Δεκέμβρης

Τρία άρθρα για τα Δεκεμβριανά 

Μετά, τίποτα δεν ήταν το ίδιο…

Του Ευανθη Χατζηβασιλειου*

Σπανίως, στη σύγχρονη ελληνική ιστορία, ένα μεμονωμένο γεγονός είχε τόσο καθοριστική επιρροή στη διαμόρφωση του πολιτικού κλίματος, της κοινωνικής πραγματικότητας, των ταυτοτήτων, όσο τα Δεκεμβριανά του 1944. Πριν από τη σύγκρουση, παρά τις δυσκολίες, υπήρχε η ελπίδα ότι οι πολιτικές δυνάμεις θα έβρισκαν μια κοινώς αποδεκτή διευθέτηση. Μετά τον «Δεκέμβρη», τίποτε δεν ήταν το ίδιο: αντί της πολιτικής διαδικασίας, η χώρα κλήθηκε να εφαρμόσει μία ιδιότυπη «συνθήκη ειρήνης», τη Συμφωνία της Βάρκιζας, την οποία παραβίασαν και οι δύο πλευρές – η κυβερνητική επειδή προχώρησε στην πολιτική δίωξη των κομμουνιστών, και η εαμική επειδή δεν παρέδωσε τα όπλα της, αλλά αντίθετα προετοιμάστηκε για την επόμενη φορά. Ο δρόμος είχε ανοίξει για ένα νέο γύρο εμφυλίου πολέμου.

Οπως συνήθως συμβαίνει σε τέτοιες περιπτώσεις, οι αρχικές εκτιμήσεις για τα αίτια των Δεκεμβριανών ήταν, σε μεγάλο βαθμό, βασισμένες σε στερεότυπα. Ο αστικός κόσμος πίστευε ότι το ΕΑΜ είχε κάνει μια προαποφασισμένη απόπειρα για κατάληψη της εξουσίας. Η Αριστερά θεωρούσε ότι οι Βρετανοί και ο Παπανδρέου είχαν εξ αρχής επιζητήσει τη σύγκρουση για να καταστρέψουν το εαμικό ρεύμα. Η σύγχρονη έρευνα, ωστόσο –με πρώτο σταθμό τη μελέτη του Ι. Ιατρίδη για την «εξέγερση στην Αθήνα»– αποστασιοποιήθηκε από παρόμοιες ερμηνείες και αντιμετώπισε την πορεία προς τη σύγκρουση ως μια διαδικασία, παρά ως μια «αναπόφευκτη» εξέλιξη.

Η μακρόχρονη πορεία προς τη σύγκρουση

Είναι αδύνατον να ερμηνευθούν τα Δεκεμβριανά χωρίς να ληφθεί υπόψη ότι αποτέλεσαν τη δεύτερη φάση ενός εμφυλίου πολέμου που είχε ξεκινήσει το 1943. Ο κατοχικός εμφύλιος είχε ένα ιδιότυπο αποτέλεσμα: στρατιωτικά, στην κατεχόμενη Ελλάδα, είχε επικρατήσει το ΕΑΜ/ΕΛΑΣ. Ωστόσο, πολιτικά, το ΕΑΜ είχε υποστεί μία μείζονα ήττα από τον Γεώργιο Παπανδρέου, πρωθυπουργό της εξόριστης κυβέρνησης, στη Διάσκεψη του Λιβάνου κατά την οποία αποφασίστηκε η συγκρότηση κυβέρνησης εθνικής ενότητας. Αυτή η αναντιστοιχία μεταξύ της στρατιωτικής και της πολιτικής ισχύος οδήγησε στη νέα σύγκρουση.

Ο Παπανδρέου επεδίωκε να οδηγήσει τη χώρα σε μια κατεύθυνση παρόμοια με αυτήν που θα ακολουθούσαν και άλλα ευρωπαϊκά κράτη: συγκρότηση ενός «μεγάλου συνασπισμού» αντιφασιστικών δυνάμεων (με τη συμμετοχή του κομμουνιστικού κόμματος) και διενέργεια μιας προοδευτικής μεταρρύθμισης, που θα συγκροτούσε τη βάση της μεταπολεμικής δημόσιας ζωής. Σε αυτό το σκηνικό, ο δικός του συνασπισμός –μια μορφή αστικού ριζοσπαστισμού– θα ισορροπούσε μεταξύ της αντίδρασης και της επανάστασης, ώστε να εξασφαλίσει την αναγκαία μεταρρύθμιση. Για να γίνει αυτό, όμως, ήταν αναγκαίο να αποφευχθεί ένας νέος εμφύλιος πόλεμος. Αυτό προσπάθησε να επιτύχει ο Παπανδρέου με δύο μοχλούς: τη βρετανική στρατιωτική παρουσία στην Ελλάδα και την εξασφάλιση των προϋποθέσεων για διενέργεια ελεύθερων εκλογών.

Κατά τον πρωθυπουργό (και τον αστικό κόσμο), η ένοπλη μειοψηφία του ΕΑΜ/ΚΚΕ είχε επιβάλει τη στρατιωτική της κατοχή στην ύπαιθρο και επί της πλειοψηφίας του πληθυσμού. Ο Παπανδρέου θεωρούσε ότι η βρετανική παρουσία θα αποκαθιστούσε την ισορροπία των στρατιωτικών δυνάμεων, αποτρέποντας τον εμφύλιο πόλεμο. Αρχικά, η στρατηγική του φάνηκε να αποδίδει: το ΕΑΜ αποδέχθηκε τη Συμφωνία της Καζέρτας στα τέλη του Σεπτεμβρίου 1944 και έθεσε τις δυνάμεις του υπό την ηγεσία του Βρετανού στρατηγού Σκόμπυ. Κατά την απελευθέρωση της Αθήνας, στα μέσα του Οκτωβρίου, το ΕΑΜ δεν εγκατέστησε δική του κυβέρνηση, παρόλο που μπορούσε να το κάμει.

Ωστόσο, τα πράγματα δεν ήταν τόσο απλά. Μετά την απελευθέρωση, το ΕΑΜ ήδη ασκούσε την εξουσία στην Ελλάδα, μέσω της στρατιωτικής κατοχής της υπαίθρου (με μικρές εξαιρέσεις, π.χ. στην Ηπειρο). Η «κυβέρνηση Παπανδρέου» δεν ήλεγχε παρά ένα μέρος του κέντρου της Αθήνας. Το ΕΑΜ επιδίωκε να συντηρήσει μια περίεργη δυαρχία στη χώρα: μια τυπική ψευδοεξουσία της κυβέρνησης στο κέντρο της Αθήνας και μια ουσιαστική και σαφώς μονοκομματική εξουσία του ΕΑΜ παντού αλλού (αυτό που τότε ονομάστηκε «εαμοκρατία»). Εκλογές σε αυτή την κατάσταση δεν μπορούσαν να γίνουν – τουλάχιστον όχι χωρίς να προκύψουν εκλογικά «αποτελέσματα» αντίστοιχα με τα ανατολικοευρωπαϊκά των αμέσως επόμενων ετών… Ο Παπανδρέου στόχευε να τερματίσει την εαμική στρατιωτική κατοχή της υπαίθρου, επειδή χωρίς αυτό, το τελικό αποτέλεσμα θα ήταν, έτσι και αλλιώς, ένα μονοκομματικό εαμικό κράτος. Εδώ βρισκόταν η ουσία της διαφωνίας σχετικά με τις ένοπλες δυνάμεις, που αποτέλεσε την αφορμή για τα Δεκεμβριανά. Το ΕΑΜ επέλεξε τη σύγκρουση όταν κατάλαβε ότι θα έπρεπε να διαλύσει τον στρατό του – το όργανο με το οποίο διεκδικούσε τη συνέχιση της εξουσίας του. Εξάλλου, για το ΕΑΜ, η διάλυση του στρατού του σήμαινε όχι μόνον απώλεια της εξουσίας, αλλά και δικό του αφοπλισμό έναντι των αντιπάλων του.

Ωστόσο, η ηγεσία του ΕΑΜ έδειξε μια τεράστια αδυναμία να διαχειριστεί την κρίση. Ετσι, δεν φάνηκε να αντιλαμβάνεται τη σημασία της υπογραφής της Συμφωνίας της Καζέρτας, η οποία στην ουσία υπήγαγε και τις εαμικές δυνάμεις υπό τις διαταγές του Σκόμπυ. Η Καζέρτα μετέτρεπε οποιαδήποτε εξέγερση εναντίον του Βρετανού αυτού διοικητή σε αντισυμμαχική ανταρσία την οποία θα ήταν αδιανόητο να υποστηρίξουν, διαρκούντος του πολέμου, οι Σοβιετικοί ή ο Τίτο (παρά τις υποσχέσεις που ο τελευταίος είχε δώσει για αρωγή). Το πρόβλημα, επομένως, δεν βρίσκεται στο πολυσυζητημένο ερώτημα εάν το ΕΑΜ είχε πληροφορηθεί ή όχι τη «συμφωνία των ποσοστών» μεταξύ Στάλιν και Τσώρτσιλ: το ίδιο το ΕΑΜ είχε δεχθεί την Καζέρτα. Είναι επίσης σαφές ότι το ΚΚΕ εκτίμησε λανθασμένα τους στόχους και τις προτεραιότητες των διεθνών δρώντων. Τέλος, είναι αμφίβολο εάν η εαμική ηγεσία είχε σαφείς στρατηγικές προτεραιότητες: η διενέργεια, παράλληλα με τα Δεκεμβριανά, επιθέσεων εναντίον του Ζέρβα στην Ηπειρο επιτρέπουν τη διατύπωση της υπόθεσης ότι επρόκειτο για μια επιχείρηση με πανελλαδική εμβέλεια και πολύ πιο μαξιμαλιστικούς στόχους. Στο επίπεδο της ποιότητας ηγεσίας εντοπίζεται η μεγαλύτερη διαφορά του ελληνικού αριστερού κινήματος σε σχέση με το γαλλικό ή το ιταλικό: οι Τορέζ και Τολιάτι απέφυγαν προσεκτικά τον εμφύλιο πόλεμο, ακριβώς επειδή διέγνωσαν πολύ πιο αποτελεσματικά τους συσχετισμούς των δυνάμεων και την ακριβή γκάμα των δυνατοτήτων.

Καταστροφικές πολιτικές συνέπειες

Οι συνέπειες των Δεκεμβριανών ήταν καταλυτικές. Η μάχη της Αθήνας είναι η πρώτη εμφύλια σύγκρουση της δεκαετίας του ’40, στην οποία αναμετρήθηκε η Αριστερά (μόνη της) με όλες τις άλλες πολιτικές δυνάμεις – και επομένως ένωσε όλους τους άλλους εναντίον της. Αυτό το σκηνικό θα επαναληφθεί και το 1946 – 49.

Το δεύτερο καθοριστικό στοιχείο ήταν η εκτέλεση, από την εαμική πλευρά, ενός μεγάλου αριθμού αμάχων ομήρων που συνέλαβε τις πρώτες ημέρες του Δεκεμβρίου. Αμέσως μετά τα Δεκεμβριανά, η κυβερνητική προπαγάνδα ανέβαζε τον αριθμό των ομήρων που εκτελέσθηκαν από το ΕΑΜ ή πέθαναν από κακουχίες, σε 10.000. Αργότερα, περισσότερο ψύχραιμοι αναλυτές αναφέρθηκαν σε έναν αριθμό 4.000 νεκρών – ο οποίος όμως ήταν επίσης τεράστιος. Τίποτε δεν θα μπορούσε να κινητοποιήσει πιο αποτελεσματικά τον αστικό κόσμο από την αίσθηση ότι η «κομμουνιστική επανάσταση» συνοδευόταν από ένα παρόμοιο λουτρό αίματος. Ενδοελληνικές συγκρούσεις (και μάλιστα πολύνεκρες) είχαν σημειωθεί από το 1943 σε όλη τη χώρα. Ωστόσο, ήταν το αίμα του Δεκέμβρη –το αίμα που χύθηκε μέσα στην Αθήνα– που κινητοποίησε την αστική ελίτ στον αντικομμουνιστικό αγώνα. Στο πλαίσιο αυτό, η τρίτη συνέπεια ήταν η μη τιμωρία των δωσιλόγων: τρομοκρατημένο, το πολιτικό σύστημα έστρεψε την προσοχή του στον «αμυντικό αγώνα» κατά του κομμουνισμού.

