Βιβλία, Πρόσωπα

Ο Νίκος Καζαντζάκης στον Εμφύλιο: από το υπουργείο, στους «αδερφοφάδες» 

Στο θλιβερό, αλλά και από πολλές απόψεις ενδιαφέρον μυθιστόρημα άνθρωποι και υπεράνθρωποι, το οποίο είναι ένα αιματηρό ξεκαθάρισμα λογαριασμών της Γαλάτειας Καζαντζάκη με τον διάσημο συγγραφέα, διαβάζουμε σ’ ένα ξεχωριστό μικρό κεφάλαιο (1, σελ. 237-8):

Σ’ όλο το τετράχρονο διάστημα της κατοχής ο Αλέξανδρος δεν ξεμάκρυνε από το νησί (σ.σ. την Αίγινα). Μόνο η Νέλλη (σ.σ. η Ελένη Καζαντζάκη)  ερχόταν τα δύο πρώτα χρόνια, τότε που ο κόσμος πέθαινε της πείνας, να βρει τίποτα να του πάει. Κάποιοι με περισσευούμενα συγκινήθηκαν τόσο ακούγοντας να τους λέει πως ο συγγραφέας Αλέξανδρος Αρτάκης (σ.σ. ο Νίκος Καζαντζάκης) κινδύνευε, που όχι μόνο τούστειλαν αμέσως, αλλά και ξακολούθησαν να του στέλνουν όσο διαρκούσε ο λιμός. Έπειτα έφυγε ο κατακτητής κι αμέσως ξαμολύθηκε ο εμφύλιος σπαραγμός. Το μίσος πολυκέφαλος όφις έζωσε την Ελλάδα. Διωγμοί ξανά, προδοσίες, ξεσπιτωμοί, σκοτωμοί, εκτελέσεις. Ο Αλέξανδρος δε ζούσε πια στο νησί. Ο Ερημίτης των βράχων είχε στο μεταξύ εγκατασταθεί στην Αθήνα, κ’ είχε ιδρύσει ένα σοσιαλιστικό κόμμα, με αρχηγό τον εαυτό του και οπαδούς λίγους φίλους του. Σαν κομματάρχης έγινε αμέσως υπουργός στην τότε αντιδραστική κυβέρνηση, κι ας έλεγε πως δεν ήταν. Ένας σοσιαλιστής υπουργός σε μια ψευτοφιλελεύθερη κυβέρνηση ήταν ό,τι χρειαζόταν για να καμουφλαριστεί η σκοτεινή κατάσταση που ακολούθησε τη γερμανική τυραννία. Αλλά είτε έτσι, είτε αλλιώς, ο Αλέξανδρος δεν επρόκειτο να παίξει κανένα ρόλο στην οποιαδήποτε πολιτική κατεύθυνση. Οι σκοποί του ήταν άλλοι. Ήθελε, έχοντας υπόβαθρο έναν φιγουράτο και δυναμικό τίτλο, και ποιος καλύτερος από του υπουργού; να μπορέσει πηγαίνοντας στην Ευρώπη ν’ αναδείξει και τις άλλες του ικανότητες. Έτσι κι έγινε. Δεν πέρασαν δυο μήνες κι έφυγε για το Παρίσι με τα χρειαζούμενα τούτα συστατικά παραμάσκαλα στη σερβιέττα του.

Το βιβλίο που τον έκανε γνωστό σα συγγραφέα στον όξω κόσμο,  ιστορούσε τους αγώνες της πατρίδας του για τη λευτεριά (σ.σ. προφανώς εννοεί τον καπεταν-Μιχάλη). Παράλληλα ενός άλλου έργου γραμμένου λίγο πρωτύτερα, με θέμα τους ίδιους αγώνες του ίδιου λαού (σ.σ. μάλλον εννοεί το  ο Χριστός  ξανασταυρώνεται, αλλά η σύγκριση είναι εντελώς αυθαίρετη), παρουσίαζαν και τα δύο τούτο το παράξενο. Ο λαός του ενός βιβλίου να μην έχει κανένα κοινό γνώρισμα με το λαό του άλλου. Τόσο αλλιώτικοι δείχνουνταν, λες κ’ ήτανε δύο διαφορετικές φυλές. Ενώ π.χ. στο πρώτο χαιρόσουν τον άνθρωπο σ’ όλη του την ευγένεια και το ηθικό του μεγαλείο, στο δεύτερο σε απόδιωχνε με το βάρβαρο πρωτογονισμό του.

Ομολογώ ότι έμεινα άναυδος μπροστά στην ακαταμάχητη, ισοπεδωτική, διπλή εμπάθεια: εκείνη της απογοητευμένης πρώην συζύγου, συν την άλλη, την κουκουέδικη, για τον συνεργάτη της ψευτοφιλελεύθερης κυβέρνησης του Θεμιστοκλή Σοφούλη. Ο συνδυασμός είναι ακαταμάχητος, αλλά δεν θα ασχοληθούμε άλλο με τη συμπαθή κατά τα λοιπά Γαλάτεια: απλά μας δίνει την αφορμή να δούμε πως είδε ο Καζαντζάκης τον Εμφύλιο. Πως συμμετείχε στα γεγονότα εκείνης της περιόδου και πως τον επηρέασαν ή ενέπνευσαν ως συγγραφέα.

*

Ας δούμε, καταρχήν, μια σύνοψη του «πολιτικού» Καζαντζάκη, όπως τη σκιαγράφησε ο Λουκάς Θεοχαρόπουλος (2)

Ο Νίκος Καζαντζάκης, ο ασυμβίβαστος, η τραγική αυτή φυσιογνωμία του Ελληνικού πνεύματος, ο μοναχικός που σαν αετός παρακολουθεί τα εγκόσμια, δεν έμεινε ξένος στα ριζοσπαστικά πολιτικά ρεύματα του καιρού του. Ενεργεί πάντα  ελεύθερος στην πολιτική ζωή της εποχής του, ακόμη και στις στιγμές της σιωπής του, στις κρίσιμες ώρες του τόπου, όπως στην περίοδο του Β’ παγκοσμίου πολέμου, στέλνει από  τον τόπο της μοναξιάς του το δικό του  «Καζαντζακικό» μήνυμα.  Φωνή προφητική που αντιλαλεί μέσα στην έρημο, για να μονιάσει ο τόπος, να διώξει τον κατακτητή και να απολαύσει την αυριανή του ελευθερία. Μία ελευθερία όχι μοναχά πολιτική, αλλά και φιλοσοφική ταυτισμένη με τη ίδια την υπόσταση του ανθρώπου και τίμημά της ο θάνατος. Ο Ν. Κ. στο μυθιστόρημα του «Οι αδελφοφάδες» καταπιάνεται με το νόημα της ελευθερίας, που αδυνατούν να καταλάβουν οι δύο σκληρή συγκρουόμενες παρατάξεις του εμφυλίου πολέμου (1944-49) στην Ελλάδα. Ο ανήσυχος Έλληνας διανοούμενος έχει επίγνωση της σοβαρότητας της τραγωδίας που πλήττει την χώρα του, έτσι λοιπόν ο θαυμαστής του Νιτσεϊκού Ζαρατούστρα και του μεταφυσικού φιλοσόφου Μπέρξον. Κυριαρχείται από το «πολιτικό ζώο» του Αριστοτέλη, έστω και βραχύβια.

