Βιβλία

Τα φαντάσματα του Εμφυλίου

Ο Μίλτης (Μιλτιάδης) Μελισσηνός ήταν, στα 1944, ένας νεαρός φοιτητής. Είχε επιστρέψει στη γενέθλιά του πόλη, το Ναύπλιο, και δούλευε στο Άργος ως υπάλληλος σε τράπεζα. Έκανε κάθε μέρα με το ποδήλατο τα 12 χιλιόμετρα από τη μια πόλη ως την άλλη, για να πάει στη δουλειά του. Ώσπου, ένα πρωινό του Μαΐου τον σταμάτησε η ΟΠΛΑ και τον συνέλαβε. Λίγες μέρες αργότερα ο νεαρός Μίλτης εκτελέστηκε.

Ο Στέλιος Περράκης είναι ανεψιός του Μίλτη (γιός της αδερφής του). Έμεινε στο εξωτερικό, από την εποχή της χούντας και σήμερα είναι καθηγητής οικονομικών σ’ ένα πανεπιστήμιο του Μόντρεαλ. Τυπικός κεντροαριστερός, για δεκαετίες απέδιδε το θάνατο του θείου του σε λάθος ή παρεξήγηση, αφού ο Μίλτης ούτε κατά διάνοιαν είχε εναντιωθεί στο ΕΑΜ ή το ΚΚΕ. Ώσπου αποφάσισε να ερευνήσει το θέμα: Ποιοι έδωσαν την εντολή της σύλληψης και γιατί. Ποιοι ήταν οι φυσικοί αυτουργοί της σύλληψης, της κράτησης και της εκτέλεσης. Τι απόγιναν όλοι αυτοί τα επόμενα χρόνια.

Όμως, αυτές οι υποθέσεις είναι σαν ένα καλάθι με κεράσια: θέλεις να πάρεις δύο και σηκώνεις ολόκληρο τσαμπί. Ο Περράκης έκπληκτος διαπίστωσε ότι η δολοφονία του θείου του δεν ήταν ούτε κατά λάθος, ούτε από παρεξήγηση. Ήταν μια από τις δεκάδες δολοφονίες που είχε διαπράξει η ΟΠΛΑ για λογαριασμό του ΚΚΕ (υπό την κάλυψη του ΕΑΜ/ ΕΛΑΣ) στην Αργολίδα. Η υπόθεση μετατράπηκε σε πολιτικό θρίλερ…

Το βιβλίο Φαντάσματα του Εμφυλίου (εκδόσεις Επίκεντρο) διαβάζεται με μεγάλο ενδιαφέρον, αν και ο συγγραφέας του δεν διαθέτει σε περίσσεια  το χάρισμα της γραφής. Είναι όμως εξαιρετικά ακριβής στο λόγο του, μεθοδικός, επίμονος – και έχει την ευχέρεια να κινείται με άνεση από το μερικό στο γενικό. Καταφέρνει  έτσι να εντάξει την οικογενειακή του ιστορία στην Ιστορία της περιόδου και να τις φωτίσει εξίσου καλά. Ακόμα, έχει το σπουδαίο προσόν ότι μπορεί να αναπαραστήσει την εποχή (περιβάλλον, κοινωνικές τάξεις και σχέσεις, καταγωγές, πολιτικές και ένοπλες οργανώσεις κλπ) με όλες εκείνες τις λεπτομέρειες που επιτρέπουν στο νεαρό αναγνώστη, αυτόν που δεν έζησε την Ελλάδα εκείνης της εποχής, να πάρει μια καλή ιδέα για το αυθεντικό σκηνικό μέσα στο οποίο παίχτηκε η κοινωνική και εθνική τραγωδία του κατοχικού Εμφυλίου. Κι αυτό δεν είναι λίγο.

*

Όσοι παρακολουθούν τα σημειώματά μου για τον Εμφύλιο στην καλύβα θα έχουν ήδη διακρίνει ότι, χωρίς να υποτιμώ τους επαγγελματίες ιστορικούς, δε διστάζω να ασχολούμαι με τους… άλλους, τους ερασιτέχνες. Με ιδιαίτερο ενδιαφέρον, λοιπόν, διάβασα τα συμπεράσματα του Στέλιου Περράκη, μετά την πολύχρονη ερευνά του – και τον προβληματισμό μιας ολόκληρης ζωής. Τα συμπεράσματα που προκύπτουν από την Αργολίδα είναι ταυτόσημα με εκείνα από πολλές άλλες περιοχές της χώρας μας, όπου αναπτύχτηκε και έδρασε το ΕΑΜ / ΕΛΑΣ και, στη σκιά τους, το ΚΚΕ και η ΟΠΛΑ.

Γράφει ο Περράκης (σελ. 388 κ.ε):

…όλα άρχισαν σε κάποιο χρονικό σημείο στα μέσα του 1943, το αργότερο νωρίς το καλοκαίρι, όταν το ΚΚΕ, διαμέσου του ΕΑΜ που εξουσίαζε, αποφάσισε να εξοντώσει τις τοπικές αντιστασιακές ομάδες που δεν ήταν κάτω από την εξουσία του. Άρχισε από τα ένοπλα αντιστασιακά τμήματα που δεν ήλεγχε, και μετά πήρε τη μοιραία απόφαση να προχωρήσει στη σύλληψη και εξόντωση τοπικών πολιτικών αρχών και παραγόντων στις περιοχές που είχε κάτω από τον έλεγχό του. Και στις δύο περιπτώσεις η κομμουνιστική ηγεσία ισχυρίστηκε ότι αυτοί στους οποίους επιτέθηκε ήταν συνεργάτες του εχθρού, αλλά αυτί ήσαν μάλλον ψευδείς ισχυρισμοί, όπως τουλάχιστον είδαμε στις περιπτώσεις που εξετάσαμε. Τελικά, όμως, αυτοί οι ισχυρισμοί αποτέλεσαν μια αυτοεπαληθευόμενη προφητεία, διότι οι συγγενείς και φίλοι των θυμάτων του ΚΚΕ στράφηκαν για βοήθεια στους Γερμανούς.  Η συνεργασία με τους Γερμανούς γενικεύτηκε σε μεγάλη κλίμακα με τον ερχομό των Ταγμάτων Ασφαλείας στην Αργολίδα το Μάιο του 1944. Χάρη στη γερμανική βοήθεια, τα Τάγματα κατάφεραν να καταστρέψουν την ΕΑΜική οργάνωση στο μεγαλύτερο μέρος της αργολικής υπαίθρου, χρησιμοποιώντας μεθόδους που δεν ήσαν και πολύ διαφορετικές από εκείνες που είχε χρησιμοποιήσει νωρίτερα η Αριστερά. Δεν κατάφεραν, όμως, να κρατηθούν από μόνα τους μετά την αποχώρηση των Γερμανών, ιδίως μετά την καταγγελία τους από την εξόριστη ελληνική κυβέρνηση, που τους κατέστρεψε το ηθικό. Η υποχώρηση και η μετέπειτα ήττα των ταγμάτων είχε ως επακόλουθα μαζικές εκτελέσεις, πρώτα στα χωριά που ξανακατέλαβε το ΕΑΜ και μετά στις μάχες που έλαβαν χώρα πριν από τη συμφωνία που έφερε τον αφοπλισμό και την αποχώρηση των Ταγμάτων. Η απελευθέρωση βρήκε το ΕΑΜ να έχει τον πλήρη έλεγχο της εξουσίας στην Αργολίδα, την οποία κυβέρνησε για τέσσερις μήνες με μετριοπάθεια και χωρίς ακρότητες. Χρειάστηκε όμως να εγκαταλείψει την εξουσία μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας, που κατέληξε στη διάλυση του ΕΛΑΣ. Ένα καινούριο κύμα βίας και αυθαιρεσίας ήλθε τότε στα επόμενα δύο χρόνια από την άλλη πλευρά, όχι τόσο από τις σχετικά λίγες περιπτώσεις βίαιης αντιδικίας με ακροδεξιά στοιχεία όσο από τις σκληρές και άδικες τιμωρίες που επέβαλαν οι δικαστικές αρχές σε μέλη του ΕΑΜ ύστερα από δίκες όπως αυτές που είδαμε στο Ναύπλιο.

Αυτά είναι, σε σύντομη περίληψη, τα γεγονότα του 1943-46 στην Αργολίδα, η χρονική σειρά των οποίων δείχνει καθαρά τα αίτια και τα αποτελέσματα. Είναι μία συνεχής αλληλουχία γεγονότων στην οποία τη δράση διαδέχεται η αντίδραση σε διαρκώς υψηλότερα επίπεδα, με το χαντάκι ανάμεσα στις δύο πλευρές να σκάβεται όλο και πιο βαθιά και να ποτίζεται κάθε φορά με πιο πολύ αίμα και με περισσότερη αγριότητα. Αν, όπως δείχνουν διάφορες πρόσφατες μελέτες, η εμπειρία της Αργολίδας είναι χαρακτηριστική και άλλων περιοχών της Ελλάδας, τότε η ολίσθηση προς τον Τρίτο Γύρο, την πιο καταστρεπτική φάση της πολύχρονης εμφύλιας διαμάχης στην Ελλάδα, είχε την αρχή της σε σχετικά άγνωστα βίαια επεισόδια του τελευταίου χρόνου της Κατοχής, όπως αυτά που είδαμε σε αυτή την αφήγηση.

*

Το ενδιαφέρον των Φαντασμάτων του Εμφυλίου δεν εξαντλείται εδώ. Εδώ κλείνει το δικό μας σημείωμα – προφανώς μπορούμε να πούμε περισσότερα στα σχόλια.

Πηγή: Τα φαντάσματα του Εμφυλίου | Η καλύβα ψηλά στο βουνό

Επιλογή από τα σχόλια στην ανάρτηση της καλύβας

http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_1_18/11/2010_422831

Φαντάσματα του Εμφυλίου
Tου Στεφανου Κασιματη / kassimatis@kathimerini.gr

Ο Στέλιος Περράκης είναι 72 ετών. Γεννήθηκε στον Πειραιά, σε μια οικογένεια ευκατάστατων αστών, πολιτικά βενιζελικών και φιλελεύθερων, οι οποίοι όμως μετά τον Ιούνιο του 1944 γίνονται δεξιοί. Ο ίδιος, προφανώς ανήσυχο πνεύμα, μεγαλώνοντας στη μετεμφυλιακή Ελλάδα και σπουδάζοντας ηλεκτρολόγος -μηχανολόγος στο ΕΜΠ, ασπάσθηκε τις ιδέες της ευρύτερης, δημοκρατικής Αριστεράς. Αυτή η πολιτική κλίση του εμπεδώθηκε στα χρόνια των μεταπτυχιακών σπουδών του, καθώς στις αρχές της δεκαετίας του 1960 έφυγε να σπουδάσει Οικονομικά στο φημισμένο Berkeley της Καλιφόρνιας. Εκεί, στον Νέο Κόσμο, έκανε οικογένεια και σταδιοδρόμησε ως πανεπιστημιακός. Σήμερα είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Conco-rdia του Μοντρεάλ.

Ο Περράκης είχε έναν θείο, από τον πλευρά της μητέρας του, τον δικηγόρο Τάκη Μελισσηνό εκ Ναυπλίου. Ηταν ο αγαπημένος θείος του και τους έδενε αυτό το είδος της αυθόρμητης, αμοιβαίας συμπάθειας, που δημιουργεί τους ακατάλυτους δεσμούς μεταξύ των ανθρώπων. Ωστόσο, όταν η κουβέντα άγγιζε τα πολιτικά, πάντα κατέληγαν σε καυγά, με τον ανιψιό Στέλιο να υπερασπίζεται την Αριστερά και τον θείο Τάκη να θυμάται τη δολοφονία του μικρού αδελφού του Μίλτη (Μιλτιάδη) από την ΟΠΛΑ, τον Μάιο του 1944 στην Αργολίδα, και να φωνάζει έξαλλος: «Δεν τον σκότωσαν σαν άνθρωπο. Τον έκαναν κομμάτια, σαν σφαχτό».

Η δολοφονία του Μίλτη ήταν το γεγονός που είχε σφραγίσει την οικογένεια του Στέλιου Περράκη και την πολιτική τάση της. Τριάντα έξι χρόνια αργότερα, γύρω στο 2000, ο Περράκης, επισκεπτόμενος κάθε χρόνο την Αργολίδα, τόπο καταγωγής των Μελισσηνών, άρχισε να ερευνά το γεγονός της δολοφονίας. Συμβουλευόμενος ειδικούς, ξεκίνησε με τη συλλογή μαρτυριών, προχώρησε στην μελέτη της ιστοριογραφίας και των αρχείων, και το 2006 εξέδωσε την περιπέτεια της αναζήτησής του σε ένα βιβλίο, που κυκλοφόρησε πρώτα στα αγγλικά και εφέτος στα ελληνικά από τις εκδόσεις «Επίκεντρο», με τον τίτλο «Φαντάσματα του Εμφυλίου» και πρόλογο του καθηγητή στο Yale και αρθρογράφου της «Καθημερινής» Στάθη Καλύβα.

Αυτό που κάνει το βιβλίο συναρπαστικό (και έκανε εμένα να ξενυχτώ για να το τελειώσω) είναι η αντικειμενικότητά του -όσο, φυσικά, κάτι τέτοιο είναι δυνατόν στα ανθρώπινα μέτρα. Ερευνά και καταγράφει με την ίδια ευαισθησία και την άλλη πλευρά, εκείνη των δολοφόνων του θείου του. Ετσι, ενώ ξεκινά από το οικογενειακό του ζήτημα, καταλήγει να περιγράφει το γενικότερο, αυτό δηλαδή που είναι πολύτιμο σε όλους μας. Συνοψίζοντας, λ.χ., το κεφάλαιο για τη δολοφονία των προκρίτων των Σπετσών και τα επακόλουθά της, γράφει: «Οι πιο ενδιαφέρουσες από αυτές τις σκηνές αφορούν γυναίκες, κάτι που φαίνεται παράξενο για την παραδοσιακή ανδροκρατία της Ελλάδας στη δεκαετία του 1940: η Θέμις Πασαμήτρου που θηλάζει το μωρό της πριν αντιμετωπίσει το εκτελεστικό απόσπασμα, η Βενετία Διαμαντοπούλου και η Ασπασία Κόχειλα να ακολουθούν με το καΐκι τους ανθρώπους που απήγαγαν τους άνδρες τους, οι ίδιες γυναίκες πάλι να οδηγούν σαν Ερινύες τον όχλο για να τιμωρήσουν τους δολοφόνους των συζύγων τους». Σημειωτέον, ότι η μεν πρώτη ήταν κομμουνίστρια, ενώ οι δύο άλλες σύζυγοι μελών της τοπικής επιτροπής του ΕΑΜ, που παρ’ όλα αυτά δολοφονήθηκαν από την ΟΠΛΑ και αργότερα μετείχαν στο λυντσάρισμα των Πασαμήτρων, που θεωρήθηκαν υπεύθυνοι για τις δολοφονίες.