Πάνω απ’ όλα, ο «δεύτερος γύρος» αποτέλεσε μια μη αναστρέψιμη καταστροφή για την πολιτική ζωή της Ελλάδας. Διέλυσε τον «μεγάλο συνασπισμό» της απελευθέρωσης, κατέστρεψε την προσπάθεια ανοικοδόμησης, εξασφάλισε την παλινόρθωση της μοναρχίας, συνέτριψε τις ανερχόμενες μετριοπαθείς φιλελεύθερες δυνάμεις και έδωσε αμετάκλητα την πρωτοβουλία των κινήσεων στους ακραίους αντικομμουνιστές. Με την επιλογή του για σύγκρουση στα Δεκεμβριανά, το ΕΑΜ κατέστρεψε τους πάντες, εκτός από τους πιο ακραίους εχθρούς του.

Γι’ αυτό, συχνά διατυπώνεται το ερώτημα κατά πόσον η κυβέρνηση Παπανδρέου, του 1944, υπήρξε μια χαμένη ευκαιρία. Ηταν η πρώτη φορά έπειτα από μία δικτατορία, πόλεμο, Κατοχή και μία εμφύλια σύγκρουση, που οι φιλελεύθεροι μεταρρυθμιστές βρίσκονταν στην κυβέρνηση. Στο σενάριο αυτό, η Ελλάδα θα μπορούσε να αναπτυχθεί στην κατεύθυνση του μεταπολεμικού ιταλικού ή γαλλικού προτύπου: θέσπιση ενός προοδευτικού φιλελεύθερου Συντάγματος, διενέργεια μιας οικονομικής και κοινωνικής μεταρρύθμισης από τα τέλη της δεκαετίας του ’40, χωρίς τις τρομερές επιβαρύνσεις των πρόσθετων εμφυλίων συγκρούσεων του 1944 – 49. Τα Δεκεμβριανά σκότωσαν αυτή την προοπτική και άνοιξαν τον δρόμο για ένα νέο «ξεκαθάρισμα λογαριασμών» που οδηγούσε στον τρίτο εμφύλιο πόλεμο του 1946 – 49.

* Ο κ. Ευάνθης Χατζηβασιλείου είναι αναπληρωτής καθηγητής στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Πηγή:

http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_ell_100003_03/04/2011_437774

*

Οι ελιγμοί των δύο διεκδικητών της εξουσίας

Του Θαναση Δ. Σφηκα*

Στην περίοδο 1941 – 1944 στην Ελλάδα αποκρυσταλλώθηκαν και οξύνθηκαν οι κοινωνικές και πολιτικές συγκρούσεις της προηγούμενης δεκαετίας και εμφανίστηκε μια νέα εσωτερική κοινωνική και πολιτική δύναμη με επαναστατικά αιτήματα, το ΕΑΜ/ΕΛΑΣ. Αυτό που ακολούθησε από τα Δεκεμβριανά ώς τον Αύγουστο του 1949 ήταν μια μακρά και επώδυνη διαδικασία διεκδίκησης, απόρριψης και συντριβής: διεκδίκησης εκ μέρους του αριστερού αντιστασιακού κινήματος αυτών των αιτημάτων, απόρριψής τους και συντριβής του φορέα τους από τις εγχώριες και εξωτερικές δυνάμεις που έβλεπαν την πραγμάτωσή τους ως υπαρξιακή απειλή.

Η Βρετανία, κυρίαρχη δύναμη στη Μεσόγειο, επιθυμούσε ένα προσωποπαγές καθεστώς υπό τον Γεώργιο Β΄ για τη διατήρηση της Ελλάδας στη βρετανική σφαίρα επιρροής και την αποτροπή ενδεχόμενης σοβιετικής κυριαρχίας. Προτιμητέο μέσο επίτευξης του στόχου ήταν ο εγκλωβισμός του ΕΑΜ ως μειοψηφούσας συνιστώσας σε κυβέρνηση «εθνικής ενότητας» υπό τον έως τότε αντιμοναρχικό Γεώργιο Παπανδρέου, τον οποίο στις 26 Απριλίου 1944 οι Βρετανοί όρισαν πρωθυπουργό της εξόριστης ελληνικής κυβέρνησης του Καΐρου.

Ο πολιτικός εγκλωβισμός του ΕΑΜ φάνηκε να επιτυγχάνεται στις 20 Μαΐου, όταν οι αντιπρόσωποί του υπέγραψαν στη Διάσκεψη του Λιβάνου το «Εθνικόν Συμβόλαιον». Τα ανταρτικά σώματα τέθηκαν υπό τις διαταγές της «κυβέρνησης εθνικής ενότητας», στην οποία το ΕΑΜ κλήθηκε να συμμετάσχει με πέντε δευτερεύοντα υπουργεία, ενώ προβλέπονταν εκλογές και δημοψήφισμα μετά την απελευθέρωση χωρίς να αποκλείεται η επιστροφή του βασιλιά πριν από το δημοψήφισμα.

Η ηγεσία του ΚΚΕ δεν αποδέχθηκε τη συμμετοχή στην κυβέρνηση «εθνικής ενότητας» παρά μόνον τρεις μήνες αργότερα. Οπως εξήγησε το ΚΚΕ στις οργανώσεις του, τον Αύγουστο του 1944, η άρνηση συμμετοχής θα επέσειε κατηγορίες για παρεμπόδιση της εθνικής ενότητας. Εν τω μεταξύ, και ενώ στην «Ελεύθερη Ελλάδα» το ΕΑΜ υλοποιούσε μέρος του πολιτικού, κοινωνικού και πολιτιστικού προγράμματός του, στο Κάιρο ο Παπανδρέου αναγνώριζε την ανάγκη μιας απροσδιορίστου περιεχομένου «επανάστασης» στη χώρα· μόνο που, όπως έλεγε στον Γιώργο Σεφέρη τον Ιούλιο 1944, την «επανάσταση» δεν θα την έκανε «ο συρφετός» του ΕΑΜ αλλά η «επαναστατική Κυβέρνηση» του ιδίου. Στις 21 Αυγούστου 1944, έπειτα από αίτημά του, ο Παπανδρέου συνάντησε στη Ρώμη τον Τσώρτσιλ και του ζήτησε τη συνδρομή των βρετανικών όπλων για τη διάλυση του ΕΛΑΣ. Ο Τσώρτσιλ, ωστόσο, είχε ήδη αποφασίσει από τον Σεπτέμβριο του 1943 την αποστολή βρετανικών στρατευμάτων στην Ελλάδα.

Καθώς το ΕΑΜ/ΕΛΑΣ κυριαρχούσε σε ολόκληρη σχεδόν τη χώρα, στις αρχές Οκτωβρίου ο Παπανδρέου ανησυχούσε, όπως εκμυστηρεύτηκε στον Κωνσταντίνο Τσάτσο, πως «αν πληροφορούνταν οι ελασίτες ότι φθάναμε στην Αθήνα σχεδόν γυμνοί, μπορούσαν να κάνουν ένα γιουρούσι και να κυριαρχήσουν στην πρωτεύουσα». Γι’ αυτό, στις 8 Οκτωβρίου, διεμήνυσε στους Βρετανούς να σπεύσουν ενόσω παρέμεναν ακόμη Γερμανοί στρατιώτες σε ελληνικό έδαφος: διαφορετικά, «θα ήταν δύσκολο να εξηγήσουμε τους λόγους της αποστολής βρετανικών στρατευμάτων μετά την πλήρη αποχώρηση του εχθρού». Ομως, «γιουρούσι» δεν έγινε και η κυβέρνηση Παπανδρέου έφθασε χωρίς κανένα εμπόδιο στην απελευθερωμένη Αθήνα στις 18 Οκτωβρίου 1944.

Προσηλωμένο ήδη από τις παραμονές της 4ης Αυγούστου στη θεωρία των σταδίων της επανάστασης και στη συγκρότηση λαϊκού μετώπου, το ΚΚΕ είχε αναβάλει επ’ αόριστον την προοπτική επαναστατικής ρήξης και αναζητούσε συμμάχους ακόμη και εντός του αστικού πολιτικού και κοινωνικού χώρου. Στην αναζήτηση αυτή, το ΕΑΜ λειτουργούσε νομιμοποιητικά για το ΚΚΕ, δημιουργώντας τις προϋποθέσεις ανάδυσης ενός πλειοψηφικού πολιτικού και κοινωνικού ρεύματος που θα διεκδικούσε την εξουσία μέσω της εκλογικής διαδικασίας. Στις 19 Οκτωβρίου, η κομματική ηγεσία έκανε αυστηρές συστάσεις σε κομματικά μέλη που αδημονούσαν για την έλευση της «Λαϊκής Δημοκρατίας» και την «κατάληψη» της εξουσίας: οι εν λόγω απόψεις ήταν «έξω από το πλαίσιο της πολιτικής του ΕΑΜ» και «δυσκολεύουν το αγκάλιασμα καινούργιων στρωμάτων» σε έναν αγώνα «εθνικοαπελευθερωτικό» για την «εξασφάλιση της τάξης και της ομαλής πολιτικής ζωής». Τον Νοέμβριο εστάλησαν οδηγίες στις κομματικές οργανώσεις να συνεργαστούν με τους συμμάχους και να αναλάβουν συντονισμένη προσπάθεια προσέγγισης των μεσαίων στρωμάτων.

«Ναίδες» ή στο «άγριο θηρίο»;

Εν τούτοις, οι δύο διεκδικητές της εξουσίας είχαν αυτοεγκλωβιστεί σε πολιτικές εκχώρησης. Στο όνομα της ομαλής μετάβασης, το ΚΚΕ και το ΕΑΜ είχαν εκχωρήσει στη νομιμοφάνεια της κυβέρνησης «εθνικής ενότητας» ένα μεγάλο μέρος της πολιτικής και κοινωνικής ισχύος που διέθεταν κατά την απελευθέρωση. Ο αυτοεγκλωβισμός του αστικού κόσμου ήταν επίσης συνειδητός αλλά περισσότερο επωφελής για τον ίδιο. Η λογική του κόσμου αυτού, κατά τον Σεφέρη, ήταν «μονοκόμματη και απελπιστική» – είτε «οι Αγγλοι θα μας προστατέψουν» είτε «οι Ρώσοι θα μας φάνε»: «Θα είμαστε είτε ναίδες είτε μπουκιά στο στόμα ενός άγριου θηρίου. […] Καθαρά ψυχολογία πανικού τελειωμένων ανθρώπων».

Επιδιώκοντας την εξουδετέρωση του ΕΑΜ, στα τέλη Νοεμβρίου οι Βρετανοί κατηγόρησαν τον Παπανδρέου για «δειλία και αβουλία» έναντι του ΚΚΕ, καθώς στις διαπραγματεύσεις για την αποστράτευση των ενόπλων σχηματισμών και τη δημιουργία εθνικού στρατού συνέκλιναν οι ανταγωνισμοί για το σύνολο των εξουσιών. Για τον Παπανδρέου προείχε η εξουδετέρωση του ΕΑΜ με πολιτικά μέσα, αλλά και με στρατιωτικά εάν αυτό καθίστατο αναγκαίο. Ο αυτοεγκλωβισμός φάνηκε τον Νοέμβριο 1944, όταν προσπάθησε να ελιχθεί και να επιτύχει πολιτικό συμβιβασμό, ενώ τρεις μήνες νωρίτερα είχε ζητήσει βρετανική ένοπλη βοήθεια για τη διάλυση του ΕΛΑΣ.

Από τους πρώτους νεκρούς στη Συμφωνία της Βάρκιζας

Μετά την αποτυχία των διαπραγματεύσεων για την αποστράτευση και την προσπάθεια του Παπανδρέου να επιρρίψει τις ευθύνες στην Αριστερά, την 1η Δεκεμβρίου το ΕΑΜ ζήτησε γενική αποστράτευση· την επομένη παραιτήθηκαν από την κυβέρνηση οι εαμικοί υπουργοί και αναγγέλθηκε διαδήλωση για τις 3 Δεκεμβρίου. Στις 11 το πρωί της Κυριακής, 3 Δεκεμβρίου 1944, όταν η κεφαλή της ειρηνικής διαδήλωσης έφτασε μπροστά από τις ισχυρές αστυνομικές δυνάμεις που βρίσκονταν παρατεταγμένες στο Αρχηγείο της Αστυνομίας, στη γωνία των οδών Πανεπιστημίου και Βασιλίσσης Σοφίας, απέναντι από το ξενοδοχείο της Μεγάλης Βρετανίας, η αστυνομία άνοιξε πυρ κατά των διαδηλωτών. Νεκροί έπεσαν τουλάχιστον δεκαπέντε.