Τα αιματηρά γεγονότα του Δεκεμβρίου του 1944, συγκλονίζουν τον Νίκο Καζαντζάκη, αλλά και μερικά στελέχη του σοσιαλιστικού και φιλελεύθερου χώρου που αποφασίζουν, να εγκαταλείψουν, το ισχυρό ΕΑΜ, ελεγχόμενο από το ΚΚΕ και να ιδρύσουν μία αυτόνομη πολιτική σοσιαλιστική κίνηση, με  προτεραιότητα τον εκδημοκρατισμό της πολιτικής και κοινωνικής ζωής την αποτροπή των εμφυλίων διχασμών και την οικονομική ανάπτυξη με φιλολαϊκό προσανατολισμό.
Ο Ν. Κ. εκτελεί το χρέος του στην Ελλάδα, στην σκληρή αυτή στιγμή γίνεται πρόεδρος της Σοσιαλιστικής Εργατικής Ένωσης, και συντάκτης μαζί με άλλους συγγραφείς επιστήμονες και εργατικά στελέχη της Ιδεολογικής διακήρυξης του κόμματος, του «Σοσιαλιστικού Μανιφέστου».
Μία άγνωστη στους περισσότερους, στιγμή στην ζωή του Ν. Κ. που δεν ερευνήθηκε ιδιαίτερα. Ο ακούραστος ερευνητής του Καζαντζακικού έργου γνωστός νομικός και διανοούμενος  Γεώργιος Εμμ. Στεφανάκης στο έργο του «Αναφορά στον Καζαντζάκη – εκδόσεις Καστανιώτη 1997» ρίχνει άπλετο φως στην σύντομη πολιτική περίοδο του συγγραφέα του Ζορμπά, ενώ ο Νίκος Πουλιόπουλος εκ των ιδρυτικών μελών της Σ.Ε.Ε. στη μελέτη του «Ν. Καζαντζάκη και τα Παγκόσμια Ιδεολογικά Ρεύματα», περιγράφει παραστατικά την πολιτική διαδρομή του Ν. Καζαντζάκη και τις ιδεολογικές επιδράσεις στο έργο του. Πάντως η πολιτική ενασχόληση του υπήρχε  βραχύβια και όπως τονίζουν όλοι οι ερευνητές του, η μεταπολεμική ατμόσφαιρα τον παρακινεί σε πολιτικές εντάξεις και σε κυβερνητικά χαρτοφυλάκια σαν υφυπουργό παιδείας σε μία σύντομη κυβέρνηση του φιλελεύθερου Σοφούλη το 1945.
Η Σ.Ε.Ε., κατά την περίοδο αυτή έπαιξε ενωτικό ρόλο για την δημιουργία μιας σοσιαλιστικής συμμαχίας εκτός ΚΚΕ, χωρίς βέβαια να το επιτύχει. Κίνηση αναγκαία για τον τόπο γιατί σε μια εποχή, πόλωσης, φονικών συγκρούσεων, εξαθλίωσης και αγώνων της Ελλάδας στο πλευρό της αντιναζιστικής συμμαχίας, κάλυπτε ένα μεγάλο πολιτικό κενό.
Αναλύοντας τα λιγοστά πολιτικά κείμενα της Σ.Ε.Ε. τα οποία γράφονται από μία πολιτική ομάδα με έντονη την παρουσία του Ν.Κ., διαπιστώνουμε την διαυγή πολιτική του σκέψη και την ενόραση του, για πολιτικό μέλλον του πλανήτη. Οικουμενική αντίληψη για έναν ουμανιστικό Σοσιαλισμό, διαφορετικό από αυτό που κυριαρχεί στην Σταλινική Σοβ. Ένωση, ο οποίος ήδη έχει ξεφύγει από το πνεύμα της ρωσικής επανάστασης του 1917, της οποίας δεν έπαυσε να της αναγνωρίζει τον αρχικό θετικό ρόλο. Το έργο του «Τι είδα στη Ρουσία» γραμμένο το 1928, αποκαλύπτει την λατρεία του, έστω και προσωρινή στους «νέους θεούς» της σοσιαλιστικής ιδεολογίας. Σταδιακή και με δημοκρατικά μέσα κατάργησης του κεφαλαιοκρατικού συστήματος χωρίς να παραγνωρίζονται τα στοιχειώδη δικαιώματα του πολίτη για ατομική ιδιοκτησία και «αστικές» ελευθερίες του.
(…)
Το σοσιαλιστικό όραμα τον γοητεύει από την Εποχή της Γερμανίας. Η πρώτη μεταπολεμική δεκαετία του 1920 στην νικημένη Γερμανία είναι για την χώρα αυτή, χρόνια ιδεολογικών ζυμώσεων και κοινωνικών εξεγέρσεων. Ο φιλόσοφος Σπέγκλερ με το έργο του «Η Παρακμή της Δύσης» τον μετατοπίζει από τον εθνισμό του Δραγούμη και το όραμα της Μεγάλης ιδέας. Με την καταστροφή της Παλαιάς Ευρώπης, ο Ν. Κ. πιστεύει ότι η νέα «Θρησκεία» έρχεται από την Ρωσία για το καλό όχι μόνο του παρηκμασμένου Ευρωπαϊκού Πολιτισμού αλλά για όλη την ανθρωπότητα.
Το όνειρο της επανάστασης του Λένιν δεν κράτησε πολύ, το 1928 όπως γράφει ο ίδιος το ταξίδι της Ρωσίας τον κούρασε, είπε όμως την αλήθεια για την χώρα των «νέων προφητών» και ας μην ευχαρίστησε στην Ελλάδα ούτε κομμουνιστές ούτε αστούς όπως εύστοχα τονίζει ο καλός μελετητής του και συμπατριώτης του Γ. Στεφανάκης.

*

Από την πολιτική δράση του Νίκου Καζαντζάκη, εντόπισα δύο κείμενα (3). Το πρώτο απευθύνεται στους εργαζόμενους, στις 3 Οκτωβρίου 1945 (πριν γίνει υπουργός):

«Η εργατική τάξη όλου του κόσμου είναι καιρός και την ύστατη τούτη ώρα να θυμηθή τις σκοτεινές ώρες του διχασμού του 1933, που έφεραν τον Χίτλερ στην εξουσία και οδήγησαν την ανθρωπότητα στον πόλεμο και τον πολιτισμό στο χείλος του γκρεμού, όπου βρίσκεται τώρα. Όπως και τότε, έτσι και σήμερα το πρόβλημα απ’ όπου εξαρτάται η σωτηρία του κόσμου, είναι απαράλλακτα το ίδιο. Πώς θα μπορέση η διεθνής εργατική τάξη να υψωθή απάνω από τα στενά πάθη των κομμάτων της και ν’ αντικρύση υπεύθυνα την επιταγή της ιστορικής της αποστολής. Να ενωθή και να σώση τον κόσμο.

Η Διάσκεψη των πέντε απέτυχε, γιατί οι διπλωματικοί αντιπρόσωποι της εργατικής τάξης της Αγγλίας και της Σοβιετικής Ρωσίας δεν μπόρεσαν ν’ ακούσουν τη φωνή του παγκόσμιου προλεταριάτου, που ζητά την ένωση και την ειρήνη. Αν στις Διασκέψεις της Ειρήνης συμμετείχαν και οι μικροί λαοί που θυσιάστηκαν πολεμώντας για την ελευθερία η αποτυχία θα ήταν πιο δύσκολη, γιατί οι φωνές της ελευθερίας θα ήταν περισσότερες και η ανάγκη της ένωσης πιο πεθυμητή.

Σαν απαίτηση του διχασμού τούτου του παγκόσμιου προλεταριάτου παρουσιάζεται σήμερα και στη χώρα μας η αντιδικία των κομμουνιστών με τους σοσιαλιστές. Ποιον βοηθά αδέλφια εργάτες ο αδελφικός αυτός σπαραγμός. Το μέτωπο της δεξιάς! Ο Χίτλερ έχει ακόμα σε όλες τις χώρες τους επιγόνους του κι εμείς οι ίδιοι τους βοηθούμε να συνεχίσουν το ολέθριο έργο τους. Η διαφορά στην ερμηνεία της έκφρασης της δημοκρατίας δεν μπορεί και δεν πρέπει να οδηγήση και πάλι στην εργατική αυτοκτονία και να ξαναφέρη στον κόσμο το σάπισμα και τον πόλεμο.

Οι διαφορές υπάρχουν και πρέπει να ξεπεραστούν με μια σύνδεση. Και με έκκληση σε όλες τις εργαζόμενες τάξεις των πόλεων και της υπαίθρου: Ας ξεπεράσουμε τις διαφορές, ας ενωθούμε όσοι αγαπούμε την ελευθερία, σ’ ένα Δημοκρατικό Συνασπισμό, ας πολεμήσουμε όσο είναι ακόμα καιρός για τη Δημοκρατία, για την κοινωνική και οικονομική δικαιοσύνη και το Σοσιαλισμό. Γιατί τη στιγμή αυτή όλα αυτά τα ανεκτίμητα αγαθά του ανθρώπου κινδυνεύουν. Εργαζόμενες τάξεις όλου του κόσμου ενωθείτε!»

Η δεύτερη επιστολή δημοσιεύτηκε στις 13 Νοεμβρίου 1945 και απευθύνεται προς τον Άγγλο υφυπουργό Εξωτερικών Μακ Νηλ, της νέας κυβέρνησης των Εργατικών.

Σύντροφε,

Επιτρέψτε μου να χαιρετήσω τον ερχομό Σας εκ μέρους των σοσιαλιστών και της εργατικής τάξης της πατρίδας μου. Ο λαός μας, που εστάθη την πιο κρίσιμη ώρα του πολέμου, μόνος αυτός, στο πλευρό σας και νίκησε μια αυτοκρατορία στ’ αλβανικά βουνά κι ωργάνωσε εξαίσιο κίνημα αντίστασης στα ελληνικά βουνά και θυσιάστηκε ολόκληρος στον υψηλό σκοπό του συμμαχικού αγώνα, ατενίζει σήμερα τον επίσημο εκπρόσωπο της εργατικής Αγγλίας μ’ εμπιστοσύνη κι αγωνία.

Μ’ εμπιστοσύνη, γιατί ξέρει πως το δίκιο πάντα θριαμβεύει. Αλλά και μ’ αγωνία, γιατί ξέρει συνάμα πως δεν ακούγεται πάντα εγκαίρως η φωνή της δικαιοσύνης, όταν είναι μικρός ο λαός που φωνάζει. Και το έθνος μας είναι ποσοτικά μικρό και δεν μπορεί ν’ ανθέξει στις τόσο πολύχρονες δοκιμασίες της πείνας, της αδικίας και της πολυώνυμης – της φασιστικής, της γερμανοϊταλικής, της κεφαλαιοκρατικής- σκλαβιάς.

Όταν οι ελεύθερες εδώ ψυχές έμαθαν τον πολιτικό θρίαμβο της εργατικής ιδέας στην Αγγλία, ανάσαναν. Η πατρίδα μας που κινδύνευε να ξαναπέσει στο σκοτάδι, φωτίστηκε ξαφνικά κι όλοι στραφήκαμε στην ηρωική πατρίδα της «Μάγκνα Κάρτα» (σ. «Π»: πρόκειται για το χάρτη δικαιωμάτων που αναγκάστηκε να παραχωρήσει ο βασιλιάς της Αγγλίας Ιωάννης ο Ακτήμονας στους ευγενείς, στον κλήρο και στην εμπορική και αγροτική τάξη, το 1215, και αναφέρεται, μεταξύ άλλων, στο σεβασμό της προσωπικής ελευθερίας του ατόμου. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι ο πρώτος, στην ιστορία, κώδικας ανθρωπίνων δικαιωμάτων), που αιώνες τώρα πολεμάει για τις άγιες ελευθερίες του ανθρώπου και του πολίτη. Ανοίγατε, σεις οι Άγγλοι, ένα δρόμο στο σύγχρονο χάος, μπαίνατε μπροστά, με τη δίκαιη πια αξίωση ν’ αναλάβετε την ηθική ηγεμονία του κόσμου κι εμείς όλοι στηλώσαμε τα μάτια πέρα στ’ αγγλικά ακρογιάλια, απ’ όπου ανέτελνε η μέρα της δημοκρατικής ελευθερίας και της σοσιαλιστικής δικαιοσύνης.

