Αλάτι - πιπέρι

Το πάθημα του Παναή 

Του Παναγιώτη Ζέρβα

Την ιστορία που θα διηγηθώ μου την εξιστόρησε ο πατέρας μου και έλαβε χώρα στα 1950 στο χωριό Χαρακοπιό της Μεσσηνίας .

Εκείνα τα δύσκολα χρόνια η Ελλάδα μόλις είχε βγεί από έναν καταστρεπτικό παγκόσμιο και από έναν ακόμη πιο ολέθριο εμφύλιο. Οι άνθρωποι ήσαν ακόμη απλοί και φοβισμένοι και οι υποδομές στην επαρχία ανύπαρκτες .

Μητροπολίτης Μεσσηνίας τότε, ήταν ο αείμνηστος Χρυσόστομος Δασκαλάκης, ένας χαρισματικός και επιβλητικός στο παρουσιαστικό Δεσπότης, σωστός Παπαφλέσσας !

Τάμα το είχε ο Δέσποτας και κάθε χρόνο τον Δεκαπενταύγουστο πήγαινε στη Μονή Χρυσοκελαριάς, ένα γυναικείο μοναστήρι τέσσερα – πέντε χιλιόμετρα από το Χαρακοπιό για να λειτουργήσει στη χάρη Της.

Από την παραμονή, έφτανε με τη συνοδεία του στο Χαρακοπιό και από εκεί μουλαράτοι καβάλα στο μονοπάτι και σε λιγότερο από δυο ώρες ήταν στο Μοναστήρι.

Την μεταφορά τους την αναλάμβανε κάθε χρόνο ο Παναής. Ένας μαυροτσούκαλος χωριάταρος Αρβανίτης , όπως ήταν πολλοί από τους κατοίκους των χωριών της περιοχής. Ο Παναής είχε λίγα χωραφάκια με ελιές, σταφίδα και σύκα και τα έφερνε βόλτα, αλλά το μεροκάματο έβγαινε από τα 3-4 γαϊδουρομούλαρα που είχε και έκανε τοπικές μεταφορές στα χωριά και τους συνοικισμούς της περιοχής που ακόμη δεν είχαν δρόμο.

Μεγάλο καμάρι το’ χε ο Παναής που κάθε χρόνο εξυπηρετούσε (με το αζημίωτο) τον Δέσποτα, που τον ήξερε πια με το μικρό του τ’ όνομα.

Έτσι και κείνη τη χρονιά , στημένος με το ψάθινο καπέλο του μέσα στο Αυγουστιάτικο λιοπύρι κάτω από μια χαρουπιά, πρόσμενε τον Δέσποτα με τη συνοδιά του να τους πάει στο Μοναστήρι.

Το πιο ήσυχο και «καλοπάτητο» μουλάρι το’ χε φυλάξει όπως πάντα για τον Δέσποτα. Το’ χε ξάσει , του είχε βάλει την καλή τη σέλα , είχε στρώσει πολύχρωμες κουρελούδες από κάτω και τη φλοκάτη από πάνω και το είχε στολίσει με ένα σωρό χαϊμαλιά, χάντρες, κουδουνάκια και καθρεφτάκια, όπως αρμόζει για να καβαλήσει πάνω ένας Δεσπότης ! Είχε τρίψει πάνω στο ζωντανό και το σγουρό βασιλικό που ξερίζωσε από την γλάστρα για να μη βρωμάει και να διώχνει τις μύγες και ας άκουγε μετά τον εξάψαλμο από την κυρα Παναγιώταινα.

Όταν πια κίνησαν καβαλαρία στο μονοπάτι για τη Μονή, μπρος ο Παναής με τα πόδια να τραβά το μουλάρι με το Δεσπότη καβάλα και ξοπίσω η συνοδιά του, ήτανε σίγουρος πως όλα τα είχε κανονίσει μια χαρά.