Στις 4 Δεκεμβρίου, μονάδες του εφεδρικού ΕΛΑΣ επιτέθηκαν σε αστυνομικά τμήματα, αλλά απέφυγαν να συγκρουστούν με τις βρετανικές δυνάμεις. Οι στρατιωτικές ενέργειες του ΕΛΑΣ στην αρχή των Δεκεμβριανών ήταν περιορισμένες και αποσκοπούσαν στην αντικατάσταση του Παπανδρέου. Η προοπτική αυτή φάνηκε εφικτή στις 4 – 5 Δεκεμβρίου, όταν αυτός υπέβαλε την παραίτησή του και όλα τα ελληνικά πολιτικά κόμματα συμφώνησαν στην ανάληψη της πρωθυπουργίας από τον 84χρονο αρχηγό του Κόμματος Φιλελευθέρων Θεμιστοκλή Σοφούλη. Η λύση απετράπη από τον Τσώρτσιλ, ο οποίος τηλεγράφησε στον Βρετανό πρέσβη «να εξαναγκάσει τον Παπανδρέου να πράξει το καθήκον του. Εάν υποβάλει την παραίτησή του, θα πρέπει να κλειδωθεί σε ένα δωμάτιο ώσπου να ξαναβρεί τα λογικά του». Με στόχο τη στρατιωτική συντριβή του αντιπάλου, το πρωί της 6ης Δεκεμβρίου, ο βρετανικός στρατός άρχισε τις επιχειρήσεις εναντίον του ΕΛΑΣ, ενώ η βρετανική κυβέρνηση απέρριπτε τις προτάσεις του ΕΑΜ για ειρήνευση (αντιβασιλεία, γενική αποστράτευση, νέα κυβέρνηση και διεθνή επιτροπή για τη διερεύνηση των αιτίων της σύγκρουσης).

Στην αρχή των Δεκεμβριανών, ο ΕΛΑΣ υπερίσχυε των αντιπάλων του λόγω της αριθμητικής υπεροχής του. Οι Βρετανοί εισηγήθηκαν τη χρησιμοποίηση των Ταγμάτων Ασφαλείας εναντίον του ΕΛΑΣ, και η κυβέρνηση Παπανδρέου ενέδωσε, προκαλώντας την μήνιν του ΕΑΜ. Σύντομα από την Ιταλία άρχισαν να φθάνουν ενισχύσεις που τελικά ανέβασαν τον αριθμό των βρετανικών δυνάμεων στην Ελλάδα σε 80.000 – 90.000, αναγκάζοντας μετά τα μέσα Δεκεμβρίου τον ΕΛΑΣ να περιοριστεί σε αμυντικές ενέργειες.

Στις 3 Ιανουαρίου 1945, σχηματίστηκε νέα κυβέρνηση υπό τον Νικόλαο Πλαστήρα, ο οποίος είχε ήδη αποκλείσει κάθε ενδεχόμενο διαπραγμάτευσης. Την ημέρα των Χριστουγέννων, ο Μιχάλης Κύρκος του είχε ζητήσει να αναλάβει πρωτοβουλία για συμβιβαστική λύση. Η απάντηση του Πλαστήρα ήταν ότι «δεν θ’ αφήσω ’γω τον Θανάση τον Κλάρα να σφάξει την Ελλάδα»: οι εαμίτες και οι ελασίτες «είναι κοινοί δολοφόνοι», «πίνουν αίμα» και «πρέπει να εξοντωθούν μέχρις ενός για να ησυχάσουμε όσοι απομείνουμε». Στις 4 – 5 Ιανουαρίου, ο ΕΛΑΣ υποχώρησε από την Αθήνα, λίγες ημέρες αργότερα συμφωνήθηκε ανακωχή, και τον Φεβρουάριο του 1945 υπογράφτηκε η Συμφωνία της Βάρκιζας. Οσοι απέμειναν δεν «ησύχασαν» για μερικά χρόνια ακόμη.

Εγκλωβισμός της ιστορικής έρευνας

Στις πρώτες ημέρες του Δεκεμβρίου, ενώ οι συγκρούσεις είχαν ξεσπάσει στην Αθήνα, εκ μέρους της ηγεσίας του ΚΚΕ ο Πέτρος Ρούσος εξήγησε σε αξιωματούχους του Κ.Κ. Βουλγαρίας ότι το κόμμα του, γνωρίζοντας ότι δεν θα λάμβανε εξωτερική βοήθεια, «ήταν έτοιμο για όλους τους συμβιβασμούς, όλες τις παραχωρήσεις, που θα συνοδεύονταν όμως από ένα ελάχιστο εγγυήσεων για το κίνημά μας. Αλλά η θέση του Παπανδρέου ήταν σαφής, δεν θα υπήρχαν τέτοιες εγγυήσεις»: «ο άλλος δρόμος που είχαμε ήταν να υπερασπιστούμε τις θέσεις μας. Ηταν δύσκολος αλλά το κόμμα τον βρήκε σωστό». Τα Δεκεμβριανά ήταν αντίσταση στην αυθαιρεσία των Βρετανών και του Παπανδρέου, η οποία, κατά τον Αμερικανό πρέσβη στην Αθήνα, συνίστατο στη «μεταχείριση» των Ελλήνων από τους Βρετανούς «σαν να ήταν ιθαγενείς της Βρετανικής Αυτοκρατορίας».

Πολιτικά διακυβεύματα, ιστοριογραφικές μόδες και διακυμάνσεις στο ακαδημαϊκό χρηματιστήριο έχουν συμβάλει στον εγκλωβισμό της μελέτης των Δεκεμβριανών, αλλά και της δεκαετίας του ’40, στην αντιπαράθεση μεταξύ ενός ηρωικού αφηγήματος και μιας αντίληψης ότι το ΕΑΜ και το ΚΚΕ στα χρόνια εκείνα ήταν τρομοκρατικές οργανώσεις. Το ΕΑΜ, ως εκδοχή και όχημα νεωτερικότητας, παραμένει στα αζήτητα ενός ερευνητικού χώρου που ρέπει προς τον κατακερματισμό και την καταμέτρηση πτωμάτων: από τις συλλήψεις και τις συνοπτικές εκτελέσεις που διέπραξαν και οι δύο πλευρές στα Δεκεμβριανά, εκείνες που συντηρήθηκαν στη μνήμη και χρησιμοποιήθηκαν για τον πολιτικό αποκλεισμό του ΕΑΜ μετά τη Βάρκιζα ήταν οι υπερβάσεις και οι αντεκδικήσεις της ΟΠΛΑ και του ΕΛΑΣ και, κυρίως, η απόφαση της ηγεσίας του ΚΚΕ για τη σύλληψη ομήρων.

* Ο κ. Θανάσης Δ. Σφήκας είναι αναπληρωτής καθηγητής Διεθνούς και Ελληνικής Ιστορίας του 20ού αιώνα στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

Πηγή:

http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_ell_100003_03/04/2011_437774

*

Άρθρο του Στάθη Καλύβα για τα Δεκεμβριανά

http://www.tovima.gr/opinions/article/?aid=162795

H επιλογή της βίαιης ρήξης

H εμφύλια σύγκρουση του Δεκεμβρίου του 1944 συγκαταλέγεται ανάμεσα στις στιγμές της ελληνικής ιστορίας που έχουν μελετηθεί όσο λίγες άλλες. Ωστόσο, μια βασική πτυχή της παραμένει ασαφής: ποιος ακριβώς ήταν ο κύριος στόχος του KKE; H επαναστατική ρήξη ή η ενσωμάτωση σε μια κοινοβουλευτική ομαλότητα; Στο ερώτημα αυτό έχουν δοθεί τουλάχιστον πέντε διαφορετικές απαντήσεις.

Πέντε εκδοχές

Οι δύο πρώτες προέρχονται από τις παραταξιακές ιστοριογραφίες και μεταθέτουν όλες τις ευθύνες στους αντιπάλους τους. Για τους μεν, το KKE είχε μόνιμο και μοναδικό του στόχο τη βίαιη κατάκτηση της εξουσίας, ενώ για τους δε, τη σύγκρουση επεδίωξαν αποκλειστικά οι Αγγλοι. Και οι δύο αυτές ερμηνείες έχουν απαξιωθεί καθώς δεν τεκμηριώνονται από τις πηγές, αν και η δεύτερη καλλιεργείται ακόμη στη δημόσια σφαίρα.

Οι υπόλοιπες τρεις ερμηνείες προέρχονται από την επιστημονική ιστοριογραφία. Σύμφωνα με τον Γιάννη Ιατρίδη, η κλασική μονογραφία του οποίου δημοσιεύθηκε στην Αμερική το 1972, η σύγκρουση υπήρξε αποτέλεσμα κλιμακώσεων που οφείλονταν στην έντονη αμοιβαία καχυποψία των δύο πλευρών. Ετσι, αποφάσεις που δεν στόχευαν στην ένοπλη σύρραξη παρήγαγαν μια κλιμακούμενη συγκρουσιακή λογική. Στη γλώσσα της πολιτικής επιστήμης, τα Δεκεμβριανά αποτελούν κλασική περίπτωση του διλήμματος ασφαλείας, όπου η αυξανόμενη ανασφάλεια σε σχέση με τις πραγματικές επιδιώξεις του αντιπάλου παράγει τη σύγκρουση. H υπόθεση αυτή είναι ιδιαίτερα ελκυστική καθώς οδηγεί στο συμπέρασμα πως τα Δεκεμβριανά αποτέλεσαν μια τραγωδία δίχως πραγματικούς ενόχους η οποία θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί. H ισχύς της αντλείται από την εξαιρετική ανάλυση της δυναμικής των ηγεσιών, αλλά τελικά παρακάμπτει το κρίσιμο ζήτημα των κεντρικών επιδιώξεων του KKE.

H δεύτερη ερμηνεία ανήκει στον Φίλιππο Ηλιού και διατυπώθηκε σε συνέδριο που πραγματοποιήθηκε το 1995. Ο Ηλιού υποστηρίζει πως το KKE προσπαθούσε να κερδίσει «καλύτερες θέσεις στον ανταγωνισμό που γινόταν στην Ελλάδα» και άρα τα Δεκεμβριανά δεν αποτέλεσαν «επιχείρηση κατάληψης της εξουσίας αλλά πίεση για να διαμορφωθούν καλύτεροι όροι για τον τελικό συμβιβασμό». H ερμηνεία αυτή προϋποθέτει την αποδοχή δύο μη ρεαλιστικών παραδοχών: α) ενός κόμματος που επεδίωκε την ήττα και β) μιας σταλινικής πολιτικής οργάνωσης που προήγαγε με αλτρουισμό τη φιλελεύθερη κοινοβουλευτική ομαλότητα. Προσπερνώντας την προφανή διαπίστωση πως οι ήττες δεν διαμορφώνουν καλύτερους όρους για τους ηττημένους, αρκεί η επισήμανση ότι η ερμηνεία αυτή παραβιάζει την κεντρική ίσως υπόθεση της πολιτικής, ότι δηλαδή πρωταρχικός σκοπός των κομμάτων είναι η κατάκτηση της εξουσίας.

Τέλος, πιο εύστοχη ερμηνεία αναπτύσσεται στο πρόσφατο έργο του αυστραλού ιστορικού David Close: πρώτη επιλογή του KKE αποτελούσε η κατάκτηση της εξουσίας στο πλαίσιο της νομιμότητας, χωρίς όμως αυτό να αποκλείει τη βίαιη ρήξη σε περίπτωση που η επιλογή αυτή δεν τελεσφορούσε. H βίαιη ρήξη αποτελούσε, με άλλα λόγια, τη «δεύτερη προτίμηση». H ερμηνεία αυτή λαμβάνει υπόψη της το γεγονός ότι το KKE είχε ήδη στα χέρια του ένα μεγάλο κομμάτι της εξουσίας μέσω της συντριπτικής εδαφικής κυριαρχίας του σε πάνω από το 90% της χώρας, ενώ συγχρόνως επιτρέπει την κατανόηση της γραμμής του δίχως την προσφυγή σε μη ρεαλιστικές παραδοχές.

