Βιβλία

Το δίκιο 

Από τα μυθιστορήματα με θέμα τον Εμφύλιο που έχει παρουσιάσει η καλύβα (1) το δίκιο του Νίκου Αραπάκη είναι πιο κοντά στην πλατωνική και ονειρική έννοια «καλό μυθιστόρημα», με αυτονόητη εξαίρεση το Ορθοκωστά του Θανάση Βαλτινού. Χωρίς, ωστόσο, να ξεπερνάει αποφασιστικά τον μέσο όρο και να ορίζει νέες συντεταγμένες.

Ο λόγος είναι ότι και ο Αραπάκης, όπως και οι άλλοι σύγχρονοι μυθιστοριογράφοι στην ελληνική γλώσσα, δυσκολεύεται πολύ να δημιουργήσει αληθινούς, δηλαδή πειστικούς, ήρωες. Ο βασικός «κακός» στο βιβλίο του, για παράδειγμα, ο Διονύσης Μπάκας, ο μισότρελος χτικιάρης ταγματασφαλίτης, είναι περισσότερο μια γκροτέσκα φιγούρα κόμικ παρά ένας πραγματικός ήρωας μυθιστορήματος. Ακριβώς όπως και ο «καθηγητής» της κ. Νικολαϊδου στο απόψε δεν θα έχουμε φίλους. Μπορεί να είναι σύμπτωση, μπορεί και όχι.

Ο Αραπάκης δε μπορεί να συναγωνιστεί την περιγραφική δεινότητα του Αμανατίδη, όταν στήνει  (και αυτός) τα σκηνικά του στην πόλη της Καλαμάτας και –κυρίως – στα υπαίθρια πεδία δράσης του ΕΛΑΣ. Ωστόσο, εκεί που υπερτερεί είναι στο συνολικό δέσιμο και την παρουσίαση της ιστορίας του – κάτι που ισχύει και στη σύγκριση με τον χαοτικό Ελευθερίου ή με την διδακτική Νικολαϊδου. Κι αυτό, παρά το μειονέκτημα που εμφανίζει και το δικό του μυθιστόρημα και το οποίο αναφέραμε πριν.

Η αλήθεια είναι ότι το βιβλίο του Αραπάκη διαβάζεται άνετα και με ενδιαφέρον. Η έκφραση είναι ζωντανή, ζωηρή, στρωτή. Ωστόσο, ουκ ολίγα αποσπάσματα όπως αυτό, σε ξενερώνουν:

Η ματιά του Μηνά ροβόλησε σαν ξαναμμένος μπόμπιρας στην πλαγιά και έπεσε στη θάλασσα. Σε τούτα δω τα μέρη μεγάλωσε. Πόσα καλοκαίρια παρέα με φίλους δεν ξεροψήθηκε πάνω σε τούτα τα βράχια, πόσα γέλια, πόσοι τσακωμοί… Και τώρα ένα μάτσο Ούννοι έχουν συρματοπλέξει ολόγυρα τον τόπο, από τις σχισμές των βράχων, αντί για παιδικές φάτσες, χάσκουν κάννες, έτοιμες να ξεράσουν φωτιά και θάνατο. (σελ. 123).

Τα σημειώνω γιατί πιστεύω ότι ο Αραπάκης μπορεί να γράψει πραγματικά καλά. Αρκεί να ασκήσει την ετοιμότητά του να ξεπαστρεύει τις κλισεδούρες, οψέποτε ξεπετάγονται από το πληκτρολόγιό του.

Παράλληλα όμως με αυτά, συναντάμε πολύ συχνά παραγράφους εξαιρετικής διαύγειας:

Μα οι περισσότεροι από τους κομμουνιστές που συναναστράφηκε στο βουνό ήταν αλλιώτικοι. Παλικάρια και ψυχωμένοι σχεδόν όλοι τους, μα και άβουλοι συνάμα. Η γνώμη τους ήταν πάντα η γνώμη τω ανώτερων στελεχών. Όπως τότε που ο καπετάνιος αποφάσισε να ξαναμοιράσουνε τα όπλα. Σε κανέναν δεν άρεσε, κι όμως ήταν οι πρώτοι που συμφώνησαν. Κι αν αύριο το κόμμα αποφάσιζε να σκοτώσουν ή και να σκοτωθούν ακόμα, θα πήγαιναν όλοι τους χωρίς κανείς να ρωτήσει το πώς και το γιατί. Πάνω απ΄ όλα αυτό ήταν που δεν του άρεσε. (σελ. 151).