Μήνες πέρασαν, μήνες συχνής αγωνίας, οικονομικής εξαθλίωσης κι αναίσχυντης περιφρόνησης των δικαίων του λαού. Φτάσαμε πια στ’ ακρότατα όρια της αντοχής και της υπομονής. Κι ακριβώς στην πιο κρίσιμη κι επικίνδυνη τούτη στιγμή, φτάνετε, απεσταλμένος της Μ. Βρεταννίας, να δείτε και ν’ ακούσετε μόνος σας, να ξεκαθαρίσετε την αλήθεια από το ψέμα και να φωτίσετε, υπεύθυνα πια, την κυβέρνησή σας να πάρει απόφαση.

Είναι δύσκολο σ’ έναν ξένο και μάλιστα Άγγλο να νοιώσει έναν λαό σαν το δικό μας – πολύπλοκο, αναρχούμενο, αιώνες υποσιτισμένο και τόσο περήφανο. Η αγγλική εργατική τάξη είχε την ευτυχή δυνατότητα να διεξάγει τους αγώνες της σ’ ένα κλίμα υποδειγματικής πολιτικής ελευθερίας και ν’ αντιμετωπίζει έναν αντίπαλο με υψηλό ήθος και που κατανοούσε βαθειά τα εθνικά, πολιτικά και κοινωνικά συμφέροντα της Αυτοκρατορίας. Στην Ελλάδα τέτοια δεξιά με ήθος κι εθνική κατανόηση δεν υπάρχει. Ο εργαζόμενος λαός παλεύει δέκα χρόνια τώρα για να υπερασπίσει δικαιώματα που θεωρούνται στη χώρα σας φυσικά κι αυτονόητα. Από το 1936 η φασιστική βασιλεία στέρησε το λαό μας από τα στοιχειώδη δικαιώματα νάχει πολιτική γνώμη κι οικονομικά αιτήματα. Η στρατιωτική και οικονομική ηγεσία της δικτατορικής εποχής συνθηκολόγησε με τον εχθρό και συνεργάστηκε μαζί του και οι ελεύτερες ψυχές επήραν τα βουνά, οργανώνονταν μέσα στις πολιτείες κι άρχισε η ηρωική μαρτυρική εποποιία της αντίστασης.

Κι όταν έφυγε ο καταχτητής και περιμέναμε όλοι ελευθερία και δικαίωση των εθνικών μας ελπίδων έγινε κάτι το απροσδόκητο, μοναδικό στον κόσμο: Οι προδότες κι οι δοσίλογοι πήραν ουσιαστικά την εξουσία κι οι ελευθερωτές φυλακίστηκαν, ξορίστηκαν κι ο λαός πεινά και τα εθνικά μας δίκαια κινδυνεύουν. Η αντεπανάσταση, που τη γέννησε ο τραγικός Δεκέμβρης, λυμαίνεται σήμερα την Ελλάδα – το στρατό, τη χωροφυλακή, την αστυνομία, τον κρατικό μηχανισμό. Στην πολιτική, οικονομική και κοινωνική ζωή μας επικρατούν οι δυνάμεις του σκοτεινού αναχρονισμού, της άπληστης οικονομικής ολιγαρχίας και της πατριδοκάπηλης ξετσιπωσιάς.

Η εργατική Αγγλία αν θέλει να γίνει αληθινά ο ηθικός ηγέτης του μεταπολεμικού κόσμου, δεν μπορεί να μείνει απαθής μπροστά στην τεχνητή τούτη αναβίωση των δυνάμεων του σκότους, που η εξόντωσή τους αποτελεί τη μόνη ιστορική δικαίωση του συμμαχικού αγώνα.

Σύντροφε, φτάνετε σήμερα σε μια χώρα που την ποτίζουν δέκα χρόνια τώρα αίματα και δάκρυα. Και τώρα βρίσκεται σε μέγα κίνδυνο και το ξέρει. Όλη η Ελλάδα είναι σήμερα μια Κραυγή. Η εργατική τάξη της Αγγλίας ας ακούσει από το στόμα σας την κραυγή των αδελφών της στην Ελλάδα. Η ηθική ηγεμονία στερεώνεται στην παγκόσμια συνείδηση μονάχα με πράξεις γενναίες και υψηλές. Τη στιγμή τούτη δεν κρίνεται μονάχα η Ελλάδα. Κρίνεται κι η ηθική αξία της Αγγλίας. Ήρθε η στιγμή, η μεγάλη και λευτερωμένη από τις δυνάμεις του σκότους Αγγλία, να δείξει πως αληθινά είναι άξια να μπει μπροστά και ν’ ανοίξει νέο δρόμο, πιο τίμιο, πιο δίκαιο, στην ανθρώπινη ιστορία.

*

Υπάρχει ένα θέμα σχετικά με το χρόνο παραίτησης του Ν. Καζαντζάκη, από την κυβέρνηση Σοφούλη. Στις περισσότερες ηλεκτρονικές αναφορές γίνεται αποδεκτό ότι η συμμετοχή του στην κυβέρνηση διάρκεσε από τις 26 Νοεμβρίου 1945 έως τις 11 Ιανουαρίου 1946, ενή η παραίτησή του αιτιολογείται με το ασαφέςπαραιτήθηκε από το αξίωμά του μετά από την ένωση των σοσιαλοδημοκρατικών κομμάτων (4).  Αντίθετα, η «επίσημη» ιστορία της εποχής, από το ΚΚΕ, όπως δημοσιεύτηκε στο Ριζοασπάστη αναφέρει ότι η παραίτηση 9 υπουργών του Σοφούλη (μεταξύ αυτών και του Ν. Καζαντζάκη) έγινε στις αρχές Μαρτίου του 1946 και έγινε για λόγους διαμαρτυρίας για το γεγονός ότι οι επερχόμενες εκλογές (31 Μαρτίου 1946) ήταν βέβαιο ότι δεν θα διεξαγόντουσαν επί ίσοις όροις, άρα έπρεπε να αναβληθούν (5).

Μια πηγή που φαίνεται ακριβής δίνει ελαφρώς διαφορετική  ημερομηνία παραίτησης: 20 Ιανουαρίου 1945 (6).

Ένα άλλο θέμα που παραμένει αδιευκρίνιστο είναι αν ο Καζαντζάκης είχε γίνει μέλος του ΕΑΜ. Παραθέτω δύο πηγές, σχετικά:

 Ακόμα και στην Κατοχή, που θαύμαζε τον αγώνα του λαού και χειροκροτούσε τις οργανώσεις του, δεν θέλησε να ενταχθεί πουθενά. Η Έλλη Αλεξίου γράφει στο βιβλίο της «Για να γίνει Μεγάλος» πως ο Καζαντζάκης σε πρόταση του Γιάννη Μαγκλή να ενταχθεί στο ΕΑΜ αρνήθηκε και έθεσε όρους. Ο Γιάννης Μαγκλής, όμως, σε προσωπική συζήτηση που είχαμε μαζί του, μας διαβεβαίωσε πως δεν θέλησε ποτέ να εντάξει τον Καζαντζάκη στο ΕΑΜ γιατί δεν ήθελε να βάλει σε κίνδυνο τον μεγαλύτερο συγγραφέα που διέθετε η πατρίδα μας εκείνον τον καιρό.

(Μιχάλης Σταφυλάς, 7)

Και η δεύτερη, αμφίβολης αξιοπιστίας – αν και έχω ξαναδιαβάσει για την έγνοια του Καζαντζάκη να σωθεί το ΕΑΜ:

4. Ο Kαζαντζάκης θαύμαζε ιδιαιτέρως τον Eβραίο ιδρυτή του KKE Aβραάμ Mπεναρόγια. Η πιο ασυνήθιστη συνάντηση έγινε ένα καλοκαιρινό απόγευμα του 1945 στο σπίτι του τεχνοκριτικού Άγγελου Προκοπίου (μετέπειτα θαυμαστή και μέντορα του αρχηγού της 21ης Aπριλίου Γ. Παπαδόπουλου!) στο Mετς: O Mπεναρόγιας, ο N. Πουλιόπουλος και άλλοι επιφανείς κομμουνιστές συζητούσαν με τον 62χρονο Kαζαντζάκη πώς θα σωθεί το EAM από την οργανωμένη επίθεση της αστικής αντίδρασης!
5. O Στρατάρχης Aλέξανδρος Παπάγος αποκαλούσε τον Kαζαντζάκη «κόκκινο φίδι» και έγινε η αιτία να φύγει μεταπολεμικά από την Eλλάδα ο μεγάλος συγγραφέας.
(8)

Προσωπική μου εκτίμηση είναι πως ο Καζαντζάκης υποστήριζε το ΕΑΜ, έστω κι αν τυπικά δεν ήταν μέλος του. Η πολιτική αντίθεση με το ΚΚΕ έγινε εμφανής με τη συμμετοχή του στην κυβέρνηση Σοφούλη, για την οποία οι κομματικοί τονστόλισαν καταλλήλως. Χωρίς να πείσουν όμως την άλλη πλευρά, η οποία εξακολουθούσε να τον θεωρεί κόκκινο φίδι – ενώ ο Σπύρος Μελάς δεν έπαυε να απαιτεί, στα χρονογραφήματά του, ούτε λίγο ούτε πολύ… το κεφάλι του! Αυτό όμως δεν εμπόδισε τον Καζαντζάκη να κάνει μια πραγματικά αρχοντική χειρονομία – νομίζω ότι  διάβασα τη σχετική αφήγηση σε ένα βιβλίο του Λουντέμη, που δεν έχω πρόχειρο τώρα: όταν του χάρισαν ένα ζευγάρι πιστόλες από την εποχή της Επανάστασης, αυτός τις έστειλε στον Μελά. Κι όταν οι δικοί του τον ρώτησαν γιατί έκανε τέτοιο δώρο στον μεγάλο εχθρό του (ο οποίος, παρεμπιπτόντως, πρωτοστάτησε για να μην πάρει ο Καζαντζάκης το Νόμπελ, καθώς δεν καταλάβαινε ούτε από κουμπούρες, έστω και αυθεντικές) απάντησε απλά: έχει γράψει ένα υπέροχο βιβλίο για τον Κολοκοτρώνη, του άξιζαν!