Αντιφατική γραμμή

H φαινομενικά αντιφατική γραμμή του KKE εντάσσεται στο πλαίσιο μιας στρατηγικής κατάκτησης της εξουσίας, νόμιμα αν αυτό ήταν δυνατόν αλλά με τη βοήθεια και της βίας αν δεν υπήρχε άλλος τρόπος. Σε αυτό το πλαίσιο το «παλαντζάρισμα» του κόμματος αποκτά μια λογική. Ετσι εξηγείται η συνύπαρξη της γραμμής της «εθνικής ενότητας» με ενέργειες όπως το σχέδιο Μακρίδη για την κατάληψη της Αθήνας που εκπονήθηκε το 1943, η θέση Σιάντου για κατάληψη της εξουσίας που μπήκε στην Πλατιά Ολομέλεια του κόμματος τον Ιούνιο του 1944, ή η έκθεση Στρίγκου σχετικά με την προετοιμασία «των οργανώσεων και του στρατού» για την κατάληψη των πόλεων. Εκεί ταιριάζει και η αφήγηση του Ιωαννίδη πως «η καθοδήγηση του Κόμματος είχε υπόψη της ότι προς το τέλος του αγώνα εμείς θα βρισκόμαστε σε θέση να χρησιμοποιήσουμε βία για την κατάληψη της Αθήνας».

H ερμηνεία αυτή ενισχύεται και από τα αρχειακά τεκμήρια του KKE που είδαν το φως της δημοσιότητας πρόσφατα. Σε ένα σημαντικό άρθρο του που δημοσιεύθηκε το 1996, ο Γρηγόρης Φαράκος στηριζόμενος στα τεκμήρια αυτά καταλήγει στο συμπέρασμα ότι «το σύνδρομο της κατάληψης της εξουσίας με σταλινικό τρόπο υπήρχε στην ηγεσία του KKE» και ότι η ηγεσία του κόμματος «δεν είχε, ουσιαστικά, απομακρυνθεί από τη σταλινική αντίληψη: τη βίαιη, δηλαδή, κατάληψη της εξουσίας». Βέβαια, τονίζει ο Φαράκος, το KKE ήθελε και διακήρυσσε την πολιτική της εθνικής ενότητας, κυρίως όμως στον βαθμό που η πολιτική αυτή θα του άνοιγε την προοπτική της εξουσίας.

Εάν η στρατηγική της «εθνικής ενότητας» επέτρεπε τη διεξαγωγή εκλογών με ευνοϊκούς για το KKE όρους, η κατάληψη της εξουσίας θα ολοκληρωνόταν στο πλαίσιο της νομιμότητας και οι Αγγλοι θα βρίσκονταν προ τετελεσμένων γεγονότων. Οπως μας υπενθυμίζει ο Ηλιού, στο KKE «δεν χρειάζονταν ούτε όπλα, ούτε Δεκέμβρης, ούτε τίποτα. Εκλογές του χρειάζονταν απλώς, με τους τυπικούς αστικοδημοκρατικούς τρόπους, για να είναι η κύρια συνιστώσα των πλειοψηφιών που τότε μπορούσαν να διαμορφωθούν». Καθώς κάτι τέτοιο θα οδηγούσε στην ολοκληρωτική επικράτηση των κομμουνιστών, έναν δρόμο που όλοι γνώριζαν πως ήταν δίχως επιστροφή, οι αντίπαλοί του επεδίωκαν την αντικατάσταση της κρατικής κυριαρχίας που ασκούσε το KKE με αυτήν του επίσημου κράτους («των Αθηνών»).

Λανθασμένες κινήσεις

Επομένως, δεν είναι καθόλου τυχαίο το γεγονός πως η σύρραξη του Δεκεμβρίου συμπλέχτηκε άμεσα με το θέμα της αποστράτευσης του ΕΛΑΣ. Γνωρίζουμε πως κρίσιμη καμπή υπήρξε η συνεδρίαση του Πολιτικού Γραφείου του KKE τη νύχτα της 27ης προς την 28η Νοεμβρίου, όπου δρομολογήθηκαν η παραίτηση των εαμικών υπουργών και, κατά συνέπεια, η σύγκρουση. Ακολούθησε η κινητοποίηση των δυνάμεων του ΕΛΑΣ ενώ οι πρώτες συγκρούσεις είχαν ήδη ξεκινήσει πριν από τη γνωστή διαδήλωση της 3ης Δεκεμβρίου – ο ρόλος της οποίας στην όλη υπόθεση υπήρξε κυρίως συμβολικός, δυσανάλογα μικρός με τη σημασία που του αποδόθηκε αργότερα.

H επιλογή της σύγκρουσης αποτέλεσε την απάντηση του KKE στην προοπτική της εξουδετέρωσης του στρατού του, δηλαδή του βασικού ερείσματος που του εξασφάλιζε εδαφική κυριαρχία και πολιτική επιρροή.

H πρόκληση της αποστράτευσης το έθετε ενώπιον δύο προοπτικών: της σχετικής περιθωριοποίησης, καθώς η πολιτική του δύναμη ήταν άμεση συνάρτηση αυτής της κυριαρχίας, ή της προσφυγής στη βία. Δεδομένης της δύναμης που είχε ήδη τα χέρια του, η πρώτη επιλογή δεν μπορούσε να γίνει αποδεκτή. Είναι παράλογο επίσης να υποστηριχθεί ότι το KKE επέλεξε την οδό της σύγκρουσης γνωρίζοντας εκ των προτέρων ότι θα ηττηθεί. H υπερεκτίμηση των δυνατοτήτων είναι το αντίθετο της μοιρολατρίας. Από τα στοιχεία φαίνεται καθαρά, ότι αμέσως πριν από τη σύρραξη και ως τα μέσα Δεκεμβρίου η ηγεσία του πίστευε ακράδαντα ότι βάδιζε προς τη νίκη, ενώ αργότερα απέρριπτε συμφωνίες πολύ πιο ευνοϊκές από ό,τι η Βάρκιζα. Μάλιστα, μετά την υποχώρηση της Αθήνας εξακολουθούσε να εξετάζει την πιθανότητα συνέχισης των εχθροπραξιών. Μόνο η συνειδητοποίηση της ολοκληρωτικής οικονομικής καταστροφής που απειλούσε την ενδοχώρα του, το ανάγκασε να συρθεί στη Βάρκιζα. H αντίληψη, επομένως, πως τα Δεκεμβριανά υπήρξαν μέσο πίεσης έχει νόημα μόνο στον βαθμό που στόχος παρέμενε η εξουσία και κεντρικό εργαλείο για την επίτευξή του η διατήρηση του εαμικού κράτους.

Πραγματικότητα και φαντασία

Διαβάζοντας την ιστοριογραφική παραγωγή των επιγόνων του KKE, σχηματίζει κανείς την εντύπωση πως η εαμική εξουσία στην κατεχόμενη και μετακατοχική Ελλάδα ήταν ένα είδος σοσιαλιστικού παραδείσου: για πρώτη φορά οι άνθρωποι έπαιρναν στα χέρια τους τη μοίρα τους, συμμετείχαν σε μαζικές οργανώσεις, απένειμαν αυθεντική λαϊκή δικαιοσύνη, οργάνωναν θεατρικές παραστάσεις, προωθούσαν την απελευθέρωση της γυναίκας και του παιδιού ακόμη (με τα «αετόπουλα», την ελληνική εκδοχή των πιονιέρων) – όλα αυτά μέσα σε ατμόσφαιρα ενθουσιασμού, αλληλεγγύης και σύμπνοιας. Τυχόν πράξεις βίας αποδίδονται σε στιγμιαία λάθη, εξτρεμιστικές παρεκτροπές και μεμονωμένες εγκληματικές προσωπικότητες. H αφήγηση αυτή διογκώνει κάποια πραγματικά στοιχεία μετατρέποντάς τα σε ρομαντική φαντασία. Πολλοί άνθρωποι εντάχθηκαν στο EAM επειδή πίστεψαν στο κοινωνικό και πολιτικό του όραμα, αλλά αυτό σε καμιά περίπτωση δεν ακυρώνει την πραγματικότητα μιας αυταρχικής άσκησης της εξουσίας και της κατασταλτικής πάταξης κάθε αμφισβήτησης. Οπως έχω γράψει αλλού, τα θύματα του EAM, σύμφωνα και με το ίδιο, δεν ήταν τόσο οι «προδότες» όσο οι «αντιδραστικοί».

Από την άποψη αυτή, η εμπειρία των Δεκεμβριανών παραμένει ιδιαίτερα διαφωτιστική. Την ίδια στιγμή που το KKE έδινε μάχη εξουσίας, αποδέσμευε σημαντικό μέρος των δυνάμεών του για τον εντοπισμό, τη σύλληψη και μετακίνηση χιλιάδων άοπλων πολιτών ως ομήρων. Το επιχείρημα ότι η ενέργεια αυτή είχε κάποια «στρατιωτική» λογική, εφόσον συλλήψεις πραγματοποιούσε και η αντίπαλη πλευρά, εξανεμίζεται αν ληφθεί υπόψη τόσο η εν ψυχρώ εκτέλεση 4.000-6.000 ανθρώπων (κάτι που δεν βαρύνει τους αντιπάλους του) όσο και η συστηματική εκκαθάριση δεκάδων Τροτσκιστών που κορυφώθηκε στη διάρκεια των Δεκεμβριανών: σε καμία περίπτωση δεν αποτελούσαν απειλή για το KKE και η εξόντωσή τους είναι ενδεικτική της νοοτροπίας που το διαπερνούσε.

H διδαχή της ήττας

Συμπερασματικά, και αντίθετα με ό,τι υποστηρίζουν διάφοροι νεοφανείς απολογητές του, από πουθενά δεν προκύπτει ότι το KKE είχε εγκαταλείψει την ιδέα της βίαιης ρήξης. Εκείνο που δείχνουν τα στοιχεία είναι πως ενώ πρόκρινε τη δράση στο πλαίσιο της νομιμότητας, διατηρούσε τη δυνατότητα της προσφυγής στη βίαιη σύγκρουση, είτε με στόχο την άμεση κατάληψη της εξουσίας είτε ως μέσο για τη διαμόρφωση των συνθηκών που θα οδηγούσαν σε αυτήν. Με λίγα λόγια, όπως όλα τα κόμματα, έτσι και αυτό προσδοκούσε την εξουσία· και τον Δεκέμβριο του 1944 διέθετε δυναμική εξουσίας, κράτος και στρατό.

Αν υπάρχει ένα θετικό στοιχείο στην τραγωδία της Δεκεμβριανής σύρραξης, αυτό αναμφισβήτητα είναι η έκβασή της: η απομάκρυνση, δηλαδή, της προοπτικής μιας κομμουνιστικής επικράτησης με τραγικές συνέπειες για τη χώρα. Οπως όμως φάνηκε σύντομα, η έκβαση αυτή ήταν παροδική. H ήττα δεν έγινε μάθημα. Ο Στάλιν είχε καταλάβει, όπως είπε στον Δημητρόφ τον Ιανουάριο του 1945, πως «οι Ελληνες έκαναν βλακεία», όμως οι Ελληνες κομμουνιστές διακήρυσσαν ένα χρόνο αργότερα πως οι εξελίξεις «επιβεβαιώνουν περίτρανα το δίκαιο και ουσιαστικό περιεχόμενο του αγώνα αυτού του Δεκέμβρη». Τελικά, και οι δύο πλευρές παραβίασαν είτε το πνεύμα είτε το γράμμα της συμφωνίας της Βάρκιζας, οι μεν ανεχόμενοι τη βία των παρακρατικών συμμοριών, οι δε παρέχοντάς τους την ιδανική αφορμή ως προς αυτό, εφόσον είχαν κρύψει το καλύτερο κομμάτι του οπλισμού του ΕΛΑΣ. Χρειάστηκε να ακολουθήσει ένας νέος και καταστρεπτικός πόλεμος και δεκαετίες ανωμαλίας για να εγκαταλειφθεί οριστικά και στη χώρα μας πολιτική επιλογή της βίαιης ρήξης.

Πηγή: Τα Δεκεμβριανά | Η καλύβα ψηλά στο βουνό

Advertisements

3 thoughts on “Τρία άρθρα για τα Δεκεμβριανά ”

  1. (d-t, στην καλύβα)

    Στα τέλη Νοεμβρίου του 1944 ο συνολικός αριθμός των βρετανικών δυνάμεων στην Ελλάδα έφτανε στου 30.000 άνδρες. Όμως, μόλις 2000 στρατιώτες υπήρχαν στην περιοχή της πρωτεύουσας (μαζί με κάποιες μονάδες τεθωρακισμένων, πυροβολικού και πολυάριθμο διοικητικό προσωπικό), καθώς οι υπόλοιπες δυνάμεις των Βρετανών ήταν διασκορπισμένες στις επαρχίες προκειμένου να διανείμουν ανθρωπιστική βοήθεια αλλά και να προστατεύσουν και να εμψυχώσουν τους αντικομμουνιστές. Αυτή η αδυναμία των βρετανικών δυνάμεων ήταν ένας από τους λόγους που έκαναν τον Σιάντο να μη πιστεύει στο ενδεχόμενο μιας ισχυρής και έγκαιρης παρέμβασής τους.