Η αξία του βιβλίου έγκειται στο ότι, περιγράφοντας τις απαρχές του εμφύλιου σπαραγμού στην Αργολίδα του 1944, ο Περράκης μάς δίνει μια σπάνιας καθαρότητος εικόνα, στο επίπεδο της τοπικής κοινωνίας, του πώς η απόπειρα μιας οργανωμένης και αποφασισμένης πολιτικής δύναμης να καλύψει ένα πολιτικό κενό στην κοινωνία καταλήγει σε ένα κουβάρι δράσης και αντίδρασης, που κατρακυλά σε έναν ολοένα και πιο απότομο κατήφορο, ώσπου είναι αδύνατο πια να υπάρξει επιστροφή. Το βιβλίο παρουσιάζεται αύριο στις 7.30 στη Στοά του Βιβλίου και θα μιλήσουν γι’ αυτό ο συγγραφέας του, ο καθηγητής Στάθης Καλύβας και ο συγγραφέας Απόστολος Δοξιάδης.

Ερινύες και Ευμενίδες
Με αφορμή χθεσινό δημοσίευμα της στήλης για το βιβλίο του Στέλιου Περράκη «Φαντάσματα του Εμφυλίου», μου τηλεφώνησαν χθες οι κόρες της Βενετίας Διαμαντοπούλου, η οποία αναφέρεται σε απόσπασμα του βιβλίου, που περιλαμβάνεται στην βιβλιοπαρουσίαση, σχετικώς με τη δολοφονία των προκρίτων των Σπετσών από την ΟΠΛΑ. Με βεβαιώνουν ότι η εκ μέρους του συγγραφέα παρομοίωση της μητέρας τους με Ερινύα δεν έχει καμία σχέση με τα πραγματικά γεγονότα. Οφείλεται σε παρεξήγηση του συγγραφέα, ο οποίος, κατά τη γνώμη τους, δεν εκτίμησε δεόντως τα στοιχεία που οι ίδιες έθεσαν στη διάθεσή του. Σέβομαι την άποψή τους και την τεκμηρίωσή της, όπως μου την παρουσίασαν. Γι’ αυτό και την μεταφέρω εδώ, δεδομένου μάλιστα ότι την κυρία Μιράντα Διαμαντοπούλου τυγχάνει να τη γνωρίζω προσωπικώς και να την εκτιμώ. Εντούτοις, η μόνη ακλόνητη βεβαιότητα που αποκομίζω από την υπόθεση αυτή είναι ότι όσο η ανάμνηση των τραγικών γεγονότων της εποχής διατηρείται στη μνήμη των επιζώντων, τα φαντάσματα του Εμφυλίου θα μας συνοδεύουν ακόμη. Επίσης ότι η παρουσίαση του βιβλίου, σήμερα στις 7.30 μ.μ. στη Στοά του Βιβλίου, θα έχει ενδιαφέρον.

http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_98_19/11/2010_422963

«Φαντάσματα του Εμφυλίου»

Κύριε διευθυντά

Η προβολή της εκδήλωσης για την παρουσίαση του βιβλίου του Στέλιου Περράκη «Τα φαντάσματα του Εμφυλίου» σε άρθρο της «Καθημερινής» (18/10) μας παρακίνησε να παραστούμε στη Στοά του Βιβλίου την επόμενη μέρα. Στόχος μας ήταν να σχηματίσουμε, ως νέοι ιστορικοί, μια δική μας γνώμη για το βιβλίο και κατ’ επέκταση για το ιδεολογικό πιστεύω του αυτοαποκαλούμενου «Νέου Κύματος», καθώς χρόνια παρακολουθούσαμε τις σχετικές αντιπαραθέσεις σε συνέδρια και ΜΜΕ, αλλά δεν είχαμε την ευκαιρία να παραστούμε σε κάποια «καθαρόαιμη» εκδήλωση με δύο από τους πιο προβεβλημένους εκπροσώπους του. Ο καθηγητής Στ. Καλύβας ως τρόπον τινά «ηθικός αυτουργός» της συγγραφής του βιβλίου, ενέταξε το νέο βιβλίο στους κόλπους του εν λόγω «Κύματος». Μετά, ο πολύπλευρος συγγραφέας Απ. Δοξιάδης υποστήριξε πως, αν και δεν πρόκειται για ένα «καθαρά» ιστορικό έργο, εντούτοις έρχεται να ανατρέψει τα ιστοριογραφικά δεδομένα και στερεότυπα. Αλλωστε, κατά τον ίδιο, η δεκαετία του 1940 έχει μελετηθεί από «κατ’ επίφαση» επιστήμονες (ειπώθηκε επακριβώς)! Δεδομένου ότι οι απόψεις των δύο ομιλητών ήταν ήδη γνωστές, τη μεγαλύτερη έκπληξη αποτέλεσε ο Περράκης. Ξεκαθαρίζοντας την «αντικειμενική του κρίση» για την περίοδο προχώρησε στη διατύπωση μιας σειράς αξιοπερίεργων θέσεων.

Επιγραμματικά κάποια από τα λεγόμενά του: 1) Ο Τσώρτσιλ είναι μεγάλος ευεργέτης της Ελλάδας, αφού μας γλίτωσε από τον κομμουνισμό που θα έκανε την Ελλάδα παράρτημα της Μόσχας. Οταν κάνουμε τον σταυρό μας, πρέπει μετά το «Αγιος ο Θεός» να λέμε «άγιος Τσώρτσιλ». 2) Χαρακτήρισε το ΚΚΕ (και κατ’ επέκταση το ΕΑΜ) εγκληματική οργάνωση, παράρτημα μιας μεγάλης πολυεθνικής με έδρα τη Μόσχα. 3) Υπερηφανευόταν συνεχώς για την καταγωγή του, σε αντίθεση με τους «άξεστους και αμόρφωτους κομμουνιστές». 4) Ο ίδιος πάντως εν μέρει ανασκεύασε τις δριμείες τοποθετήσεις του για το εγκληματικό ΕΑΜ, παραδεχόμενος πως «ένα καλό το έκανε το ΕΑΜ, γλίτωσε αρκετούς Εβραίους από το Ολοκαύτωμα κρύβοντάς τους στα βουνά»… Το κοινό -κατά πλειοψηφία σε λίαν «ώριμη» ηλικία- πήρε τη σκυτάλη. Επευφημούσε ενθουσιωδώς τους ομιλητές, υπερθεματίζοντας τις θέσεις τους και χωρίς να επιτρέψει διαφοροποιήσεις στην άλλη κατεύθυνση… Ετσι, ξαφνικά, κάτω από τη βαριά σκιά των «πολλαπλών» φαντασμάτων (επιστρατεύτηκαν και εκείνα της Πηγάδας του Μελιγαλά) αισθανθήκαμε πως επιστρέψαμε με τη μηχανή του χρόνου στη ψυχροπολεμική δεκαετία του ’50! Μόνο διέξοδο από την ιδεολογικοποίηση και «αντικειμενική κρίση» της ιστορίας μας δεν πρότεινε αυτή η «φρέσκια» ματιά του κατ’ επίφαση «Νέου» Κύματος. Προβληματιστήκαμε έντονα στην αρχή της (όποιας) σταδιοδρομίας μας ως ιστορικοί, πόσο καιρό ακόμα θα έχουμε να αντιμετωπίσουμε τέτοια φαντάσματα.

Γιαννης Παπακονδυλης, Αννα Μαρια Δρουμπουκη – Ιστορικοί, Πανεπιστήμιο Αθηνών.

http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_2_24/11/2010_423552

*

Λίγες επισημάνσεις για τους δύο ανωτέρω επιστολογράφους και γιά τον Γ.Β. (σίγουρα όχι τον Β’):

Η σειρά των γεγονότων του Κατοχικού Εμφύλιου του 1943-44 στην Πελοπόννησο είναι πιά καθορισμένη, και όποιος την αποφεύγει είναι απλά καθηλωμένος στην κομματικο-πολιτική γωνιά του.

Να την επαναλάβω άλλη μιά φορά:
1. Επίθεση του ΕΛΑΣ και διάλυση όλων των άλλων Αντιστασιακών Οργανώσεων το καλοκαίρι του 1943,
2. Κόκκινη Τρομοκρατία του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ/ΟΠΛΑ που έγινε ιδιαίτερα φονική μετά τον Σεπτέμβρη του 1943,
3. Δημιουργία των Τάγμάτων Ασφαλείας την άνοιξη του 1944
4. ΕΛΑΣ εναντίον των ΤΑ
5. ΕΛΑΣ εναντίον Βρετανών, Χ, Ελληνικόύ Στρατού και υπολλειμάτων των ΤΑ.

Τώρα, γι αυτούς που αποκαλούν την Πηγάδα του Μελιγαλά «Φάντασμα», απαντώ: ΘΑ ΤΟ ΗΘΕΛΑΝ!

Βέβαια, ΘΑ ΤΟ ΗΘΕΛΑ και εγώ προσωπικά, αλλά γιά άλλο λόγο, λίγο πιό ανθρώπινο. Επειδή γνωρίζω τις φρικαλεότητες που διέπραξε εκεί ο ΕΛΑΣ, το ΕΑΜ, η ΟΠΛΑ και το ΚΚΕ εναντίον αθώων συμπατριωτών μου.

Ομως, η Πηγάδα του Μελιγαλά είναι μιά πραγματικότητα, και αν η μετά το 50 ηγεσία της Ελλάδος δεν ησχολείτο μόνο με το ξεκοκκάλιασμα των σχεδίων Μάρσαλ, κλπ, θα έπρεπε να είχε μπει στο υποσυνείδητο όλων των Ελλήνων και να μην αμφισβητείται από τον ….καθένα, όπως δεν αμφισβητούνται στην Γερμανία τα εγκλήματα των ναζιστών.

Τέλος, η Αργολίδα είναι δεύτερη μόνο στην Μεσσηνία στα ομαδικά εγκλήματα εναντίον αθώων το 1943-44 από την ΟΠΛΑ και το ΕΑΜ.
Αν θυμάμαι καλά, ο Περράκης περιγράφει μόνο τη σφαγή στην Πλάκα, λόγω του θείου του, αλλά υπήρχαν και πολλές άλλες, και πάντα υπήρχε η μεταφορά ανθρώπων από την Αργολίδα στη Στιμάγκα και στο Φενεό, τα σφαγεία του ΕΑΜ στην Κορινθία.

Αυτά, πολύ περιλειπτικά και συγκρατημένα………..

( Αγαπητέ κύριε Καλυβάρχα δεν θέλω να αρχίσω πάλι διαμάχη με κανένα. Απέφευγα γιά ημέρες να σχολιάσω πραγματικά, αλλά αυτό το περί «πολλαπλών» φαντασμάτων μαζί με την Πηγάδα του Μελιγαλά δεν μπορούσα να το ξεπεράσω).

Advertisements

3 σκέψεις σχετικά με το “Τα φαντάσματα του Εμφυλίου”

  1. αποσπάσματα από το βιβλίο του Στέλιου Περράκη
    ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΑ ΕΜΦΥΛΙΟΥ

    Στη διάρκεια αυτών των επιχειρήσεων πολλά χωριά που βρέθηκαν στο δρόμο των γερμανικών στρατευμάτων μεταπήδησαν ομαδικά από τo ΕΑΜ στα Τάγματα Ασφαλείας. Μερικές από αυτές τις μεταστροφές ήσαν εθελοντικές, ενώ άλλες έγιναν με το ζόρι. Και στις δυο όμως περιπτώσεις οι αλλαγές στρατοπέδου είχαν ολέθρια αποτελέσματα για τα μέλη του ΕΑΜ. Η Ασίνη ήταν ένα από αυτά τα χωριά, που προσχώρησε στα Τάγματα με τη θέλησή του το Μάιο του 1944. Ο Θανάσης Λιαλιάτσης μάς έδωσε μια πολύ καλή περιγραφή των γεγονότων στο χωριό, τα οποία ήξερε πολύ καλά γιατί και ο πατέρας του και ο θείος του έπαιξαν σημαντικό ρόλο σ’ αυτή τη μεταπήδηση, από το ΕΑΜ, με το οποίο συνεργαζόντουσαν μέχρι τότε, στα Τάγματα Ασφαλείας..

    Η Ασίνη, όπως άλλωστε και τα περισσότερα χωριά στην Αργολίδα, ήταν κάτω από την εξουσία μιας μυστικής επιτροπής του ΕΑΜ ήδη από το καλοκαίρι του 1943. Το Μάιο του 1944 προσχώρησε με ενθουσιασμό στα Τάγματα, συμμάχησε με τους Γερμανούς, και συνέβαλε στις εκκαθαριστικές με μια πολιτοφυλακή από 56 χωριανούς, που είναι ένας τεράστιος αριθμός για ένα μόνο χωριό. Οι λόγοι για μια τέτοια μεταστροφή είναι πολλαπλοί. Η τοπική επιτροπή του ΕΑΜ είχε μάλλον καταπιεστική συμπεριφορά, υποχρεώνοντας τους κατοίκους να έρχονται μια φορά την εβδομάδα σε συγκεντρώσεις στην εκκλησία για να ακούνε προπαγανδιστικούς λόγους.

    Η επιτροπή είχε οργανωθεί από έναν «ξένο», ένα μέλος του ΚΚΕ που ήταν από τον Πειραιά, αλλά είχε παντρευτεί μια Ασινιώτισσα και ζούσε στο χωριό. Ο πιο σοβαρός λόγος, όμως, για τη μεταπήδηση ήταν μια σειρά από πολιτικές εκτελέσεις που είχαν γίνει από το ΕΑΜ και το ΚΚΕ στην περιοχή το φθινόπωρο του 1943, για τις οποίες δεν υπήρχε καμία δικαιολογία. Μια από αυτές τις εκτελέσεις ήταν ενός Ασιναίου που ήταν επιστάτης της περιουσίας ενός πλουσίου συγχωριανού του, και που εκτελέστηκε γιατί δεν επέτρεπε στο ΕΑΜ να κάνει κατάσχεση στην περιουσία που φύλαγε.