Τον είχαν όλοι, λοιπόν, για κομμουνιστή –  εκτός από τους original. Και οι Άγγλοι! Γράφει ο Πάτροκλος Σταύρου (9):

Μα και σ’ αυτό θα ανακατέψουμε τους Αγγλους; Είδα με τα μάτια μου στο Βρετανικό Δημόσιο Αρχείο έγγραφο της βρετανικής πρεσβείας στην Αθήνα, που προφανώς είχε παραπέσει κατά τη διαλογή για ταξινόμηση, με πληροφορίες δοθείσες από επώνυμο έλληνα λόγιο και διανοούμενο για τα φρονήματα των λογοτεχνών και των πνευματικών ανθρώπων στην Ελλάδα. Και ανάμεσά τους, σαν πολύ κομμουνιστές φιγουράριζαν ψηλά ψηλά ο Καζαντζάκης και ο Σικελιανός.

*

Και οι αδερφοφάδες; Είναι μάλλον το λιγότερο γνωστό μυθιστόρημα του συγγραφέα. Ίσως γιατί δεν άρεσε, διαχρονικά, ούτε στους αριστερούς, ούτε στους δεξιούς. Θα καταλάβουμε εύκολα γιατί συμβαίνει αυτό – αλλά πρώτα ας δούμε την «υπόθεση» (10):

Η ιστορία τοποθετείται στον Κάστελο, ένα απομονωμένο χωριό της Μακεδονίας, στα χρόνια του Εμφυλίου. Το χωριό βρίσκεται υπό τον έλεγχο του στρατού και πολιορκείται από τους αντάρτες. Ο ιερέας του, ο παπα-Γιάνναρος, στέκεται ανάμεσα στις δύο παρατάξεις και προσπαθεί να τις συμφιλιώσει. Ωστόσο, όλες του οι παραινέσεις αντιμετωπίζονται με αδιαφορία, αφού κάθε παράταξη τον θεωρεί όργανο της άλλης. Ο παπα-Γιάνναρος αναρωτιέται πού βρίσκεται το δίκιο, παρόλο που το κοινωνικό όραμα των ανταρτών του φαίνεται σωστό σε κάποια σημεία, τον προβληματίζει η απάνθρωπη συμπεριφορά τους. Ενώ η κατάσταση στον Κάστελο είναι τραγική, παίρνει τη μεγάλη απόφαση: συναντά τον αρχηγό των ανταρτών, τον καπετάν Δράκο (που είναι γιος του) και συμφωνεί να του παραδώσει το χωριό, με τον όρο να μην πειράξει κανέναν. Στη συνέχεια, απευθύνεται στους χωρικούς και τους πείθει να δεχτούν τη συμφιλίωση. Όμως, μόλις οι αντάρτες μπαίνουν στον Κάστελο, ο καπετάν Δράκος εκτελεί 12 άτομα. Θεωρώντας τον εαυτό του υπεύθυνο για το θάνατό τους, ο παπα-Γιάνναρος δηλώνει ότι θα γυρίσει όλα τα χωριά για να συμφιλιώσει τους ανθρώπους και να τους πει να μην πιστεύουν ούτε τους «μαύρους» ούτε τους «κόκκινους». Έχει ήδη αρχίσει να απομακρύνεται, όταν ο καπετάν Δράκος διατάζει να τον σκοτώσουν.

Ο λόγος στο ίδιο το κείμενο του Καζαντζάκη (11).

(Στην αρχική ανάρτηση της καλύβας είχα συμπεριλάβει εκτεταμένα αποσπάσματα από τους αδερφοφάδες, τα οποία δεν είναι δυνατόν να περιληφθούν εδώ καθώς προέκυψε θέμα «πνευματικών δικαιωμάτων». Έτσι, η ανάρτηση της καλύβας γίνεται «απόρρητη» (για τους αναγνώστες) κι εδώ θα αρκεστούμε σε μια δική μου περίληψη – απόδοση των αποσπασμάτων που είχα επιλέξει, με μικρές φράσεις από το βιβλίο του Καζαντζάκη)

*

Πόλεμος ακατάπαυτος με το Θεό, με τους αγέρηδες, με το χιόνι, με το θάνατο είναι η ζωή τους· γι’ αυτό, όταν πλάκωσε ο αδερφοσκοτωμός, δεν ξαφνιάστηκαν οι Καστελιανοί, δεν τρόμαξαν, δεν άλλαξαν συνήθειες· μονάχα ό,τι ως τότε κουφόβραζε μέσα τους, βουβό κι αφανέρωτο, ξεσπούσε τώρα κι αυθαδίαζε λεύτερο· τινάχτηκε από τα στήθια τους αχαλίνωτη η αρχέγονη λαχτάρα του ανθρώπου να σκοτώσει.

Να που ο Καζαντζάκης συναντιέται με τον Καραγάτση και τον συνταγματάρχη Λιάπκιν – Νταβίντοφ!

https://greekcivilwar.wordpress.com/2016/06/25/gcw-267/

Μόνο που ο μεγάλος Κρητικός συγγραφέας μεταφέρει, πολύ τολμηρά, την αρχέγονη λαχτάρα του φόνου από το πρόσωπο, σε ολόκληρη την κοινότητα. Στο χωριό Καστέλο, που έχει διχαστεί: άλλοι με τους κοκκινοσκούφηδες και άλλοι με τους μαυροσκούφηδες. Οι άντρες  συμμετέχουν αυτονόητα στο γλυκό το αδερφοφάγωμα, αλλά δεν υστερούν και οι γυναίκες!

 Ξεπετιούνταν αναμαλλιάρες κι οι γυναίκες από τις αυλές, σκαρφάλωναν στις ταράτσες και σκλήριζαν, ν’ αγκρίσουν τους άντρες· ούρλιαζαν και τα σκυλιά του χωριού, έτρεχαν ξεγλωσσισμένα πίσω από τ’ αφεντικά τους κι έμπαιναν κι αυτά στο κυνήγι’ ωσότου έπεφτε η νύχτα και κατάπινε τους ανθρώπους.

Υπήρχε όμως και ένας, που δεν ήταν σαν τους άλλους: ο παπάς του χωριού, ο παπα- Γιάνναρος. Αυτός αναρωτιόταν σε ποια μεριά βρίσκεται ο Χριστός (αριστερά, δεξιά ή στη μέση) με αποτέλεσμα να τον αποστρέφονται και οι μεν και οι δε.

Οι σχέσεις του παπά Γιάνναρου με το στρατό είχαν φτάσει σε οριακό σημείο. Σε μια σκηνή υψηλής έντασης ανάμεσα σ’ αυτόν και τον λοχαγό του Ελληνικού Στρατού μαθαίνουμε ότι ο γιος του είναι με τους αντάρτες:

 

– Αυτά να τα λες του γιου σου, του καπετάν Βούλγαρου, του προδότη!

Οι στρατιώτες και ξεχωριστά ένας λοχίας σώζουν τον παπά από τη μανία του λοχαγού.

*

 

 

Αποσπάσματα από το ημερολόγιο ενός σκοτωμένου φαντάρου:

22 του Φλεβάρη. Για τι πολεμώ; Για ποιόν πολεμώ; Κάθε μέρα κι η αμφιβολία μεγαλώνει, και μαζί της και το μαρτύριο. (…) Πώς να ξεδιαλύνω που ‘ναι το δίκιο, που το άδικο, για να δω με ποιον να πάω και που αξίζει να δώσω τη ζωή μου; Για ένα πολεμιστή, θαρρώ, μαρτύριο μεγαλύτερο δεν υπάρχει.

Το ημερολόγιο του σκοτωμένου φαντάρου χρησιμεύει στον συγγραφέα για να παρουσιάσει το αδιέξοδο και τα διλήμματα ενός νέου στρατευμένου, διανοούμενου, ο οποίος αμφιταλαντεύεται ηθικά και ιδεολογικά ανάμεσα στις δύο παρατάξεις. Γράφει για τον λοχαγό:

Όμως ένιωθα γι’ αυτόν σέβας ανεξήγητο· σέβας και φόβο και συμπόνια. Ήταν γενναίος, τίμιος, φτωχός, πίστευε στον αγώνα του, ήταν έτοιμος κάθε στιγμή να σκοτωθεί για την Ελλάδα. (…)  Είναι ο λοχαγός μας από τους ανθρώπους, τόσο σπάνιους στην αποσύνθεση του καιρού μας, που απάνω από το ατομικό τους συφέρο και την ατομική τους ευτυχία τοποθετούν μιαν ιδέα’ σωστή μπορεί, στραβή μπορεί · το σπουδαίο είναι πως για την Ιδέα αυτή θυσιάζουν τη ζωή τους.

Και οι άλλοι φαντάροι;

Κοίταξα γύρα μου· πολλοί φαντάροι έκλαιγαν ο Λουκάς έστριβε το ρουμελιώτικο μουστάκι του κι ο Πάνος κοίταζε το χάρτη της Ελλάδας, όπως κοιτάζουν οι πιστοί τα θαματουργά κονίσματα. Ο Στρατής πίσω μου ξερόβηχε κοροϊδευτικά, κι ο Λεβής, κίτρινος, σουρωμένος, αλλήθωρος, χαμογελούσε με κακία.

