Βιβλία, Ζαχαριάδης

Ο Νίκος Ζαχαριάδης και τα γράμματα της εξορίας 

Το βιβλίο και το συγγραφέα τα έχει ήδη παρουσιάσει άψογα ο ακάματος Νίκος Σαραντάκος:

http://sarantakos.wordpress.com/2011/12/11/parnis/

Αυτό με διευκολύνει να μην ασχοληθώ με όσα περιλαμβάνονται και θα διαβάσετε εκεί, αλλά με διαφορετικά θέματα.

Το βιβλίο δίνει μια ευκαιρία στον αναγνώστη να γνωρίσει κάποιες όψεις της σοβιετικής ζωής, στις δεκαετίες του ’50 και του ’60. Άλλοτε αστείες, συνήθως όμως τραγικές – όπως εκείνη η ιστορία του σοβιετικού ποιητή που έκλαιγε, μετά από άφθονη βότκα, τους ήρωες γονείς του, που σκοτώθηκαν στον αντιχιτλερικό πόλεμο. Για να αποκαλυφθεί μετά την αποκαθήλωση του Στάλιν ότι είχαν πεθάνει ως αντισοβιετικοί κρατούμενοι και μάλιστα είχαν καταδώσει ο ένας τον άλλον, μετά από πιέσεις και βασανιστήρια. Και ο ποιητής επινοούσε τον ηρωικό τους θάνατο για να μπορεί να τους θρηνεί ελεύθερα, εκεί στη λέσχη των λογοτεχνών.

Πολύτιμες είναι επίσης οι περιγραφές των σοβιετικών / κομματικών γραφειοκρατών της εποχής, οι σύντομες παρουσιάσεις πολλών από αυτούς, καθώς ο Πάρνης αφηγείται τις επαφές που είχε μαζί τους, συνήθως μετά από δική τους πρόσκληση, αφού ήταν «ζαχαριαδικός», συνεπώς σε δυσμένεια από ένα σημείο και μετά. Τους περισσότερους ο Έλληνας πρόσφυγας, διάσημος ήδη ποιητής και συγγραφέας, τους παρουσιάζει ως αντάξιους με την κατάληξη που είχαν, «στο σκουπιδομάνι της Ιστορίας».

Για τον Ζαχαριάδη, ωστόσο, ο Πάρνης στάζει μέλι: είναι ο μεγάλος ηγέτης μιας Επανάστασης που ηττήθηκε μεν, αλλά που ενσάρκωσε ό,τι ευγενέστερο είχε να επιδείξει η ανθρώπινη δυνατότητα. Ο Πάρνης ήταν, εκτός από πολιτικός θαυμαστής του, στενός φίλος του, ιδιαίτερα στα χρόνια της πρώτης εξορίας (1956-62), στο Μποροβίτσι. Εκεί ο Ζαχαριάδης εργαζόταν ως δασάρχης και ο Πάρνης τον επισκέφτηκε αρκετές φορές, ενώ διατηρούσαν τακτική αλληλογραφία.

Μέσα από τις περιγραφές του Πάρνη προκύπτει η εικόνα ενός Ζαχαριάδη που ήταν ιδιαίτερα οξυδερκής, με σπάνια ηγετικά και ανθρώπινα χαρίσματα – και βέβαια πάντοτε πιστός στην ΕΣΣΔ και το ΚΚΣΕ, αλλά και στο ΚΚΕ, που τον είχε διαγράψει και καταγγείλει – πρακτικά τον είχε διασύρει και σε πολιτικό και σε ανθρώπινο επίπεδο.

Ο Πάρνης υπερασπίζεται με πάθος την άποψη του Ζαχαριάδη ότι η προσφυγή του την Πρωτοχρονιά του 1962 στην ελληνική πρεσβεία της Μόσχας με αίτημα την επιστροφή του και τη δίκη του στην Ελλάδα, δεν στρεφόταν κατά της ΕΣΣΔ ούτε κατά του ΚΚΕ. Νομίζω ότι αυτή η άποψη δεν αντέχει σε κριτική. Τυχόν παρουσία του Ζαχαριάδη στην Αθήνα θα μπορούσε να έχει καταστροφικά αποτελέσματα για τις διεθνείς σχέσεις της  Σοβιετικής Ένωσης, όσο και αν ο ίδιος ο Ζαχαριάδης δεν το δεχόταν.