Έτσι, οι κομματικοί βάζουν το Μηνά στο μάτι – κάποια στιγμή παραλίγο να τον περάσουν ανταρτοδικείο. Και ο καπετάνιος σκέφτεται έτσι:

Αυτός που βλέπει τους ανθρώπους απλά και μόνο σαν ανθρώπους είναι επικίνδυνος κι άχρηστος για τη μελλοντική κοινωνία που οραματίζονται. Όποιον σύντροφο κι αν ρωτήσεις, όλοι τους θα έχουν κάποιο φίλο, γνωστό ή συγγενή αντιδραστικό. Αν αρχίσει λοιπόν ο καθένας και σώζει τους γνωστούς του και τους συγγενείς του, πως θα επικρατήσει η επανάσταση, πως θα ξεριζωθεί το μικρόβιο της αντίδρασης από τον καινούριο κόσμο που θέλουν να χτίσουν; Δυστυχώς ο δρόμος για τη λαοκρατία είναι ένας. Δύσβατος δρόμος. Αυτοί που θα τον διαβούν πρέπει να βουλιάξουν στη λάσπη από το αίμα και για να φτάσουν στον προορισμό τους πρέπει το περισσότερο από αυτό το αίμα να είναι αντιδραστικό. Μέση λύση δεν υπάρχει. Όλοι, τούτη την κρίσιμη περίοδο, που κρίνεται το μέλλον του τόπου, μπορούν να έχουν μόνο δύο ιδιότητες: του συντρόφου και του εχθρού. Συναισθηματισμοί δε χωράνε. Κι όποιος βάζει το συναίσθημα πάνω από τους στόχους του κόμματος είναι εχθρός. Ίσως μεγαλύτερος εχθρός κι από τους φασίστες που πολεμάνε τούτη την ώρα… (σελ. 164).

Με αυτή τη λογική, μεγάλες και αιματηρές ήττες για τον ΕΛΑΣ, όπως η πρώτη μάχη του Μελιγαλά (5 Απριλίου 1944) παρουσιάζονται από την κομματική καθοδήγηση ως σπουδαίες νίκες! (σελ. 221 κ.ε.)

Παρ’ όλα αυτά, ενώ ο ελασίτης αλλά μη κομματικός Μηνάς έχει φρίξει από τη λογική και κυρίως από την πρακτική (του εύκολου θανάτου) που έχουν εμφυσήσει οι κομματικοί ηγέτες στους αγωνιστές της αντίστασης (σελ. 327 και σε διάφορα άλλα σημεία) και ενώ το μόνο που θέλει ο ίδιος είναι μια ήσυχη ζωή με τη μέλλουσα σύζυγό του, όταν μετά την κατοχή τον συλλαμβάνουν οι ασφαλίτες (παράτυπα, με εντολή του κουνιάδου του Διονύση Μπάκα, που λέγαμε) αρνείται πεισματικά να υπογράψει δήλωση, με αποτέλεσμα να τον σακατέψουν στο ξύλο και να πάει γαμπρός στο φορείο!

*

Το κύριο ενδιαφέρον του μυθιστορήματος για μένα είναι ότι η πλοκή του στήνεται μέσα στον κατοχικό και μετακατοχικό Εμφύλιο. Πολλά σημαντικά γεγονότα περιγράφονται, άλλα παραλείπονται. Εδώ η ευθύνη της επιλογής και της παρουσίασης εν μέρει ανήκει στον Αραπάκη και εν μέρει στον σύμβουλό του Ιστορικό, δηλαδή τον Ιάσονα Χανδρινό (2).  Έτσι, η καταλυτική παρουσία του Βελουχιώτη από τη άνοιξη του ’44 στο Μωριά, αναφέρεται μεν (σελ. 114) αλλά περνιέται στο ντούκου, επιλογή μάλλον ατυχής καθώς ο ρόλος του ηγέτη του ΕΛΑΣ στις μάχες και στις μαζικές σφαγές μετά την αποχώρηση των Γερμανών ήταν καθοριστικός – όπως καθοριστικός είναι και ο ρόλος που παίζουν τα ιστορικά αυτά γεγονότα στην εξέλιξη του μυθιστορήματος.