    Τρεις άλλοι, δυο υπαξιωματικοί του στρατού κι ένας παπάς από τα Λευκάκια, το γειτονικό χωριό, είχαν εκτελεστεί χωρίς λόγο, κατά πάσα πιθανότητα στο πλαίσιο της εκστρατείας ενάντια στην «αντίδραση». Στη μεταπήδηση βοήθησε στα σίγουρα και το γεγονός ότι η οικογένεια του Νότη Χριστόπουλου, ενός από τους αρχηγούς των Ταγμάτων στην Αργολίδα, έχαιρε ιδιαίτερης εκτιμήσεως στην περιοχή, ενώ και ο Νότης και ο αδελφός του Κώστας είχαν και οι δυο τους κτήματα κοντά στην Πλάκα.

    Καταλυτικό ρόλο στη μεταπήδηση της Ασίνης έπαιξε και ο ερχομός των Ταγμάτων στην Αργολίδα. Οι Ασιναίοι δεν είχαν πια κανέναν ενδοιασμό να καταδώσουν την καταπιεστική εξουσία της Αριστεράς στους Γερμανούς όταν έφθασαν τα Τάγματα.

    Η μισητή επιτροπή του ΕΑΜ παραδόθηκε σ’ αυτούς, συνελήφθη αμέσως και εξετελέσθη επί τόπου. Τότε δημιουργήθηκε και η πολιτοφυλακή του χωριού, που οπλίστηκε από τους Γερμανούς και συνδέθηκε διοικητικά με τα Τάγματα. Η πολιτοφυλακή αυτή ακολούθησε τους Γερμανούς και τα Τάγματα στις εκκαθαριστικές τους επιχειρήσεις στην ανατολική Αργολίδα, και έλαβε μέρος στην επίθεση στα Δίδυμα και σε διάφορες εκτελέσεις στην περιοχή. Ο Δημήτρης Λιαλιάτσης αναγνώρισε το πτώμα του Μίλτη σ’ αυτές τις επιχειρήσεις όταν γινόταν η εκταφή των θυμάτων της ΟΠΛΑ κοντά στις σπηλιές στα Δίδυμα.

    Τα Δίδυμα,σε αντίθεση με την Ασίνη, προσχώρησαν στα Τάγματα με το ζόρι, κάτω από την απειλή ομαδικών αντιποίνων. Τα πρώτα νέα για τις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις έφθασαν στα Δίδυμα με ένα γερμανικό αεροπλάνο, που έριξε προκηρύξεις διατάζοντας τους κατοίκους να περιοριστούν μέσα στα σύνορα του χωριού. Τα υψώματα γύρω από το χωριό κηρύχτηκαν πολεμική ζώνη, και όποιον έβρισκαν εκεί θα τον θεωρούσαν οι Γερμανοί αυτόματα εχθρό και θα τον τουφέκιζαν. Από την άλλη μεριά, ο ΕΛΑΣ και η ΟΠΛΑ, που ετοιμαζόντουσαν να φύγουν από το χωριό για να γλιτώσουν από τη γερμανική επίθεση, πίεζαν τον κόσμο να αφήσει τα χωριά για να πάει στο βουνό, δηλώνοντας ότι όποιος μείνει πίσω θα τον θεωρήσουν συνεργάτη των Γερμανών και θα τον τιμωρήσουν ως προδότη.

    Έτσι, λοιπόν, βρέθηκαν οι κάτοικοι σε όλη την περιοχή σε πλήρες αδιέξοδο, παγιδευμένοι ανάμεσα στο σφυρί των Γερμανών και στο αμόνι του ΕΛΑΣ. Οι άνθρωποι στα Δίδυμα ήξεραν καλά ότι και οι δυο πλευρές είχαν τα μέσα να επιβάλουν τη θέλησή τους, και ότι η τιμωρία για τυχόν ανυπακοή ήταν ο θάνατος. Τους Γερμανούς, όμως, δεν τους ήξεραν καθόλου, και δεν πίστευαν ότι θα άφηναν απείραχτους όσους θα έμεναν στο χωριό. Από την άλλη μεριά, η παρουσία της ΟΠΛΑ στο Καρακάσι τούς είχε μάθει για τα καλά ποια ήταν η τύχη αυτών που το ΕΑΜ τιμωρούσε ως προδότες. Γι’ αυτό, λοιπόν, οι περισσότεροι διάλεξαν τη φυγή στα βουνά, με αποτέλεσμα πολλοί από αυτούς να παγιδευτούν στις πολεμικές ζώνες και να σκοτωθούν από τα γερμανικά πυρά.

    Ευτυχώς για το χωριό ο παπάς του, που έτυχε να είναι ο αδελφός του παλιού μας φίλου του κ. Πέτρου, είχε μείνει πίσω και μεσολάβησε στους Γερμανούς, τους οποίους κατάφερε να πείσει ότι οι κάτοικοι είχαν υποχρεωθεί από τους αντάρτες να εγκαταλείψουν το χωριό και ήσαν διατεθειμένοι να επιστρέψουν αν μπορούσε να γίνει αυτό με ειρηνικό τρόπο. Τα επιχειρήματά του έγιναν ακόμα πιο πειστικά όταν ανακαλύφτηκαν τα πτώματα των θυμάτων της ομαδικής σφαγής στις σπηλιές. Οι προτάσεις του παπά έγιναν δεκτές, και στάλθηκαν αγγελιοφόροι στα βουνά για να προσπαθήσουν να πείσουν τους φυγάδες ότι οι Γερμανοί δεν θα τους πείραζαν αν επέστρεφαν. Ο περισσότερος κόσμος φαίνεται ότι πείστηκε από τους αγγελιοφόρους και γύρισε πίσω στο χωριό. Σ’ αυτή την επιτυχία συνετέλεσε βέβαια και το γεγονός ότι ο ΕΛΑΣ είχε πια φύγει από την περιοχή. Εντ ω μεταξύ, όμως, είχε αρχίσει να κυκλοφορεί μια φήμη πως οι Γερμανοί θα έπιαναν και θα εκτελούσαν 200 ομήρους από το χωριό αν δεν τους παρέδιναν τους κομμουνιστές αρχηγούς. Αυτές οι φήμες ολοκλήρωσαν τη μεταπήδηση των Διδύμων και των γύρω χωριών από το ΕΑΜ στο αντίθετο στρατόπεδο.

    Αν και η μεταπήδηση έγινε με το ζόρι, οι συνέπειές της για τα μέλη του ΕΑΜ που είχαν μείνει πίσω και δεν είχαν ακολουθήσει την υποχώρηση του ΕΛΑΣ προς τα πλοία με τους υπόλοιπους ομήρους ήσαν καταστροφικές, με τουφεκισμούς και απαγχονισμούς στα ίδια τα Δίδυμα, αλλά και στο στρατηγείο της ΟΠΛΑ στο Καρακάσι. Διάφορα μέλη του ΕΑΜ συνελήφθησαν και παραδόθηκαν στους Γερμανούς, που κρέμασαν μερικούς από αυτούς σε δέντρα γύρω από το χωριό και τουφέκισαν άλλους, ενώ προσπαθούσαν να ξεφύγουν. Ανάμεσα σ’ αυτούς που κρέμασαν ήταν και ο Δημήτρης Μιχελής, που είχε όπως φαίνεται συμμετάσχει στις εκτελέσεις της ΟΠΛΑ και ίσως να ήταν και ανάμεσα σ’ αυτούς που σκότωσαν τον Μίλτη Μελισσηνό. Ο Μιχελής προσπάθησε να κρυφτεί σε ένα γειτονικό χωριό, αλλά συνελήφθη και μεταφέρθηκε στα Δίδυμα, όπου τον κρέμασαν σε μια μουριά κοντά στην εκκλησία του χωριού ύστερα από ένα άγριο ξυλοκόπημα από άνδρες των Ταγμάτων Ασφαλείας και της πολιτοφυλακής από τα χωριά που τους ακολουθούσε. Μερικοί από αυτούς τους ανθρώπους ήσαν συγγενείς ή φίλοι θυμάτων της Αριστεράς και είχαν προσωπικούς λόγους να τιμωρήσουν όποιον εκτελεστή της ΟΠΛΑ έπεφτε στα χέρια τους.

    Η μεταπήδηση των Διδύμων στα Τάγματα, που περιγράφεται με όλες της τις λεπτομέρειες στο ημερολόγιο του κ. Πέτρου, ολοκληρώθηκε με τη δημιουργία μιας πολιτοφυλακής, που υποτίθεται ότι θα εμπόδιζε την επιστροφή του ΕΛΑΣ στην περιοχή. Πολλοί από αυτούς που έγιναν μέλη της ήσαν προηγουμένως ενθουσιώδεις υποστηρικτές του ΕΑΜ. Τώρα, οπλίστηκαν με μερικά παλιά ιταλικά όπλα και με μερικά κυνηγετικά τουφέκια, και αντικατέστησαν την τρομοκρατία της ΟΠΛΑ με τη δικιά τους. Το καινούργιο καθεστώς περιγράφεται με αγανάκτηση από τον κ. Πέτρου, που ήταν φαίνεται ένας από τους λίγους που κατάφεραν να κρατήσουν καθαρά και το μυαλό και τη συνείδησή τους σ’ αυτούς τους ταραγμένους καιρούς. Τα γεγονότα που περιγράφει στο ημερολόγιο του είναι απίστευτα, με τις σχεδόν παιδαριώδεις αγριότητες και την άσκοπη βία τους. Οι πολιτοφύλακες μεταμφιέστηκαν με γυναικεία ρούχα και εισέβαλαν στα σπίτια ενός ή δυο ανθρώπων για τους οποίους υπήρχαν υπόνοιες ότι υποστήριζαν το ΕΑΜ, τους οποίους ξυλοκόπησαν μέχρι θανάτου. Πάντα με γυναικεία ρούχα, έπιασαν μια νεαρή γυναίκα ενώ περπατούσε στο δρόμο και της ξύρισαν το κεφάλι, ενώ ξυλοκόπησαν και άλλους χωριανούς στα Δίδυμα και στο Καρακάσι. Πολλά από αυτά έγιναν, βέβαια, για προσωπικούς λόγους, αλλά το συνολικό αποτέλεσμα του τραμπουκισμού της πολιτοφυλακής ήταν να συνεχιστεί η ανασφάλεια.

    *

    Ο Καπετάν Λευτεριάς, που θα τον συναντήσουμε κι αργότερα σε άλλα κεφάλαια, είναι ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα πρόσωπα στην αφήγηση μας. Ήταν από το Γκέρμπεσι, το αρβανιτοχώρι που βρίσκεται στους λόφους κοντά στο Αργός και που σήμερα λέγεται Μιδέα. Το 1944 ήταν 29 ετών, αλλά πολύ λίγα γνωρίζουμε γι αυτόν. Ένας παλιός του σύντροφος πίστευε πως είχε υπηρετήσει ως υπαξιωματικός, στο ναυτικό ή στο στρατό. Όλες οι μαρτυρίες συμφωνούν στο ότι ήταν γενναίος και αδίστακτος. Τα βασανιστήρια και οι εκτελέσεις που γινόντουσαν στο Καρακάσι κάτω από τις διαταγές του ξεχωρίζουν για την αγριότητα και τον σαδισμό τους ακόμα και μέσα στα πλαίσια της κατοχικής Ελλάδας. Τέτοιες αγριότητες, όμως, δεν ήσαν ασυνήθιστες για την ΟΠΛΑ, και δεν είναι σίγουρο αν αυτά που έκανε ήταν με δική του πρωτοβουλία ή του τα επέβαλλαν άλλοι.

    «Χασάπης» που εκτελούσε διαταγές. Στην περίπτωση των προκρίτων των Σπετσών, τα τέσσερα θύματα βασανίστηκαν πρώτα για δυο ή τρεις μέρες στο Καρακάσι και μετά είτε τουφεκίστηκαν είτε σφάχτηκαν με μαχαίρι. Το εκτελεστικό απόσπασμα αποτελούσαν ο Λευτεριάς, δυο ή τρεις άνθρωποι από την ΟΠΛΑ στο Κρανίδι, και ο παλιός μας γνώριμος ο Σμυρλής, που είχε έλθει από τις Σπέτσες για να λάβει μέρος στις εκτελέσεις. Τα τρία πρώτα θύματα εκτελέστηκαν στο δρόμο της Ερμιόνης και πολύ κοντά στο χωριό, ενώ η εκτέλεση του Κατραμάδου έγινε στο δρόμο για τα Δίδυμα. Ένας από τους Κρανιδιώτες της ΟΠΛΑ οργάνωσε και την ταφή των τριών πρώτων θυμάτων την επόμενη μέρα μετά την εκτέλεση, στρατολογώντας γι’ αυτό ανθρώπους από το Καρακάσι. Η ταφή αυτή είναι κάπως ασυνήθιστη, γιατί ξέρουμε από το ημερολόγιο του κ. Πέτρου ότι η ΟΠΛΑ άφηνε τις πιο πολλές φορές άταφα τα πτώματα των θυμάτων της για λόγους παραδειγματισμού, για τον εκφοβισμό τυχόν αντιπάλων του ΕΑΜ. Σύμφωνα με μια μαρτυρία από έναν χωρικό από το Καρακάσι, ο αντάρτης της ΟΠΛΑ που οργάνωσε την ταφή έβγαλε από το στόμα του Λεκκού τα χρυσά δόντια που είχε ο δήμαρχος και τα τσέπωσε πριν θάψουν το πτώμα.