Το ίδιο και η υποστήριξη της απόφασης για αποχή από τις εκλογές του 1946, με το επιχείρημα ότι ακόμα κι αν έβγαζε η αριστερά εκατό βουλευτές, τίποτα δεν θα εμπόδιζε την αντίδραση να τους συλλάβει και να τους στείλει στην εξορία, όποια στιγμή ήθελε. Εδώ ο Πάρνης παραγνωρίζει ότι ο Ζαχαριάδης είχε ήδη πάρει την απόφαση για ένοπλη σύγκρουση, την οποία εξυπηρετούσε η αποχή από τις εκλογές, αλλά και η (όχι τυχαία) επίθεση τη μέρα των εκλογών στο Λιτόχωρο.

Ένα επίπεδο στο οποίο ο Πάρνης χρησιμοποιεί δυο μέτρα και δυο σταθμά είναι ο χαρακτηρισμός των κομματικών διώξεων. Η μοίρα του Ζαχαριάδη, που την καθόρισαν οι σοβιετικοί σε συνεργασία με τους εσωκομματικούς του αντιπάλους, δεν ήταν χειρότερη από τη μοίρα του Τζήμα ή του Καραγιώργη, που την καθόρισε ο ίδιος. Οι διώξεις των ζαχαριαδικών της Τασκένδης δεν ήταν χειρότερες από τις διώξεις των μαχητών της 7ης Μεραρχίας του ΔΣΕ. Το αυτό ισχύει και για την τήρηση της κομματικής νομιμότητας, πριν και μετά.

Εκείνο που προξενεί μεγάλη εντύπωση είναι η μαζική υποστήριξη του Ζαχαριάδη από την πλειοψηφία των εξορίστων της Τασκένδης. Εφτά χιλιάδες άτομα περίπου, για χρόνια μετά το 1956, δε δίστασαν να έρθουν σε οξύτατη ρήξη με τη νέα κομματική ηγεσία, αλλά και με τους σοβιετικούς, από τους οποίους εξαρτιώταν η ζωή τους, η δουλειά τους και η ελευθερία τους. Προτίμησαν να βρεθούν σε δυσμένεια, παρά να εγκαταλείψουν την υποστήριξη (την πίστη;) στον Αρχηγό.

Ένα ακόμα στοιχείο που τονίζει ο Πάρνης είναι το γράμμα του Ζαχαριάδη μετά την κήρυξη του ελληνο-ιταλικού πολέμου, εκθειάζοντας την πατριωτική γραμμή του ΓΓ του ΚΚΕ. Ξεχνάει όμως το… επόμενο γράμμα, της άνοιξης, στο οποίο ο ελληνικός στρατός καλείται να σταματήσει τις επιχειρήσεις στην Αλβανία, επειδή ο πόλεμος είχε μεταβληθεί από εθνικό -αμυντικό σε επιθετικό – ιμπεριαλιστικό!

Αβίαστα πάντως επιβεβαιώνεται από την ανάγνωση του βιβλίου το συμπέρασμα ότι ο Ζαχαριάδης ήταν  ξεχωριστή περίπτωση ανθρώπου και ηγέτη. Το βασικό του λάθος (κι αυτό αναφέρεται στο βιβλίο) ήταν ότι εμπιστεύτηκε απόλυτα τους Σοβιετικούς και τον Στάλιν, οι οποίοι τον χρησιμοποίησαν, τον ξεγέλασαν και τον πούλησαν αδίσταχτα, όταν αυτό επέβαλαν τα δικά τους συμφέροντα.