Φαίνεται όμως ότι δεν έτριψε το βασιλικό και στις … κρυφές περιοχές του μουλαριού και μια αλογόμυγα πήγε και μπαστακώθηκε ανάμεσα στα καπούλια του ζωντανού και άρχισε να το ταλαιπωρεί με τα τσιμπήματά της.

Εκείνο άρχισε να τινάζεται σε κάθε τσίμπημα. Σε κάθε τίναγμα ο Δεσπότης έσπευδε να το καλμάρει με ένα μπάσο- ήρεμο και μακρόσυρτο « Εεεεεεεεειπ»

  • «Ουουουνξτ» έσπευδε κάθε φορά να μεταφράσει ο Παναής στο μουλάρι του την εντολή του Δεσπότη.

Με τα «Εεεεεεειπ» και τα «Ουουουνξτ» πήγανε κανά χιλιόμετρο, ώσπου ο Παναής ντροπιασμένος από τη συμπεριφορά του μουλαριού του και φοβούμενος μήπως ο Δεσπότης είχε εκνευριστεί πολύ, γύρισε και με κακομοίρικο, απολογητικό ύφος κοίταξε να δικαιολογήσει την κατάσταση:

  • Δεν είναι κακό το δόλιο Δεσποτά μου , αλλά να , μερικές φορές τι να πώ ….το καβαλάει ο διάολος!!!
  • Παναηηηηή …;;; αποκρίθηκε με κείνη τη σιγανή, μακρόσυρτη φωνή του ο Δεσπότης .
  • Μπα αποκορωμένος να’ μαι , μπα κακό χρόνο να’ χω τι ξεστόμισα οαφορισμένος! Συμπάθαμε Δέσποτά μου δεν το’ πα για σένα, άρχισε να κλαψουρίζει ο Παναής τσαλακώνοντας το καπέλο καθώς το έσφιγγε με απόγνωση στο στήθος του .

Μέχρι να φτάσουν στο μοναστήρι δεν ξανακούστηκε κουβέντα . Το μόνο που ακούγονταν ήταν ο πρίμος ήχος από τα κουδουνάκια και τα πέταλα των μουλαριών και που και που ένας μακρόσυρτος σιγανός μπάσος ήχος που έμοιαζε με γέλιο ….

*

Στη φωτογραφία ο ναός της Ι.Μ. Χρυσοκελλαριάς όπως είναι σήμερα. Πηγή:http://vasigoulas.blogspot.gr/ 

Από τη σελίδα που βρήκα την εικόνα:

Η μονή είναι αφιερωμένη στην Κοίμηση της Θεοτόκου και εορτάζει στις 15 Αυγούστου. Την ημέρα αυτή συρρέουν πλήθη προσκυνητών από τα γύρω χωριά. Παλαιότερα που δεν είχε κατα-σκευαστεί ο δημόσιος δρόμος Κορώνης-Μεθώνης η μετάβαση στο Μοναστήρι, όπως έχει καθιερω-θεί να λέγεται η Μονή, γινόταν με τα πόδια ή με τα γαϊδούρια, γι αυτό και πολλοί πήγαιναν από το βράδυ της παραμονής. Επίσης παλαιότερα γινόταν και πανηγύρι αποβραδίς με χορούς και τραγούδια. Ανήμερα, μικροπωλητές πουλούσαν παστέλια χειροποίητα και διάφορα παιχνίδια για παιδιά. Επίσης ψήστες πουλούσαν γουρνοπούλα που έψηναν επί τόπου όλη την προηγούμενη νύχτα. Χειροποίητα παστέλια εξακολουθούν να πουλάνε και τώρα.

*

ΥΓ. Ο Παναγιώτης Ζέρβας που έγραψε την αφήγηση είναι… άλλος. Πατριώτης και (όχι τόσο μακρινός) ξάδερφος.

Πηγή: Το πάθημα του Παναή | Η καλύβα ψηλά στο βουνό

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s