    Η ακριβής ημερομηνία των εκτελέσεων είναι ασαφής, αλλά οι πιο αξιόπιστες μαρτυρίες αναφέρουν ότι οι τρεις πρώτοι εκτελέστηκαν τη νύχτα της 12 με 13 Μαρτίου του 1944, τρεις ή τέσσερις μέρες μετά τη σύλληψή τους, ενώ ο Κατραμάδος εκτελέστηκε στο τέλος του ίδιου μήνα. Ένας μάρτυρας από την Ερμιόνη, που είχε συλληφθεί και ήταν κρατούμενος στο σπίτι της ΟΠΛΑ στο Καρακάσι την ίδια νύχτα, 12 με 13 Μαρτίου, είπε στην κατάθεση του μετά τον πόλεμο ότι άκουσε τους άντρες της ΟΠΛΑ να κάνουν συζήτηση στο στρατώνα τους στο δωμάτιο δίπλα στη φυλακή, για τις εκτελέσεις που μόλις είχαν λάβει χώρα δυο ώρες νωρίτερα.

    Ο τρόπος εκτελέσεως είναι επίσης ασαφής, γιατί τα πρακτικά της δίκης αναφέρουν τραύματα με μαχαίρι και πυροβολισμούς ως αίτια θανάτου. Στην κατάθεσή του ο μάρτυρας από την Ερμιόνη αναφέρει πως άκουσε ότι ο Λεκκός και ο Διαμαντόπουλος τουφεκίστηκαν, ενώ ο Κόχειλας σφάχτηκε με μαχαίρι. Ίσως ένα ή δυο από τα θύματα να πέθαναν τελικά από τη χαριστική βολή που τους έδωσαν για να συντομεύσουν τα βάσανα τους, αφού πρώτα τους χτύπησαν με μαχαίρι.

    Τέτοιες πονόψυχες πράξεις δεν τις βρίσκουμε πουθενά στις εκτελέσεις των δυο χωροφυλάκων, που πέθαναν αργά και οδυνηρά. Τα πρακτικά της δίκης αναφέρουν ως αίτια θανάτου χτυπήματα «δι’αμβλέων οργάνων εις διάφορα του σώματος των μέρη, εξ ων τραυμάτων (πληγμάτων) ως μόνης ενεργού αιτίας επήλθεν ο θάνατος αυτών». Αυτά σημαίνουν κατά πάσα πιθανότητα πως οι εκτελεστές τούς έσπασαν τα πόδια και διάφορες άλλες αρθρώσεις του σώματος τους και τους άφησαν ύστερα να πεθάνουν σιγά σιγά από αιμορραγία και εξάντληση, όπως στο μεσαιωνικό τρόπο εκτελέσεως του τροχού. Αυτό τον αργό τρόπο θανατώσεως τον εφάρμοσαν στους χωροφύλακες γιατί υπηρετούσαν την κυβέρνηση των Αθηνών. Από ότι ξέρουμε είχε εφαρμοστεί και σε άλλες παρόμοιες περιπτώσεις.

    Οι εκτελέσεις των προκρίτων και των άλλων ανωνύμων θυμάτων, τα ξυλοκοπήματα, τα βασανιστήρια και οι εκφοβισμοί είχαν δημιουργήσει μιαν εκρηκτική ατμόσφαιρα στις Σπέτσες το Μάιο του 1944 που ήταν σαφώς εχθρική για την Αριστερά. Πολλά χρόνια αργότερα έγινε λόγος γι’ αυτή την ατμόσφαιρα σε μια συνομιλία με τον τέως γραμματέα της τοπικής επιτροπής του ΕΑΜ, τον άνθρωπο που είχε αντικαταστήσει τον Κόχειλα. Ο άνθρωπος αυτός, ένας μετριοπαθής αριστερός που έχαιρε γενικής εκτιμήσεως, παραδέχτηκε αυτή την εχθρότητα και ισχυρίστηκε ότι την μεταβίβασε στους ανωτέρους του. Ισχυρίστηκε επίσης ότι μερικά από τα ανώτερα στελέχη του ΕΑΜ και του ΚΚΕ συμφώνησαν με τη γνώμη του ότι οι εκτελέσεις ήσαν εσφαλμένες, αλλά είπαν ότι ήταν πια πολύ αργά για να γίνει κάτι, και δεν μπορούσαν να εκτελέσουν ανθρώπους της ΟΠΛΑ ως εξιλαστήρια θύματα ήταν η απαρχή ενός τρομοκρατικού κύματος που εξαπέλυσαν και οι δυο πλευρές και που ανάγκαζε τους πάντες να διαλέξουν αν θα πάνε με την μια ή με την άλλη παράταξη. Όποιος διάλεγε τη μια μεριά ήξερε μετά ότι δεν είχε να περιμένει οίκτο από τους αντιπάλους.

    Ο Μίλτης συνελήφθη μεν πριν από τις εκκαθαριστικές, αλλά οι μετέπειτα περιπέτειές του, και πιθανότατα η τελική του τύχη, ήσαν άμεσα συνδεδεμένες με τις στρατιωτικές εξελίξεις. Τα σχετικά γεγονότα έγιναν γνωστά πολύ αργότερα, όταν ο Μίλτης ήταν πλέον νεκρός. Ο Τάκης κατάφερε να σχηματίσει μια αρκετά λεπτομερή εικόνα για τις τελευταίες μέρες του αδελφού του, την οποίαν παρουσίασε δυο χρόνια αργότερα ως μάρτυρας κατηγορίας στη δίκη δύο ατόμων που κατηγορήθηκαν για το θάνατο του Μίλτη. Σ’ αυτή τη δίκη απεκάλυψε ονόματα και άλλων ανθρώπων που είχαν ανάμειξη στη σύλληψη και εκτέλεση του αδελφού του. Από ό,τι φαίνεται, η ένορκη κατάθεση του στηρίχτηκε σε μαρτυρίες ανθρώπων που ήσαν αυτόπτες μάρτυρες των γεγονότων:

    Έμαθα ότι συνελήφθη εις την γέφυραν έξω από το Άργος υπό της ΟΠΛΑ…Από τον αδελφόν μου έλαβα σημείωμα ότι είναι καλά, ότι συνελήφθη υπό του Μεϊδάνη και να ενεργήσω. Ο Μεϊδάνης όταν συνελήφθη ο αδελφός μου συνέταξε έκθεσην και τον απέστειλεν εις Κόκλαν και εκείθεν τη συνοδεία του κατηγορουμένουΓκιολέκα μέσω των διαφόρων χωρίων μετεφέρθη εις το στρατόπεδον Επιδαύρου. Καθ’ οδόν εκακοποιούντο. Εις τας Λίμνας υπέστησαν βασανιστήρια. Τους έκλεισαν μέσα σ’ ένα δωμάτιον και την νύκτα τους έρριχναν νερό για να μην κοιμηθούν. Την επομένην τον πήγαν εις το Χέλι και εντεύθεν εις Επίδαυρον.

    Η σύλληψη του Μίλτη ήταν μέρος μιας γενικευμένης επιχειρήσεως καταστολής των αντιπάλων του ΕΑΜ στην Αργολίδα, κάτι που δεν ήξερε ο Τάκης το Μάιο του 1944. Σ’ αυτή την επιχείρηση είχαν συλληφθεί και αρκετά άλλα άτομα, μερικά από τα οποία ήλθαν να καταθέσουν στη δίκη δυο χρόνια αργότερα. Ανάμεσα σ’ αυτά ήταν και ο Αντρέας Τριμπούκας, που είχε ένα μικρό μπακάλικο στο Αργός. Ο Τριμπούκας ήταν ανύπαντρος και έζησε όλη του τη ζωή μαζί με την ανιψιά του, που ήταν παρούσα στη σύλληψή του και μας την περιέγραψε πενήντα οκτώ χρόνια αργότερα. Τρεις ένοπλοι άντρες που τους ήταν τελείως άγνωστοι ήλθαν στο σπίτι τους το βράδυ την ώρα που έτρωγαν και πήραν μαζί τους το θείο της. Αυτόν που έψαχναν να βρουν ήταν ο αδελφός τουΤριμπούκα, που ήταν αξιωματικός του στρατού και που ευτυχώς έλλειπε στην Αθήνα εκείνο το βράδυ. Ο Τριμπούκας ήταν μαζί με τον Μίλτη μέχρι το τέλος και σώθηκε με την επέμβαση των Γερμανών πριν προλάβουν να τον εκτελέσουν.

    Ένας άλλος από τους συλληφθέντες ήταν και ο Ιωάννης Παπαβασιλείου, ένας καφετζής από το Αργός, που τον έπιασαν και τον έφεραν στην Κόκλα. Ο Παπαβασιλείου έμεινε κι αυτός μαζί με τον Μίλτη μέχρι το τέλος, και η κατάθεσή του επιβεβαίωσε όσα είπε ο Τάκης στην ίδια δίκη:

    Τον Μάιον του 1944 συνελήφθην από την ΟΠΛΑ έξω από το Αργός και με πήγαν εις Κόκλαν όπου βρήκα τονΜελισσηνόν και άλλους κρατουμένους. Ο Μελισσηνός μου είπε ότι τον συνέλαβε ο Δημάκης ο οποίος τον πήγε εις τον Μεϊδάνην ο οποίος, καίτοι ήτο συμμαθητής του, τον έστειλε εκεί. Την επομένην εμένα, τον Μελισσηνόνκαι 5-6 άλλους μας συνώδευσεν ο Γκιολέκας μέσω Καρυάς-Μαλανδρενίου εις Λίμνας. Εκεί μας εκακοποίηοαν οι Λιμνιάτες. Το πρωί μας πήραν για το Χέλι. Ο Μελισηνός δεν μπορούσε να περπατήση και ένας Λιμνιάτης τον κλώτσησε. Το βράδυ μείναμε στις Λίμνες και όλη την νύκτα μας έριχναν νερό για να μην κοιμηθούμε. Φθάσαμε στο στρατόπεδο της Επιδαύρου.

    Ο Δημάκης, ο άνθρωπος που συνέλαβε τον Μίλτη, είναι κατά πάσα πιθανότητα ο Δημήτρης Δημάκης, ένας αγρότης που μικρές ομάδες από επτά οκτώ άτομα για να τους πάνε για εκτέλεση. Μερικοί από το ΕΑΜ προσπαθούσαν μέχρι το τέλος να σώσουν τη ζωή των ομήρων, όπως συμπεραίνεται από την κατάθεση του Τάκη:

    Ο Νικόλαος Δάνος ήτο φρουρός του αδελφού μου και όταν ο Γ. Αντωνόπουλος του συνέστησε να φροντίσει διά να σωθή ο αδελφός μου του απήντησεν ότι πρέπει να σκοτωθή αυτός και όλη η οικογένειά του, «Συ δε να κάνης την δουλειά σου μήπως πληρώσης εσύ τα σπασμένα». Ταύτα μοι είπεν ο Γ. Αντωνόπουλος.

    Δεν ξέρουμε πότε ακριβώς έγινε η συνομιλία του Τάκη με τον Αντωνόπουλο και γι αυτό υπάρχουν μερικές επιφυλάξεις για την αξιοπιστία της. Αν έγινε σε μια ημερομηνία κοντά στη δίκη, τότε ο Αντωνόπουλος είχε συμφέρον να εμφανίζει τον εαυτό του ως αντίπαλο της ΟΠΛΑ δυο χρόνια νωρίτερα. Από την άλλη μεριά, βέβαια, υπάρχουν πολλά παραδείγματα από μέλη των τοπικών αρχών του ΕΑΜ σε χωριά της Πελοποννήσου που είχαν διαμαρτυρηθεί στα στελέχη του ΚΚΕ για τις εκτελέσεις που έκανε το κόμμα μέσω της ΟΠΛΑ και που μερικές φορές είχαν μάλιστα καταφέρει να τις εμποδίσουν.

    Οι πληροφορίες που έπαιρνε ο Τάκης για την τύχη του αδελφού του όταν ο Μίλτης ήταν αιχμάλωτος έρχονταν με καθυστέρηση αρκετών ημερών. Σώζονται ακόμα δυο επιστολές από αυτή την περίοδο, όταν υπήρχαν ακόμα ελπίδες να βρει τον αδελφό του ζωντανό. Η μια από αυτές φέρει ημερομηνία 2 Ιουνίου 1944 και η δεύτερη είναι προφανώς γραμμένη λίγο αργότερα, ίσως στις 4 Ιουνίου. Την ημερομηνία αυτή ο Μίλτης ήταν ήδη νεκρός εδώ και μια εβδομάδα. Τα δυο αυτά γράμματα του Τάκη είναι γεμάτα άγχος και απελπισία και ο τόνος τους δεν έχει καμία σχέση με την αισιοδοξία που έδειχνε στο γράμμα του στις 16 Μαΐου. Είναι και τα δυο γραμμένα όταν οι εκκαθαριστικές επιχειρήσεις των Γερμανών βρίσκονταν σε πλήρη εξέλιξη. Ο Τάκης είχε πια εγκαταλείψει κάθε απόπειρα να πληρώσει.

    Ανάμεσα στους σκοτωμένους ήταν κι ο καλός ΕΛΑΣίτης από τη Ζήρια που τους έσωσε τη ζωή. Οι Γερμανοί τον τουφέκισαν μαζί με τους άλλους αντάρτες που προσπαθούσαν να ξεφύγουν πριν προλάβει κανένας από τους κρατουμένους να επέμβει για να τον σώσει.

    Ο Τάκης πρέπει να έμαθε τα θλιβερά νέα για την τύχη του αδελφού του λίγο αργότερα, πιθανότατα στις 6 ή τις 7 Ιουνίου. Το πτώμα του Μίλτη, ελαφρά σκεπασμένο με χώμα, βρέθηκε κοντά στη σπηλιά στα Δίδυμα μάλλον στις 5 Ιουνίου. Αυτός που το βρήκε ήταν ο Δημήτρης Λιαλιάτσης, ο πατέρας του Θανάση και γείτονας του Τάκη στην Πλάκα, μέλος πολιτοφυλακής από την Ασίνη που συνεργαζόταν με τα Τάγματα Ασφαλείας. Δυο χρόνια αργότερα ο Τάκης θα αφηγηθεί τα γεγονότα στην κατάθεσή του:

    Την προηγουμένην του φόνου του αδελφού μου ο Σαγός με έναν άλλον παρέλαβον οκτώ από την σπηλιά και τους σκότωσαν. Ο αδελφός μου είπε στον Χαραλαμπόπουλο ότι όλοι θα σωθούν αλλά αυτός δεν θα σωθή διότι το είδε στον ύπνο του. Την επομένην πήραν επτά ακόμη άτομα από την σπηλιά μεταξύ των οποίων και τον αδελφόν μου, ο οποίος τους είπε « Πάτε να με σκοτώσετε. Τι σας έκανα;» Ο Γκιολέκας φορούσε τα παπούτσια του αδελφού μου…Τον αδελφόν μου τον κατέσφαξαν κατά τρόπον άγριον.,.Ο Λιαλιάτσης μου είπε ότι τον εσφάγιασαν και κοντά του είχαν σφάξει έναν παπά.,.Ήτο δε γερό παιδί και ήτο αδύνατον να τον σκοτώσει ένας αλλά πολλοί περισσότεροι… 17 ημέρας μετά το έγκλημα έστειλα την υπηρέτριάν μου διά να μεταφέρη το πτώμα του αδελφού μου ενταύθα πλην ο ιερεύς του χωριού δεν επέτρεψε την παραλαβήν του λόγω της καταστάσεως εις ην ευρίσκετο. Ήτο κατακρεουργημένος και έφερε πολλές μαχαιριές. Έπειτα από εν έτος μετεφέρομεν ενταύθα τα οστά του αδελφού μου.