Η προσωπική του τραγωδία είναι ότι ήταν, από το 1945 και μετά, αυτός που έπεισε τους Έλληνες αριστερούς ότι η εξυπηρέτηση των σοβιετικών συμφερόντων, εκούσια για τον ίδιον, αλλά ακούσια για τις στρατιές των μαχητών, ήταν η Ελληνική Επανάσταση. Και σε αυτή την τραγική παρεξήγηση δεν υπήρξε κάθαρση όσο ζούσε ο Ζαχαριάδης ή έστω με τον θάνατό του.

Ακόμα δεν υπάρχει, σε ό,τι αφορά τους κομματικούς του επιγόνους.

*

Σχετικά:

– Η βαθιά υποκρισία του Κόμματος

https://greekcivilwar.wordpress.com/2016/07/01/gcw-285/

Πηγή: Ο Νίκος Ζαχαριάδης και τα γράμματα της εξορίας | Η καλύβα ψηλά στο βουνό

Advertisements

2 σκέψεις σχετικά με το “Ο Νίκος Ζαχαριάδης και τα γράμματα της εξορίας ”

  1. «Γεια χαρά Νίκος. Η αλληλογραφία μου με τον Νίκο Ζαχαριάδη».
    ΑΠΌ GIORGIS

    Θα συνιστούσαμε στους αναγνώστες μας το βιβλίο του Αλέξη Πάρνη «Γεια χαρά Νίκος. Η αλληλογραφία μου με τον Νίκο Ζαχαριάδη».
    Για να σχηματίσει ο αναγνώστης μας μια άποψη για το βιβλίο παραθέτουμε τον πρόλογο του:

    ΠΡΟΛΟΓΟΣ

    «Αρχή άνδρα δείκνυσι», λέει το ρητό. Όμως και η πτώση από το θώκο της, ο τρόπος που την αντιμετωπίζει είναι ενδεικτικός για τον ηγέτη και την ποιότητα του. Ό,τι με εντυπωσίασε ιδιαίτερα στη συμπεριφορά του Νίκου Ζαχαριάδη τα χρόνια της δοκιμασίας μετά την καθαίρεση κι εκτόπιση στ’ απόκοσμο, βαλτωμένο Μποροβίτσι ήταν η αξιοπρέπεια και η ακατάβλητη καρτερία του στα πλήγματα της μοίρας. Η κατοπινή εξορία στο ζοφερό πηγάδι του Σοργκούτ, ότι τράβηξε εκεί, έντεκα μαρτυρικά χρόνια, ως την «προγραματισμένη» αυτοκτονία του (ήταν το τέλος του κυκλωμένου πολεμιστή που διαλέγει το θάνατο από την παράδοση), επιβεβαίωσαν την εντύπωση μου. Αυτά τα δεκαεφτά χρόνια κάθειρξης στη Σοβιετική Ένωση, τη χώρα που λάτρεψε κι υπερασπίστηκε όσο κανείς άλλος Ευρωπαίος κομμουνιστής ηγέτης, η αντίσταση του στην αισχρή συμπεριφορά της έκλυτης σοβιετικής νομενκλατούρας -της θαμμένης τώρα πια στο σκουπιδαριό της ιστορίας-, που δεν μπόρεσε να τον λυγίσει, είναι για μένα ισάξια με τη λεβέντικη, πατριωτική του στάση στον ελληνο-ιταλικό πόλεμο και το ιστορικό «Ανοιχτό γράμμα», το έναυσμα της κατοπινής εαμικής αντίστασης.