    Επιπλέον, τα βρετανικά στρατεύματα έδωσαν την παραπλανητική εντύπωση της ουδετερότητας, καθώς δεν επενέβαιναν στις συγκρούσεις μεταξύ του ΕΛΑΣ και των αντιπάλων του σε διάφορες περιοχές από τις 24 Νοεμβρίου έως τις 3 Δεκεμβρίου.

    Έτσι εξηγείτε και η διαταγή του Σιάντου να επιτεθεί το μεγαλύτερο τμήμα του ΕΛΑΣ, υπό την διοίκηση των εμπειρότερων στελεχών του, κατά του ΕΔΕΣ στην Ήπειρο και του Μιχάλ Αγά στη Μακεδονία.

    Πηγή : Ντέιβιντ Κλόουζ, ΟΙ ΡΙΖΕΣ ΤΟΥ ΕΜΦΥΛΙΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ, Εκδ. Φιλίστωρ, σελ. 217-222.

    Μου αρέσει!

  2. …μου κάνει εντύπωση ο αριθμός των βρετανικών δυνάμεων (30.000) που δίνει ο Ντέιβιντ Κλόουζ…

    Διαβάζουμε στο : Γιώργος Θ. Μαυρογορδάτος : Υπήρχε σχέδιο στα Δεκεμβριανά;
    «…Η έκρηξη των Δεκεμβριανών τούς βρήκε ( τους Βρετανούς ) εντελώς απροετοίμαστους από κάθε άποψη και προπαντός από τη στρατιωτική:
    Είχαν ελάχιστες δυνάμεις στην Ελλάδα (περίπου 10.000 άνδρες συνολικά) και ακόμη λιγότερες στην Αθήνα (περίπου 4.500 μάχιμους). Επιπλέον, οι μονάδες αυτέςδεν είχαν μαζί τους μεγάλο μέρος από τον βαρύ οπλισμό τους (πυροβόλα και άρματα) εκτός από 25 άρματα Sherman στην Αθήνα. (Το ίδιο ίσχυε και για την ελληνική 3η Ορεινή Ταξιαρχία.)
    Πηγή: Διεύθυνσις Ιστορίας Στρατού (ΔΙΣ), Η Απελευθέρωσις της Ελλάδος και τα μετά ταύτην γεγονότα
    (Ιούλιος 1944 – Δεκέμβριος 1945), Μέρος Πρώτον (Αθήνα, 1973), σσ. 110-111 και 108. »

    Μου αρέσει!

  3. Αναδημοσιεύω το κείμενο του Μάνου Ιωαννίδη από την ΑΥΓΗ, κυρίως επειδή ο συγγραφέας έχει συντάξει ένα χρονολογικό οδοιπορικό των γεγονότων που οδήγησαν στο Δεκέμβρη. Από εκεί και πέρα, επιβεβαιώνεται και με αυτό το γραπτό ότι η Ιστορία είναι… μυστήρια υπόθεση.

    https://panosz.wordpress.com/2011/12/10/civil_war-122/

    Του Μάνου Ιωαννίδη

    Δεν είναι σήμερα δύσκολη η απάντηση στο ερώτημα, ύστερα από όσα έχουν δημοσιευθεί από τους πρωταγωνιστές, μικρούς και μεγάλους, τους ιστορικούς ερευνητές και τα όσα έχουν έλθει στη δημοσιότητα και στο προσκήνιο. Μόνο που υπάρχουν περισσότερες από μία απαντήσεις. Θα υποστηρίξω αυτή που με έχει πείσει -και από την προσωπική μου έρευνα- και θα προσπαθήσω να την αποδείξω. Γι’ αυτό και απαντώ από την αρχή:

    Έγινε γιατί από τη μία ήταν η επιμονή του Τσώρτσιλ να εξασφαλίσει τα συμφέροντα της τότε βρετανικής αυτοκρατορίας στην ανατολική Μεσόγειο και από την άλλη γιατί ήταν οι δισταγμοί και η ταλάντευση της τότε ηγεσίας του ΚΚΕ -και κατά πρώτο λόγο των Γ. Σιάντου και Γ. Ιωαννίδη- μεταξύ των επιδιώξεων, στόχων και υποσχέσεων του ΕΑΜ για μια μεταπολεμική Ελλάδα με δημοκρατία και σοσιαλισμό (Λαοκρατία ειπώθηκε) με δημοκρατικές διαδικασίες και με την εγγύηση του ΕΛΑΣ και του διεθνιστικού καθήκοντός της απέναντι στη Μεγάλη Σοβιετική Πατρίδα, η οποία θα έπρεπε να μην εμπλακεί με τους τωρινούς δυτικούς συμμάχους της σε υπαρξιακά προβλήματα σαν κράτος μετά τη συντριβή του ναζισμού, ώστε να παραμείνει η κοιτίδα και η ελπίδα του κομμουνισμού για όλους τους λαούς.

    Δισταγμοί και ταλάντευση που παρέσυραν σ’ έναν βαθμό και την υπόλοιπη, μη κομμουνιστική ηγεσία του ΕΑΜ, στην οποία έδωσαν ευκαιρία για διέξοδο και προς τις δικές της πολιτικές. Και ότι τελικά επικράτησε η προσήλωση στο διεθνιστικό καθήκον της ηγεσίας του ΚΚΕ, ώστε να περιοριστεί το μεγάλο ΕΑΜικό κίνημα για να εξασφαλιστεί το 90% της αγγλικής επιρροής στη χώρα μας που απέρρεε από την άτυπη και προσυμφωνημένη (αφηρημένα γνωστή και στην ηγεσία μας από νωρίς), αλλά και πανίσχυρη, «συμφωνία κυρίων» της Μόσχας μεταξύ Τσώρτσιλ και Στάλιν, με τις ευλογίες και του Ρούζβελτ.

    Ταυτόχρονα, όμως, συντελούσης και της απειρίας της στις ίντριγκες και τα πολιτικά παιχνίδια, έγινε και με την παρακεκινδυνευμένη ελπίδα μήπως και τα καταφέρουμε μόνοι μας, παρά τις συμφωνίες των μεγάλων, ή μήπως επιτύχουμε καλύτερους όρους ύπαρξης της αριστεράς στη μεταπελευθερωτική Ελλάδα. Με αποτέλεσμα, όμως, ύστερα από μια αναπόφευκτη και οδυνηρή ήττα, να οδηγηθούμε αναγκαστικά στην κατάπτυστη συμφωνία της Βάρκιζας με τον αφοπλισμό μας και την επάνοδο και το στέριωμα πια στην εξουσία της δωσίλογης και αδρανοποιημένης στην Κατοχή δεξιάς, ακόμη και με τη φυσική εξόντωσή μας. Και να γιατί:

    Ας παρακολουθήσουμε τα σημαντικότερα γεγονότα που επηρέασαν τις εξελίξεις και τις πρακτικές, με τη χρονολογική τους αλληλουχία, σε χοντρές γραμμές, αφού σημειώσω προηγουμένως πώς όσα αναφέρονται παρακάτω προκύπτουν από απομνημονεύματα σημαντικών προσώπων (Τσώρτσιλ, Ήντεν, Π. Κανελλόπουλου, Γ. Παπανδρέου, Κόρντελ Χαλ, Λήπερ, Μακ Μίλαν κ.ά.), αρχεία και ιστοριογραφήματα των τότε πρωταγωνιστών και άλλων αξιόλογων ερευνητών και ιστορικών (Ε. Μάγιερς, Σ. Γρηγοριάδη, Σ. Σαράφη, Η. Τσιριμώκου, Κ. Πυρομάγλου κ.ά.).

    – Μάης 1943. Αυτοδιάλυση της Γ’ Διεθνούς για τη διευκόλυνση των σχέσεων της ΕΣΣΔ με τους δυτικούς συμμάχους της. Όλα τα κομμουνιστικά κόμματα, όπως και το ΚΚΕ, καθορίζουν πια την πολιτική και την τακτική τους απέναντι στα τρέχοντα προβλήματα και γεγονότα χωρίς την καθοδήγηση και τις οδηγίες ενός κεντρικού οργάνου, αλλά με βάση τις προηγούμενες οδηγίες, την κοσμοθεωρία του μαρξισμού – λενινισμού και την εμπειρία τους.

    – Μάης 1943. Έχει πια εδραιωθεί για τα καλά το αντάρτικο και ο αρχηγός της αγγλικής αποστολής στα βουνά μας (Έντυ Μάγιερς) ζητά να υπογραφεί συμφωνητικό για την υπαγωγή του ΕΛΑΣ στους κατά τόπους Άγγλους συνδέσμους, ενώ μέχρι τότε ο ΕΛΑΣ υπαγόταν στο Συμμαχικό Στρατηγείο Μέσης Ανατολής σαν ένας ανεξάρτητος συμμαχικός στρατός. Είναι το πρώτο δείγμα των προθέσεων της αγγλικής πολιτικής. Η ηγεσία του ΕΑΜ, πολύ ορθά, το αποποιείται.

    – 10 Μαρτίου 1944. Η απελευθέρωση διαφαίνεται κοντινή και η ηγεσία μας δρομολογεί το στέριωμα της υπάρχουσας ήδη λαϊκής εξουσίας στην ελεύθερη Ελλάδα και τις πολιτικές εξελίξεις μέχρι την απελευθέρωση -και κατά την απελευθέρωση- με την ίδρυση της Πολιτικής Επιτροπής Εθνικής Απελευθέρωσης (ΠΕΕΑ), δηλαδή της Κυβέρνησης των Βουνών, όπως συνηθίζεται να λέγεται, και τις εκλογές για ένα Εθνικό Συμβούλιο, για μια Βουλή δηλαδή.

    – Τέλη Μαρτίου – Αρχές Απριλίου 1944. Γίνονται τα γνωστά επεισόδια στον ελληνικό στρατό της Μ. Ανατολής (το λεγόμενο Κίνημα της Μ. Ανατολής) όταν οι δημοκρατικοί αξιωματικοί και οπλίτες όλων των όπλων ζητούν από την πολιτική ηγεσία του εξωτερικού την εθνική ενότητα με την πλαισίωση και τη στήριξη της ΠΕΕΑ. Είχαν δραματική κατάληξη με τη διάλυση των δυο ταξιαρχιών του, με 20 περίπου θανατικές καταδίκες (χωρίς, όμως, τελικά να γίνουν οι εκτελέσεις) και τον εγκλωβισμό σε στρατόπεδα όλων των δημοκρατικών αξιωματικών, οπλιτών και ναυτών, για να δημιουργηθεί τώρα η μία και μόνη πραιτωριανή (βασιλική) Ορεινή Ταξιαρχία.

    – 17 Απριλίου 1944. Διαλύεται από τον ΕΛΑΣ (για τρίτη και τελευταία φορά) το συντηρούμενο από τους Άγγλους αντάρτικο της ΕΚΚΑ στη Ρούμελη. Δολοφονείται, όμως, ανεξήγητα από τον ΕΛΑΣ ο αιχμάλωτος αρχηγός του, συνταγματάρχης Δημ. Ψαρρός.

    – Απρίλιος 1944. Διενεργούνται σε όλη τη χώρα (ελεύθερη και κατεχόμενη) εκλογές για την ανάδειξη συμβούλων στο Εθνικό Συμβούλιο. Στις εκλογές παίρνουν μέρος 1.800.000 πολίτες (ενώ στις τελευταίες βουλευτικές εκλογές του 1936 είχαν πάρει μέρος 1.000.000 περίπου). Για πρώτη φορά ψηφίζουν και οι γυναίκες.

    Με την ίδρυση της ΠΕΕΑ και τις εκλογές για το Εθνικό Συμβούλιο ενισχύεται η πεποίθηση στον Τσώρτσιλ ότι το ΕΑΜ επιδιώκει να δημιουργήσει τη βάση της δικής του εξουσίας στην ελεύθερη και κατεχόμενη χώρα και την υποδομή της για τη μεταπελευθερωτική Ελλάδα και ότι στην προσπάθειά του αυτή θα ενισχυθεί από τον σοβιετικό στρατό, που εκ των πραγμάτων και την πορεία του πολέμου θα προελάσει προς τα Βαλκάνια. Μια τέτοια εξέλιξη πρέπει με κάθε τρόπο να εμποδιστεί για τον πρωθυπουργό της Αγγλίας.