    …καθαριστικές επιχειρήσεις των Γερμανών και των Ταγμάτων Ασφαλείας. Ακόμα κι αν είχε συλληφθεί επί τη βάσει σχεδίου, η μετέπειτα τύχη του ασφαλώς επηρεάστηκε από τη γερμανική επίθεση και την άτακτη υποχώρηση αυτών που τον είχαν συλλάβει. Όπως είδαμε στις διάφορες καταθέσεις που έγιναν στη δίκη, πολλά από τα κομματικά στελέχη του ΚΚΕ στη Δυτική και Κεντρική Αργολίδα αναγκάστηκαν να καταφύγουν στα Δίδυμα για να γλιτώσουν από τους Γερμανούς. Το ίδιο έγινε και με τα κλιμάκια της ΟΠΛΑ που δρούσαν στην περιοχή Αργούς και Ναυπλίου, που αντλούσαν το έμψυχο υλικό τους από τη Νέα Κίο και που είχαν συλλάβει τον Μίλτη και τον είχαν μεταφέρει στη Νέα Επίδαυρο.

    Όμως, η μαζική εκτέλεση στα Δίδυμα έγινε στην περιοχή ενός άλλου κλιμακίου της ΟΠΛΑ, που δρούσε στην Ανατολική Αργολίδα και που το είδαμε εν δράσει σε προηγούμενο κεφάλαιο, στην εκτέλεση των Σπετσιωτών. Στις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις αυτά τα κλιμάκια της ΟΠΛΑ βρέθηκαν όλα μαζί στα Δίδυμα και κατά πάσαν πιθανότητα έλαβαν όλα μέρος στη σφαγή των ομήρων.

    Στο ημερολόγιο του κ. Πέτρου υπάρχει μια συγκλονιστική μαρτυρία που αφορά τους φυσικούς και τους ηθικούς αυτουργούς της εκτέλεσης των κρατουμένων στη σπηλιά. Αφού πρώτα μας γνωστοποιεί, όπως είδαμε, τον ερχομό των ομήρων και τις εκτελέσεις, αναφέρει αμέσως μετά το εξής περιστατικό στο οποίον ήταν αυτόπτης μάρτυρας και που μας αφήνει άναυδους:

    Όταν αποφασισθεί η εκτέλεσις του [του Μελισσηνού] ευρισκόμην εις το τηλέφωνον και ήκουσα τον εξής διάλογον. Ο αρχηγός της ΟΠΛΑ Ερμιονίδος φέρων το όνομα Λευτεριάς και καταγόμενος εκ Λιμνών Αργούς, αποτεινόμενος προς τους ιθύνοντας εις Κρανίδιον: «Συναγωνιστή δεν βρίσκω καμμία ενοχή σ’ αυτόν τον άνθρωπο.» Η απάντησις ήτο: «Καημένε, θα σου λείψει από το μέτρο;» Ούτος καταγόμενος από την ιδίαν περιοχήν με το θύμα έπαιξε τον ρόλον του Πιλάτου.

    Μερικά από τα στελέχη του ΚΚΕ και της ΟΠΛΑ, που είχαμε ήδη συναντήσει στην υπόθεση του Μίλτη Μελισσηνού και στις εκτελέσεις στην περιοχή Δίδυμα-Κρανίδι-Σπέτσες, ήσαν παρόντα και στις εκτελέσεις που έγιναν στις Λίμνες. Μεταξύ αυτών ήταν και ο Γεώργιος Κατριλιώτης ή Καπετάν Γιώργης, το στέλεχος της ΟΠΛΑ από τη Νέα Κίο που ήταν υπεύθυνος για την αποστολή του Μίλτη και των άλλων συλληφθέντων στον τελικό τους προορισμό, και ο Δημήτρης Δημάκης, ο άνθρωπος που είχε συλλάβει τον Μίλτη έξω από το Αργός. Μεταξύ τους ήταν επίσης και δυο μέλη της ομάδας του Λευτεριά, που είχαν καταφέρει να ξεφύγουν από τους Γερμανούς στις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις του Μαΐου-Ιουνίου, ο Νικόλαος Σμυρλής, που όπως είδαμε είχε παίξει σημαντικό ρόλο στις εκτελέσεις των Σπετσιωτών, και κάποιος Κοσμάς Μώρος ή Καπετάν Κοσμάς, ένας σοφέρ από το Κρανίδι που ήταν κι αυτός τοπικός ηγέτης της ΟΠΛΑ και ανέλαβε τη διοίκηση του κλιμακίου της οργανώσεως στις Λίμνες. Από τους πολιτικούς ηγέτες του ΚΚΕ που έχουμε ήδη συναντήσει, παρών στις Λίμνες ήταν ο Τάκης Παπασωτηρίου, που μετέφερε την ανακοίνωση των εκτελέσεων των Σπετσιωτών προκρίτων στο νησί και που σύμφωνα με μια όχι αξιόπιστη μαρτυρία είχε δώσει τη διαταγή των εκτελέσεων του Μίλτη Μελισσηνού και των άλλων ομήρων στα Δίδυμα.

    Οι εκτελέσεις στις Λίμνες έγιναν ύστερα από προσεκτική προετοιμασία, και η όλη διαδικασία έμοιαζε πολύ με μακάβρια θεατρική παράσταση του είδους, οργανωμένη και σκηνοθετημένη από τον Γκαβό με τη βοήθεια και άλλων μελών του ΚΚΕ. Η παράσταση άρχισε με μια συγκέντρωση μπροστά στην εκκλησία του χωριού, στην οποία ο Γκαβός και ο Παπασωτηρίου εκφώνησαν σύντομους αλλά βίαιους λόγους,

    Πρωί πρωί την άλλη μέρα ο Καπετάν Κοσμάς πήρε τους κατάδικους με ένα μεγάλο κλιμάκιο της ΟΠΛΑ και προχώρησε προς την ύπαιθρο έξω από το χωριό. Η αποστολή περιλάμβανε και δυο άτομα που ήσαν χασάπηδες στο επάγγελμα στην ιδιωτική τους ζωή, και που μπορούσαν εύκολα να μεταφέρουν την τέχνη τους από τα τετράποδα στα δίποδα ανθρώπινα ζώα. Αυτοί οι δυο, ένας χασάπης από το Αργός ονόματι Δημήτρης Κούρος και ο παλιός μας γνωστός ο Κώστας Χαύτας, θα έπαιζαν το ρόλο δημίων στις εκτελέσεις που θα γινόντουσαν με μαχαίρι, το σήμα κατατεθέν της ΟΠΛΑ.

    Έτσι κι έγινε. Δεκαεννέα από τα θύματα οδηγήθηκαν έξω από το χωριό, όπου σφάχτηκαν με χασαπομάχαιρα από τους δυο εκτελεστές, και τα πτώματά τους θάφτηκαν πρόχειρα στα χωράφια, όπου οι συγγενείς τους έκαναν δυο μήνες για να τα βρουν. Τους υπολοίπους τέσσερις, έναν πατέρα με τους τρεις γιους του, τους οδήγησε ο Κοσμάς σε ένα γειτονικό χωριό, το Αγιονόρι, όπου πάλι οι πολιτικοί καθοδηγητές τους κατηγόρησαν ότι είχαν προδώσει εκτελεσθέντες συγγενείς των χωριανών στους Γερμανούς. Ακολούθησε το λιντσάρισμα από τον όχλο, τον οποίον πάλι παρότρυναν οι καθοδηγητές του ΚΚΕ, και στο τέλος δόθηκαν και οι χαριστικές βολές για να συντομεύσει το τέλος τους, ακριβώς όπως είχε γίνει και στις Λίμνες. Η τελική αυτή φάση θύμιζε πολύ τις εκτελέσεις των Πασαμητρέων τον Ιούνιο στις Σπέτσες, με την Αριστερά και τη Δεξιά να παίζουν την ίδια θεατρική παράσταση, με μια απλή ανταλλαγή στους ρόλους δημίων και θυμάτων.

    https://averoph.wordpress.com/2016/07/30/%CE%B1%CF%83%CE%AF%CE%BD%CE%B7-%CE%B1%CF%81%CE%B3%CE%BF%CE%BB%CE%AF%CE%B4%CE%BF%CF%82-1944/

    Μου αρέσει!

  2. βαλτε στο γκουγκλ πανος βιτσικας χωμενιδης και κατεβαστε σε zip το τριτο τευχος του books journal (Tζορτζ Στάινερ – The Books’ Journal) με 5σελιδη κριτικη του χανδρινου για το βιβλιο αρνητικη αν θυμαμαι καλα βαριεμαι να τη ξαναδιαβασω

    Μου αρέσει!

  3. Φαντάσματα και αφορισμοί
    από τον ιαςονα ΧανΔΡινο

    Στέλιος Περράκης,
    Φαντάσματα του Eμφυλίου.
    Πλάκα Aργολίδας, 1943-44,
    πρόλογος Στάθης Kαλύβας,
    Eπίκεντρο, Θεσσαλονίκη
    2010, σελ. 438
    [Iανουάριος 2011] #3 the books’ jοurnal 61

    Θέλοντας να ρίξει φως σε μια τραγική υπόθεση με πρωταγωνιστή ένα συγγενικό του πρόσωπο, υπόθεση που αποτελούσε μόνιμη επωδό στις συζητήσεις και νομιμοποιούσε τις διαχρονικά σταθερές, δεξιές αντιλήψεις της οικογένειας, ο Περράκης αυτοψυχογραφείται και, παράλληλα, επωμίζεται το βάρος και την ευθύνη της ενδελεχούς ανάλυσης μιας συνολικής εμπειρίας ανατέμνοντας απαιτητικά θέματα, όπως την «κόκκινη» τρομοκρατία επί Κατοχής, τα κίνητρα και τα όρια του ένοπλου δωσιλογισμού και τις αιτίες της πόλωσης στις αγροτικές κοινωνίες της Αργολίδας.

    Η οργανωΣη ΠεριΦρουρηΣηΣ λαϊκου αγωνα (ο.Π.λ.α.) οργάνωση του λαού ενάντια στους
    καταχτητές και τους προδότες Δηλωνει ότι: Θα υπερασπίσει και θα περιφρουρήσει τις πραγματικές εθνικοαπελευθερωτικές οργανώσεις πουαγωνίζονται τον τραχύ αγώνα ενάντια στους καταχτητές για την απελευθέρωση της ελλάδας μας και για τη λαοκρατία.

    Θα εξοντώσει κάθε προδότη που συνεργάζεται με τους καταχτητές και θα τιμωρήσει σκληρά καθένα που δολοφονεί, προδίδει και συλλαμβάνει αγωνιστές του λαού. Θα περιφρουρήσει τους λαϊκούς αγωνιστές και τους αγώνες του λαού.

    Απόσπασμα από την πρώτη προκήρυξη της ΟΠΛΑ. Αθήνα, Δεκέμβριος 1943

    Αποκομίζει κανείς την εντύπωση πως ο πληθυσμός φοβάται τις ελληνικές μονάδες εθελοντών, όπως ακριβώς και τους συμμορίτες. Σε κάμποσα μέρη οι ντόπιοι έρχονταν προς το μέρος μου και εκλιπαρούσαν για την προστασία της Βέρμαχτ. οι ελληνικές μονάδες συμπεριφέρονται
    απρόσεκτα, πέφτουν σαν ακρίδες πάνω στα χωριά, εισβάλλουν στα σπίτια και αρπάζουν ό,τι θεωρούν αξιόλογο για να κουβαλήσουν. κάποια φορά, στα Ποταμούνια [Στύρων ευβοίας], καθώς συνομιλούσα με τους αξιωματικούς του αποσπάσματος μάχης Dietsch, μια άοπλη γυναίκα χτυπήθηκε μέχρι αίματος από έναν επιλοχία των ταγμάτων χωρίς προφανή αιτία και μόνο με πολύ κόπο κατάφερα να εμποδίσω τον εμπρησμό του σπιτιού της.

    Απόσπασμα αναφοράς υπολοχαγού Brinckmann, 11η Μεραρχία Εδάφους
    της Luftwaffe, 21.6.1944

    Αν κάτι ενθαρρύνει τους επαγγελματίες μελετητές της κατοχής και του εμφυλίου σε αυτή τη
    χώρα, είναι η βεβαιότητα πως τα επόμενα χρόνια δεν πρόκειται να αντιμετωπίσουν το
    φάσμα της πείνας. η δίψα για μελέτη της πολύπαθης δεκαετίας του 1940 μοιάζει να μην εξαντλείται σύντομα, ενώ οι ειδολογικές (και ιδεολογικές) της αποχρώσεις οδηγούν
    σε εξαιρετικά ενδιαφέροντα συμπεράσματα και πολυάριθμους ερμηνευτικούς «χρωματισμούς». από ποιοτικής απόψεως, η πορεία είναι σταθερά ανοδική. οι θεράποντες της κατοχικής ιστορίας εξοπλίζονται με ολοένα και περισσότερα ακαδημαϊκά όπλα, τα συνέδρια και η δημόσια συζήτηση γύρω από τα αποτελέσματα παλιών και νέων ερευνών θάλλουν, ενώ η βιβλιογραφική παραγωγή περί τα κατοχικά ξεπερνά σε όγκο και ποικιλία κάθε αντίστοιχη περίοδο της νεοελληνικής ιστορίας.