    Ποια θα ‘ναι αλήθεια η ετυμηγορία της ιστορίας γι’ αυτό τον αλυγιστό Έλληνα επαναστάτη, που διάλεξε να αυτοκτονήσει σαν τον ομηρικό Αίαντα για να διασώσει την τιμή, την αξιοπρέπεια, τα ιδανικά του αγώνα του για μιαν «Ελλάδα της δουλειάς, της λευτεριάς», μ’ ένα γνήσιο λαϊκό πολιτισμό, δίχως καμιά ξένη εξάρτηση; Εγώ προσωπικά έχω τη γνώμη ότι αυτό θα εξαρτηθεί απ’ τη σύνθεση του ειδικού δικαστηρίου: Αν τον κρίνουν ο Σπάρτακος, ο Δαντών, ο Ροβεσπιέρος, οι εξεγερμένοι της παρισινής κομμούνας, η λενινιστική φρουρά του μεγάλου Οκτώβρη του 1917 κι άλλοι ομοϊδεάτες, θα δικαιωθεί πανηγυρικά. Το αντίθετο θα συμβεί έτσι και ανέβουν στην έδρα κάποιοι εκπρόσωποι τ’ αστικού κοινοβουλίου, αν κι εδώ που τα λέμε θα έπρεπε να δηλώσουν αναρμοδιότητα.

    Υπάρχει κι ένα τρίτο δικαστήριο, αυτό της επικής ποίησης, που πετυχαίνει πολύ πιο δίκαια, ανθρώπινα και ουσιαστικά ν’ αποτυπώνει ανεξίτηλα τα πρόσωπα και τα πράγματα κάποιων κοσμογονικών εποχών.

    Έχοντας πάντα κατά νου πως η δικαιοσύνη
    πολλές κρατάει ζυγαριές, κι ότι μπορεί να κρίνει
    κι από τα κάτω τα σκαλιά κι από τ απάνωθέ της,
    σαν πρωτοβάθμιος δικαστής αλλά και σαν εφέτης,
    με τα σταθμά του σήμερα, τ αύριο και τ απείρου,
    με τη ματιά του Ιησού, του Αισχύλου ή του Σαιζπηρου.

    Ωραία και καλά όλ’ αυτά, θα μπορούσε να παρατηρήσει ο καλοπροαίρετος αναγνώστης. Αλλά δε νομίζεις ότι θα πρέπει να επισημαίνουμε τους λαθεμένους χειρισμούς κάποιου σεβαστού κατά τ’ άλλα ηγέτη, ώστε να παραδειγματίζονται οι επόμενες αγωνιστικές γενιές;
    Εννοείται βέβαια ότι η κριτική είναι δασκάλα της εμπειρίας και της γνώσης, αρκεί να γίνεται δίχως εμπάθεια και ευτελείς προσωπικούς λόγους, αλλά με αίσθημα ιστορικής ευθύνης, με ανάλογο σεβασμό και περίσκεψη -έτσι όπως κάνουν οι άνθρω-ποι μέσα στην ίδια τους την οικογένεια-, για όσους πρωτοστάτησαν στη δημιουργία μιας μεγάλης ιστορικής εποχής, ανεβάζοντας το επίπεδο των λαϊκών αγώνων μέχρι την ένοπλη σύγκρουση με τους ξένους και ντόπιους δυνάστες κάθε μορφής.

    Αυτό, ακόμα κι από μόνο του, ήταν μια μεγάλη ηθική νίκη με τεράστια θετική επίδραση στις επόμενες γενιές – έστω κι αν δεν έφερε το αναμενόμενο στρατηγικό αποτέλεσμα. Κί όσο για τις στραβοτιμονιές και τα λάθη, δεν πρέπει να ξεχνάμε πως ήταν οι ηγέτες μιας αδυσώπητης κοινωνικής σύγκρουσης, όπου κι οι δυο αντίπαλες πλευρές έκαναν τα πάντα για να επικρατήσουν, χρησιμοποιώντας τους πιο σκληρούς, ανορθόδοξους τρόπους. Όσοι είχαν το κουράγιο αλλά και την τύχη -καλή ή κακή- να πάρουν μέρος σε παρόμοιους αγώνες ήξεραν καλά ότι δε θα χόρευαν μαζί με την ιστορία, το πράο «κοινοβουλευτικό» ταγκό, αλλά τον πολεμικό «χορό των σπαθιών», που μπορεί να σε φέρει, στο φούντωμα της μάχης, να χτυπήσεις μαζί μετον εχτρό και τον δικό σου.