Ακατανόητη είναι η αναφορά σε δήθεν τερτίπια των Άγγλων (οι οποίοι εξόπλισαν τον ΕΛΑΣ Πελοποννήσου) για τους οποίους αναφέρεται: ήταν παγκοίνως γνωστή η τακτική τους να πετούν μόνο αριστερές ή μόνο δεξιές αρβύλες, ή ελαττωματικά όπλα ή ληγμένα τρόφιμα… (σελ. 114) λες και οι Άγγλοι δεν είχαν καλύτερη δουλειά να κάνουν, από το να εξασκούν το μαύρο χιούμορ τους με τον ΕΛΑΣ.

Αλλά το σημαντικότερο μειονέκτημα στη διαπραγμάτευση των μετακατοχικών μαχών και σφαγών σε Καλαμάτα, Μελιγαλά κλπ είναι η πλήρης απουσία μιας επαρκούς και πειστικής ερμηνείας τους, τόσο για την πραγματοποίηση των ίδιων των μαχών, όσο και για την έκβασή τους. Μια ερμηνεία που επιχειρείται (σελ. 281) είναι απλά ταυτολογική.  Αυτό όμως βαραίνει περισσότερο τον Χανδρινό και λιγότερο τον Αραπάκη. Σε κάθε περίπτωση  αποσιωπάται ουσιαστικά η σφαγή μετά τη μάχη και το οργανωμένο και πολύωρο μακελειό της Πηγάδας. Ο Αραπάκης ευθύνεται για τις κακοσκηνοθετημένες σκηνές στο Μελιγαλά και κυρίως για τη σκηνή του θανάτου του ταγματασφαλίτη αδερφού Σωτήρη και για τη συνέχεια, όπου ο Μηνάς παίρνει το σκοτωμένο αδερφό στον ώμο, για να τον πάει στην Καλαμάτα. Ωστόσο, εξαιρετικά δυνατή είναι η αφήγηση του πρωταγωνιστή για το πώς σκότωσε μια έγκυο γυναίκα και το παιδί της, μπαίνοντας σ’ ένα σπίτι στο Μελιγαλά (σελ. 270).

Στα όρια της ιστορικής αφέλειας (ευθύνη Χανδρινού) κινείται η αφήγηση της παράδοσης των όπλων από τον ΕΛΑΣ, μετά τη Βάρκιζα. Δεν αναφέρεται καν ότι ο ΕΛΑΣ (δηλ. το ΚΚΕ) τα καλά όπλα τα κράτησε κρυμμένα και δεν τα παρέδωσε ποτέ!

*

Εντέλει ο Μηνάς συλλαμβάνεται, με προδοσία της …πεθεράς του, η οποία έχει παθολογική αδυναμία στον κουνιάδο και διώκτη του ταγματασφαλίτη  Διονύση (την μορφή κόμικ που λέγαμε) και καταλήγει απομονωμένος από τους κομματικούς, μαζί μ’ ένα φίλο του τέως μέλος του κόμματος, στις φυλακές της Σπάρτης, απ’ όπου τους απελευθερώνει ο ΔΣΕ. Ο Μηνάς εντάσσεται στο ΔΣΕ και πολεμάει, αλλά έχει τώρα στο νου του να  φύγει μακριά από την Ελλάδα.

Δεν μπόρεσα να καταλάβω τι δουλειά είχαν ο Μάρκος Βαμβακάρης  και ο Μπάτης στην κατοχική Καλαμάτα – στο μυθιστόρημα δηλαδή. Η είσοδος της Μάγδας (προς στιγμήν «τραγουδίστριας» Ρόζας) στην πλοκή, η οποία στη συνέχεια έχει βασικό πρωταγωνιστικό ρόλο, θα μπορούσε να γίνει περισσότερο… μετριοπαθώς, δηλαδή με κάποια πειστικότητα.