    Τα Φαντάσματα του Εμφυλίου. Πλάκα Αργολίδας 1943-44 του Στέλιου Περράκη ανήκουν στα αισιόδοξα μηνύματα της συγκεκριμένης βιβλιογραφικής παραγωγής. Χωρίς αμφιβολία, το βιβλίο συγκαταλέγεται στα σημαντικότερα της φετινής «σοδειάς». Θέμα του είναι τα αιματηρά γεγονότα που σημάδεψαν τη διετία 1943-44 στην κεντρική και ανατολική αργολίδα με αφορμή
    μια τραγική ιστορία στην οποία ενεπλάκη η οικογένεια μελισσηνού (από την πλευρά της μητέρας του Περράκη) τους τελευταίους μήνες της γερμανικής κατοχής. Συγκεκριμένα, γύρω από την εξιστόρηση της σύλληψης και της δολοφονίας του θείου τού συγγραφέα, μίλτη (μιλτιάδη) μελισσηνού από την οΠλα τη νύχτα της 28ης προς 29η μαΐου 1944, ξετυλίγεται ένα σκηνικό τρόμου στο οποίο πρωταγωνιστούν τα «αποσπάσματα θανάτου» της οΠλα και τα τάγματα ασφαλείας, από κοινού με τις «δεξιές» πολιτοφυλακές της περιοχής. Βασικό συμπέρασμα και κύριος νοηματικός άξονας του βιβλίου είναι ότι ο πόλεμος αυτός ήταν σχεδόν αποκλειστικά ενδοελληνικός και, χωρίς να διέπεται από κανόνες, ακολουθούσε μια τυφλή λογική ανταπόδοσης με την αλληλουχία των γεγονότων να παραπέμπει σε λογική κλιμακούμενων αντιποίνων της μιας πλευράς εναντίον της άλλης.

    Εξ αρχής καθίσταται σαφές πως δεν πρόκειται για απλή καταγραφή μιας οικείας ιστορίας, αλλά
    για τα πορίσματα μιας πολυετούς ιστορικής έρευνας σε τοπικά αρχεία, δικογραφίες, δευτερογενή βιβλιογραφία και συζητήσεις με πρωταγωνιστές των γεγονότων κι από τις δύο πλευρές. Θέλοντας να ρίξει φως σε μια τραγική υπόθεση με πρωταγωνιστή ένα συγγενικό του πρόσωπο, υπόθεση που αποτελούσε μόνιμη επωδό στις συζητήσεις και νομιμοποιούσε τις
    διαχρονικά σταθερές, δεξιές αντιλήψεις της οικογένειας, ο Περράκης αυτοψυχογραφείται και, παράλληλα, επωμίζεται το βάρος και την ευθύνη της ενδελεχούς ανάλυσης μιας συνολικής εμπειρίας ανατέμνοντας απαιτητικά θέματα, όπως την «κόκκινη» τρομοκρατία επί κατοχής, τα κίνητρα και τα όρια του ένοπλου δωσιλογισμού και τις αιτίες της πόλωσης στις αγροτικές κοινωνίες της αργολίδας. ο βίαιος θάνατος του σιωπηλού πρωταγωνιστή, μίλτη μελισσηνού (με 30-40 ακόμα άτομα), αντιπροσωπεύει εκατοντάδες παρόμοιες περιπτώσεις ατόμων που βαφτίστηκαν «αντιδραστικοί» και εκτελέστηκαν στο πλαίσιο μιας γενικευμένης τρομοκρατίας από την πλευρά του εαμ. αυτή στάθηκε αφορμή για την εξάπλωση του φαινομένου των
    ταγμάτων ασφαλείας και την ανάληψη εκκαθαριστικών επιχειρήσεων στις ανταρτοκρατούμενες περιοχές που με τη σειρά τους οδήγησαν σε εκτελέσεις (αλλά και αιματηρά πογκρόμ των κατοίκων εναντίον των συλληφθέντων ανταρτών). οι κορυφώσεις αυτού του οργίου αίματος φαίνεται πως στοιχειώνουν την αριστερά που, υποτίθεται, θανάτωσε έως και 750
    άτομα στο στρατόπεδο του Φενεού και εξανδραπόδισε χωριά, όπως το γκέρμπεσι και τις λίμνες τον αύγουστο του 1944. από μόνοι τους αυτοί οι αριθμοί καθιστούν τον χώρο της αργολίδας αξιοπρόσεκτο πεδίο επιστημονικής μελέτης.

    Ο Περράκης αποδεικνύει ότι δεν αγνοεί τους κανόνες της ακαδημαϊκής ιστοριογραφίας, όταν
    μας εισάγει στο χώρο και στα πρόσωπα. η περιγραφή της τοποθεσίας γύρω από την παραλία
    της Πλάκας –εκεί όπου συνελήφθη ο μελισσηνός–, από τα σημεία μέσα και έξω από το ναύπλιο και από τις τοποθεσίες όπου διαδραματίστηκαν τα σημαντικότερα γεγονότα, όπως οι Σπέτσες και τα Δίδυμα, γίνεται σύμφωνα με ένα μπρωντελιανό μοντέλο και με τη βοήθεια της υπάρχουσας «περιηγητικής» βιβλιογραφίας. οι βίαιες μεταλλαγές μιας, το πάλαι ποτέ, ειδυλλιακής τοποθεσίας και η σύγκριση με το «αγνό» παρελθόν της περιοχής –σε αντιστοιχία
    με τις παιδικές μνήμες του ίδιου του συγγραφέα– πριν από την επέλαση του τουρισμού αποτελούν ταιριαστή εισαγωγή σε μια μελέτη τοπικής ιστορίας. μεγάλη σημασία δίνεται στον κοινωνικό και οικονομικό εντοπισμό της οικογένειας μελισσηνού στην ανώτερη αστική τάξη του ναυπλίου. ανατροφή παιδιών, συνήθειες, κοινωνικές επιταγές, τρόποι ενδιαίτησης και διασκέδασης, γαμήλιες συμπεριφορές, πολιτικές εντάξεις –λιγότερο ή περισσότερο
    «ταξικές»– συνθέτουν το προφίλ μιας κοινωνίας αντιμέτωπης με τον εαυτό της, τον αγροτικό της περίγυρο αλλά και το παρελθόν της και τις κάθε λογής κοινωνικές ή πολιτικές νόρμες που ακολουθούν τα μέλη της.

    ΠΟΥ ΗΤαΝ Οι ΚΟιΝΩΝιΚεΣ ΤαΞειΣ

    το ενδιαφέρον, αλλά και οι αδυναμίες του βιβλίου, ξεκινούν από το σημείο που η προσωπική τραγωδία αναβαθμίζει εαυτή σε «τοπική» και στη συνέχεια «εθνική» ιστορία. αν
    και με σεμνότητα ο συγγραφέας παραδέχεται πως δεν γράφει «ιστορικό δοκίμιο με την πλήρη έννοια της λέξης» (σ. 33), στην ίδια σελίδα εξομολογείται πως: το βιβλίο γράφτηκε γιατί πιστεύω ότι αυτά που έχει να πει ξεπερνούν τα στενά πλαίσια αυτών που ενδιαφέρονται μόνο
    για την αργολίδα, για την Πελοπόννησο ή και για ολόκληρη την ελλάδα.

    Το πόνημα είναι κλασικό δείγμα τοπικής ιστορίας και εντάσσεται στη χορεία των έργων μιας συγκεκριμένης ερευνητικής τάσης που έχει αναπτυχθεί κυρίως την τελευταία τριακονταετία βάσει των διδαγμάτων της κοινωνικής ανθρωπολογίας. η φιλοδοξία είναι και εδώ να αναδειχθούν οι τρόποι με τους οποίους το τοπικό ενσωματώνει τις γενικές αντιθέσεις και εξηγεί τον, διαφορετικό ανά περίπτωση, βαθμό συμμετοχής στα γεγονότα. Έμβλημα των
    τοπικών ερευνών είναι η ανάδειξη των απλών, καθημερινών ανθρώπων σε πρωταγωνιστές του ιστορικού γίγνεσθαι ή, αλλιώς, «το άνοιγμα προς το μαζικό επί-
    πεδο»1.

    Ο Περράκης δηλώνει προγραμματικά πως «οι επιλογές αυτών που βρέθηκαν μπλεγμένοι
    σε αυτά τα γεγονότα, είτε ως θύτες είτε ως θύματα, καθορίστηκαν από τοπικούς παράγοντες»
    (σ. 32) και θα συμφωνούσε αναφανδόν με την άποψη ενός εκ των βασικών υποστηρικτών της επιστημονικής έρευνας στο μικροεπίπεδο πως ο εμφύλιος αποτελεί «ένα σύνολο βιωμάτων των μη πρωταγωνιστών, ως μέρος της ζωής κάποιων ανθρώπων και όχι ως ένα πολιτικό γεγονός στη διαμόρφωση του οποίου οι απλοί άνθρωποι δεν είχαν καμία επίδραση στα γεγονότα, παρά μόνο στρατεύτηκαν ή αναγκάστηκαν να στρατευτούν με τη μία ή την άλλη
    πλευρά»2.

    Τα Φαντάσματα εισβάλλουν με «θράσος» στα χωράφια της κοινωνικής ιστορίας. ο Περράκης καταγράφει με εμβρίθεια ατομικές και συλλογικές συμπεριφορές και προσκομίζει πολλά στοιχεία ταυτότητας των πρωταγωνιστών του – ηλικία, καταγωγή, κοινωνικό στάτους,
    επαγγελματική ιδιότητα και μορφωτικό επίπεδο. η εκ των ων ουκ άνευ αναδρομή στις κοινωνικές και πολιτισμικές καταβολές της οικογένειας μελισσηνού πλαισιώνεται με ενδιαφέροντα στοιχεία που άπτονται της ζωής και της καθημερινότητας μιας μεσοαστικής οικογένειας στον μεσοπόλεμο. Όσο για το στρατόπεδο των «εχθρών», ο συγγραφέας αναλύει αρχικά την περιορισμένη (αλλά με σημείο αναφοράς την ακροναυπλία) προπολεμική επιρροή της αριστεράς στη γενέτειρά του και, παρακάτω, ακτινογραφεί το μηχανισμό καταστολής του κκε στην αργολίδα παραθέτοντας τις επαγγελματικές ιδιότητες των στελεχών και των 25
    εξακριβωμένων μελών της οΠλα (σσ. 138-139). ασχολείται επίσης εκτεταμένα με το ρόλο των αξιωματικών της περιοχής τους οποίους, σχεδόν στο σύνολό τους, θεωρεί θύματα του εαμ, ενώ οι εξαιρέσεις που κατέληξαν στον ελαΣ προφανώς εκβιάστηκαν για να το κάνουν. την ίδια κοινωνική ανάλυση, όχι φυσικά εξατομικευμένη, επιχειρεί και για τα τάγματα ασφαλείας που ξεχωρίζουν για τον αγροτικό χαρακτήρα τους και τη μη γερμανοφιλία τους.

    Η ποιοτική επεξεργασία και ερμηνεία αυτών των δεδομένων δεν είναι χωρίς προβλήματα. υποστηρίζοντας με παρρησία μια μη ταξική ανάλυση του φαινομένου της εμφύλιας κατοχικής βίας και προκειμένου να αντικρούσει τις αιτιοκρατικές εξηγήσεις μιας στρατευμένης
    οπτικής, ο Περράκης υποβαθμίζει το στοιχείο της κοινωνικής τάξης και της ιδεολογίας όταν προσπαθεί να εξηγήσει πολιτικές συμπεριφορές. Στην αργολίδα της κατοχής, μας λέει, υπάρχουν τάξεις αλλά όχι αντίστοιχες ταξικές συμπεριφορές, αφού μεγαλύτερο ρόλο για την επιλογή στρατοπέδου φαίνεται να διαδραματίζουν δευτερεύοντες παράγοντες, όπως οι διαπροσωπικές σχέσεις, ο φόβος από την τρομοκρατία κατακτητών και αντιστασιακών, η γεωγραφική θέση των χωριών, ακόμα και τυχαία περιστατικά (σ. 57): Σε τελική ανάλυση, το κοινωνικό χάσμα που χώριζε την αστική τάξη του Άργους και κυρίως του ναυπλίου απ’ τα χωριά της αργολίδας δεν φαίνεται να έπαιξε ρόλο στα τραγικά γεγονότα που περιγράφονται σ’
    αυτό το βιβλίο. η περιφρόνηση και η σνομπαρία που έδειξαν οι μεν για τους δε, μπορεί να μας
    κάνει εντύπωση σήμερα και να μας ξενίζει, αλλά δεν εμφανίστηκε τότε ως παράγοντας στα
    βίαια επεισόδια που θα περιγράψουμε. (…) τις περισσότερες φορές θύματα και θύτες
    βγήκαν μέσα απ’ τα ίδια κοινωνικά στρώματα και έκαναν τις
    πολιτικές τους επιλογές μέσα από τυχαία συμβάντα.

    Η διαπίστωση έχει την επιστημονική κάλυψη της έρευνας του Στάθη καλύβα, σύμφωνα με την
    οποία η επιλογή στρατοπέδου στους απανταχού «αγροτικούς εμφυλίους πολέμους» εδράζεται μάλλον σε δευτερεύοντες παράγοντες, όπως η φυλή, η οικογένεια και τα μικροπολιτικά συμφέροντα, σε συνδυασμό φυσικά με «το βαθμό δυνατότητας κάθε παράταξης να προστατεύει τους υποστηρικτές της»3. Στο βιβλίο, η άποψη αυτή βρίσκει την πλήρη επαλήθευσή της στο «λαϊκό» προφίλ των ταγμάτων ασφαλείας της αργολίδας.

    Αυτά ήταν κατ’ ουσία τοπικές πολιτοφυλακές που συγκροτήθηκαν είτε από αντίδραση στη βία των ανταρτών απηχώντας τα γνήσια αντιεαμικά αισθήματα των κατοίκων είτε λόγω εξαναγκασμού από τους γερμανούς (σσ. 213-220). και στις δύο περιπτώσεις το ιδεο-
    λογικό στοιχείο απουσιάζει ενώ προτάσσεται ως βασικός παράγοντας ένταξης η γεωγραφία, δηλαδή το εύρος των ζωνών κυριαρχίας των δύο αντιμαχόμενων πλευρών (εαμ, γερμανοί).