    Γιατί π.χ. σκότωσε ο Μέγας Αλέξανδρος το φίλο του Κλείτο, και γιατί έστειλε το Δαντών στην γκιλοτίνα ο Ροβεσπιέρος, που κι αυτός καρατομήθηκε από τον Καμπόν;
    Και γιατί ο Γκούρας στραγγάλισε τον Αντρούτσο, κι οι Μαυρομιχάληδες σκότωσαν τον Καποδίστρια, και γιατί χτυπήθηκε τόσο σκληρά Ζαχαριάδης με τον επιστήθιο φίλο της νιότης του Κ. Καραγιώργη, και γιατί…;

    Πολλά θα μπορούσε να πει κανείς επί του προκειμένου. Αλλά όμως θα ‘ταν καλύτερο να σωπάσει, κοιτώντας ψηλά με το δέος και την αμήχανη απορία του αμύητου στο αινιγματικό μυστήριο της ανθρώπινης ύπαρξης – σαν ένα βουβό πρόσωπο απ’ την «Ταφή του κόμητος Οργκάθ». (1) Ω, πόσο ατελές είναι το ανθρώπινο πλάσμα, και πόσες ακόμα βασανιστικές επεξεργασίες θα πρέπει να γίνουν ως να μπει στην τελική φάση της ολοκλήρωσης! «Πάντα ρει» κι ο καθένας «χους εστί και εις χουν απελεύσεται». Αλλά, όπως λέει κι ο θαυμάσιος Ισπανός ποιητής Λουις Θερνουδα (1902-1963), που πέθανε ως πολιτικός εξόριστος μακριά απ’ τη γη του, ο άνθρωπος δε θα πάψει ποτέ να είναι «το χώμα που αγωνίζεται να γίνει φτερούγα». Κι αυτό είναι το αισιόδοξο μήνυμα κάθε γενιάς στην επόμενη. Αλλά κι ο βασικός λόγος για να θυμόμαστε με στοργική κατανόηση τους τραγικούς ήρωες της αέναης εξελικτικής πορείας:

    Πρέπει να μιλάμε συχνά για τους στρατιώτες
    που τους χτύπησε πρόωρα
    η πισώπλατη λησμονιά τον κόσμου.
    Σίγουρα θα θυμούνται ακόμα εκεί κάτω
    πώς αποκόπηκαν ξαφνικά απ’ το γήινο γάλα.
    Κάποιες νύχτες ακούω το στεναγμό τους
    πίσω απ’ τον κωφάλαλο τοίχο.
    Οι φυχες τους κλαίνε σα βρέφη,
    ζητώντας επίμονα τη μητρική στοργή
    της Ανθρωπότητας,
    το χάδι της και την έγνοια.
    Θέλουνε να μιλάμε αδιάκοπα γι αυτούς…
    Γιατί η ανθρώπινη μνήμη έχει τη δύναμη
    να νικάει την άσπλαχνη λήθη των θεών.

    Ναι, πρέπει να τους θυμόμαστε, έχοντας ωστόσο κατά νου ότι οι ήρωες μιας επικής ιστορικής εποχής ανήκουν σ’ ένα ιδιόμορφο «οικοσύστημα», με δικούς του νόμους, θέσφατα, κώδικες. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για τους κατακρεουργημένους απ’ τις αδικίες των καιρών και των περιστάσεων τραγικούς ήρωες της ελληνικής επαναστατικής Αριστεράς. Και το Ζαχαριάδη, και το Βελουχιώτη, και τον Πλουμπίδη, και τον Καραγιώργη, και τους λοιπούς της ατέλειωτης φάλαγγας. Δεν πρέπει να τους εξωραίζουμε ή να τους αναπαλαιώνουμε, ερμηνεύοντας τη ζωή, τη δράση και το μαρτύριο τους έξω από την εποχή που τους ανέδειξε, μοιράζοντας ολόχρυσες τιάρες στους μεν κι ακάνθινα στέφανα στους δε…
    Είναι όλοι τους ουσιαστικά τμήματα από τον ίδιο θρυμματισμένο και θαμμένο στη γη «αμφορέα».