Έτσι ή αλλιώς, η Εβραία Μάγδα καταλήγει στην Παλαιστίνη, όπου αργότερα θα φτάσουν, μετά από πολλές περιπέτειες και οι λοιποί πρωταγωνιστές του μυθιστορήματος και αφού, επιτέλους, καθαρίσουν τον κακό κουνιάδο Διονύση. Έτσι γλιτώνουν, αρχίζουν μια νέα ζωή (την οποία, φρονίμως ποιούντες, συνεχίζουν στη Γαλλία, γιατί και στην Παλαιστίνη βρωμάει μπαρούτι) και όλα τελειώνουν αναπάντεχα καλά…

*

Ε, ναι, θα μπορούσε να είναι ένα μεγάλο μυθιστόρημα για τον Εμφύλιο! Next time…

Σημειώσεις

1.

Δείτε στην ενότητα «βιβλία» των ‘Σημειώσεων»:

https://greekcivilwar.wordpress.com/category/%CE%B2%CE%B9%CE%B2%CE%BB%CE%AF%CE%B1/

 

2.

Στο τέλος του βιβλίου αναφέρεται:

«Επίσης να ευχαριστήσω τον φίλο Ιάσονα Χανδρινό, που οι εξειδικευμένες γνώσεις του για την περίοδο της κατοχής και του εμφυλίου, αλλά και η άριστη από μέρους του γνώση της γερμανικής γλώσσας μου ήταν εξαιρετικά πολύτιμες» (σελ. 541)

Επίσης, παρατίθεται σχετική βιβλιογραφία! (σελ. 543)

Αυτά, λογικά σημαίνουν ότι τα «ιστορικά» έχουν ελεγχθεί / εγκριθεί από τον Χανδρινό. Κι όμως, υπάρχουν πλήθος σημεία (αυτά που ανάφερα και πολύ περισσότερα που δεν ανάφερα) που είναι τουλάχιστον αμφιλεγόμενα.

Ο ίδιος ο Αραπάκης, σε συνομιλία που είχαμε στο φ/μπ, διεκδικεί, προς τιμήν του, την απόλυτη ευθύνη.

Πηγή: Το δίκιο | Η καλύβα ψηλά στο βουνό

Advertisements

Μια σκέψη σχετικά μέ το “Το δίκιο ”

  1. (σχόλιο στην καλύβα)

    Ιουλίου 16, 2011 στις 12:49 μμ
    ΣΑΘ

    Διάβασα το συγκεκριμένο βιβλίο προ 7μήνου.

    Παρότι κάποια επί μέρους στοιχεία δείχνουν ότι ο συγγραφέας διαθέτει καλή ‘πένα’, το τελικό, συνολικό αποτέλεσμα είναι μάλλον ρηχό, φτωχό, απογοητευτικό, (δεδομένου, μάλιστα, τού σπουδαίου θέματος που επιχειρεί να πραγματευθεί).
    Η πλοκή, οι χαρακτήρες, ο όλος μύθος, χωλαίνουν εμφανώς.
    Και το σημαντικότερο: Όταν -ουσιαστικά- καμβάς τού βιβλίου σου είναι τα γνωστά συγκλονιστικά γεγονότα που έλαβαν χώρα στη ΝΔ Πελοπόνησο (με επίκεντρο την Καλαμάτα) τη δεκαετία τού ’40, πρέπει -νομίζω- να μιλάς με όσον γίνεται μεγαλύτερο σεβασμό στην ιστορική αλήθεια, τίμια και καθαρά. Και, δυστυχώς, φαίνεται ότι ο συγγραφέας δεν μπορεί ή δεν θέλει να το κάμει.