    Περι εΠαΝαΣΤαΤιΚΗΣ ΤρΟμΟΚραΤιαΣ

    Για τον συγγραφέα του βιβλίου δεν υπάρχει αμφιβολία για το ποιος «ήρξε χειρών αδίκων» στον εμφύλιο: μόνος ένοχος είναι το κκε, «διαμέσου του εαμ το οποίο εξουσίαζε», με την τακτική της εξόντωσης των αντίπαλων αντιστασιακών οργανώσεων και τοπικών πολιτικών αρχών ή παραγόντων στις περιοχές που είχε κάτω από τον έλεγχό του. οι απαρχές του ξεσπάσματος βίας που, σημειωτέον, ακολουθεί εντελώς δική του λογική και αίτια, τοποθετούνται τον νοέμβριο του 1943 (σ. 124) γιατί τότε άρχισε και η εαμική τρομοκρατία που έμελλε να έχει
    καταστρεπτικές συνέπειες. η τρομοκρατία αυτή ξεκίνησε από το κκε, αλλά πήρε δύναμη
    από διάφορα εξωτερικά γεγονότα, όπως η αντικατάσταση των ιταλών από τους γερμανούς στα στρατεύματα κατοχής και η αύξηση της δυνάμεως των ταγμάτων ασφαλείας

    Μέσω των γενικεύσεων και της προβολής του τοπικού στο γενικό και αντίστροφα, το βιβλίο αρχίζει να αποβάλει ένα ένα τα «ιστορικά» του ενδύματα διαστρέφοντας εντελώς τη σχέση αιτίας-αποτελέσματος και αγνοώντας τις πιο προφανείς τομές και συνέχειες στο ιστορικό αφήγημα του πολέμου και της κατοχής.

    Κατά Περράκη, το κκε αποφασίζει, κάπου στα τέλη του 1942, να μονοπωλήσει την αντίσταση και η εμφύλια διαμάχη που υποκινεί απλώς «τροφοδοτείται» από παράλληλες εξελίξεις, όπως η ανάληψη του πρωθυπουργικού αξιώματος από τον ιωάννη ράλλη (σ. 90). το σχήμα δεν αντέχει στην ανηφόρα της μετάβασης από το γενικό στο τοπικό, αφού κι ο ίδιος παραδέχεται στη συνέχεια (σσ. 118-119) πως η εξουσία του εαμ ήταν γενικά αποδεκτή από τον κόσμο
    μέχρι τις αρχές του φθινοπώρου του 1943. η δυσφορία που είχε δημιουργηθεί στο ναύπλιο
    από τη διάλυση της ομάδας του Προκοπίου δεν φαίνεται να είχε επεκταθεί στην ύπαιθρο. η διάλυση είχε λάβει χώρα με πολύ λίγα θύματα, σε αντίθεση με αυτά που είχαν συμβεί σε άλλα
    μέρη της Πελοποννήσου. Όσο για εκτελέσεις, οι μόνες που είχαν γίνει ώς τότε ήσαν δικαιο-
    λογημένες.

    Η αφήγηση «βιάζεται» να φτάσει στο καυτό ζήτημα της οΠλα και της «κόκκινης» βίας. Όταν η τομή μπαίνει –ορθά– στο φθινόπωρο του 1943, ο αναγνώστης δεν μπορεί να παρακολουθήσει τις διαδικασίες μέσα από τις οποίες ένα εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα μετατρέπεται σε μηχανισμό καταπίεσης και εξόντωσης ούτε να κατανοήσει τις αιτίες. Φυσικό, γιατί αυτές διαφεύγουν κι από τον ίδιο τον συγγραφέα ο οποίος αρκείται στην, αρχειακά τεκμηριωμένη, διαπίστωση ότι το κκε θέλησε να ξεκαθαρίσει τους «αντιδραστικούς» στην περιοχή. το ξετύλιγμα του νήματος της αιματοχυσίας φτάνει στους άμεσα υπεύθυνους
    κομματικούς αξιωματούχους, τους γραμματείς της Περιφερειακής επιτροπής του κκε αργολιδοκορινθίας, Θεόδωρο ζέγγο («Στάθη» ή «τριαντάφυλλο») και Δημήτρη ανδρεαδάκη («γκαβό»), δυο «σκοτεινά υποκείμενα (…) στα οποία το όνομα “εγκληματίες” ίσως να
    ταιριάζει πιο πολύ από όλους όσοι εμφανίζονται σε αυτό το βιβλίο» (σ. 128), με τον πρώτο να καλύπτει και εμφανισιακά τα κριτήρια ενός εγκληματολόγου-φυσιογνωμιστή (σ. 130).

    Από τον νοέμβριο του 1943 έως τον μάιο του 1944, δεν υπάρχει αντίπαλο δέος – και
    όπου υπάρχει, παραμένει θολό και ανώνυμο τοπίο, και πάντοτε έπεται της κομμουνιστικής βίας. η ψυχαναγκαστική παραπομπή στην ύπαρξη ενός παντοδύναμου και πανταχού παρόντος γραφειοκρατικού μηχανισμού με αυστηρά προσδιορισμένη κάθετη και οριζόντια ιεραρχία δείχνει μικρή ιστορική κατανόηση της περιόδου. οι μαζικές εκτελέσεις του κκε,
    πράγματι, προσλαμβάνουν χαρακτήρα σφαγών, υπερβαίνοντας κατά πολύ τα όρια μιας τιμωρητικής εκστρατείας, ωστόσο κανείς ίσαμε σήμερα δεν έχει προσδιορίσει το ρόλο τέτοιων πρακτικών μέσα σε ένα μαζικό μέτωπο όπως το εαμ.

    Ο Περράκης επικροτεί την παγιωμένη αντίληψη που θέλει την οΠλα να αποτελεί εργαλείο ενός πολιτικού αγώνα για την εξουσία και προτιμά να προσγράψει τα φαινόμενα βίας στην «παρανοϊκή νοοτροπία» του κκε παρά να αναλύσει τις ιστορικές συνθήκες που τα γέννησαν. Πράγ- ματι, η «περιφρούρηση» και η τιμωρία «αντιδραστικών» δεν ήταν περιθωριακά φαινόμενα στις παρυφές ενός πατριωτικού μετώπου αλλά οι προϋποθέσεις επιβίωσής του. η διαβόητη «οργάνωση Περιφρούρησης (και όχι «Προστασίας» όπως διαβάζουμε στη σε-
    λίδα 122) λαϊκού αγώνα» (οΠλα) που ξεκινά ως αντάρτικο πόλεων στην κατεχόμενη αθήνα –
    με καθήκοντα άμυνας απέναντι στα πλήγματα του κατοχικού μηχανισμού– αντιπροσωπεύει ένα σκεπτικό δράσης που «φυτεύεται» στην αγροτική ύπαιθρο μέσω των τοπικών κομματικών οργανώσεων. εκεί το πεδίο δράσης διευρύνεται και η βία κλιμακώνεται. αυτό που δεν επισημαίνεται είναι ότι οι τοπικές αποκλίσεις είναι πολύ μεγάλες για λόγους που αφορούν τη
    διατύπωση και διάδοση των κομματικών αποφάσεων από τα κεντρικά όργανα. Στο κκε της κα-
    τοχής δεν θα βρει κανείς αναλυτικά σχέδια εκκαθαρίσεων παρά γενικές κατευθυντήριες
    γραμμές που εφαρμόζονται κατά τόπους με «επαναστατικό» ζήλο, όχι επειδή στις τάξεις του κόμματος βρίσκονται «σαδιστές εγκληματίες» αλλά επειδή, την άνοιξη του 1944, οι συνθήκες στη χώρα εκλαμβάνονται ως πολεμικές και όχι ως ειρηνικές.

    Η καταγραφή της τρομοκρατίας του εαμ/κκε στην κατοχή παραμένει ένα περίπλοκο και απαιτητικό αίτημα που μοιραία ακροβατεί ανάμεσα στην πολιτική ορθότητα και την επιστημονική παρρησία.

    Ο συγγραφέας ορθά κρίνει τις παράλογες εκτελέσεις που σημάδεψαν την αργολίδα, ωστόσο θα έπαιρνε και ο ίδιος περισσότερες απαντήσεις αν δεν ακύρωνε τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα του εαμ και δεν αγνοούσε τα εγγενή χαρακτηριστικά ενός κοινωνικού κινήματος που αυτό συμπύκνωνε, όχι μόνο ως προς τη δομή του αλλά και ως προς τη λήψη αποφάσεων.
    αν ο Περράκης ήθελε να εξηγήσει ζητήματα τόσο σύνθετα όσο η αριστερή τρομοκρατία στην κατοχή με μη μονοσήμαντο τρόπο, θα όφειλε να εξηγήσει αναλυτικότερα τουλάχιστον την ύπαρξη επιζώντων από το εφιαλτικό «σφαγείο των κομμουνιστών» (κάποιοι θα
    του παραχωρήσουν συνέντευξη έξι δεκαετίες αργότερα), τη σωτηρία μελλοθάνατων από την παρέμβαση απλών εαμιτών (ο «καλός ελαΣίτης» κατοχυρώνεται για πρώτη φορά ως ευφημισμός μαζί με τον «καλό γερμανό»), την απουσία γραπτών εντολών και καταλόγων προγραφών, την έγγραφη διαμαρτυρία του γραμματέα του εαμ Σπετσών για τη μη ενοχή κρατουμένων, την καθαίρεση του ζέγγου και, τέλος, την –ακατανόητη για πολλούς–
    επιλογή να εκτελούνται κορίτσια που είχαν σχέσεις με ιταλούς ή πλύστρες που υπηρετούσαν τους κατακτητές τη στιγμή που προφανώς υπήρχαν σοβαρότεροι «προδότες». η ανεπαρκής κατανόηση της διττής φύσης του εαμ/ελαΣ οδηγεί σε βαριά ατοπήματα. οι «τρύπες» στο ιστορικό πλαίσιο μάλλον δεν βουλώνονται από παιδαριώδεις ψυχογραφικές απόπειρες,
    όπως του ομαδάρχη της οΠλα γιώργου λέκκα («λευτεριά»), που με κάθε σοβαρότητα χαρακτηρίζεται «ηρωική μορφή» και, ταυτόχρονα, «φονιάς και σαδιστής»! (σσ. 231-232). με λίγα λόγια, η υιοθέτηση όρων μιας πολιτικής αναμέτρησης στην οποία το κκε, υποτίθεται, κατέρχεται με ξεκάθαρο στόχο αλλά με «άνομα» μέσα, μάλλον προκαλεί αμφιβολίες σε όποιον
    έχει ελάχιστη γνώση του τι διαμειβόταν στον ελλαδικό χώρο το
    1944.

    εΚΤΟΣ ιΣΤΟριΚΟΥ ΠΛαιΣιΟΥ

    Στο βιβλίο γερμανοί ουσιαστικά δεν υπάρχουν, όπως δεν υπάρχει και πόλεμος εναντίον τους. η, τοπικού ενδιαφέροντος, μάχη της Στυμφαλίας (3 ιουλίου 1944), που κόστισε στους κατακτητές 60 νεκρούς και τραυματίες, δεν κρίνεται σκόπιμο να αναφερθεί. ούτε η ραγδαία άνοδος της αντιγερμανικής δράσης που αναγκάζει τον Χέλμουτ Φέλμυ να ανακηρύξει την
    Πελοπόννησο σε «ζώνη επιχειρήσεων», τον ίδιο μάλιστα μήνα που λαμβάνει χώρα η σφαγή στα Δίδυμα (μάιος), θεωρείται ενδιαφέρον ιστορικό στοιχείο. ούτε οι 1.100 νεκροί και τραυματίες της 117ης μεραρχίας κυνηγών σε σκληρές μάχες ενός έτους με την ιιι μεραρχία του ελαΣ Πελο- ποννήσου φαίνεται να επαρκούν για να συμπεριληφθούν έστω στο φόντο της αφήγησης4. ο υποβιβα- σμός των γερμανών σε απλούς παρατηρητές μιας ενδοελληνικής αλληλοσφαγής5 (στην αργολίδα άλλωστε ευθύνονται «μόνο» για τέσσερις εκτελέσεις στο χωριό μπερμπάτι) θα ήταν πταίσμα, ίσως και αναγκαία σύμβαση για τη σκηνοθεσία του βιβλίου, αν δεν πλαισιωνόταν από εξωφρενικούς ισχυρισμούς, όπως ότι το εαμ το 1944 είχε εγκαταλείψει τον πόλεμο εναντίον των κατακτητών και τον είχε αντικαταστήσει με τον αγώνα
    για τη μεταπολεμική εξουσία ή ότι οι πράξεις των συνεργατών «δε μπορεί να θεωρηθούν ηθικά επιλήψιμες, επειδή μας προκαλεί απέχθεια ο ναζισμός» (σ. 401). ο ένοπλος δωσιλογισμός κρίνεται «πιο αποδεκτός από πατριωτικής άποψης» σε σχέση με το εαμ (σ. 135) ενώ κάποιες θεωρήσεις αγγίζουν -όλως επιεικώς– τα όρια του γελοίου (σ. 92): τα τάγματα που δημιούργησε η κυβέρνηση ράλλη απέκτησαν κι αυτά ένα κακό όνομα, ιδίως μετά την πτώση της δικτατορίας του 1967-1974 και την επίσημη αναγνώριση του εαμ ως αντιστασιακή οργάνωση. Παρ’ όλ’ αυτά όμως, είναι δύσκολο να βρει κανείς στην ιστοριογραφία συγκεκριμένα παραδείγματα από εγκλήματα που διέπραξαν στην περιοχή δράσης τους, και κυρίως στην Πελοπόννησο που μας ενδιαφέρει.