    – Απρίλης 1944. Πρωτοβουλιακές ενέργειες της Αγγλίας για σύγκληση συνεδρίου στη Μ. Ανατολή μεταξύ αντιπροσώπων του Βουνού, της κυβέρνησης του εξωτερικού και όλου του άλλου πολιτικού κόσμου, για μια κυβέρνηση με επίπλαστο κάλυμμα την εθνική ενότητα, αλλά υποχείρια στα αγγλικά συμφέροντα (όπως αποδείχτηκε απ’ ό,τι συνέβη κατά τη διάσκεψη στον Λίβανο που επακολούθησε). Γίνεται πρόσκληση αντιπροσώπων του Βουνού στο Κάιρο. Αντιπρόσωποι δικοί μας ορίζονται και ξεκινούν για Κάιρο οι Μ. Πορφυρογένης και Δ. Στρατής για το ΕΑΜ, Π. Ρούσσος για το ΚΚΕ και Α. Σβώλος, Α. Αγγελόπουλος και Ν. Ασκούτσης για την ΠΕΕΑ, με τεχνικό σύμβουλο τον αρχηγό του ΕΛΑΣ Σ. Σαράφη. Οι εντολές που έχουν για το τι θα αξιώσουν ανυποχώρητα είναι σαφείς: Τα μισά υπουργεία (με το Εσωτερικών και το υφυπουργείο Στρατιωτικών), αντιπρόεδρος ο Α. Σβώλος. Να έλθει κλιμάκιο της κυβέρνησης στα Βουνά μας. Ενιαίος στρατός με αρχιστράτηγο κοινής εμπιστοσύνης και διορισμός αντιβασιλέα. Και ότι τα αξιούμενα αποτελούν, με βάση τους τωρινούς συσχετισμούς, τη μέγιστη παραχώρηση στους άλλους.

    Οι κομμουνιστές Πορφυρογένης και Ρούσος, όμως, έχουν επιπλέον την εντολή να έλθουν σε επαφή με τη σοβιετική πρεσβεία στο Κάιρο και να πάρουν την επίσημη άποψη της σοβιετικής κυβέρνησης για την πολιτική και τακτική του ΚΚΕ και γενικά για τα ελληνικά πράγματα.

    Τις ίδιες μέρες οι Άγγλοι εξαναγκάζουν σε παραίτηση τον πρωθυπουργό της κυβέρνησης του Εξωτερικού Σοφ. Βενιζέλο και αναθέτουν την πρωθυπουργία (από26.4.44) στον πρόθυμο να εξυπηρετήσει τα συμφέροντά τους Γ. Παπανδρέου, που τον φέρνουν ειδικά από την Ελλάδα, γιατί είχε δώσει δείγματα για τον αντικομμουνισμό του και τις ιδέες του για ταύτιση των συμφερόντων της Ελλάδας με τα συμφέροντα της Αγγλίας.

    – 4 Μάη 1944. Επιστολή Τσώρτσιλ προς Ήντεν: «Προφανώς πάμε για αναμέτρηση με τους Ρώσους λόγω των κομμουνιστικών συνωμοσιών τους στην Ιταλία, τη Γιουγκοσλαβία και την Ελλάδα…». (Δεν έφθασε βέβαια μέχρι τον πόλεμο, αλλά έφθασε μέχρι το Σιδηρούν Παραπέτασμα, τον Ψυχρό Πόλεμο και τις περιφερειακές πολεμικές συγκρούσεις).

    – 5 Μάη 1944. Επιστολή Τσώρτσιλ προς Ήντεν εν όψει της σύγκλησης της διάσκεψης για τη (δήθεν) εθνική ενότητα: «Πρέπει να επιτύχουμε ρήξη με το ΕΑΜ πριν αυτό συνδεθεί πολύ με τους Σοβιετικούς… Το Φόρεϊν Όφις πρέπει να καταστρώσει την πιο ισχυρή επίθεση κατά του ΕΑΜ, έτσι που να είναι δυνατόν να καταγγελθεί ανοιχτά. Δεν πρέπει να του δοθεί καμιά βοήθεια, όπλα ή εφόδια οποιουδήποτε είδους. Όλη η βοήθειά μας πρέπει να δοθεί στον Ζέρβα και να αυξηθεί. Είναι τα πιο βρωμερά κτήνη…».

    Από τις δύο προηγούμενες επιστολές ομολογείται σε διπλωματική, αλλά και ωμή γλώσσα, ότι ο Τσώρτσιλ θεωρεί την ίδρυση της ΠΕΕΑ και του Εθνικού Συμβουλίουσοβιετική συνωμοσία και δίνει οδηγίες όχι μόνο για το τι πρέπει να επιδιωχθεί στο κυοφορούμενο Συνέδριο του Λιβάνου, αλλά και για μια αποφασισμένη ρήξη, ακόμη και ένοπλη, με ένα αποδυναμωμένο οπλικά ΕΑΜ.

    Οι αντιπρόσωποί μας, στο μεταξύ, από τη στιγμή που έφτασαν στη Μ. Ανατολή, αντιμετωπίζουν μια βαριά ατμόσφαιρα και βρίσκονται από τους Άγγλους σε στενή παρακολούθηση, σε περιορισμό και σε απομόνωση.

    – 14 Μάη 1944. Τηλεγράφημα αντιπροσώπων μας από Βηρυτό προς Τσώρτσιλ, με το οποίο υποστηρίζουν πως η εξέγερση στις ελληνικές ένοπλες δυνάμεις Μ. Ανατολής προήλθε από τη «δράση αφρόνων προσώπων, που, αν και πηγάζει από την επιθυμία της εθνικής ενότητος, οδήγησε σε αποδοκιμαστέα και καταστροφικά αποτελέσματα, που πρέπει να καταδικαστούν από όλους». Ήταν αποτέλεσμα της αποκλειστικής πρωτοβουλίας τους για να αμβλύνουν τη βαριά ατμόσφαιρα, όπως δικαιολογήθηκαν αργότερα. Ήταν όμως και η απαρχή της ενδοτικής στάσης τους στο Συνέδριο.

    – 17 Μάη 1944. Ξεκινά (και συνεχίζεται μέχρι 27 Μάη) στο χωριό Κορυσχάδες της Ευρυτανίας το Εθνικό Συμβούλιο, με 206 συμβούλους, από τους οποίους 22 είναι βουλευτές των παλαιών αστικών κομμάτων της τελευταίας Βουλής του 1936, οι οποίοι προσέρχονται εθελοντικά ύστερα από ειδική πρόσκληση της ΠΕΕΑ και αποκτούν αυτοδικαίως την ιδιότητα του εθνοσυμβούλου. Το Συμβούλιο έχει νομοθετική αρμοδιότητα (τα ψηφίσματα). Ψηφίζονται διατάξεις που ισχύουν τόσο για την ελεύθερη Ελλάδα όσο και για την κατεχόμενη και εγκαθιδρύονται η Λαϊκή Αυτοδιοίκηση και η Λαϊκή Δικαιοσύνη. Επίσης ψηφίζονται διατάξεις για την Παιδεία, τη Δασονομία, τις περιουσιακές σχέσεις και όποια άλλη διάταξη απαιτείται για τη λειτουργία ενός Λαϊκού Κράτους. Με τελευταίο ψήφισμα τη διακήρυξη για τη συνέχιση του αγώνα για τη Λευτεριά και τη Λαοκρατία. Τα ψηφίσματα, αλλά και οι αποφάσεις των Γραμματέων (υπουργών) της ΠΕΕΑ, δημοσιεύονται στο Δελτίο Πράξεων και Αποφάσεων της ΠΕΕΑ, δηλαδή σε ένα είδος Εφημερίδας της Κυβερνήσεως, και αποκτούν ισχύ νόμου για τις ΕΑΜοκρατούμενες περιοχές, δηλαδή για το σύνολο σχεδόν της χώρας.
    Όλα αυτά ενισχύουν περισσότερο τις ανησυχίες του Τσώρτσιλ.

    – 17 Μάη 1944: Ξεκινά (και συνεχίζεται μέχρι 20 Μάη) η διάσκεψη του Λιβάνου για τη δημιουργία της Κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας, μέσα σε εξαιρετικά δυσμενές κλίμα και επιθετική ατμόσφαιρα για τους αντιπροσώπους μας, οι οποίοι, ύστερα από μια πρωτοφανή συκοφαντική επίθεση του Γ. Παπανδρέου και όλων των άλλων (με άξονα κυρίως τη δολοφονία του Ψαρρού), παραβαίνουν τις εντολές και οδηγίες που είχαν και αποδέχονται ακόμη και πράγματα πέραν αυτών:

    Αποδέχονται τον Γ. Παπανδρέου ως πρωθυπουργό. Μόνο το 25% των υπουργείων (χωρίς το Εσωτερικών και Στρατιωτικών, αλλά τα παραγωγικά Οικονομικών, Γεωργίας, Εθνικής Οικονομίας, Συγκοινωνιών και Εργασίας, τα οποία μέχρι την απελευθέρωση ήταν αναπόφευκτο να είναι διακοσμητικά). Τη μη αποστολή κλιμακίου της στα Βουνά μας. Τη θέση του ΕΛΑΣ υπό τον έλεγχο της κυβέρνησης. Τη συγκρότηση εθνικού στρατού με πλήρη πρωτοβουλία της κυβέρνησης και του βρετανικού στρατηγείου Μ. Ανατολής. Την ύπαρξη τρομοκρατίας στην ελληνική ύπαιθρο, που υπονοεί τη δήθεν δική μας και την έλλειψη πολιτικών ελευθεριών και τάξης.

    Αποδέχονται την επιβολή σκληρών κυρώσεων στους προδότες, αλλά και στους υπεύθυνους του κινήματος της Μ. Ανατολής και τον χαρακτηρισμό του ωςεγκλήματος κατά της πατρίδας χωρίς κάποια αναφορά στα Τάγματα Ασφαλείας και την καταδίκη τους, αλλά ακόμη εμμέσως και τη μη αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης, η οποία τσουβαλιάστηκε μέσα στον όρο αντιπρόσωποι του Βουνού.

    Η βαριά ατμόσφαιρα και τα λεχθέντα σε βάρος μας στον Λίβανο αναγγέλλονται από τους αντιπροσώπους στην ΠΕΕΑ και στο Εθνικό Συμβούλιο και ξεσηκώνεται οργή και θύελλα. Εκδίδεται στις 19 Μαΐου (προ της υπογραφής του Συμφώνου) ψήφισμα καταγγελίας και αποδοκιμασίας του Γ. Παπανδρέου ως διασπαστή της εθνικής ενότητας και αποφασίζεται αυθημερόν η αποστολή κοινού τηλεγραφήματος του ΕΑΜ, της ΠΕΕΑ και του ΚΚΕ για εμμονή στις αρχικές αξιώσεις μας. Το τηλεγράφημα, όμως, δεν φτάνει στα χέρια της αντιπροσωπείας μας γιατί το κατακρατούν οι Άγγλοι. Της το επιδίδουν στις 2 Ιουλίου, μετά την υπογραφή της Συμφωνίας.

    Μετά την αναγγελία υπογραφής της Συμφωνίας φτάνει από τα βουνά στην αντιπροσωπεία μας στο Κάιρο άλλο τηλεγράφημα που της ζητούσε εξηγήσεις για τις υποχωρήσεις που έγιναν, παρά τις εντολές που είχαν, το οποίο ο Α. Σβώλος, ως αρχηγός της αντιπροσωπείας μας, το θεωρεί αποδοκιμασία της και απειλεί με παραίτηση.

    Μέχρις εδώ, στις αντιδράσεις της ηγεσίας μας, πάμε καλά, αν και το πιο σωστό θα ήταν για την επιδιωκόμενη Εθνική Ενότητα να κληθούν οι έξω να πλαισιώσουν την ΠΕΕΑ. Εδώ που υπήρχε πεδίο άσκησης κυβερνητικής εξουσίας και πολυάριθμος αξιόμαχος στρατός με άξια στελέχη, που είχε δώσει άπειρα δείγματα της αποτελεσματικότητάς του (αναγνωρισμένης και από το Συμμαχικό Αρχηγείο Μ. Ανατολής) για τη συνέχιση της προσπάθειας απελευθέρωσης της χώρας.