Ο σκοτωμένος φαντάρος προσπαθεί να επιλέξει:

Έχει δίκιο ο λοχαγός, συλλογίζουμουν, όλο το μυστικό είναι ετούτο: να μπορέσεις να βρεις μιαν ιδέα, να τη θρονιάσεις απάνω από τον εαυτό σου, να βάλεις πια σκοπό σου να ζεις και να πεθάνεις γι’ αυτή. Έτσι η πράξη παίρνει ευγένεια κι η ζωή σου ενότητα· (…)

Τίποτα γενναίο δεν μπορεί ο άνθρωπος να κάμει στον κόσμο αν δεν υποτάξει τη ζωή του σ’ ένα Αφέντη ανώτερο του.

Είναι, με άλλα λόγια, μια από τις «εντολές» του Καζαντζακικού Οδυσσέα, προσαρμοσμένη στις συνθήκες της εποχής, όπου ο πολεμιστής δεν ακολουθεί πια έναν άνθρωπο αλλά μιαν ιδέα:

– Ακλούθα πάντα, δίχως να ρωτάς, ψυχήν ανώτερή σου! 

(Από την «Οδύσσεια»)

Όμως ο σκοτωμένος φαντάρος έχει έναν συγγενή (θείο) που του γράφει, με αγάπη αλλά και σαρκασμό:

…το γιατρικό σου το λοιπόν λέγεται: Μαριώ. Αυτή θα σου δώσει σίγουρη αποστομωτική απάντηση σε όλα σου τα ρωτήματα’ πάρε δυό ή τρεις στάλες Μαριώ, όσες σηκώνεις (όσο περισσότερες τόσο καλύτερα) το βράδυ πριν κοιμηθείς -και θα ησυχάσεις.

»Θαρρείς πως κοροϊδεύω όπως το ‘χω συνήθειο, και δεν καταδέχουμαι ν’ ανοίξω σοβαρές κουβέντες μαζί σου; Γελιέσαι, νεαρέ μου· πιο σοβαρά δεν μπορώ να μιλήσω, ετούτος είναι ο ανώτατος καρπός όλης μου της σοφίας. 

Ο θείος Βελισσάριος είναι παθός και μαθός:

Όταν ακούω ένα ιεροκήρυκα να κηρύχνει την καλοσύνη και την αγάπη, μου ‘ρχεται εμετός· όταν ακούω ένα πολιτικό να μιλάει για πατρίδα και τιμή και δικαιοσύνη, μου ‘ρχεται εμετός· έχουν εξευτελίσει τα πάντα, και το ξέρουν κι εκείνοι που μιλούν κι εκείνοι που ακούνε· κι όμως δε σηκώνεται κανένας να τους φτύσει.

Η συμβουλή του, πικρή:

 

Σκότωσε όσα αδέρφια σου μπορείς, δυστυχισμένε -άσκημη δουλειά, μα τι φταις εσύ; προσπάθησε τουλάχιστο να γυρίσεις ζωντανός, να προφτάσεις να τελέψεις τον κύκλο σου όλο: παιδιάτικες χαρές, νεανικές πνεματικές φαγούρες, παντριγιά, βάσανα, παιδιά, θάνατος. Καληνύχτα!

*

 

Φαίνεται ότι ο Καζαντζάκης είχε πολύ καλή γνώση για τις διαφωνίες στο εσωτερικό του Κόμματος και των ηγετικών στελεχών του ΔΣΕ. Και τα αποδίδει με τη σύγκρουση του καπετάνιου (γιου του παπά) και του «κομματικού» Λουκά:

 

– Θαμάζουμαι, πως μπήκες στο Κόμμα, καπετάνιο, σούριξε ανάμεσα στα δόντια του ο Λουκάς’ Κόμμα θα πει: να υπακούς και να μη ρωτάς.

– Δε δέχουμαι να λευτερώνω τους άλλους και να μην είμαι εγώ λεύτερος, αποκρίθηκε στεγνά, στυφά το φαρμακωμένο στόμα του καπετάνιου. Χρέος μας πρώτα να φέρουμε τη δικαιοσύνη κι ευτύς ύστερα τη λευτεριά. Αυτό έκανα στο κάθε χωριό που πατούσα. Δεν μπορώ να βλέπω το άδικο και να σωπαίνω. Έβαζα πρώτα τάξη και δικαιοσύνη.

– Ο αληθινός κομουνιστής να βλέπει το άδικο δεν κλονίζεται η πίστη του, το δέχεται μάλιστα, το παραδέχεται, αν το άδικο αυτό βοηθάει το σκοπό μας· όλα για το σκοπό, όλα για τη νίκη!

– Αυτό θα μας φάει! αντιμίλησε ο καπετάνιος ξαναμμένος· αυτό θα μας φάει! Ο σκοπός αγιάζει τα μέσα; Δώστου λοιπόν αδικία για να φτάσουμε στη δικαιοσύνη; δώστου σκλαβιά για να φτάσουμε στη λευτεριά; Αυτό, σου το λέω εγώ και ραΐζεται η καρδιά μου που το λέω, αυτό θα φάει την Ιδέα.

 

Η κουβέντα οδηγείται στα όρια της άμεσης συμπλοκής των δύο, αλλά ο καπετάνιος φροντίζει να την αναβάλει: πρώτα πρέπει να πάρει το χωριό.

– Έτσι πρέπει να μας βλέπουν τα παλικάρια, έκαμε σιγά, αγκαλιασμένους· εμείς σκάβουμε ο ένας του αλλουνού το λάκκο, μα οι νέοι αυτοί είναι καθαρή φλόγα· ας μην τους δείχνουμε τις κακομοιριές μας· αν σωθεί ο κόσμος, αυτοί θα τον σώσουν αν χαθεί, εμείς θα φταίμε, οι κεφαλές.

Ο Λουκάς δεν αποκρίθηκε’ μα το μάτι του είχε γεμίσει φόνο· πήρε την ταμπακέρα κι άρχισε αργά να στρίβει ένα τσιγάρο.

*

Τέλος, η συγκλονιστική σκηνή στο προαύλιο της εκκλησίας, μετά την Ανάσταση, η οποία αποδείχνεται απατηλή. Ο προγραμμένος από το Κόμμα καπετάν – Δράκος παραβαίνει το λόγο που είχε δώσει στον πατέρα του, τον παπα – Γιάνναρο (ο οποίος βασισμένος σ’ αυτόν έχει πείσει το χωριό να παραδοθεί) και ετοιμάζεται για τις συνήθεις εκτελέσεις των αντιδραστικών και των στρατιωτών που δεν δέχονται να περάσουν στις τάξεις του ΔΣΕ. Όλη η σκηνή είναι ένα εκπληκτικό φινάλε μιας τραγωδίας, όπου τίμιοι και άτιμοι, ιδεολόγοι και άσχετοι, αλέθονται μαζί στον νοερό μύλο του Εμφυλίου.

Ο  παπάς μένει και παρακολουθεί. Φέρνουν τους προγραμμένους προύχοντες, με τη συνοδεία τους και τους αιχμάλωτους φαντάρους:

Απάνω εκεί που μιλούσαν, ακούστηκαν πατημασιές στο καλντερίμι, βογκητά και βλαστήμιες’ σε λίγο η ξώπορτα γέμισε· ο γερο-Μάντρας πήγαινε μπροστά, ξερακιανός, ντούρος, με μακρύ τεντωμένο λαιμό, σα λέλεκας· πίσω του οι τρεις του γιοι και τέσσερεις φαμέγοι’ πιο πίσω οι τρεις γέροι προεστοί, ο μπαρμπα-Τάσος, ο γερο-Σταμάτης κι ο Χατζής· κίτρινοι, με λυμένα τα ζωνάρια τους, με κρεμάμενα χείλια· και τα μάτια τους έτρεχαν. Πίσω από τους προεστούς σούρνουνταν κουτσαίνοντας ο Μήτρος ο λοχίας· είχε κι αυτός φέρει αντίσταση και τον καταμισέρωσαν οι αντάρτες – δεν μπορούσε τώρα να σύρει τα πόδια του, και τον αναβαστούσε ο Νιόνιος, ο γυαλάκιας· πίσω τους, οι επίλοιποι φαντάροι, καταξεσκισμένοι, ξαρμάτωτοι’ κι ολοστερνός, καταλασπωμένος, καταματωμένος, ο λοχαγός·

Ο λοχαγός είχε στο λόχο του, στο Αλβανικό μέτωπο, τον καπετάνιο. Κι αυτός, όταν είχε τραυματιστεί, του είχε σώσει τη ζωή.

 

 

– Σκότωσέ με, μουρμούρισε τέλος, σκότωσε με, να γλιτώσω. Και σε λίγο:

– Αν επεφτες στα χέρια μου, καπετάν Προδότη, θα σε σκότωνα· τώρα που έπεσα εγώ στα χέρια σου, σκότωσε με· απόκριση άλλη δεν έχω να σου δώσω.

– Σε σέβουμαι, έκαμε ο καπετάνιος κι η φωνή του τώρα ήταν γεμάτη σπλάχνος και θυμό, σε σέβουμαι και σε λυπούμαι, μα θα σε σκοτώσω.

– Έτσι πρέπει, έκαμε ο λοχαγός.

Ο παπάς κάνει την ύστατη προσπάθεια να σώσει τους μελλοθάνατους.

 

 

– Μη φοβάστε, παιδιά μου, φώναξε, ο καπετάνιος δεν μπήκε στο χωριό μας για γδίκηση, ήρθε για φιλιωμό. Άντρας είναι, παλικάρι, έδωκε το λόγο του να μην πειράξει κανένα, το λόγο της τιμής του, έχετε εμπιστοσύνη! θέλει μονάχα, έχει δίκιο, να σας φοβερίσει λίγο, γιατί μαθές φέρατε αντίσταση στο φιλιωμό, θέλει να σας μαλώσει, κι ύστερα – για λευτεριά δεν ήρθε,- να σας αφήσει λεύτερους. Εγώ μπήκα εγγυητής, ο παπα-Γιάνναρος, μη φοβάστε!