    Ο Στέλιος Περράκης δικαιολογείται να μη θυμάται ή να μη γνωρίζει πως όχι μακριά από το σπίτι της οδού ρεθύμνου, τα ι, ιι και ιιι τάγματα ευζώνων αθηνών πυροβολούσαν περαστικούς, βίαζαν μικρά κορίτσια, ισοπέδωναν οικοδομικά τετράγωνα στα Παλιά Σφαγεία και το Δουργούτι, εκβίαζαν κρυμμένες οικογένειες εβραίων και φόρτωναν χιλιάδες μαθητές και αθώους οικογενειάρχες σε βαγόνια ζώων με προορισμό τα ναζιστικά στρατόπεδα. η αποσιώπηση –σχεδόν άρνηση– του παράγοντα της «μαύρης βίας» είναι ασυγχώρητη, όχι για έναν συγγραφέα που δεν τη θέτει στο επίκεντρο του ενδιαφέροντός του, μα για έναν επίδοξο ιστορικό ερευνητή που αξιώνει την αναγωγή των πορισμάτων της έρευνάς του σε πανελλήνιο
    επίπεδο. ακόμα κι αν κρίνουμε μόνο την οικονομία της αφήγησης, ο Περράκης δεν μας πείθει πως η συλλήβδην αναγνώριση των ταγματασφαλιτών ως αμέμπτων πατριωτών που επιχειρεί δεν γίνεται εκ του πονηρού. Φερ’ ειπείν, ο ύμνος για τον ναυπλιώτη λοχαγό των ταγμάτων, νότη Χριστόπουλο, «για τον πατριωτισμό του οποίου στο μεγαλύτερο μέρος της ζωής του δεν χωρούσε καμία αμφιβολία» (σ. 125), φιλοτεχνεί το πορτρέτο ενός ιδεοτυπικού εθνικόφρονα που –εντελώς τυχαία;– είναι και στενός φίλος της οικογένειας μελισσηνού. με την
    υπενθύμιση των εθνικών υπηρεσιών ενός οικογενειακού φίλου που –
    εντελώς τυχαία– υπηρέτησε στα τάγματα ασφαλείας, στάση που στο κάτω κάτω της γραφής του επιβλήθηκε από «την έχθρα που του έδειχνε το εαμ» (σ. 125), αίρονται
    αυτόματα οι όποιες υπόνοιες «αντεθνικής» στάσης του θείου τάκη και κατ’ επέκταση του μίλτη, σε μία σκόπιμη σύγχυση του τι προηγείται και τι ακολουθεί τη δολοφονία του
    τελευταίου (άφιξη ταγμάτων ασφαλείας στο ναύπλιο, συλλήψεις και εκτελέσεις ή αντίστροφα;).

    Έξω από τα ενδοοικογενειακά, οι «εύκο- λες» ηρωοποιήσεις και αθωώσεις είναι η άλλη όψη της καταδίκης ανώνυμων και επώνυμων «σφαγέων» και «εγκληματιών» (οι λέξεις επαναλαμβάνονται με χαρακτηριστική συχνότητα στο κείμενο) του κκε που επιδαψιλεύει ο Περράκης απογυμνώνοντας την ανάλυσή του από την παραμικρή υποψία αντικειμενικότητας.

    SUMMUS JUS, SUMMa iNJUria

    Το δεύτερο μέρος του βιβλίου (σ. 301 κ.ε.) ασχολείται με τη δικαστική πλευρά του θέματος και ουσιαστικά «αναψηλαφεί» τις δίκες του εμφυλίου υπό το πρίσμα μιας επιτακτικής ανάγκης δικαίωσης στο σήμερα. ο Περράκης έχει δίκιο να επιμένει, αφού εδώ βρίσκεται ο στόχος του βιβλίου του. Έχει ακολουθήσει θύτες και θύματα στα αιματηρά τους μονοπάτια, έχει
    ταυτιστεί με τη μοίρα και τις επιλογές τους, τώρα το λόγο έχει η διατύπωση ηθικών κρίσεων. με άλλα λόγια η νέμεσις. το ενδια- φέρον είναι ο τρόπος με τον οποίο η θεσμική δικαιοσύνη υποτάσσεται στη δική του αίσθηση δικαίου, δημιουργώντας μια σχέση παράλληλης όσο και άνισης ανάγνωσης.

    Έχοντας γίνει ο ίδιος δικαστής για τους εκτελεστές του θείου του, ο συγγραφέας κρίνει τώρα συλλήβδην το δικαστικό σύστημα για την ανάπηρη τιμωρία που επιφύλαξε στον «τρομοκρατικό μηχανισμό του κκε» (σ. 347). Στόχος είναι να καταδικαστεί η ετεροβαρής απονομή δικαιοσύνης σε βάρος απλών εκτελεστικών οργάνων, όπως οι οΠλατζήδες γιώργος κατριλιώτης και λευτέρης γκιολέκας, και η σκανδαλώδης ατιμωρησία των ηθικών αυτουργών που φέρουν ακέραια την ευθύνη κι όμως ούτε καν διώκονται, όπως ο «Στάθης» και ο
    «γκαβός». ωστόσο, όσο κι αν μια εμπαθής στάση του συγγραφέα δεν θα εξέπληττε κανέναν, μας ξαφνιάζει πως η δίκη των φερόμενων ως φυσικών αυτουργών της εκτέλεσης των Διδύμων, που έγινε στις 5 αυγούστου 1946 στο κακουργιοδικείο ναυπλίου, απεικονίζεται
    σχεδόν ως φάρσα (σ. 342): τι να πει κανείς για μια τέτοια δίκη, που δεν πρέπει να χρειάστηκε πάνω από δέκα ώρες για να καταδικάσει σε θάνατο δύο ανθρώπους; ακόμα και μια δίκη
    για τροχαίο δυστύχημα σήμερα παίρνει συνήθως πιο πολλή ώρα.

    Ακριβώς επειδή επανασυνδέει την ιστορική έρευνα με τον οικογενειακό πόνο, το κεφάλαιο έχει ακόμα λιγότερη αντικειμενικότητα αλλά πολύ περισσότερες αρετές σε σχέση με το υπόλοιπο βιβλίο και αντικατοπτρίζει μια ουσιαστική κατανόηση των ανοιχτών πληγών και των αναπάντητων ερωτημάτων που κληροδότησε η κατοχή. (Πώς αλλιώς, αφού το ίδιο το βιβλίο αποτελεί μια ανοιχτή πληγή με αναπάντητα ερωτήματα.)

    Εξαντλώντας την αυστηρότητά του σε κατώτερα στελέχη, το δικαστήριο δίνει αφορμή στο συγγραφέα να μας παρουσιάσει έναν κόσμο που, ενώ θέλει να αυτοπροσδιορίζεται ως κράτος δικαίου, κανοναρχείται από ακραίες τάσεις, ενώ η εξακρίβωση στοιχείων μοιάζει πολυτέλεια
    μπροστά στο κουβάρι που αποτελούσαν οι νομικές και ηθικές εκκρεμότητες της κατοχής (σ. 347): μια τέτοια χρήση του δικαστικού συστήματος όχι μόνο αποτελούσε κατάφωρη παραβίαση των κανόνων του ποινικού δικαίου, αλλά ήταν και μια εξαιρετικά αναποτελεσματική και άδικη πολιτική εναντίον της αριστεράς. Στην καλύτερη περίπτωση τιμωρούσε μόνο τους
    φυσικούς αυτουργούς των εγκλημάτων, όχι αυτούς που έδιναν τις διαταγές […]. Στη
    χειρότερη περίπτωση, επέβαλε βαρύτατες τιμωρίες, ακόμα και θανατικές καταδίκες, σε άτομα
    που ήσαν μόνο παρόντα χωρίς να συμμετάσχουν όταν γινόντουσαν εγκλήματα, απλώς και
    μόνο επειδή ήταν μέλη του εαμ ή του ελαΣ.

    Στη δίκη για τα γεγονότα των Σπετσών (σσ. 359-375), ο Περράκης εντοπίζει μία μία τις ασυνέπειες στην αναπαράσταση των γεγονότων, «βουτάει» στην ψυχολογία των
    κατηγορουμένων και απορεί με την εξοργιστική προσπάθεια του δικαστηρίου να αναζητήσει ελαφρυντικά. ο ίδιος, χρονικά αλλά όχι και ψυχικά απομακρυσμένος από τα γεγονότα, δεν χαρίζεται ούτε στους «αδίστακτους φονιάδες» της οΠλα ούτε σε εκείνους που είχαν «βοηθήσει τους γερμανούς» στην επιδρομή τους στις Σπέτσες αναγνωρίζοντας (μεγαλόθυμα;) πως οι πρώτοι τιμωρήθηκαν παραδειγματικά ενώ οι δεύτεροι δε διώχθηκαν ποτέ. Εδώ, ως σημείο αναφοράς προκρίνεται η εκ των υστέρων μεταμέλεια των δραστών παρά η περιρρέουσα ατμόσφαιρα τρομοκρατίας των δικών.

    Είναι σαφές πως εδώ συναντούμε ένα πρωτότυπο είδος γραφής. ο Περράκης συμμετέχει παθιασμένα στη διαδικασία και αυτονομιμοποιείται όταν διατυπώνει κρίσεις για εγκλήματα που δεν τιμωρήθηκαν. Στόχος του δεν είναι να επιβεβαιώσει μέσα από την αναπαράσταση της ακροαματικής διαδικασίας όσα ήδη γνωρίζει. οι ένοχοι είναι κατονομασμένοι και επαρκώς καταδικασμένοι στη συνείδηση του αναγνώστη. Έτσι, το ψαχούλεμα στα σκονισμένα δικαστικά τεκμήρια δεν θέλει να παράσχει καμία περαιτέρω τεκμηρίωση στην έρευνά του ούτε να αναζητήσει μια αλήθεια που έτσι κι αλλιώς γνωρίζει. απλούστατα, παραθέτει μια σειρά λόγων (από την omerta του καταδικασμένου «τίγρη» εξήντα χρόνια μετά, μέχρι την πολιτική κατευνασμού [;] των μεταπολεμικών κυβερνήσεων) για τους οποίους, κατά τη γνώμη του, η
    συγκεκριμένη αλήθεια αποθάρρυνε –και συνεχίζει να αποθαρρύνει– τον κόσμο να την αναζητήσει.

    Σε τελική ανάλυση, το βιβλίο είναι μια μαρτυρία με επιστημονικοφανές περίβλημα –από τις πολλές που έχουμε διαβάσει–, μια προσπάθεια μετουσίωσης του ατομικού/οικογενειακού βιώματος σε ιστορική γραφή. οι αρετές του είναι πολλές και δεδομένες: το θέμα είναι
    «καυτό», η περιγραφή τεκμηριωμένη, τα γεγονότα πλήρως διασταυρωμένα, η χρήση των πλούσιων και ποικίλων τεκμηρίων αρκετά διεισδυτική και οι αυτοβιογραφικές του πλευρές συγκινητικές και ειλικρινείς. ο Περράκης προβάλλει ως προτερήματα τη διάθεσή του να συγκρουστεί με ισοπεδωτικές αλήθειες, είτε αυτές αφορούν την άκριτη «θρησκευτική προσήλωση» των μελισσηνών στη Δεξιά, στο Παλάτι και στη χούντα (την οποία ο ίδιος απέρριπτε στα γρασίδια του μπέρκλεϋ) είτε στις στρατευμένες αφηγήσεις που σκόπιμα αποσιωπούν τα εγκλήματα της αριστεράς.

    Ο πρόλογος του Στάθη καλύβα παρέχει τη χρήσιμη (όσο και παραπλανητική) επιστημονική έγκριση παίρνοντας με τη σειρά του το «ρίσκο» της επικύρωσης χονδροειδών αφορισμών, όπως η –άλλων εποχών και αισθητικής– απαρίθμηση των «τριών γύρων» του κκε…
    κάθε κριτική πρέπει να αντιμετωπίσει με επιείκεια τη συναισθηματική εμπλοκή του συγγραφέα στο θέμα, αλλά με αυστηρότητα τη φιλοδοξία του να κρίνει πρωταγωνιστές και επιστήμονες και να κατασκευάσει συμπαγή σχήματα ερμηνείας. το αποτέλεσμα, παρά τις καλές προθέσεις και τα επιμέρους χρήσιμα συμπεράσματα, δεν προωθεί ούτε τον ιστορικό ούτε τον
    πολιτικό λόγο και παραμένει δέσμιο σε μια καταγγελτική διάθεση η οποία μοιραία το κατατάσσει (υφολογικά τουλάχιστον) στο σύνολο των στρατευμένων οπτικών που κατακεραυνώνει. Θα συμφωνούσαμε εν τέλει με τον ίδιο το συγγραφέα πως «οι οικογενειακές αναμνήσεις δεν είναι πάντα ο καλύτερος οδηγός για την πολιτική σκέψη».

    1 Στάθης καλύβας, «εμφύλιος Πόλεμος
    (1943-1949). το τέλος των μύθων και
    η στροφή προς το μαζικό επίπεδο».
    Επιστήμη και Κοινωνία, τομ. 11 (2003),
    σσ. 37-70.

    2 νίκος μαραντζίδης, «η τοπική διά-
    σταση στη μελέτη της κατοχής και του
    ελληνικού εμφυλίου Πολέμου». Στο:
    γιώργος αντωνίου-νίκος μαραντζίδης
    (επιμ.), Η Εποχή της Σύγχυσης. Η δε-
    καετία του ’40 και η ιστοριογραφία. Βι-
    βλιοπωλείο της εστίας, αθήνα 2008,
    σσ.173-197.

    3 Stathis n. Kalyvas, The Logic of
    Violence in Civil War. Cambridge
    University Press, 2006, σ. 81.

    4 για την πλήρη χαρτογράφηση της γερμανικής στρατιωτικής κατοχής στην Πελοπόννησο, τη δράση των ταγμάτων ασφαλείας και τις απώλειες στις μάχες με τον ελαΣ, βάσει των αρχείων της Βέρμαχτ, βλ. Χέρμαν Φράνκ μάγερ, Από τη Βιέννη στα Καλάβρυτα. Τα ματωμένα ίχνη της 117ης μεραρχίας καταδρομών στη Σερβία και στην Ελλάδα (μτφ. γιάννης μυλωνόπουλος), Βι-
    βλιοπωλείο της εστίας, 2003, ενδεικτικά σσ. 552-556, 570 κ.έ.

    5 η αντίληψη αυτή βρίσκει τελευταία
    οπαδούς και στη γερμανία. Βλ. Kaspar
    Dreidoppel, Der griechische Dämon.
    Widerstand und Bürgerkrieg im besetzten
    Griechenland 1943-1944. harrassowitz
    Verlag, 2009, όπου, χρησιμοποιώντας
    ως υποθέσεις εργασίας περιοχές όπως
    η εύβοια, τεκμηριώνει έναν ελληνικό
    εμφύλιο μέσα στην κατεχόμενη ελ-
    λάδα. Πβλ. Sven Felix Kellerhoff, «Die
    schlimmsten Verbrechen begingen
    Griechen an Griechen», Die Welt,
    7/5/2008.

    Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Google photo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s