    – 18 Μάη 1944. Τηλεγράφημα Ήντεν προς Άγγλο πρεσβευτή στη Μόσχα: «Ο εδώ (σημ.: Λονδίνο) σοβιετικός πρεσβευτής ζήτησε να με δει σήμερα και μου υπενθύμισε ότι του είχα μιλήσει στην τελευταία συνάντησή μας (σημ.: είχε γίνει 5.5.44, όταν είχε δρομολογηθεί από τους Άγγλους η επίπλαστη εθνική ενότητα) για τη δυνατότητα μιας συμφωνίας μας, με την οποία οι ρουμανικές υποθέσεις θα υπάγονται κυρίως στην αρμοδιότητα της σοβιετικής κυβέρνησης, ενώ οι ελληνικές θα ήταν κυρίως στη δική μας αρμοδιότητα, και μου ανακοίνωσε ότι η σοβιετική κυβέρνηση συμφωνούσε με αυτή την πρόταση…

    Έτσι φαίνεται αρκετά φυσικό ότι η Σοβιετική Ρωσία θα πρέπει να έχει το προβάδισμα στη Ρουμανία και εμείς στην Ελλάδα, και ότι ο ένας θα υποστηρίζει τον άλλον. Ο πρεσβευτής (σημ.: της ΕΣΣΔ) συμφώνησε».
    Είναι προφανές ότι το αντικείμενο της συζήτησής τους ξεκίνησε με πρωτοβουλία του Άγγλου υπουργού Εξωτερικών και ότι ο Σοβιετικός πρεσβευτής ενημέρωσε σχετικά την κυβέρνησή του, πήρε τη συναίνεσή της και την ανακοίνωσε στον Ήντεν.

    Αρχίζουν δηλαδή να μπαίνουν οι βάσεις για τον καταμερισμό των επιρροών στα Βαλκάνια και την Ανατολική Ευρώπη μεταξύ Αγγλίας και ΕΣΣΔ, που αργότερα θα καταλήξουν στη Συμφωνία της Μόσχας.

    – 26 Ιουλίου 1944. Έρχεται στην έδρα της ΠΕΕΑ από τη Γιουγκοσλαβία η σοβιετική αποστολή υπό τους συνταγματάρχες Γκρ. Ποπώφ και το πολιτικό στέλεχος Νικ. Τσερνίτσεφ, ειδικό στα ελληνικά πράγματα. Δεν έχει σημασία αν είναι αυτοτελής σοβιετική αποστολή -όπως πολλές φορές αναφέρεται- ή είναι κλιμάκιο της σοβιετικής αποστολής στον Τίτο.

    Πάντως είναι ανεξάρτητη αποστολή, δεν έχει καμιά σχέση με τη αποστολή του Συμμαχικού Στρατηγείου Μ. Ανατολής στην Ελλάδα, η οποία μάλιστα δεν έχει καν ενημερωθεί σχετικά (έχει μάλιστα για ασυρματιστή τον Έλληνα Νίκο Βαβούδη, Σοβιετικό πολίτη και μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος της ΕΣΣΔ, τον γνωστό από τη μετεμφυλιοπολεμική υπόθεση των ασυρμάτων του ΚΚΕ).

    Είναι μια κίνηση που υποδηλώνει την ανησυχία του Στάλιν για τις διαγραφόμενες υπέρ του ΕΑΜ εξελίξεις στην Ελλάδα με την ίδρυση της ΠΕΕΑ και του Εθνικού Συμβουλίου, που έρχονται σε αντίθεση με τις βάσεις τις συμφωνίας που τέθηκαν στο Λονδίνο μεταξύ Ήντεν και Σοβιετικού πρεσβευτή.

    Ο ερχομός της στην Ελλάδα λίγους μήνες πριν από την απελευθέρωσή της επιβεβαιώνει την ανησυχία του Στάλιν. Διότι, αν ήθελε να βοηθήσει με οποιοδήποτε τρόπο το ΕΑΜικό αντάρτικο στον αγώνα του κατά των κοινών εχθρών (Γερμανών, Ιταλών, Βουλγάρων) και τη στερέωση της εξουσίας του σε μια απελευθερωμένη Ελλάδα, θα έπρεπε να το είχε κάνει από πολύ πιο νωρίς, όπως είχε κάνει με τη Γιουγκοσλαβία. Εδώ, σ’ εμάς, ούτε ένα τουφέκι, ούτε μια σφαίρα δεν έφερε η άφιξη της σοβιετικής αποστολής.

    Απλώς έπρεπε τώρα ο Στάλιν να βάλει το νερό στο αυλάκι που είχε αρχίσει να δημιουργείται στο Λονδίνο, ώστε να μην του δημιουργήσει η Ελλάδα προβλήματα στις τρέχουσες, αλλά και στις μεταπολεμικές σχέσεις του με τους συμμάχους, πριν προλάβει να ανορθωθεί η χώρα του από τις τρομερές καταστροφές που είχε υποστεί και υφίστατο από τον πόλεμο. Προβλήματα που μπορούσαν να ήταν και υπαρξιακά σε περίπτωση πολέμου εναντίον της από τους τέως συμμάχους της (βλ. ανωτ. 4.5.44).

    Μέχρι και σήμερα κανένας από τα υπεύθυνα στελέχη του ΚΚΕ, του ΕΑΜ ή του ΕΛΑΣ δεν έχει αναφερθεί σε κάτι σχετικό για επέμβαση ή έστω για παροχή συμβουλών των Σοβιετικών απεσταλμένων στα τοτινά πολιτικά προβλήματα της ηγεσίας του ΚΚΕ ή του ΕΑΜ – ΕΛΑΣ. Επικρατεί στο σημείο αυτό σιωπή τάφου. Αλλά ούτε ότι οι Σοβιετικοί έκαναν κάτι ή ότι συμμετείχαν σε κάτι, έστω προς όφελος της ελληνικής Αντίστασης.

    Γιατί ήλθαν, λοιπόν; Δεν μένει άλλο από το να υποθέσουμε με απόλυτη βεβαιότητα ότι ήλθαν για να μεταστραφεί και να υποχωρήσει η μέχρι τότε πολιτική και τακτική της ηγεσίας μας, ώστε από τότε και πέρα να μπει στο κανάλι των συμφωνιών Ήντεν και Ρώσου πρεσβευτή στο Λονδίνο. Και είναι ομολογημένη από τον Ι. Ιωαννίδη μια μυστική νυχτερινή επίσκεψή του στον Τσερνίτσεφ, στον συνοικισμό Βλάση, στα Πετρίλια, όπου τον φιλοξενούσαν, για να πληροφορηθεί τη γνώμη της σοβιετικής κυβέρνησης. Φαίνεται, όμως, ότι η ενημέρωσή του ήταν ελλιπής και ανεύθυνη.

    Και από τον Θ. Χατζή, επίσης, ο οποίος έχει γράψει ότι, ενώ συνεδρίαζε στις 2.8.44 στα Πετρίλια η Κ.Ε. του ΚΚΕ (με κύριο θέμα την αποφασισθείσα από 29.7.44 από Γ. Σιάντο και Γ. Ιωαννίδη αποστολή υπουργών σε κυβέρνηση χωρίς τον Γ. Παπανδρέου), μπαίνει μέσα η γυναίκα του Ιωαννίδη, η Δόμνα, κάτι ψιθυρίζει στο αυτί του Ζεύγου και σε λίγο ο Σιάντος διακόπτει τη συνεδρίαση και πάει να συναντήσει τρία άτομα της σοβιετικής αποστολής. Επανήλθε ύστερα από δύο ώρες και συνεχίστηκε η συνεδρίαση ισχυριζόμενος ότι η συνάντησή του ήταν άσχετη με τα υπό συζήτηση θέματα!

    Τι άλλο, λοιπόν, μπορεί να σημαίνει η από εδώ και πέρα μεταστροφή και πλήρης υποχωρητικότητα στην πολιτική της ηγεσίας μας; Τι άλλο από γνωστοποίηση από τη σοβιετική αποστολή της θεμελιωμένης ήδη πολιτικής των σφαιρών επιρροής στα Βαλκάνια μεταξύ βρετανικής και σοβιετικής ηγεσίας και μεταφορά των εντολών του Στάλιν για την τήρησή της από την ηγεσία του ΚΚΕ σε κάποια από τις παραπάνω ή και άλλες -που δεν ήλθαν στο φως, ανεπίσημες ή και μυστικές- συναντήσεις του Γ. Σιάντου ή του Γ. Ιωαννίδη ή και των δύο μαζί με τους Σοβιετικούς απεσταλμένους;

    Ο ερχομός της είναι πάντως το κομβικό σημείο των εξελίξεων. Όπως και το επόμενο γεγονός, των ίδιων περίπου ημερών.

    – Τέλη Ιουλίου 1944. Έχει ήδη επιστρέψει η αντιπροσωπεία μας από το Κάιρο (με υπογεγραμμένη τη Συμφωνία του Λιβάνου), αλλά χωρίς τον Π. Ρούσσο, ο οποίος έμεινε πίσω περιμένοντας κάποια απάντηση από τον Σοβιετικό πρέσβη στο Κάιρο, όπως δείχνει έκθεσή του που φθάνει τις ημέρες αυτές στην ηγεσία του ΚΚΕ.

    Τους γνωρίζει ότι δεν κατόρθωσαν (με τον Μ. Πορφυρογένη) να έλθουν σε επαφή με τον πρεσβευτή της ΕΣΣΔ στο Κάιρο για την άποψη της σοβιετικής κυβέρνησης πάνω στα ελληνικά ζητήματα και γι’ αυτό ζήτησαν την άποψη του πρώτου συμβούλου της πρεσβείας, ο οποίος, έναν μήνα μετά τη λήξη της Διάσκεψης του Λιβάνου (και μία εβδομάδα μετά την αναχώρηση και του Πορφυρογένη) τον κάλεσε για να του πει ότι η σοβιετική κυβέρνηση δεν απάντησε επί του θέματος και να του διαβιβάσει την προσωπική γνώμη του πρεσβευτή, η οποία είναι η εξής: Ότι η Συμφωνία του Λιβάνου ανταποκρίνεται προς τη σημερινή κατάσταση των πραγμάτων, ότι η στάση της αντιπροσωπείας μας ήταν η σωστή και ότι πρέπει να μπούμε στην κυβέρνηση.

    Είναι φανερό ότι δεν βάρυναν στις αποφάσεις της ηγεσίας μας μόνον οι έγκαιρεςσυμβουλές των Ποπώφ και Τσερνίτσεφ (ενός στρατιωτικού και ενός διπλωματικού υπαλλήλου) για την εγκατάλειψη των αρχικών στόχων και αξιώσεών μας, αλλά και η -κατόπιν εορτής- επίσημη άποψη της σοβιετικής κυβέρνησης, όπως εκφράστηκε με τη δήθεν προσωπική γνώμη του πρεσβευτή.

    Και όλα αυτά γιατί ο Στάλιν δίσταζε να διαβιβάσει εγκαίρως και επίσημα την άποψή του, αλλά μας την περνά ως γνώμη του πρεσβευτή του και μάλιστα όχι από τα χείλη του, αλλά από τα χείλη του πρώτου συμβούλου της πρεσβείας. Γιατί πώς αλλιώς θα μπορούσε να πει στους αγωνιζόμενους Έλληνες κομμουνιστές, με ένα από τα δυναμικότερα αντιστασιακά κινήματα και τις τόσες θυσίες σε ανθρώπινες ζωές και καταστροφές στη χώρα τους, ότι πρέπει -κατά το κοινώς λεγόμενο- να «πουλήσουν» αυτόν τον αγώνα τους.

    Πάντως, το μήνυμα για την ηγεσία του ΚΚΕ ήταν σαφέστατο: οι Μεγάλοι είχαν ρίξει στο καλάθι των αχρήστων το “δόγμα της αυτοδιάθεσης”, για το οποίο οι λαοί έχυναν στον πόλεμο το αίμα τους, και επιπλέον ότι έπρεπε να υποκύψουν, ως έντιμοι διεθνιστές, στο δόγμα των ζωνών επιρροής για τη σωτηρία της σοβιετικής πατρίδας, περιμένοντας μιαν άλλη ευκαιρία, που δεν θα ήταν μακριά, όπως έδειχνε η δυναμική του κινήματος στην Ελλάδα.