Ο γιος του όμως έχει άλλους σκοπούς. Προτείνει στο λοχαγό, τους φαντάρους και τους χωρικούς να ενταχτούν στο ΔΣΕ και να σώσουν τη ζωή τους. Για τον ταξικό εχθρό δεν έχει δισταγμό:

 

 

– Εσένα, γερο-Μάντρα, ανέσπλαχνε κοτζαμπάση, που τόσα χρόνια είχες κάμει τσιφλίκι σου το χωριό και ρουφούσες το αίμα της φτωχολογιάς, εσένα δε σε ρωτώ’ θα σε σκοτώσω!

Ο λοχίας αμφιταλαντεύεται καθώς θυμάται τη γυναίκα και το παιδί του, αλλά μένει με τον λοχαγό. Οι τρεις φαμέγοι προσχωρούν.  Οι τρεις προεστοί προσπαθούν να διαπραγματευτούν, αλλά ο καπετάνιος τους ξανακολλάει στον τοίχο. Τέσσερις από τους εφτά φαντάρους προσχωρούν.

Ένας από τους τρεις φαντάρους που απόμειναν, ντελικάτος, με γυαλάκια, ο Νιόνιος ο Ζακυθηνός.

– Καπετάνιο, είπε, εγώ δε θα ‘ρθω μαζί σου’ όχι γιατι δεν αγαπώ τη ζωή, παρά γιατί ντρέπουμαι’ ντρέπουμαι να υποταχτώ στη βία· σκότωσε με το λοιπόν.

– Αν ντρέπουσουν, θα ερχόσουν μαζί μας· κρίμα στα νιάτα σου.

– Για την αξιοπρέπεια του ανθρώπου δεν υπακούω στη βία, αποκρίθηκε ήσυχα ο άρχοντοθρεμμένος Ζακυθηνός και κόλλησε πάλι στον τοίχο.

Προσχωρεί κι ο μικρότερος γιος του γέρο – Μάντρα, ο Μίλτος.

 

– Έρχουμαι, καπετάνιο, είπε και ξεκόλλησε από τον τοίχο.

Ο γερο-Μάντρας έσκυψε το κεφάλι, μα δε μίλησε.

– Κατά διαόλου! του φώναξαν οι δυο του αδερφοί και τον έφτυσαν.

Φτάνει η ώρα των εκτελέσεων. Ο παπάς, αφού δεν μπορεί να τις αποτρέψει, παίρνει θέση τον τοίχο, δίπλα στο λοχαγό.

– Εδώ ‘ναι η θέση μου· με γέλασες, γέλασα το χωριό, το πρόδωκα’ με τι μούτρα θα παρουσιαστώ τώρα μπροστά στους ανθρώπους; Βιάζουμαι να παρουσιαστώ μπροστά στο Θεό και να του πω τον πόνο μου· και να καταγγείλω εσένα και τους συντρόφους σου, λαοπλάνε! Εσείς, μωρέ, θα πλάσετε τον καινούριο κόσμο; με την ψευτιά, με τη σκλαβιά, με την ατιμία;

– Παπα-Γιάνναρε, δε θέλω να σε χειροτονήσω ήρωα και να μου βουρκολακιάσεις, ούρλιασε ο καπετάνιος, τον άρπαξε από τις αμασκάλες και τον ξεκόλλησε από τον τοίχο.

 

Οι δώδεκα εκτελούνται. Ο παπάς βρίσκεται σε απόγνωση.

Σιγά, σουρτά προχώρεσε ανάμεσα στα δώδεκα κουφάρια, έσκυψε, γέμισε τη φούχτα του αίμα, άλειψε τα γένια του, γίνηκαν κατακόκκινα’ ξανάσκυψε, γέμισε πάλι τη φούχτα του, περέχυσε την κορφή του κεφαλιού του:

– Το αίμα σας, μούγκρισε, το αίμα σας, παιδιά μου, στην κεφαλή μου απάνω’ εγώ σας σκότωσα!

Οι αντάρτες γύρα τον κοίταζαν και γελούσαν.

(…)

 

Βγήκε από την εκκλησιά, στάθηκε στη μέση της αυλής.

– Φεύγω, φώναξε, ό.τι είπα θα το κάμω· θα πάρω σβάρνα τα χωριά και θα φωνάζω: «Αδέρφια, μην πιστεύετε τους κόκκινους, μην πιστεύετε τους μαύρους, αδερφωθείτε!» Το χωρίο που δεν έχει τρελό χάνεται θα γίνω εγώ ο τρελός του χωριού, ο τρελός της Ελλάδας, και θα φωνάζω.

(…)

 

Τινάχτηκε ο Λουκάς το πρωτοπαλίκαρο στη μέση του δρόμου, σήκωσε το τουφέκι του:

– Ε καπετάνιο, φώναξε, εδώ σε θέλω! τι πως είναι κύρης σου; Κάμε κόμπο την καρδιά σου, έχεις να δώσεις λόγο· δεν τον άκουσες; θέλει, λέει, να ‘ναι λεύτερος!

(…)

 

Ο καπετάνιος σήκωσε το χέρι:

– Σκοτώστε τον! Έκαμε πνιχτά και τα μάτια του βούρκωσαν.

– Παπά, φώναξε ο Λουκάς, ε παπα-Γιάνναρε, στάσου!

Άκουσε ο γέροντας τη φωνή, στράφηκε· έλαμψαν κατακόκκινα, όλο αίματα τα γένια του στον ήλιο.

Το πρωτοπαλίκαρο αναμέρισε τους συντρόφους, ακούμπησε το τουφέκι στον ώμο’ η μπάλα πήρε τον παπα-Γιάνναρο κατακούτελα άνοιξε ο γέροντας τις αγκάλες, χωρίς άχνα να βγάλει κι έπεσε τ’ ανάσκελα απάνω στις πέτρες.

*

Αισθάνομαι ότι κατακρεούργησα με τα χέρια μου μια από τις πιο δυνατές σκηνές που έχουν γραφτεί ποτέ για τη σύγχρονη ελληνική τραγωδία. Ο αναγνώστης μπορεί να αποκαταστήσει το κρίμα, αναζητώντας το ακέραιο κείμενο του Νίκου Καζαντζάκη στο διαδίκτυο (11) ή σε κάποιο βιβλιοπωλείο.

Παραπομπές

1.

Γαλάτεια Καζαντζάκη, άνθρωποι και υπεράνθρωποι. Εκδ. Πρόοδος (Μπαρμπουνάκης) Θεσσαλονίκη. Χωρίς ημερομηνία.

2.

Λουκάς Θεοχαρόπουλος

Καζαντζάκης και Σοσιαλισμός http://www.critique.gr/index.php?&page=article&id=101

3.

«Όλη η Ελλάδα σήμερα μια κραυγή»

http://www.patris.gr/articles/224513

4.

Νίκος Καζαντζάκης

http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9D%CE%AF%CE%BA%CE%BF%CF%82_%CE%9A%CE%B1%CE%B6%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B6%CE%AC%CE%BA%CE%B7%CF%82

5.

Ιστορία του ΔΣΕ, μέρος 20: Οι εκλογές του 1946 (Γ). Στην τελική ευθεία

https://erodotos.wordpress.com/2009/03/19/istoria-dse-20-ekloges-1946-c/

6.

Κυβέρνηση Θεμιστοκλή Σοφούλη 1945

http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9A%CF%85%CE%B2%CE%AD%CF%81%CE%BD%CE%B7%CF%83%CE%B7_%CE%98%CE%B5%CE%BC%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%BA%CE%BB%CE%AE_%CE%A3%CE%BF%CF%86%CE%BF%CF%8D%CE%BB%CE%B7_1945

7.

Καζαντζάκης και ΕΑΜ – Ι

http://politikokafeneio-com.anatolikos.net/logotexnia/nikos134.htm

8.

Καζαντζάκης και ΕΑΜ- ΙΙ

http://3mnka.wordpress.com/2008/02/09/24/

9.

Μα και σ’ αυτό θ’ ανακατέψουμε τους Άγγλους;

http://douridasliterature.com/kazanzakisN.html

10Αδερφοφάδες – περίληψη

http://www.greek-book.eu/shop/article_72/%CE%9A%CE%B1%CE%B6%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B6%CE%AC%CE%BA%CE%B7%CF%82–%CE%9D%CE%AF%CE%BA%CE%BF%CF%82—%CE%9F%CE%B9-%CE%B1%CE%B4%CE%B5%CF%81%CF%86%CE%BF%CF%86%CE%AC%CE%B4%CE%B5%CF%82.html?shop_param=cid%3D2%26aid%3D72%26

11.

Αδερφοφάδες – το κείμενο

https://vk.com/doc180784333_218046493?hash=2bdd8c94f4d4b89e83&dl=0deaf4f5c4479d1479

 

 

Advertisements

1 thought on “Ο Νίκος Καζαντζάκης στον Εμφύλιο: από το υπουργείο, στους «αδερφοφάδες» ”

  1. Η Γαλάτεια κατά του Νίκου Καζαντζάκη
    http://blog.sofiakolotourou.gr/archives/2339

    Η Γαλάτεια κατά του Νίκου Καζαντζάκη

    Η σχεδόν άγνωστη, αν και δημόσια, αντιπαράθεση της Γαλάτειας Καζαντζάκη που φέρνουμε στο φως, θέτει υπό αμφισβήτηση τα φιλικά της αισθήματα απέναντί του. Κι όμως, η αδελφή της Ελλη Αλεξίου, ακόμη και το 1977 στη «Νέα Εστία», επέμενε: «Καμιά εχθρότητα δεν τους χώριζε ώς το τέλος της ζωής τους. Αλληλοεκτιμούνταν και αλληλοβλέπονταν…».