    Οταν με τον καιρό θα τα συναρμολογήσει σωστά ο αντικειμενικός μελετητής, ελευθερώνοντας τις παραστάσεις, τα χρώματα ή τα «παλίμψηστα» από την αιθάλη των πρόσκαιρων παθών και φανατισμών, θα τους δει πάλι μαζί καθισμένους, εμπρός σε μιαν αντάρτικη φωτιά ή μέσα σε ένα παράνομο σπίτι της Αθήνας ή οπουδήποτε στην Ελλάδα (έτσι όπως τους ζωγράφισε η «ομηρική» τους εποχή), να μιλάν για τα παλιά, λύνοντας τις διαφορές σαν παιδιά της ίδιας επαναστατικής οικογένειας…

    «Στα τριάντα χρόνια της κομματικής μου ζωής δεν υπάρχει βρωμιά συνεργασίας με τον εχθρό. Στο Βουκουρέστι δεν ήρθα σε επαφή με κανένα εχθρικό στοιχείο, ούτε έδωσα τίποτα πουθενά. Όλη μου η τραγωδία έμεινε μες στην ψυχή μου», θα λέει ο Κ. Καραγιώργης σκαλίζοντας τη φωτιά και τις πληγές του.
    Κι ο Ν. Πλουμπίδης θα πνίγει το βήχα του καπνού και του χτικιού, για να πει το δικό του καημό, αυτόν που κατέγραψε στο τελευταίο του γράμμα από το κελί των μελλοθανάτων: «Σήμερα είναι Χριστούγεννα. Βρίσκομαι ανάμεσα στη ζωή και το θάνατο. Λίγα λόγια: 1) Για τη σύλληψη: οφείλεται σε χαφιεδισμό 2) Για την «προδοσία». Αυτό που επείγει δεν είναι η ανασκευή της κατηγορίας -αυτό θα το κάνει το Κόμμα αργότερα-, αλλά η διαφύλαξη της ενότητας του Κόμματος, της εμπιστοσύνης στην ηγεσία του…».

    Και θα συνεχίζει ο Ν. Ζαχαριάδης για να πει τα δικά του, όσα συμπύκνωσε στις επιστολές που ‘στελνε από το Μποροβιτσι με το κοινό ταχυδρομείο, ώστε να τα διαβάζει η σοβιετική ηγεσία μήπως και βάλει μυαλό.

    Θέλω να κλείσω την απαραίτητη αυτή εξήγηση υπενθυμίζοντας τους κλασικούς στίχους του Όργουελ για έναν αδικημένο μαχητή της Διεθνούς Ταξιαρχίας στην Ισπανία:

    … το ψέμα που σε σκότωσε
    θάφτηκε κάτω από ‘να μεγαλύτερο ψέμα…
    Αλλά αυτό που είδα εγώ στο πρόσωπο σου
    καμιά δύναμη δεν μπορεί να το σβήσει… (2)