    Οπτική του, η τυπική τοιαύτη ενός ‘πεφωτισμένου’ (;) αριστερού.
    Παρότι κάπου – κάπου κάνει ‘αυστηρή’ κριτική στο ΚΚΕ και προσπαθεί να εμφανισθεί ως ‘αντικειμενικός’, συνολικά λειτουργεί ανοικτά ως θερμός απολογητής του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ/ΚΚΕ.
    Η ιστορική αλήθεια ιδίως για το τι συνέβη εκεί (Καλαμάτα, Μελιγαλάς, Πύλος κλπ) το 1944, διαστρεβλώνεται πλήρως. Συστηματικά, εσκεμμένα, αδίστακτα, αμετανόητα.

    Ο συγγραφέας είναι σαν να επιχειρεί ευσχήμως να απαντήσει στο γνωστό βιβλίο του ΜΠΟΥΓΑ, ώστε να διασκεδαστούν κάπως οι συγκλονιστικές εντυπώσεις που το βιβλίο εκείνο προκάλεσε και προκαλεί.

    Και θα μπορούσε κάποιος να ρωτήσει;
    Τι το ασύνηθες και τι το περίεργο; Πρώτη φορά γίνονται τέτοια;

    1) Στη σελίδα 4, υπάρχει η εξής δήλωση:
    «Το βιβλίο αυτό αποτελεί φανταστικό δημιούργημα. Τα ονόματα, οι χαρακτήρες, τα περιστατικά, οι ιδεολογίες ή θεσμοί που περιγράφονται, υπαινίσσονται ( sic ) ή αναφέρονται είναι προϊόν φαντασίας του συγγραφέα ή χρησιμοποιούνται σε φανταστικό πλαίσιο. Οποιαδήποτε ομοιότητα με πραγματικά γεγονότα, πολιτικά και θρησκευτικά συστήματα ή πρόσωπα, εν ζωή ή όχι, είναι τελείως συμπτωματική» (!!!!!)

    Ο καλός αυτός κύριος, μάλλον ‘μας δουλεύτει χοντρά’.
    Όταν μιλάς ολοκάθαρα για τους κομμουνιστές, τους ταγματασφαλίτες, το ΕΑΜ/ΕΛΑΣ/ΚΚΕ, τον Βελουχιώτη, τον Πέρδικα, την Καλαμάτα, τον Μελιγαλά [ούτε λέξη για τις εκτελέσεις!!], την Πύλο κλπ. κλπ., δεν μπορείς να ισχυρίζεσαι ότι μιλάς για φανταστικά πράγματα, φανταστικό πλαίσιο και συμπτώσεις!! Αν δεν δείχνει κάτι χειρότερο, η δήλωση αυτή δείχνει τουλάχιστον δειλία.

    2) Στη σελίδα 541 του βιβλίου, διαπράττεται μια απίστευτη απρέπεια:
    Ο συγγραφέας ευχαριστεί, μεταξύ άλλων, τον γνωστό Καλαματιανό (και) ιστορικό Νικόλαο Ζερβή, διότι «…..και με τις προσωπικές τους συμβουλές βοήθησαν ώστε το βιβλίο αυτό να γίνει καλύτερο» (!!!!)

    Επειδή γνωρίζω καλά τις θέσεις τού κ. Ζερβή, ( ο οποίος έχει γράψει 7 τόμους για τα φοβερά εκείνα γεγονότα ), η «ευχαριστία» αυτή με κατέπληξε.
    Είναι σχεδόν απολύτως βέβαιο ότι αυτά που γράφει ο κ. Ν. Αραπάκης στο βιβλίο του, ελάχιστη σχέση έχουν με τις πληροφορίες και τις συμβουλές που αυτός (ο κ. Ζερβής) του έδωσε!!! Και απ’ ότι έχω πληροφορηθεί, ο 85χρονος κ. Ζερβής έχει εκφράσει την εντονότατη δυσαρέσκειά του για τη σημείωση αυτή.

    Προσωπικά το βρίσκω απαράδεκτο να χρησιμοποιείς τον [έγκυρο και αντικειμενικό κατά τη γνώμη μου] Ζερβή ως άλλοθι – μαϊμού για να ‘πουλήσεις’ τα ιστορικά παραμύθια σου.

    Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Google photo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s