο άνθρωπος δεν άκουσε ποτέ για τη σχέση των δρόμων του ρεμπέτικου με τους βυζαντινούς ήχους, ούτε με τη συνάφεια των ήχων με τους αρχαίους ελληνικούς τρόπους; Τη Φραγκοσυριανή και την Αρχόντισσα, δεν τις έχει ακουστά; Μπα, σε καλό του!

Χαμογελάει κανείς όταν διαβάζει στο πολύ σημαντικό αυτό βιβλίο για τη Θεσσαλονίκη, πως στην πανεπιστημιούπολη της υπάρχει… πισίνα (εννοείται, προφανώς, η τεχνητή λιμνούλα απέναντι από την Κτηνιατρική), αλλά εδώ το χαμόγελο μετατρέπεται σε ειλικρινή απορία: πως είναι δυνατόν να γράφονται από έναν ιστορικό της φήμης και της αξίας του Μαζάουερ τέτοιες μωρολογίες για το ελληνικό τραγούδι, που προδίδουν παχυλή άγνοια και πλήρη απουσία εμβάθυνσης; Άκου, το δημοτικό τραγούδι ήταν… των βουνών! Φυσικά, καμιά αναφορά για την απέχθεια που είχε ο Τσιτσάνης στο Μικρασιάτικο τραγούδι, ούτε στην εντελώς διαφορετική ενορχήστρωση που επέβαλε και στα βαθύτερα πολιτισμικά της αίτια – αυτά είναι λεπτομέρειες…

Ισχύει τάχα η ίδια αναλογία άγνοιας και διαστρέβλωσης για άλλα θέματα, τα οποία δεν γνωρίζουμε από πρώτο χέρι – άρα δε μπορούμε να αξιολογήσουμε το βαθμό αξιοπιστίας στη διαπραγμάτευσή τους; Να σεβόμαστε τους ειδικούς, αλoίμονο, αλλά ας κρατάμε και μια πισινή…

Πηγή: Η Υψηλή Ιστορία μιλάει για το Μάρκο και τον Τσιτσάνη! | Η καλύβα ψηλά στο βουνό

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Google photo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s