    Αυτό που βλέπω εγώ στο πρόσωπο του Νίκου Ζαχαριάδη είναι η διάρκεια του – η επιβίωση στο μέλλον. Γιατί, ό,τι και να είπαν ή να έγραψαν οι συκοφάντες- φονιάδες του κι όσοι καλοταϊσμένοι απ’ το κατεστημένο «επαναστάτες» προσπαθούν τόσα χρόνια τώρα να τον κρατήσουν βαμμένο, η ελληνική ιστορία θα τον τοποθετήσει πολύ ψηλά όταν έρθει το απαιτούμενο πλήρωμα του χρόνου. Όχι μόνο για τον ηγετικό του ρόλο στο λαϊκό κομμουνιστικό κίνημα, αλλά και για κάποιες ειδικές αρετές του ελληνικού του χαρακτήρα, που τις εκτιμάει ιδιαίτερα ο λαός μας.
    Όπως διδάσκει η κοινωνική εξέλιξη, τα κοινωνικά «άλματα μετά φοράς», δηλαδή οι λαϊκές ένοπλες επαναστάσεις, δεν είναι καθημερινό προσφάι και ψωμοτύρι. Ποιος ξέρει σε πόσα χρόνια και με ποια μορφή θα γεννηθεί η ανάγκη μιας παρόμοιας εξόρμησης στην ψυχή αυτών που έρχονται! Εν πάση περιπτώσει, όποτε και να συμβεί, θα τον θυμηθούν αναμφισβήτητα οι εξεγερμένοι. Κι αυτός που λογαριάζεται τώρα ένα παρωχημένο παρελθόν θ’ αποκτήσει ελεύθερη πρόσβαση στο μέλλον και θα κληθεί από τους νέους επαναστάτες σα δάσκαλος και σύμβουλος και μέντορας του νεοσύλλεκτου ηφαίστειου. Κι αυτό θα είναι πράξη δικαιοσύνης από μέρους τους, επειδή, παρ’ όλα τα σφάλματα και τις πλάνες, ήταν ο κορυφαίος ανάμεσα στους καλύτερους επαναστάτες αυτού του τόπου, όπως δείχνει και το βαθμολόγιο του αγώνα. Ιδιαίτερα σ’ ό,τι αφορά την ανυποχώρητη μέχρι θανάτου αντίσταση στον αντίπαλο, τη μακρόπνοη, ηράκλεια αντοχή στην κακουχία και το μαρτύριο…

    Πέντε χρόνια στα κελιά απομόνωσης της 4ης Αυγούστου, άλλα τέσσερα στο Νταχάου, δεκαεφτά στα κολαστήρια των Σοβιετικών «Ρασπούτιν». Σύνολο είκοσι πέντε χρόνια! (3). Και μόνον αυτό φτάνει για να του βγάλει το καπέλο και να του στήσει τον οφειλόμενο ανδριάντα η ιστορία των κοινωνικών αγώνων του τόπου μας για «ψωμί, λευτεριά και τιμή τον λαού». Για μια Ελλάδα, λεύτερη, ανεξάρτητη, «λυτρωμένη από κάθε ξενική ιμπεριαλιστική εξάρτηση».

    Είχα μιλήσει μαζί του για τελευταία φορά το Μάρτη του 1962. Τότε το Νησί της Αφροδίτης παιζόταν σε 170 πόλεις της Σοβιετικής Ένωσης, κι εγώ ετοιμαζόμουν να κατέβω στην πατρίδα προσκαλεσμένος απ’ το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, που ανέβαζε το έργο μου με πρωταγωνίστρια την Κυβέλη. Την πρόσκληση, όπως και το αντίστοιχο συμβόλαιο για τ’ ανέβασμα που ‘πρεπε να υπογράψω, την είχε φέρει ο τότε πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου του ΚΘΒΕ Γιώργος Θεοτοκάς (είχε έρθει συμπτωματικά στην ΕΣΣΔ ύστερα από επίσημη πρόσκληση της Ένωσης Σοβιετικών Συγγραφέων μαζί με τους Ελύτη και Εμπειρίκο).

    Κι όσο για το Νίκο Ζαχαριάδη, ήρθε στο σπίτι μου στη Μόσχα να μ’ επισκεφτεί τον ίδιο πάνω κάτω καιρό, για να με πληροφορήσει ότι μόλις είχε καταθέσει στην ελληνική πρεσβεία τη γνωστή επιστολή με την οποία ζητούσε να κληθεί και να λογοδοτήσει στην ελληνική δικαιοσύνη για ό,τι του καταμαρτυρούσε η τελευταία. (4)

    «Νίκο, έχω τα γράμματα που μου ‘στελνες απ’ το Μποροβίτσι. Για ευνόητους λόγους δεν μπορώ να τα πάρω μαζί μου γυρίζοντας στην Ελλάδα», του είπα σ’ αυτή τη στερνή μας συνάντηση. (Εκτός από τα δικά του, υπήρχαν κι άλλα πολλά υλικά – π.χ. τα γράμματα, οι διαμαρτυρίες, οι εκκλήσεις για βοήθεια από την Τασκέντη, τις φυλακές, τις εξορίες, του μεράρχου Καλιανέση, του ταξίαρχου Τομπουλίδη, του
    Ράφτη, του Μπάστη κ.ά.).