    – 2 Αυγούστου 1944. Φτάνει στο Κάιρο το από 29 Ιουλίου 1944 κοινό τηλεγράφημα από ΕΑΜ, ΠΕΕΑ και ΚΚΕ με το εξής περιεχόμενο: «Είμαστε υποχρεωμένοι να τονίσουμε ότι η πραγματοποίηση της ενότητας υπό έναν τέτοιον πρωθυπουργόείναι αδύνατη. Κόμματα και οργανώσεις του αγωνιζομένου έθνους, στην προσπάθειά τους να βρουν μια λύση και με έμμονη επιθυμία να αποφύγουν μια σύγκρουση (σημ.: προφανώς εννοούν το ναυάγιο της εθνικής ενότητας και όχι μια ένοπλη σύγκρουση), αποφάσισαν τα εξής: Είναι έτοιμες να εφαρμόσουν τη Συμφωνία του Λιβάνου, συμμετέχοντας σε κυβέρνηση εθνικού συνασπισμού υπό έναν άλλον πρωθυπουργό, με τη βεβαιότητα ότι χάρη στη συνεργασία μέσα στην κυβέρνηση θα δημιουργηθεί ατμόσφαιρα αμοιβαίας κατανοήσεως και θα λυθεί κάθε πρόβλημα έτσι ώστε να εκπληρωθούν οι παραπάνω όροι των διαπραγματεύσεων».

    Πλήρης ανατροπή, δηλαδή, της μέχρι τότε αδιάλλακτης πολιτικής και τακτικής. Μέσα σε τρεις ημέρες από τον ερχομό των Σοβιετικών και του τηλεγραφήματος του Π. Ρούσου δηλώνουν ότι είναι έτοιμοι να εφαρμόσουν αμέσως τη συμφωνία συμμετέχοντες στην κυβέρνηση, υπό τον όρο της αντικατάστασης του υβριστικού, εριστικού και συκοφάντη Γ. Παπανδρέου. Το τελευταίο δεν είναι παρά μια πρόφαση της κωλοτούμπας τους, όπως έδειξε η συνέχεια.

    Την ίδια μέρα (2.8.44) ο Γ. Παπανδρέου… χάριν της εθνικής ενότητας θέτει στη διάθεση του Υπουργικού Συμβουλίου την παραίτησή του, εκείνο, όμως, για την αποφυγή κυβερνητικής κρίσης, εκφράζει την εμπιστοσύνη του προς αυτόν και αναλαμβάνει (ο Παπανδρέου) την υποχρέωση να καλέσει την ΠΕΕΑ κ.λπ. να στείλουν τους υπουργούς τους για την κυβέρνηση, δηλώνοντας ταυτόχρονα πως είναι έτοιμος να παραιτηθεί αφού αυτός θεωρείται εμπόδιο της εθνικής ενότητας.

    Καραδοκεί, όμως, ο Τσώρτσιλ, ο οποίος φοβάται ότι δεν θα βρεθεί άλλο πιο πειθήνιο όργανό του από τον Παπανδρέου και στις 6 Αυγούστου παραγγέλνει με σημείωμά του στον Ήντεν: «Θα πρέπει να πούμε στον Παπανδρέου ότι οφείλει να παραμείνει πρωθυπουργός… Δεν μπορούμε να φέρνουμε έναν άνδρα στην εξουσία και μετά να τον αφήνουμε να ριχτεί στους λύκους με τα πρώτα ουρλιάσματα των αθλίων Ελλήνων ληστών… Ή υποστηρίζουμε τον Παπανδρέου χρησιμοποιώντας στην ανάγκη και βία, όπως έχουμε συμφωνήσει, ή παύουμε να ενδιαφερόμαστε εντελώς για την Ελλάδα».

    Τα νέα φτάνουν στο Κάιρο, όπου αναστατώνονται. Μέλη της κυβέρνησης (Σ. Βενιζέλος κ.ά.) αναγγέλλουν στην ΠΕΕΑ την αξίωση του Τσώρτσιλ και κάνουν έκκληση να μην επιμείνουν στην παραίτηση του Παπανδρέου και να στείλουν τους υπουργούς τους.

    – 15 Αυγούστου 1944. Νέα κωλοτούμπα της ηγεσίας μας: με τηλεγράφημά της στο Κάιρο αναγγέλλει ότι δέχεται να πάρει μέρος στην κυβέρνηση, έστω και με πρωθυπουργό τον Παπανδρέου. Έτσι ολοκληρώνεται η πλήρης αναστροφή των αρχικών αποφάσεων και η υποταγή στη διεθνιστική γραμμή που μας έφερε ο Ποπώφ και επισημοποιήθηκε από τον πρεσβευτή του Καΐρου, στην οποία μας οδηγούσε η πολιτική μιας τέτοιας εθνικής ενότητας. Συνάμα θα πουν στη συνέχεια με ανακοίνωσή τους ότι υπέκυψαν σε εξαναγκασμό. Και βέβαια υπέκυπταν σε εξαναγκασμό. Αλλά και των δύο, Τσώρτσιλ και Στάλιν, και όχι μόνο του πρώτου, όπως υπονοούσαν.

    Μετά τον πολιτικό εξαναγκασμό, δεν απέμενε τώρα παρά και ο στρατιωτικόςεξαναγκασμός.

    – Αρχές Σεπτέμβρη 1944. Η σοβιετική στρατιά του Τολμπούχιν, συνεχίζοντας την προέλασή της προς Νότο, φθάνει στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα, αλλά σταματά και στρέφεται προς τη νότια Γιουγκοσλαβία. Νέο δείγμα της συμφωνίας Τσώρτσιλ – Στάλιν, κατανοητό και στον πιο ανίδεο.

    – 26 Σεπτέμβρη 1944. Υπογράφεται στην Καζέρτα η ομώνυμη συμφωνία με την οποία αποδεχόμαστε ως αρχιστράτηγο και διοικητή όλων των ανταρτικών δυνάμεων στην Ελλάδα -και του ΕΛΑΣ βέβαια- τον Άγγλο στρατηγό Σκόμπι, ενώ μέχρι τώρα ο ΕΛΑΣ ήταν ανεξάρτητος στρατός, υπαγόμενος στο Συμμαχικό Στρατηγείο Μ. Ανατολής. Υποχρεούμαστε, πλέον, να εκτελούμε μόνο τις διαταγές του νέου αρχιστρατήγου μας, ακόμη και τη διαταγή της αποστράτευσης και της παράδοσης των όπλων μας!

    Είναι η συμφωνία που ολοκληρώνει τα σχέδια των Τσώρτσιλ – Στάλιν και με την οποία η ηγεσία μας έβαλε για καλά το κεφάλι μας στον τορβά των επιδιώξεών τους.

    – 10 Οκτωβρίου 1944. Συνάντηση στη Μόσχα του Τσώρτσιλ και του Στάλιν, όπου ο τελευταίος αποδέχεται -άτυπα- τα προτεινόμενα από τον πρώτο γνωστά ποσοστά επιρροής των χωρών τους στις χώρες εκείνες, στις οποίες διαγράφεται ότι θα μπει ο σοβιετικός στρατός με τη νικηφόρα προέλασή του. Στην Ελλάδα 90% η Βρετανία και 10% η ΕΣΣΔ.

    Επικυρώνουν, δηλαδή, τετ α τετ, τα διαμειφθέντα μεταξύ Ήντεν και Ρώσου πρεσβευτή στο Λονδίνο στις 18 Μαΐου 1944.

    Από πλευράς ΕΣΣΔ και ΚΚΣΕ και των απομεινάντων οπαδών τους αμφισβητήθηκε και αμφισβητείται ακόμη αυτή η συμφωνία. Είναι γεγονός ότι δεν διατυπώθηκε σε επίσημα πρακτικά, άλλα σε ένα απλό σημείωμα του Τσώρτσιλ, το οποίο τσεκάρισε ο Στάλιν και του το έδωσε πίσω. Αναφέρεται στα απομνημονεύματα του Τσώρτσιλ. Όμως η συμφωνία αυτή προκύπτει και από άλλες πηγές, ανύποπτων χρόνων, προηγούμενες (ανωτέρω τηλεγραφήματα Ήντεν) ή μεταγενέστερες, αμέσως ή εμμέσως. Όπως και από τα απομνημονεύματα του Κόρντελ Χαλ, υπουργού Εξωτερικών των ΗΠΑ, του Στετίνιους κ.ά.

    Αλλά και από άλλο τηλεγράφημα του Τσώρτσιλ στον Ήντεν, της 7 Νοεμβρίου 1944, με το οποίο καθόριζε το πλαίσιο της βρετανικής πολιτικής σχετικά με την Ελλάδα, όπου του έλεγε: «Κατά τη γνώμη μου, αφού έχουμε πληρώσει στη Ρωσία το τίμημα για να επιτύχουμε ελευθερία δράσεως στην Ελλάδα, δεν πρέπει να διστάσουμε να χρησιμοποιήσουμε βρετανικές δυνάμεις για να υποστηρίξουμε τη βασιλική ελληνική κυβέρνηση υπό τον Παπανδρέου…».

    – 12 Οκτωβρίου 1944. Απελευθέρωση της Ελλάδας. Αρχίζουν σε λίγο οι παλινωδίες της ηγεσίας του ΚΚΕ, η οποία από τη μία μεριά προσπαθεί να πείσει τον λαό ότι συνεχίζει να υποστηρίζει το πρόγραμμα του ΕΑΜ (ομαλές δημοκρατικές εξελίξεις με την εγγύηση του ΕΛΑΣ) και από την άλλη αγωνίζεται να μη φανεί ότι ακολουθεί τις επιταγές του Στάλιν για προάσπιση της συμφωνίας του με τον Τσώρτσιλ, διά του διεθνιστικού της καθήκοντος, που τη φέρνουν πολλές φορές σε σύγκρουση και με τους εταίρους της στο ΕΑΜ.

    – 5 Νοεμβρίου 1944. Διαλύονται ΠΕΕΑ και Εθνικό Συμβούλιο.

    – 3 Δεκεμβρίου 1944. Ξεκινά ο Δεκέμβρης ως κατάληξη των παλινωδιών της ηγεσίας μας, με τη σκέψη… να ρίξουμε και καμιά ντουφεκιά (μάχη της Αθήνας, όχι από το Γενικό Στρατηγείο του ΕΛΑΣ, αλλά από την Κ.Ε. του, που ανασυστάθηκε με αρχιστράτηγο… τον Γ. Σιάντο, διεξαγωγή της από τον ελαφρά οπλισμένο εφεδρικό ΕΛΑΣ της Αθήνας, καθυστερημένη εμπλοκή στις μάχες μερικών μόνο αντάρτικων τμημάτων).

    Αλλά και με μια άλλη σκέψη στο πίσω μέρος του μυαλού της μήπως και τα καταφέρουμε μόνοι μας, έστω και μ’ αυτόν τον τρόπο, ή μήπως και ο Στάλιν, ύστερα από την εμπλοκή αυτή στην εξέλιξη των πραγμάτων, αναθεωρήσει τη στάση του. Ο οποίος, όμως, όχι μόνο συνεχίζει τη σιωπή του, αλλά μέσα στις μάχες, στις 28 Δεκεμβρίου 1944, ανακοινώνει ότι διορίζει πρεσβευτή της ΕΣΣΔ στην ελληνική κυβέρνηση! Ήταν πια φανερή η αναπόδραστη κατάληξη της οδυνηρής ήττας του ΕΛΑΣ και συνακόλουθα της αριστεράς.

    – 12 Φεβρουαρίου 1945. Υπογράφεται η κατάπτυστη Συμφωνία της Βάρκιζας, με την οποία, πλην των άλλων, αφοπλίζεται ο ΕΛΑΣ. Επιδιώκεται, πλέον, από την αδιάλλακτη και δωσίλογη δεξιά, που η πολιτική αυτή των Μεγάλων και η τακτική του ΚΚΕ έφεραν στην εξουσία, να περιοριστεί το ποσοστό της αριστεράς στο 10% στην Ελλάδα, ακόμη και με τη φυσική εξόντωση των ΕΑΜικών αγωνιστών, που τελικά, και ύστερα από έναν τρομερό εμφύλιο πόλεμο (που δεν θα ήταν αναγκαίος αν παίρναμε μέρος στις εκλογές του 1946), το επιτυγχάνουν με τις εκλογές της βίας και της νοθείας του 1961 (το περιόρισαν μάλιστα στο 9%).

    * Ο Μάνος Ιωαννίδης είναι συνταξιούχος δικηγόρος. Υπήρξε κατά την Κατοχή καπετάνιος του λόχου ΕΛΑΣ Βύρωνα Αθηνών, φοίτησε στη Σχολή Αξιωματικών του Γ.Σ. ΕΛΑΣ στο Βουνό, ονομάστηκε ανθυπολοχαγός και στη συνέχεια τοποθετήθηκε επιτελής του Προτύπου Τάγματος της Α’ Ταξιαρχίας Αθηνών που έδρευε στην Καισαριανή. Eίναι συγγραφέας του βιβλίου «Φάκελος Νο 9745/Β – Στα χρόνια του Μεγάλου Αγώνα» (εκδ. Μέδουσα 2005)

    Πηγή: Αυγή

    Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s