    Η αντιπαράθεση εκείνη βέβαια ήταν πολιτική και την είχε προκαλέσει το διευκρινιστικό άρθρο του Νίκου Καζαντζάκη για το «πιστεύω» του με τίτλο «Ο φόβος και πείνα» στην εφημερίδα «Η Καθημερινή» στις 20 Ιουλίου 1936. Η Γαλάτεια τότε, δέκα χρόνια από τον χωρισμό τους, ήταν ήδη παντρεμένη με τον άσπονδο φίλο του, Μάρκο Αυγέρη, ο οποίος αργότερα υποστήριξε ότι μπορεί να κρίνει κανείς την «Οδύσεια» των 33.333 στίχων «χωρίς καθόλου να την έχει διαβάσει». Η οργισμένη της απάντηση φιλοξενήθηκε στις σελίδες της βραχύβιας «Ελευθέρας Γνώμης» στις 26 Ιουλίου 1936. Ο λόγος που δεν είχε εντοπισθεί οφείλεται στη διακοπή της έκδοσης του αριστερού εντύπου από το καθεστώς της 4ης Αυγούστου, λίγες μέρες μετά τη δημοσίευση.

    Βρισκόμαστε σε μια περίοδο συγκεχυμένη, υπήρχαν αυταπάτες για τις επιδιώξεις του Χίτλερ και η στάση του Στάλιν φαινόταν επιφυλακτική. Οι σκέψεις του Καζαντζάκη μπορεί εκ των υστέρων να θεωρούνται κοντόφθαλμες, απωθητικές και αφελείς, αλλά τότε επιδέχονταν συζήτηση και έστω απόρριψη των βασικών τους σημείων. Το κείμενο όμως της Γ.Κ. ήταν μια ανοιχτή καταγγελία σε υψηλούς τόνους από την αρχή μέχρι το τέλος. Αποδοκιμάζονται οι θέσεις του «ερημίτη της Αίγινας», αλλά κατακρίνεται και η εγωκεντρική του προσωπικότητα με χαρακτηρισμούς που ξεπερνούν κάποτε τα όρια της ευπρέπειας. Προηγούνται μερικά αποσπάσματα του άρθρου του Καζαντζάκη που συνδέονται με την απάντηση της Γαλάτειας, την οποία στη συνέχεια παραθέτουμε:

    ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ

    Ο φόβος και η πείνα

    ……………………………………….

    Να σκέπτεσαι με αποχρώσεις θεωρείται θανάσιμο αμάρτημα κι από τις δυο παρατάξεις -δεξιά κι αριστερά- που αποτελούν τη συμπαγή, απλοϊκή και βελάζουσα μάζα του «σκεπτομένου όχλου». Το ναι ή το όχι είναι γι’ αυτούς οι δυο μονάχα επιτρεπόμενες απαντήσεις. Το άσπρο ή το μαύρο. Ανάμεσα στα δυο αυτά ακρότατα όρια, που οφείλουν να τα κατέχουν μονάχα οι μαχόμενοι άνθρωποι της ενέργειας, δεν επιτρέπουν καμιά απόχρωση, μήτε συνθετική προσπάθεια στον σκεπτόμενο ανεξάρτητον άνθρωπο. Να κοιτάζεις με αθόλωτο μάτι -αθόλωτο κι από το μίσος κι από την αγάπη- τη σημερινή ελληνική ή παγκόσμια πραγματικότητα, να ομολογείς την αρετή και συνάμα και την ατιμία, το φως και το σκοτάδι που αποτελούν εδώ στη γη το κάθε ζωντανό, είτε άνθρωπος είναι είτε ιδέα -να είσαι, με μια λέξη, ελεύθερος, γίνεται ολοένα και περισσότερο δύσκολο όχι μονάχα στον τόπο μας παρά και σε όλο τον κόσμο.

    ……………………………………….

    Από τα μεγάλα Εθνη σήμερα η Γερμανία, η Ιαπωνία, η Ιταλία πνίγονται στα σύνορά τους, δεν έχουν πού ν’ απλωθούν, πεινούνε· η Γαλλία και η Αγγλία είναι παραχορτασμένες, μοιράστηκαν τον κόσμο και κοιτάζουν με φόβο τους ακτήμονες και πεινασμένους λαούς.

    Πώς ένας αμερόληπτος νους, που δεν καταδέχεται να θολωθεί μήτε από αγάπη μήτε από μίσος μπορεί να αντικρίσει την ενέργεια των δύο τούτων ομάδων;

    Πριν από λίγους μήνες οι «διανοούμενοί» μας περιέφεραν μιαν εξοργισμένη και ανώδυνη διαμαρτυρία εναντίον της Ιταλίας που χύθηκε να φάει την Αβησσυνία. Κάποιος με ρώτησε αν θα την υπέγραφα.

    -Σίγουρα, του αποκρίθηκα, πονώ την Αβησσυνία που υπερασπίζεται την ελευθερία της, μα συνάμα αναγνωρίζω και το δικαίωμα που έχει η Ιταλία να ζήσει, να μην πνιγεί μέσα στα στενά σύνορα που δεν τη χωρούν. Ολοι οι λαοί που εδημιούργησαν τους μεγάλους πολιτισμούς, ακολούθησαν τα ίδια αδηφάγα, απάνθρωπα, σκοτεινά τους ένστικτα: στην πρώτη τους σωματική ανάπτυξη αδίκησαν, άρπαξαν, έφαγαν· κι άμα εστερέωσαν το σώμα τους κι έπαψε η πείνα, άρχισαν να δημιουργούν. Το ίδιο κάνει και σήμερα η Ιταλία, τους ίδιους ακολουθώντας απάνθρωπους νόμους. Το πνεύμα είναι το πιο σαρκοβόρο όρνεο.

    ……………………………………….

    Εγώ χρόνια τώρα έχω συνδέσει τη μοίρα μου με την αριστερή παράταξη. Μα μάχομαι να τη διατηρήσω ακέραιη την κρίση μου και να κοιτάζω τους αντίπαλους με σεβασμό. Κι όχι μονάχα με σεβασμό· παρά και με μιαν παράνομην αλλόκοτην αγάπη. Στην αρχή δεν ένιωθα γιατί, τώρα νιώθω. Γιατί μαντεύω τώρα (κι ολοένα αυτό γίνεται πεποίθηση μέσα μου) πως είμαστε κρυφοί συνεργάτες και μαχόμαστε για τον ίδιο σκοπό. Ποιο σκοπό;

    Να κουνηθεί λίγο η ψυχή του ανθρώπου, να μένει όσο μπορεί πιο άγρυπνη, να τρέμει λίγο από τον φόβο ή να χυμάει, άπληστη, γύρα της, σπρωγμένη από την Πείνα.

    «Η Καθημερινή», 20/7/1936

    26-7-36

    Φίλε κ. Διευθυντά,

    Η «Ελευθέρα Γνώμη» προ ημερών εκριτικάρισε και εκαυτηρίασε μερικά φαινόμενα του εγωκεντρισμού της ελληνικής διανοήσεως, που κάνουν συχνά μερικούς λογοτέχνες, λακέδες του κεφαλαίου και της «αρχούσης τάξεως».

    Στην «Καθημερινή» της περασμένης Δευτέρας δημοσιεύθηκε ένα άρθρο του Ν. Καζαντζάκη, που επιχειρεί να δικαιώσει κι εκείνος και να νομιμοποιήσει μ’ έναν τρόπο τον φασισμό. Νομίζω πως δεν πρέπει να περάσει και το φαινόμενο αυτό ασχολίαστο. Είναι μια άλλη μορφή εγωκεντρισμού, που οδηγεί όμως στα ίδια αποτελέσματα. Στην αντίδραση και στην εξυπηρέτηση των ισχυρών εις βάρος των συμφερόντων του Λαού.

    Σε ύφος κηρύγματος και με αμίμητη αυταρέσκεια και κομπορρημοσύνη, αρχίζει πρώτα-πρώτα να βάζει σύνορα μεταξύ του εαυτού του και των πολλών. Ο «σκεπτόμενος όχλος», η «βελάζουσα αυτή μάζα», όπως την ονομάζει, σαν πρωτόγονη και βάρβαρη που είναι, σκέπτεται χονδροειδώς «μ’ ένα ναι ή μ’ ένα όχι» ενώ εκείνος σκέπτεται «συνθετικά» και «με αποχρώσεις», δηλαδή σαν υπερπολιτισμένος και ραφινάτος. Τώρα αν παρακάτω βρίσκει πως «πολύ δίκαια» αυτή η βελάζουσα μάζα σκέπτεται και ότι μάλιστα σκέπτεται «πολύ γόνιμα», δεν έχει σημασία. Οι αντιφάσεις είναι ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά της σκέψεως του κ. Καζαντζάκη.

    Λέει, λοιπόν, πως αν ήταν «άνθρωπος της ενέργειας», θα ήταν με την αριστερή παράταξη, γιατί προς τα εκεί τον σπρώχνει η… ιδιοσυγκρασία του!

    Η ίδια όμως ιδιοσυγκρασία του αναγνωρίζει πιο κάτω ότι ο φασισμός και ο χιτλερισμός πηγάζουν από «βαθιές ψυχικές και οικονομικές ανάγκες των λαών» και πως «είναι φαινόμενα άξια του πιο μεγάλου σεβασμού», ο δε Μουσολίνι και ο Χίτλερ μέσα στο δράμα της ζωής «είναι δυο μεγάλοι πρωταθλητές, όπως ο Λένιν ή ο… Γκάντι!».