    «Η θέση τους είναι στο αρχείο του Κόμματος. Να τα παραδώσεις σ’ αυτό», πρότεινε.
    «Έχω κόψει κάθε σχέση με τη δοτή ηγεσία Κολιγιάννη», δυσφόρησα εγώ.
    Τελικά συμφωνήσαμε να τα δώσω στο Σοβιετικό συγγραφέα Μπόρις Πολεβόι, υπεύθυνο των Διεθνών Σχέσεων της Ένωσης Σοβιετικών Συγγραφέων Αυτός θα τα προωθούσε στ’ αντίστοιχο τμήμα του ΚΚΣΕ.

    Ύστερα από τριάντα χρόνια τα γράμματα αυτά θα τα ‘βρισκε στα σοβιετικά αρχεία ο Κύρος, ο μεγάλος γιος του Ζαχαριάδη, που έδωσε στη δημοσιότητα εδώ στην Αθήνα την αλληλογραφία του πατέρα του μ’ εμένα. Είχα μια συνάντηση με τον Κύρο το 1991, την επομένη της ταφής (μετακομιδής της σορού) του Νίκου Ζαχαριάδη στην αθηναϊκή γη. Φυσικά ζήτησα να μάθω τι απέγιναν τα δικά μου γραπτά στον εξόριστο του Μποροβίτσι. Ο Κύρος δεν ήξερε. Κάποτε θα βρεθούν κι αυτά σίγουρα…

    Εν πάση περιπτώσει, από τα δημοσιευμένα γράμματα, που είναι πολύ λιγότερα απ’ όσα παρέδωσα στον Πολεβόι, χρησιμοποιώ όσα αποσπάσματα δίνουν την ευκαιρία να περιγράψω όχι τόσο τον ίδιο το Ζαχαριάδη (αυτός αυτοπεριγράφεται ως ηγέτης πολιτικός με τον πιο αυθεντικό κι αξιόπιστο τρόπο στα ιδιόχειρα γραπτά του), όσο το δικό μου «παράλληλο βίο» ως συνοδοιπόρου, φίλου και υποστηρικτή στην περίοδο 1955-1962.

    Πρόκειται ουσιαστικά για το αυτοβιογραφικό οδοιπορικό μου στους δύσβατους δρόμους μιας επικής εποχής, ανεξίτηλα σφραγισμένης απ’ την ηγετική επαναστατική προσωπικότητα του Νίκου Ζαχαριάδη.
    _________
    1. Περίφημος πίνακας του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου (Ελ Γκρέκο).

    2. Από το βιβλίο Πεθαίνοντας στην Καταλονία, μετ. Κ. Καλαϊτζίδου, εκδόσεις Κάκτος.

    3. Υπάρχει τάχα άλλος Έλληνας πολιτικός που να υπέφερε τόσο πολύ για τις ιδέες του και το λαό του σε όλη τη νεοελληνική πολιτική ιστορία;

    4. «Στην πρεσβεία πήγε μόνος του. Δε μεσολάβησε κανένας άλλος. Με τον Πάρνη συναντήθηκε αφού είχε πάει στην πρεσβεία», γράφει ο Ζήσης Ζωγράφος τέσσερα, χρόνια αργότερα, το Μάη του 1966, σε αναφορά του μετά τη συνάντηση του με το Ζαχαριάδη στο Σοργκούτ, όπου πήγε να τον «ανακρίνει» μ’ εντολή της σοβιετικής ηγεσίας (Σούσλωφ κ.ά.).

    http://istorika-ntokoumenta.blogspot.gr/2013/06/blog-post_1309.html

    Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s