    Για να δικαιώσει τον φασισμό ο… από ιδιοσυγκρασίας αριστερός, επιστρατεύει την παλιά βολική εξήγηση της ιστορίας με την πείνα και τον φόβο.

    Ονομάζει λοιπόν τα φασιστικά έθνη, έθνη πεινασμένα και «προλεταριακά» που θέλουν να χορτάσουν! Και ξεχνά πως από την αρπαγή, την κτηνώδη βία, την κυνική περιφρόνηση της διεθνούς ηθικής, που εξασκούν αυτά τα έθνη, και τις κατακτήσεις που επιδιώκουν, οι μόνοι που έχουν να ωφεληθούν είναι βέβαια πάλι οι χορτάτοι κεφαλαιοκράται των λαών αυτών. Ο λαός ο προλετάριος τι θα βάλει στην τσέπη του από τον μαζεμένο πλούτο; Οι αγρότες, οι εργάτες, η μάζα, τι έχει να κερδίσει από τις κατακτήσεις αυτές; Σε τι θ’ αλλάξει η τύχη τους;

    Εν τω μεταξύ, αντί να αλλάξουν τύχη οι τάξεις αυτές, το εναντίον, υποδουλώθηκαν και εκμηδενίστηκαν τέλεια στο κεφάλαιο, στους πάντοτες χορτασμένους. Αλλά και σε τι άλλαξε η τύχη των προλεταρίων στα «χορτασμένα κράτη»; Κι εκεί αν είναι κάποιος χορτασμένος είναι πάλι το κεφάλαιο. Ετσι ο φασισμός και ο χιτλερισμός είναι μόνο υποδουλωτές των μαζών και μια εκδήλωση, όχι των πεινασμένων, αλλά των χορτάτων, του αφηνιασμένου κεφαλαίου.

    Ο κ. Καζαντζάκης, καθώς βλέπετε, μπερδεύει και συσκοτίζει τα πάντα, γιατί δεν βρίσκεται «στον πρώτο βαθμό της μυήσεως», όπου το καλό και το κακό είναι αμείλικτοι εχθροί, αλλά στον δεύτερο, όπου «το κακό και το καλό συνεργάζονται», ή στον τρίτο βαθμό, όπου «το καλό και το κακό συνταυτίζονται», όπως λέει. Τι καλό, τι κακό; Το ίδιο κάνει. Επομένως, τι αριστερισμός, τι φασισμός. Κι αφού είναι το ίδιο, γιατί ο κ. Καζαντζάκης θέλει να ‘ναι με τους αριστερούς;

    Μπορεί περίφημα να είναι με όλα τα κόμματα. Αλλη αντίφαση με τον εαυτό του! Χαίρε λοιπόν οπισθοδρομική διανόηση, που βουλιάζεις ολοένα στη σύγχυση και το μηδέν. Γιατί τι θα πει «το καλό και το κακό είναι ένα»; ‘Η ότι το καλό είναι κακό και το κακό καλό, πράγμα που είναι ολότελα παράλογο, ή ότι και τα δύο είναι μηδέν; Πάντα η βαθυστόχαστη αντιδραστική διανόηση για ν’ αποφύγει τα ενοχλητικά ναι και όχι κατασταλάζει στο χάος και στο μηδέν, όταν δεν οδηγεί στη βαρβαρότητα και στην κτηνωδία.

    Ο κ. Καζαντζάκης στο βάθος του, χωρίς να το καταλαβαίνει, δεν πιστεύει σε τίποτα. Πιστεύει μόνο στον εαυτό του! Είναι το κέντρο του παντός. Ολη η τακτική του είναι εγωκεντρική. Μόνο στα ατομικά του συμφέρονται βρίσκει η ζωή του τη δικαίωσή της. Αυτό το αναφέρομε γιατί είναι γενικό φαινόμενο στους αντιδραστικούς διανοουμένους.

    Στον «ερημίτη της Αίγινας» η κατάσταση αυτή του πνευματικού και ηθικού μηδενισμού, επειδή εκφράζεται με εξαιρετικό ναρκισσισμό και φιλαρέσκεια, εκδηλώνεται γι’ αυτό τον λόγο εναργέστερα. Ετσι, μέσα στην αυταρέσκειά του, βρίσκει πως η δράση για τα συμφέροντα της ανθρωπότητος π.χ. είναι πολύ βολική ασχολία και ένας εύκολος ηρωισμός. Μ’ άλλα λόγια, το να πεθαίνει κανείς στις φυλακές και στις εξορίες είναι πολύ βολικό και εύκολο πράμα, εν αντιθέσει με τη δική του ηράκλεια πάλη γύρω από το «εναγώνιο εάν», όπως λέει.

    Είναι άθλος ακατόρθωτος πραγματικά να μιλάει κανείς με «αποχρώσεις». Αλλά αυτές τις αποχρώσεις, που τις θεωρεί το αποκορύφωμα της σκέψεως καθώς φαίνεται, ο λαός τις συνόψισε θαυμάσια στο ανέκδοτο του Τούρκου Καδή. Ετσι κι εκείνος, όπως κι ο κ. Καζαντζάκης, έβρισκε πως όλοι έχουν δίκιο. Κι ο φονιάς κι ο σκοτωμένος, κι ο ίδιος που δεν ήξερε τι ν’ αποφασίσει!

    Η ληστρική επιχείρηση της Ιταλίας στην Αιθιοπία βρίσκει στη σκέψη του κ. Καζαντζάκη την καλύτερή της δικαίωση. Είναι, λέει, σύμφωνη με τα ανώτερα «συμφέροντα του πνεύματος»!! «Το πνεύμα είναι το πιο σαρκοβόρο όρνεο». «Ακολουθεί απάνθρωπους νόμους!»

    Σύμφωνα μ’ αυτή τη λογική, ο ληστής που σκοτώνει και γδύνει τους διαβάτες εξυπηρετεί τα ανώτερα συμφέροντα του πνεύματος. Το καλό και το κακό συνταυτίζονται, και εδώ σύμφωνα με τον τρίτο βαθμό της «μυήσεως».

    Ο κ. Καζαντζάκης καυχιέται πως και η δική του σκέψη είναι απάνθρωπη! Δηλαδή δεν είναι πια ανθρώπινη, σαν της Ρόζας Λούξεμπουργκ π.χ. που ήταν γεμάτη τρυφερότητα για τα πάντα. Αλλά είναι υπεράνθρωπη ή θεία, δηλαδή ανήκει στη χώρα των Χιμαιρών.

    Ο καθένας βλέπει απ’ αυτά τι πελάγωμα παθαίνει ο διανοούμενος που ενδιαφέρεται προπαντός για την ησυχία του και το λογοτεχνικό του κηπάριο.

    Εδιάλεξε το πιο δύσκολο κι αχάριστο έργο και «πληρώνει βαριά», όπως λέει, αυτή του την πνευματική διαύγεια, τη νηφαλιότητά του αυτή! Εν αντιθέσει με τους έξαλλους αριστερούς, που καλοπερνούνε στα μπουντρούμια και στα νησιά του θανάτου. Αυτός δεν ενδιαφέρεται για τη δράση, καθώς λέει. Και τι είναι τότε η «δημοσιολογημένη σκέψη» που με τόση καμποτινίστικη ικανότητα επιδεικνύει κάθε φορά που θα βρει ευκαιρία; Δεν είναι κι αυτή μια μορφή κοινωνικής δράσεως και μάλιστα όχι από τις κατώτερες;

    Στη δράση αυτή ο κ. Καζαντζάκης προσφέρει μόνο τη σύγχυση και την αντίδραση, το κήρυγμα της αποχής και της αδιαφορίας για την πάλη του ανθρώπου ν’ αλλάξει η ζωή σύμφωνα με τους ευγενικούς πόθους της καρδιάς του. Εχει δίκιο. Αυτός είναι ο ρόλος των πεινασμένων, κι αυτός θέλει προπαντός να εξασφαλίσει αδιατάρακτο τον ευδαιμονικό του ησυχασμό. Είμαστε βέβαιοι πως ο χαρακτηρισμός του ως ερημίτη της Αίγινας, από τους απλοϊκούς και τους δημοσιογράφους που κυνηγούν τις εντυπώσεις, θα τον εκολάκευσε και θα τον ηυχαρίστησε εξαιρετικά.

    Οπωσδήποτε για μας που ανήκομε στη «βελάζουσα μάζα» δεν θα πάψει ποτέ να είναι ο κήρυκας παμπάλαιων αναμασημάτων, που τα χαρακτηρίζει ως σύνθεση πνευματική, ως ένα ανώτερο πνευματικό κοκτέιλ για τους «ραφινάτους και τους εστέτ». Για μας είναι πάντα ένα νεκροταφείο ιδεών. Για μας το πνεύμα του είναι γεμάτο από μούμιες κακά διατηρημένες.

    Κάτω από τη μάσκα της δήθεν ανεξαρτησίας και ελευθερίας του κρύβει την πιο μεγάλη πνευματική στειρότητα, και μια τρομακτική ψυχική κενότητα. «Είναι ήσυχος, ασυνείδητος κι ευτυχής».

    Η ζωή για τον κ. Καζαντζάκη είναι γεμάτη νεκρά και αφηρημένα σχήματα που καμιά πνοή αισθήματος δεν μπορεί να ζωντανέψει. Γι’ αυτό είναι πέραν της αγάπης και του μίσους, όπως καυχιέται. Είναι πέραν του φασισμού και του κομμουνισμού (είναι μετακομμουνιστής). Είναι πέρα από τα ανθρώπινα (είναι απάνθρωπος), είναι έξω τόπου και χρόνου. Ανήκει κοντολογίς στη χώρα των παραμυθιών και των κολοκυθοκορφάδων!

    Φιλικότατα,

    ΓΑΛΑΤΕΙΑ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ

    Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: