ΔΣΕ, Πρόσωπα

Ταξίαρχος Δ.Σ.Ε Γιώργος Γεωργιάδης

Πρέσπες. Σάββατο 31/8/2013 ώρα 6μ.μ στο δημαρχείο (Λαιμός).

«αναψηλαφώντας την υπόθεση του ταξίαρχου Γ. Γεωργιάδη»

«Ο σύντροφος Γ. Γεωργιάδης: προδότης και ήρωας»

·Ιωάννα Παπαθανασίου, επιστημονικός συνεργάτης Α.Σ.Κ.Ι.

·Θανάσης Σφήκας, ιστορικός-καθηγητής Α.Π.Θ

·Βασίλης Γκανάτσιος (Χείμαρρος). Διοικητής του Γ. Γεωργιάδη στο Α.Δ. Μακεδονίας.

Λίγα λόγια για τον  ταξίαρχο του ΔΣΕ Γιώργο Γεωργιάδη.

Ο Γιώργος Γεωργιάδης γεννήθηκε το 1916 στην Κωνσταντινούπολη, από γονείς που στη συνέχεια βρέθηκαν πρόσφυγες στην Αθήνα. Εκεί μπήκε στη σχολή Ευελπίδων από όπου αποφοίτησε με άριστα και για αυτό παρέμεινε ως εκπαιδευτής. Πήρε μέρος στον  πόλεμο TOY ΄40,  στην Αντίσταση με τον  ΕΛΑΣ στην Ρούμελη και στα Δεκεμβριανά. Μετά τη Βάρκιζα βρέθηκε στην Γιουγκοσλαβία. Με την έναρξη του δεύτερου αντάρτικου επέστρεψε πάλι στη Ρούμελη όπου ανέλαβε τη στρατιωτική διοίκηση μονάδων του ΔΣΕ. Συνοδεύοντας την μεγάλη «πορεία των αόπλων»  από τη Ρούμελη κατέφθασε τον Φλεβάρη του 1948 στο Γράμμο, όπου κι ανέλαβε τη διοίκηση της 14ης ταξιαρχίας του Αρχηγείου Δ. Μακεδονίας. Εθεωρείτο ως ένας από τους καλύτερους αξιωματικούς του ΔΣΕ και η Ταξιαρχία του ήταν η μόνη που κράτησε τη διάταξη της κατά την μεγάλη μάχη του Γράμμου του ΄48 που βάστηξε 72 μέρες και έδωσε έτσι τη δυνατότητα στον ΔΣΕ να διαφύγει με τον ελιγμό στο Βίτσι. Αυτήν την περίοδο όμως κορυφώνονταν  και η αντιπαράθεση στην ανώτατη ηγεσία του ΚΚΕ μεταξύ Ζαχαριάδη και Μάρκου με την αποπομπή του  τελευταίου  και την απομάκρυνσή  του στη Μόσχα.  Η ηγεσία του ΚΚΕ στο ίδιο διάστημα εξαπέλυσε  «εκκαθαριστική εκστρατεία»  στο ΔΣΕ για να απαλλαγεί από  τους στρατιωτικούς  που θεωρούσε ότι ήταν της επιρροής  του Μάρκου.  Η αρχή έγινε με την δολοφονία του  ταξίαρχου  Γιαννούλη για να ακολουθήσει μετά από έξι μήνες και η δολοφονία του άλλου ταξίαρχου του Γιώργη  Γεωργιάδη που σκοτώθηκε με 35 συντροφικές σφαίρες , με ατιμωτικό τρόπο έξω από τις Καρυές των Πρεσπών, σε ηλικία 33 χρονών στις 24 Φλεβάρη του 1949. Σε αυτές τις εκκαθαρίσεις η ηγεσία του ΚΚΕ θέλησε να δώσει , όπως συνηθίζεται  και μια προσχηματική νομιμοφάνεια.  Όμως  η  μη τήρηση ούτε αυτών που προβλέπονταν από το σχετικό  νόμο της Π.Δ.Κ (Φεβρουάριος 1948), οδήγησε στην παρωδία  της υπόθεσης του Γ. Γεωργιάδη και στην τραγική  εκτέλεση  του.

Η δολοφονία του κρατούμενου  ταξιάρχη του ΔΣΕ Γιώργο Γεωργιάδη.

«Οι τρεις αντάρτες της φρουράς του Γ.Α (αποσταλμένοι του Βλαντά) παρέλαβαν το Γεωργιάδη …και  μόλις βγήκαν έξω από το χωριό Κρανιές Πρέσπας, τον έβρισαν χυδαία, τον έσπρωξαν, έπεσε  κάτω και άδειασαν πάνω του ο καθένας από μία ταινία φυσίγγια από τα ατομικά  (τους) όπλα..Άφησαν το  νεκρό στο δρόμο κα έφυγαν για το Γ.Α. …

Στο πέτσινο σακάκι του αξέχαστου παλληκαριού μετρήσαμε 35 τρύπες …αυτό ήταν το τραγικό τέλος του ήρωα της Εθνικής Αντίστασης και του ΔΣΕ Γ. Γεωργιάδη».

«Για την περίπτωση του συνταγματάρχη Γεωργιάδη δεν τηρήθηκε κανένας από τους όρους της στρατιωτικής δικαιοσύνης  του ΔΣΕ. …

Έγινε κατά παράβαση της ισχύουσας νομοθεσίας και ήταν η μοναδική περίπτωση εκτέλεσης με αυτό τον  τρόπο …Πρόκειται λοιπόν για ένα στυγερό έγκλημα  που διαπράχθηκε με εντολή μελών της τότε ηγεσίας.

Πρόκειται για δολοφονία κρατουμένου…»

Βάσος Καραγιάννης Διευθυντής φυλακών του ΔΣΕ στις Πρέσπες.

Τα τελευταία λόγια  του  Γ. Γεωργιάδη  πριν εκτελεστεί.

«Εμένα θα με εκτελέσουν, αλλά από εσένα σ. Θανάση είσαι ο άνθρωπος που βρέθηκε την τελευταία ώρα της ζωής μου, θέλω όμως, αν ζήσεις και έρθει η ώρα …..να γράψεις αυτά που θα σου πω.

Δεν θέλω να με γράψουν στον κατάλογο του χαφιέ και του προδότη, αυτά που γράφει ο Γούσιας και η παρέα του, είναι επειδή δεν συμβιβάστηκα με τα στραπάτσα και τις ανήθικες πράξεις …..

Εγώ σαν λαϊκός αγωνιστής πρόσφερα πολλά στο αγώνα από το 1944 τόσο στη Ρούμελη όσο και εδώ στη Δυτική Μακεδονία που ήρθα,  σου αφήνω

Σαν λόγο να γράψεις σ. Θανάση να τα διαβάσουν όλοι….»  24-2-1949

Τόλιας Θανάσης  διοικητής της φρουράς των φυλακών του Γενικού Αρχηγείου του ΔΣΕ στις Πρέσπες.

*

(Αφήγηση Τ. Κωστόπουλου)

Ας συνεχίσουμε τώρα τα γεγονότα του Δεκέμβρη του 1948. Ύστερα από λίγες μέρες πορείας με χιονοθύελλα φθάσαμε στο Καϊμακτσαλάν, στο χωριό Κερασιές. Στις 22-12-1948 η ταξιαρχία μας επιτέθηκε με 2 τάγματα στην Έδεσσα. Ο λόχος μου επιτέθηκε και κατέλαβε το χωριό Μεσημέρι που το υπερασπιζόταν μια διμοιρία στρατού και μια ΜΑΫδων. Αυτή ήταν και η μόνη επιτυχία της ταξιαρχίας μας. Η Ευδοξία εκείνο το βράδυ βρισκόταν στο σταθμό διοίκησης της ταξιαρχίας, κοντά στην Έδεσσα. Οπισθοχωρώντας προς τα υψώματα Λύκοι το βραδάκι κάτω από τα καταιγιστικά πυρά των τανκς φτάσαμε στο χωριό Νόρμα. Εκεί συνάντησα την Ευδοξία και της έφερα ένα μεγάλο δώρο· ένα καρβέλι ψωμί, λίγο τυρί και μια ολοκαίνουργια εγγλέζικη κουβέρτα χακί, την οποία σε λίγες μέρες μετέτρεψε σε πανταλόνι.
Τις 5-6 μέρες που ακολούθησαν ώς τις 28-12-1948 τις αφιερώσαμε σε ξεκούραση, στην κριτική της μάχης και σ’ ένα στρατοδικείο που έγινε στην ύπαιθρο με κατηγορούμενο έναν λοχαγό του τάγματος, το Λάκη, φοιτητή από το Βόλο, γιατί εγκατέλειψε τη θέση του η οποία παρείχε κάλυψη στο λόχο μου από τυχόν επίθεση απ’ τη μεριά του Άγρα.Στο σύντομο αυτό σημείωμα που το αφιερώνω στη μνήμη της αγαπημένης μου Ευδοξίας, της Ντούσιας, όπως θα την φωνάζουν αργότερα οι φίλες και συνάδελφοί της στη Σοβ. Ένωση, δεν θα μπω σε λεπτομέρειες των μαχών εκτός από ορισμένες πτυχές που αφορούν σε πρόσωπα που θυσιάστηκαν για να καλύψουν αδυναμίες άλλων και προπαντός των στελεχών της ανίκανης καθοδήγησης Ζαχαριάδη, δηλ. του Γούσια, του Βλαντά, του Μπαρτζιώτα. Έτσι στις 28-12-1948 με κάλεσε ο Γούσιας παρουσία του διοικητή της ταξιαρχίας Γ. Γεωργιάδη και μου είπε ότι με ορίζει λαϊκό επίτροπο του Στρατοδικείου στο οποίο θα δικαστεί ο λοχαγός Λάκης για εγκατάλειψη θέσης. Το στρατοδικείο θα συνεδριάσει στην ύπαιθρο για λόγους ασφάλειας από επιδρομές της αεροπορίας και θα παραβρεθούν αντιπροσωπείες απ’ όλα τα τμήματα. Κατάλαβα πού το πήγαινε. Ήθελε την καταδίκη του λοχαγού την οποία θα χρησιμοποιούσε αργότερα ενάντια στο Γεωργιάδη. Οι αντιρρήσεις που είχα –γιατί ο Λάκης ήταν φίλος μου και συναγωνιστής μου– δεν τον έπεισαν να με απαλλάξει. Είναι πολύ δύσκολο σήμερα ύστερα από 40 χρόνια να περιγράψω την πολυπλοκότητα και τη σοβαρότητα των γεγονότων εκείνης της εποχής.
Οι παραλείψεις του Λάκη ήταν πολύ σοβαρές και αυστηρά κολάσιμες. Υπήρχαν βέβαια και τα ελαφρυντικά στοιχεία για εκείνον που βάραιναν όμως άλλους, προϊσταμένους του, με πρώτο το Γούσια.

Τη νύχτα εκείνη 22-12-1948 έκανε τρομερό ψύχος, χιόνι με παγωνιά πολλούς βαθμούς κάτω από το μηδέν. Με το τμήμα μου καθώς και του Λάκη περάσαμε τον ποταμό Βόδα στην περιοχή που βρίσκεται τώρα ο σταθμός της ΔΕΗ. Κανείς δεν είχε φροντίσει να φτιάξει μια πρόχειρη γέφυρα εκεί. Πηδούσαμε στα παγωμένα νερά πιασμένοι από ένα σχοινί για να μη μας παρασύρει το ρεύμα. Όταν περάσαμε στην απέναντι όχθη τα ρούχα μας πάγωσαν πάνω στο πετσί μας.
Ο λόχος μου βρισκόταν σε κίνηση γιατί πέρασε στην επίθεση, κατέλαβε το χωριό, έβγαλε σκοπούς και οι μαχητές μπήκαν στα σπίτια, στέγνωσαν, ζεστάθηκαν, έφαγαν κι έτσι όλη τη μέρα αντέκρουσαν τις επιθέσεις. Οι μαχητές όμως του λόχου του Λάκη κόλλησαν στην παγωμένη γη με μέτωπο προς Άγρα κι όπως ήταν φυσικό οι πιο πολλοί πάγωσαν κι όσοι είχαν εφεδρικά εσώρουχα και πανταλόνια τους έπιασε ο ύπνος, με αποτέλεσμα να αιφνιδιαστούν και να τραπούν σε φυγή, ευτυχώς προς το τέλος της ημέρας. Ο λόχος μου γλίτωσε την αιχμαλωσία ως εκ θαύματος. Πήρε τους τραυματίες, άφησε όμως τρεις νεκρούς στο πεδίο της μάχης.

Στο Στρατοδικείο προσπάθησα, όσο μου ήταν δυνατόν, να δώσω στο Λάκη να καταλάβει πως έπρεπε να υπερασπιστεί τον εαυτό του κι ακόμα τον ρώτησα μήπως οι γνώσεις και η εμπειρία του δεν ήταν αρκετές να διοικήσει λόχο, άρα μήπως φταίνε και κάποιοι άλλοι που τον τοποθέτησαν διοικητή. Ο Λάκης καθώς ήταν παλικάρι και περήφανος δεν έκανε χρήση αυτών των ελαφρυντικών. Έτσι ζήτησα να του επιβληθεί η εσχάτη των ποινών, πράγμα που έγινε. Αμέσως μετά παίρνω το λόγο και ζητώ από το στρατοδικείο να γίνει δεκτή μια αίτηση χάρητος. Το στρατοδικείο την αποδέχεται κι ο Λάκης αντί για εκτέλεση αμέσως παραδίδεται στη διμοιρία σαμποτέρ έως ότου έρθει απάντηση από το Γενικό Στρατηγείο.

Το ίδιο βράδυ 28-12-1948 το εκστρατευτικό τμήμα επιτίθεται στην Αριδαία. Η ταξιαρχία μας είναι εφεδρεία εκτός από το τάγμα Τσικιρτζή που ανέλαβε αποστολή να εξοντώσει ένα λόχο του αντιπάλου που βρίσκεται οχυρωμένος στο σχολείο του χωριού Πιπεριά. Η επιτυχία στηρίζεται στο στοιχείο του αιφνιδιασμού, πράγμα αδύνατο γιατί ο αντίπαλος παρακολουθεί όλες τις κινήσεις. Ο αιφνιδιασμός δεν πέτυχε. Η μάχη μαίνεται, τα πάντσερ που έχουμε είναι μικρής εμβέλειας και δεν φτάνουν το στόχο. Ζητώ αντιαρματικό. Μόλις το στήνω ένα βλήμα όλμου το διαλύει σκοτώνοντας και τον ΠΕ του τάγματος Παπαδημητρίου. Τραυματίζομαι κι εγώ· ένα κομμάτι από βλήμα όλμου σφηνώνεται στην κλείδωση του αγκώνα στο αριστερό μου χέρι. Το αίμα τρέχει μα δεν πονώ, γι’ αυτό και δεν εγκαταλείπω τη μάχη. Η ώρα θα είναι 2 τα μεσάνυχτα. Προσπαθώ να πλησιάσω από αριστερά, το κρύο κι η παγωνιά δυναμώνει κι ο πόνος τώρα είναι αβάσταχτος. Ψάχνω για νοσοκόμα, πουθενά. Γίνεται χαλασμός από πυρά και προπαντός από εκρήξεις βλημάτων ολμίσκων που μας βρίσκουν παντού.

Αποχωρώ μόνος προς το σταθμό διοίκησης της ταξιαρχίας. Στο δρόμο και μες στο πυκνό σκοτάδι μαθαίνω πως εκεί από βλήμα πυροβολικού σκοτώθηκε ο Ριζόπουλος, αξιωματικός πληροφοριών της ταξιαρχίας από το χωριό Λάγγα. Η Ευδοξία είναι καλά. Έμαθε για τον τραυματισμό μου μα δεν μπόρεσε να με βρει μέσα στο πανδαιμόνιο. Βρίσκω το σταθμό πρώτων βοηθειών. Εκεί ο φίλος μου, ο γιατρός Βασίλης Δαδαλιάρης,1 μου επιδένει το τραύμα. Μαζί με άλλους τραυματίες τραβάμε για το νοσοκομείο που βρίσκεται πάνω από τα λουτρά στο Καϊμακτσαλάν μέσα σε μια σπηλιά.

Φτάνω εκεί το βράδυ της 29-12-1948 με αβάσταχτους πόνους. Βρίσκω το Δημ. Σιωμάδη ελαφρά τραυματισμένο από τη μάχη της Έδεσσας. Μένουμε εκεί ώς τις 2-1-1949 οπότε ολόκληρη φάλαγγα από τραυματίες περνούμε τα σύνορα και φτάνουμε στη Γιουγκοσλαβία. Εκεί στοιβαγμένοι σε κάτι παλιόσπιτα βρίσκω βαριά τραυματισμένη τη Μαρίκα από τον Αετό που έγραψα στην αρχή. Από τότε δεν την ξαναείδα.
Οι Γιουγκοσλάβοι μας περιποιούνται και μας προωθούν στη Βουλγαρία και οι Βούλγαροι στη Ρουμανία για να καταλήξουμε τελικά στα Καρπάθια στην πόλη Σινάια της Ρουμανίας. Ο νους μου είναι στην Ευδοξία. Τι να απέγινε, ζει ή χάθηκε; Οι μέρες περνούν και οι πληροφορίες που φτάνουν είναι άσχημες. Μαθαίνουμε ότι στο χωριό Νόρμα σκοτώθηκε από επιπολαιότητα του διοικητή –ήταν ο Κουνέλης που είχε δημιουργήσει το πρόβλημα με τις τηλεφωνήτριες Ευδοξία και Βάσω– όλη η διμοιρία σαμποτέρ μαζί κι ο Λάκης από έκρηξη νάρκης, τύπου τελερμάιν, κατά την ώρα μαθήματος. Μια ανάσα παίρνουμε όταν μαθαίνουμε για την κατάληψη της Νάουσας. Αμέσως μετά έρχεται η ψυχρολουσία από την αποτυχία της Φλώρινας. Μόνη προσωρινή επιτυχία η κατάληψη του Καρπενησίου.

Στη Σινάια βρίσκεται το άλλοτε πολυτελές καζίνο που διέθετε αίθουσες θεάτρου με περιστρεφόμενη σκηνή, το οποίο έχει μετατραπεί σε χειρουργείο και νοσοκομείο. Το προσωπικό μας φέρεται άψογα, οι γιατροί είναι επιφανείς καθηγητές, ο χειρούργος μάλιστα έχει ανακληθεί από το Παρίσι.

Εδώ βρίσκεται και η Θάλεια Χατζηδάκη, η γυναίκα του Πορφυρογένη. Φαίνεται κάπως παραγκωνισμένη. Ασχολείται με μεταφράσεις από γαλλικά περιοδικά και εφημερίδες για τις ανάγκες, προφανώς, του κινήματος και του ραδιοφωνικού σταθμού μας.
Είμαι μέλος της κομματικής επιτροπής του νοσοκομείου αλλά και ο μόνος που μπορώ και κινούμαι γιατί είμαι τραυματισμένος στο χέρι. Η Θάλεια με παίρνει για γραμματέα της στις μεταφράσεις. Παίρνω μέρος σε συσκέψεις, ταξιδεύω με το Λευτέρη Αποστόλου –αδελφό της Ηλέκτρας Αποστόλου που εκτελέστηκε από τους Γερμανούς στην Αθήνα– και τον Πορφυρογένη στο Βουκουρέστι.
Εδώ θα σταθώ για λίγη αυτοκριτική, άλλωστε αυτό δεν το απέκρυψα από την Ευδοξία και πολλές φορές το διηγιόμουν αργότερα στη Σοβιετική Ένωση. Ύστερα από τόσες και τόσες ταλαιπωρίες, πείνα, δίψα, τραυματισμούς, σκληρές μάχες κι ολονύκτιες πορείες, η ζωή μας στο καζίνο έμοιαζε με παράδεισο. Νεαρές, όμορφες, μορφωμένες και καλλιεργημένες διερμηνείς, γιατροί και νοσοκόμες Ελληνορουμάνες, Ρουμάνες και Μαγιάρες (Ουγγαρέζες) μας φροντίζουν και μας περιποιούνται. Ήμασταν γι’ αυτές θρύλος, οι ηρωικοί αγωνιστές που μάχονταν για τα πανανθρώπινα ιδανικά της Δημοκρατίας και της Ελευθερίας. Στην ηλικία που βρισκόμουν τότε (25 χρονών) ήταν αδύνατον ν’ αποφύγεις τον πειρασμό.

Μια απ’ αυτές η Αιμιλία Γκρου με μάγεψε σε τέτοιο βαθμό που να μην μπορώ ή και να μη θέλω να θυμάμαι την Ευδοξία. Φεύγοντας μου αφιέρωσε και κάποιες φωτογραφίες της που τις κρατούσα σαν μια παλιά ανάμνηση και στη Σοβ. Ένωση.
Στα τέλη Μαρτίου 1949, αφού μου αφαίρεσαν με εγχείριση το βλήμα, έγινα τελείως καλά. Στις αρχές Απρίλη γύρω στους 800 αναρρώσαντες τραυματίες, κυρίως από τη Ρουμανία, γυρίσαμε στην Ελλάδα μέσω Βουλγαρίας, Γιουγκοσλαβίας με γιουγκοσλαβικά αυτοκίνητα μέχρι το Λευκώνα Πρεσπών. Με βάση αυτό το δυναμικό συγκροτήθηκε η 105η ταξιαρχία του ΔΣΕ με διοικητή το Θανάση Γκένιο (Λασάνη) και ΠΕ το Λεωνίδα Τζεφρώνη. Τη διοίκηση του 2ου τάγματος ανέλαβε ο Αλέκος Καπλάνης με ΠΕ εμένα. Η ταξιαρχία ήταν εφεδρική της 10ης μεραρχίας με διοικητή το Νίκο Θεοχαρόπουλο (Σκοτίδα) και ΠΕ το Νίκο Μπελογιάννη.

Κατασκηνώσαμε κοντά στο νοσοκομείο της μεραρχίας όπου προΐστατο ο Βασίλης Δαλαγιάννης στα υψώματα βόρεια από το χωριό Ανταρτικό. Ε, λοιπόν, από τη στιγμή που πάτησα το πόδι μου ξανά στην Ελλάδα, και μάλιστα στην τελευταία, την πιο δύσκολη φάση του δράματος που παιζόταν στο Βίτσι και στο Γράμμο, η σκέψη μου ήταν στην Ευδοξία. Κάποιες τύψεις με βασάνιζαν μέρα νύχτα κι ένας τρελός έρωτας φλόγιζε την καρδιά μου. Ρωτούσα όποιον έβρισκα να μάθω αν ζει και πού βρίσκεται. Μου είπαν πως πήρε μέρος σ’ όλες τις δύσκολες μάχες της Νάουσας που είχε επιτυχία μα και της Φλώρινας όπου έμεινε κλεισμένη στον κλοιό, πως δίπλα της σκοτώθηκε ο νέος ταξίαρχος της 14ης ταξιαρχίας ο Λευτεριάς. Και πως τώρα, αρχές Μαΐου 1949, βρίσκεται στο τηλεφωνικό κέντρο της 14ης ταξιαρχίας η οποία βρίσκεται στα υψώματα Μπέλα Βόντα πάνω από τη Φλώρινα ανάμεσα στο Πισοδέρι και τον Άγιο Γερμανό. Έκλαψα από χαρά. Ώστε θα δω το γελαστό προσωπάκι της, το άδολο βλέμμα της;

Επιδίωξα επαφή μαζί της τηλεφωνικά. Της είπα να ζητήσει μετάθεση στην 105η ταξιαρχία και να έρθει να με βρει. Η μετάθεση ήταν αδύνατη. Ο νέος ταξίαρχος Σοφιανός ήταν ανένδοτος. Της έδωσε όμως άδεια να έρθει να με δει.
Ήταν απομεσήμερο του Μάη όταν, μαζί με την υπεύθυνη γυναικών της 105ης ταξιαρχίας, Ανθούλα, πήγαινα από την έδρα της ταξιαρχίας στην έδρα του τάγματος. Το δρομάκι περνούσε μέσα από το δάσος όπου άκουγες το κελάηδημα των πουλιών, πράγμα πολύ σπάνιο στα ταραγμένα και αιματοβαμμένα βουνά την εποχή εκείνη. Η Ανθούλα με ρώτησε αν είμαι παντρεμένος κι εγώ, κάπως αμήχανα κι ένοχα, είπα όχι. Προχωρώντας πιο πέρα σταμάτησα για λίγο κοντά σε μια βρύση με κρύο, γάργαρο νερό κοντά στο ορεινό χειρουργείο. Βλέπω στην πλαγιά του δάσους ν’ ανηφορίζει ένας επιλοχίας μ’ ένα αυτόματο στον ώμο. Τα ’χασα, σάστισα, έκανα μια στροφή προς τη βρύση κι έκανα πως τάχα θέλω να πιώ νερό.

Εκείνη τη στιγμή πήδηξε επάνω μου ο επιλοχίας κι εγώ γύρισα απότομα. Αγκαλιαστήκαμε, φιληθήκαμε μπροστά στα έκπληκτα μάτια της Ανθούλας. «Ανθούλα», της λέω, «να σου συστήσω την αρραβωνιαστικιά μου, τη γυναίκα μου. Τη λένε Ευδοξία». «Άαα! ώστε είσαι παντρεμένος!», ήταν η απάντησή της.
Μείναμε κοντά στο νοσοκομείο όλη τη μέρα και όλη τη νύχτα, μα κοιμηθήκαμε χώρια.
Η 14η ταξιαρχία που την είχε προβιβάσει στο βαθμό του επιλοχία μηχανικού και είχε προτείνει στο Γενικό Αρχηγείο να ονομαστεί ανθ/γός μηχανικού για ηρωισμό και ανδραγαθία στη μάχη της Φλώρινας δεν την άφηναν να έρθει, όπως έγραψα, στην 105η ταξιαρχία. Χρειάστηκε η επέμβαση του Νίκου Μπελογιάννη και του Σκοτίδα. Έτσι μια μέρα του Μάη ύστερα από την επιτυχή μάχη στα Κουλουκουθούρια πήγα στην έδρα της 14ης ταξιαρχίας, την πήρα απ’ το χέρι και φύγαμε. Τότε της δώρισα κι ένα ωρολόγι του χεριού που είχα αλλάξει με ένα ’Ωμέγα τσέπης μ’ ένα μαχητή του ΔΣΕ.
Το βράδυ μείναμε στο χωριό Ανταρτικό κι ήταν η πρώτη βραδιά που πλαγιάσαμε μαζί. Από τότε μέχρι την υποχώρησή μας στις 29-8-1949 βρισκόμασταν σχεδόν πάντα ο ένας πλάι στον άλλον σε όλες τις δοκιμασίες και σε όλες τις μάχες. Θα αναφερθώ μόνο σε μια απ’ αυτές γιατί παραλίγο να είχε έρθει τότε το μοιραίο τέλος.
Η επίθεση που εκδηλώθηκε στα μέσα Ιουλίου από τον κυβερνητικό στρατό στο Βίτσι τελείωσε άδοξα για τον ΔΣΕ μέσα σε 2-3 μέρες. Τα τμήματα του ΔΣΕ μέσω Αλβανίας πέρασαν στο Γράμμο. Μαζί κι εγώ με την Ευδοξία. Το σύνθημά μας «άπαρτο Βίτσι, απάτητος Γράμμος» είχε διαψευστεί κατά το ήμισυ. Όλοι μας πάθαμε ένα μεγάλο σοκ μα δεν τολμούσαμε να πούμε σε κανέναν τίποτα. Στο βάθος όμως πιστεύαμε ότι η ηγεσία κρατούσε κάποια κρυμμένα χαρτιά που θα τα έβγαζε την κατάλληλη ώρα. Σύντομα όμως όλα αυτά αποδείχθηκαν φρούδες ελπίδες, το τέλος πλησίαζε με αφάνταστα γρήγορους ρυθμούς. Η χαριστική βολή είχε δοθεί από καιρό με το περίφημο εκείνο «Σφερνούν» του Στάλιν – και ομότιτλο βιβλίο του Μέρτζιου «Να τα μαζέψουμε».

Όλα τα τμήματα του ΔΣΕ συγκεντρώθηκαν στο Γράμμο περιμένοντας την εκδήλωση της νέας επίθεσης η οποία εκδηλώθηκε στα μέσα Αυγούστου. Η ταξιαρχία μας κατέλαβε θέσεις στον Ανατολικό Γράμμο με έδρα διοίκησης τη θέση Φλάμπουρο.
Εγώ υπηρετώ στη διοίκηση της 105ης ταξιαρχίας ως βοηθός του ΠΕ Λ. Τζεφρώνη με διοικητή τον Γιώργη Τσικαρδώνη και επιτελάρχη το Θόδωρο Καλλίνο (Αμάρμπεη).
Θα ήταν 25 ή 26 Αυγούστου όταν αποβραδύς πήρα εντολή να πάω στην έδρα το 3ου τάγματος που διοικούσε ο καπετάν Στάθης για δυο λόγους: ο πρώτος λόγος ήταν να συνοδεύσω και να παραδώσω στο διοικητή, τον πρώην γραμματέα της ΚΕ του ΕΑΜ στην Κατοχή, Θανάση Χατζή και μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ στην περίοδο του εμφυλίου πολέμου, ο οποίος είχε καθαιρεθεί γιατί ήρθε σε σύγκρουση με τον Ζαχαριάδη. Η εντολή ήταν να χρησιμοποιηθεί ως ακροβολιστής με την ελπίδα ότι θα σκοτωνόταν κι έτσι η ηγεσία θα ξεμπέρδευε μαζί του ανώδυνα, ίσως να του αφιέρωνε και κανένα φλογερό επικήδειο. Ο δεύτερος λόγος ήταν να δώσω εντολή να αλλάξει η διάταξη του τάγματος κι ώς το πρωί να επιστρέψω στην έδρα. Έτσι κι έγινε. Όταν επέστρεφα χαράματα στην έδρα έγινε η επίθεση του κυβερνητικού στρατού με καταιγιστικά πυρά πυροβολικού και όλμων στην αρχή και στη συνέχεια με αλλεπάλληλα κύματα βομβαρδιστικών αεροπλάνων που έριχναν ρουκέτες, βόμβες, βλήματα, χειροβομβίδες, βαρέλια με βενζίνη και άλλα εύφλεκτα υλικά. Με δυο λόγια καίγονταν ο τόπος, πραγματική κόλαση πυρός. Πολλά τμήματα είχαν σχεδόν κυκλωθεί και μάχονταν σκληρά.

Στην έδρα δεν βρήκα κανέναν. Πολλοί μαχητές ανάμεσά τους και τραυματίες περιφέρονταν πανικόβλητοι μέσα στο δάσος. Πιο πέρα στη χαράδρα, κοντά στις αποθήκες τροφίμων και πυρομαχικών, ένας λόχος τραυματιοφορέων καλούσε απεγνωσμένα σε βοήθεια. Από παντού σφυρίζουν οι σφαίρες των πολυβόλων και των αυτομάτων. Κανείς δεν ξέρει τι να κάνει.

Ρωτώ έναν αξιωματικό να μου πει τι γίνεται κι αυτός μου απαντάει «σύντροφε, είμαστε κυκλωμένοι, ο καθένας, όπως μπορεί, ας ξεφύγει». Η πρώτη μου δουλειά ήταν να συγκεντρώσω όλους τους τραυματίες όπως τον παλιό μου φίλο και συναγωνιστή, Νίκο Σαββόπουλο από το Καλοχώρι Καστοριάς, να τους δώσω όπλα και αυτόματα. Έτσι συγκέντρωσα γύρω στους 35 μαχητές. Κάθισα κάτω από ένα δένδρο, προσπάθησα να συγκεντρωθώ και να πάρω μια απόφαση. Η πρώτη μου σκέψη ήταν να χτυπήσω με συγκεντρωτικά πυρά σε ένα σημείο μέσα στο δάσος να σπάσω τον κλοιό και να φύγω προς την κατεύθυνση από την οποία είχε εκδηλωθεί η επίθεση και μετά να τραβήξω για τα Καστανοχώρια κι από κει για Σινιάτσκο-Βίτσι. Τέτοιο εγχείρημα είχα κάνει και τον Ιούλιο του 1948 στο Γράμμο και πέτυχα. Ο αντίπαλος δε θα το περίμενε. Ύστερα ρώτησα αν είδε κανείς προς ποια κατεύθυνση τράβηξε ο διοικητής της ταξιαρχίας. Μου είπαν πως έφυγε προς το ερειπωμένο χωριό Γράμμουστα και πως μαζί τους ήταν και η Ευδοξία με τον τηλεφωνικό σάκο στον ώμο. Τότε πήρα την απόφαση να χτυπήσω προς την αντίθετη κατεύθυνση απ’ αυτή που σχεδίαζα, δηλ. προς τη Γράμμουστα.

Τράβηξα μπροστά με το αυτόματο στο χέρι. Όσο προχωρούσαμε στη δασωμένη πλαγιά τα πράγματα ήταν καλά. Μόλις όμως βγήκαμε στο ξέφωτο και πλησιάζαμε την κορυφή τα πυρά θέριζαν κυριολεκτικά. Ο ήλιος έγερνε στο βασίλεμα. Τα αεροπλάνα πετούσαν χαμηλά μα δεν πολυβολούσαν μη χτυπήσουν τους δικούς τους και για καλή μας τύχη η κορυφή ήταν ακόμα ανοιχτή. Από δεξιά μας σε απόσταση 50 μέτρων έτρεχαν οι στρατιώτες όρθιοι βάζοντας κατά πάνω μας. Μια ριπή προς το μέρος τους τους καθήλωσε για 10 λεπτά στο έδαφος, χρόνος αρκετός για να περάσουν προς την αντίθετη πλαγιά πάνω από 100 με 150 μαχητές. Οι υπόλοιποι έστριψαν αριστερότερα και πέρασαν άλλοι τόσοι.

Νύχτωσε. Στον κλοιό που είχε ήδη σχηματιστεί έμειναν πολλοί μαζί μαχητές κι άλλοι τραυματίστηκαν κι άλλοι πιάστηκαν αιχμάλωτοι. Από το τμήμα είχαν σκοτωθεί πάνω από 10 άτομα και τραυματίστηκαν πολλοί. Συγκέντρωσα κι άλλους και πήρα την απόφαση να μην κατέβω στη χαράδρα, στο χωριό Γράμμουστα, αλλά να τραβήξω για την κορυφή του Γράμμου, το 2522. Βαδίζοντας προς αυτή την κατεύθυνση νύχτα πέσαμε σε ενέδρα που είχε στήσει ο στρατός. Έτσι αναγκάστηκα να κατέβω στη Γράμμουστα. Εκεί συνάντησα τη διοίκηση και πολλούς μαχητές άλλων τμημάτων. Εκεί βρήκα και την Ευδοξία, την αγκάλιασα κλαίγοντας. Είχαμε νικήσει το χάρο. Της πήρα το τηλέφωνο και την άφησα να κουβαλάει την κόρη μας την Αγνή που κουβαλούσε στην κοιλιά της.

Στα τμήματα επικρατούσε σύγχυση. Το μεγάλο πρόβλημα ήταν να περάσουμε την κορυφή ή μάλλον τον αυχένα ανάμεσα στα υψώματα της Αετομηλίτσας (Ντένιτσκο) και την κορυφή του 2522. Η πλαγιά και το βουνό είναι γυμνό και βραχώδες. Υπάρχει μόνο ένα μονοπάτι που είναι επισημασμένο από καιρό από τον αντίπαλο και ο οποίος όλη τη νύχτα βομβαρδίζει με το βαρύ πυροβολικό από τη Γουρούσια της Κοτύλης. Ώς το πρωί όλα τα τμήματα είχαν περάσει το δύσκολο αυτό μονοπάτι. Το πρωί είχε αρχίσει η επίθεση για την κατάληψη του 2522. Ισχυρές δυνάμεις του εθνικού στρατού βάδιζαν κατά μήκος των συνόρων να μας κόψουν το δρόμο της υποχώρησης προς το χωριό Χιονάδες. Ευτυχώς που τα τμήματα της Σχολής αξιωματικών τους έφραξαν το δρόμο. Το 2522 αντιστέκονταν ζωσμένο με τους καπνούς των εκρήξεων.
Την επομένη 29-8-1949 μέσω του χωριού Χιονάδες περάσαμε τα σύνορα και μπήκαμε στο αλβανικό έδαφος
Έτσι τελείωσε η τρίχρονη σκληρή και αιματηρή δοκιμασία και άρχιζε μια άλλη ζωή μακριά από την πατρίδα. Την άλλη μέρα όλα τα τμήματα παραδώσαμε όλο τον οπλισμό μας. Μας κατέλαβε ένα αίσθημα θλίψης γιατί μόνο τότε συνειδητοποιήσαμε πως είχαμε χάσει οριστικά τον αγώνα, πως ήμασταν οι ηττημένοι. Κι ας μας διαβεβαίωνε η ηγεσία μας για το αντίθετο, για μια προσωρινή ανάπαυλα για το δεύτερο γύρο. Από την άλλη μεριά γεννιόνταν σε μας κάποιες ελπίδες γιατί τουλάχιστον θα ξεκουραζόμασταν, έστω και για λίγο, ύστερα από τόσες ανείπωτες ταλαιπωρίες.
Η Ευδοξία δεν ένιωθε καλά γι αυτό κι έφυγε για το νοσοκομείο της Κορυτσάς –ήταν, όπως είπα, έγκυος. Εκεί βρήκε την «πεθερά» μας την αείμνηστη αγωνίστρια Σουλτάνα Λιάκου, σύζυγο του αγωνιστή, καπετάνιου του ΕΛΑΣ και ταξιάρχου του ΔΣΕ Παπαδημητρίου Ηλία (καπετάν Λιάκου) από το χωριό Τσακνοχώρι Τσοτυλίου. Κι οι δυο τους άφησαν την τελευταία τους πνοή στα Σκόπια Γιουγκοσλαβίας όπου έζησαν το 1974-76 όταν επέστρεψαν από τη Σοβιετική Ένωση.
Εγώ με την ταξιαρχία έφυγα για το στρατόπεδο στο χωριό Μπουρέλι. Ύστερα από 15-20 μέρες στο Μπουρέλι άρχισαν να κυκλοφορούν διάφορες φήμες ότι γρήγορα θα φεύγαμε για άλλη χώρα. Συγχρόνως όμως η ηγεσία και συγκεκριμένα ο Βλαντάς καλούσε κατ’ ιδίαν έναν έναν, κυρίως αξιωματικούς, και τους έκανε διάφορες ερωτήσεις που άφηναν την εντύπωση ότι ετοίμαζαν παράνομες αποστολές στην Ελλάδα. Εμένα π.χ. με ρωτούσε για ώρες αν ξέρω καλά τη Θεσσαλονίκη, αν έχω δικούς μου, γνωστούς κι αν είμαι διατεθειμένος να πάω για δουλειά εφόσον χρειαστεί. Απάντησα θετικά.

Έγραφα σχεδόν καθημερινά στην Ευδοξία να έρθει όσο μπορεί πιο γρήγορα από την Κορυτσά γιατί υπήρχε κίνδυνος να μας στείλουν σε διαφορετικές χώρες, όπως έγινε με πολλά ζευγάρια που έκαναν 2-3 χρόνια να ενωθούν. Στις αρχές του Οκτώβρη έφτασε επιτέλους στο Μπουρέλι κι έτσι μαζί επιβιβαστήκαμε στο φορτηγό σοβιετικό πλοίο «Βλαδιβοστόκ» χωρητικότητας 12.000 τόνων στα αμπάρια του οποίου έγιναν πρόχειρα κρεβάτια για να μεταφέρουν 1000 περίπου μαχητές. Το πλοίο έφυγε από το Δυρράχιο στις 16-10-1949 για άγνωστη κατεύθυνση. Μόνον ύστερα από 8 μέρες που φτάσαμε νύχτα στην Κωνσταντινούπολη αρχίσαμε να κάνουμε διάφορες υποθέσεις. Και την επομένη πλέοντας στη Μαύρη θάλασσα προς Οδησσό μας ανακοίνωσαν πως πηγαίναμε στη Σοβιετική Ένωση. Η χαρά μας ήταν απερίγραπτη. Μια μέρα μετά αποβιβαστήκαμε στην πόλη Πότι κοντά στο Σουχούμι.

Ήμασταν εξαντλημένοι και κατάκοποι, νηστικοί και διψασμένοι. Το πλοίο δεν είχε τη δυνατότητα να μας εφοδιάσει με πόσιμο νερό. Τρώγαμε μόνο ξηρά τροφή (κονσέρβες) όλο το διάστημα. Η μεγάλη τρικυμία στο Αιγαίο μας εξάντλησε ακόμη πιο πολύ. Εδώ στο Πότι μείναμε λίγες μέρες. Φάγαμε ζεστό φαΐ, πλυθήκαμε, περάσαμε από κλίβανο. Ύστερα μας στρίμωξαν σε κάτι βαγόνια που έγραφαν 20 ίπποι, 200 πρόβατα, 1000 κότες. Έτσι φτάσαμε στο Μπακούμ, πρωτεύουσα του Αζερμπαϊτζάν. Επιβιβαστήκαμε σε πολυτελή πλοία για την απέναντι όχθη της Κασπίας θάλασσας στο Κρασνοβόρτσκ της Τουρκμενικής Δημοκρατίας. Επιβιβαστήκαμε πάλι σε φορτηγά βαγόνια κι έτσι στις 4-11-1949 το μεσημέρι φτάσαμε στην πόλη Τασκένδη, πρωτεύουσα της Δημοκρατίας του Ουζμπεκιστάν. Ήταν παραμονές της 32ης επετείου της Μεγάλης Οκτωβριανής Σοσιαλιστικής Επανάστασης.
Οι μαχητές και αξιωματικοί της 105ης ταξιαρχίας, περίπου 800 άτομα, πήγαμε στην 8η «Πολιτεία» από τις 15 που είχαν δημιουργηθεί. Η μικρή αυτή «Πολιτεία», που αποτελούνταν από μονώροφα κτίσματα, παραπήγματα και στρατώνες, βρισκόταν κοντά στο υφαντουργικό εργοστάσιο της πόλης που εκείνη την εποχή αριθμούσε 22.000 εργάτες. Σ’ αυτό θα δουλεύαμε κι εμείς.

Είναι αλήθεια ότι οι Σοβιετικοί μας δέχτηκαν πολύ καλά και μας περιποιήθηκαν με πατρική στοργή. Εκείνη την εποχή αντιμετώπιζαν τεράστιες δυσκολίες γιατί μόλις είχε τελειώσει ο πόλεμος ο οποίος εκτός από τα 20.000.000 θύματα είχε συσσωρεύσει και τεράστιες καταστροφές. Και ενώ αντιμετώπιζε σοβαρά επισιτιστικά προβλήματα για το λαό της, εμείς τρώγαμε πλουσιοπάροχα για την εποχή εκείνη.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ

1. Θα ήθελα να γράψω δυο λόγια για τον αγωνιστή, το γιατρό, τον άνθρωπο Βασίλη Δαδαλιάρη.
Γεννήθηκε και μεγάλωσε στο χωριό Βουβάλια Ελασσόνας. Στην περίοδο της Κατοχής πήρε ενεργό μέρος στον Εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα από τις τάξεις του ΕΑΜ και του ΚΚΕ. Για τη δράση του αυτή, το Μάρτη του 1944, εξελέγη αντιπρόσωπος (βουλευτής) της ΠΕΕΑ (Πολιτική Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης) που συνήλθε, το Μάη του 1944, στους Κορυσχάδες Ευρυτανίας και εξέλεξε την κυβέρνηση του βουνού. Η ψηφοφορία έγινε στις κατεχόμενες πόλεις και χωριά της Θεσσαλίας.
Κατατάχτηκε στο ΔΣΕ και προσέφερε ανεκτίμητες υπηρεσίες ως γιατρός και υπεύθυνος στα διάφορα νοσοκομεία του ΔΣΕ. Συνδέθηκα μαζί του πολύ φιλικά, το 1949 τον Απρίλη, όταν επέστρεψα από τη Ρουμανία όπου νοσηλεύτηκα μετά τον τραυματισμό μου στο χωριό Πιπεριά Αριδαίας.

Τον συνάντησα στο ορεινό νοσοκομείο της ΙΧ μεραρχίας που βρισκόταν στο δάσος απέναντι από το χωριό Ανταρτικό στην περιοχή των Πρεσπών.Τότε μου διηγήθηκε εμπιστευτικά συγκλονιστικές λεπτομέρειες από τη σύλληψη, την καταδίκη και την εκτέλεση του αειμνήστου Γεωργιάδη, διοικητή της 14ης ταξιαρχίας της ΙΧ μεραρχίας του ΔΣΕ. Με τον Γεωργιάδη συνδέονταν πολύ στενά κι επειδή ήταν και οι δυο μελαχρινοί και έμοιαζαν φυσιογνωμικά και σωματικά αποκαλούσε ο ένας τον άλλο «Aδελφέ». Ο Δαδαλιάρης ήταν ίσως ο μόνος που τον επισκεπτόταν εκεί που κρατούνταν, του πήγαινε τσιγάρα, κάλτσες και ρούχα ζεστά.

Αψηφώντας τον κίνδυνο να κακοχαρακτηριστεί και να έχει σοβαρές συνέπειες ζήτησε να παραστεί στο στρατοδικείο ως μάρτυρας υπεράσπισης κι αυτό έγινε δεκτό. Φυσικά αυτό εξυπηρετούσε και τα σχέδια του Γούσια για δήθεν αντικειμενική δίκη. Πρόεδρος του στρατοδικείου διορίστηκε από τον Γούσια, τον Ζαχαριάδη, τον Βλαντά, τον Μπαρτζιώτα ο δικηγόρος Παναγιώτης Τζήμας από την Καστοριά, αδελφός του Ανδρέα Τζήμα (Σαμαρινιώτη) που ήταν αντιπρόσωπος του ΕΑΜ στο Γενικό Αρχηγείο του ΕΛΑΣ. Αυτός αρνήθηκε να αναλάβει την υπόθεση γιατί τα στοιχεία που του έδωσαν ήταν προκατασκευασμένα και ανυπόστατα. Επειδή όμως ήταν γνωστός και αδελφός του Σαμαρινιώτη δεν ήταν δυνατόν να τον εξοντώσουν και τον έστειλαν στη Ρουμανία για να μη βρίσκεται στα πόδια τους και τους δημιουργεί προβλήματα.


Έτσι ο Γούσιας όρισε πρόεδρο του στρατοδικείου τον Τάκη Γκαστή, υποχείριό του. Θα αναφέρω μόνο ένα περιστατικό από τη διεξαγωγή της δίκης (παρωδία) στο στρατοδικείο. Στην απολογία του ο Γεωργιάδης είπε: «Σύντροφοι δικαστές, με κατηγορείτε για προδοσία ως πράκτορα του ιμπεριαλισμού. Αρνούμαι κατηγορηματικά αυτές τις κατηγορίες. Υπήρξα πάντα τίμιος αγωνιστής και πατριώτης. Μπορείτε να με κατηγορήσετε σαν έναν ανίκανο αξιωματικό που έχασε μια μάχη –εννοούσε την αποτυχία κατάληψης της Έ     δεσσας τον Δεκέμβρη του 1948– ή και για άλλες ακόμη αποτυχημένες ενέργειες, αλλά τότε θα έπρεπε να δικάσετε αυτόν εδώ (και δείχνει τον Γούσια), ο οποίος ενώ επιστράτευσε 3000 νέους από τη Ρούμελη για να τους φέρει στο Γράμμο το χειμώνα του 1948 έφερε μόνο 650. Οι άλλοι άοπλοι, ξυπόλυτοι, νηστικοί, πέθαναν απ’ τις κακουχίες και την πείνα, σκοτώθηκαν, πνίγηκαν περνώντας πεζοί την αβαθή λίμνη της Κάρλας. Κι είχε την αναίδεια να την ονομάσει «ηρωική φάλαγγα και πορεία».


Έξαλλος ο Γούσιας απευθύνεται στο στρατοδικείο· «κλείστε του το στόμα, ράψτε το». Κι απευθυνόμενος στο Γεωργιάδη: «Μου τη γλίτωσες στα Πιέρια, αλλά δε θα μου τη γλιτώσεις τώρα». Και το στρατοδικείο του επέβαλε την ποινή του θανάτου διά τουφεκισμού.

Κατά τη διάρκεια της πορείας στα Πιέρια, ο Γεωργιάδης είχε διαφωνήσει σε πολλά ζητήματα με το Γούσια γιατί ο Γεωργιάδης ήταν έμπειρος αξιωματικός της Σχολής Ευελπίδων. Η τελευταία του επιθυμία, πριν την εκτέλεσή του, ήταν· «Δώστε μου πέντε λεπτά παράταση». Στο διάστημα αυτό έβγαλε τη στολή του, τις μπότες του και είπε «παιδιά, αυτά να τα δώσετε σε κανένα γυμνό μαχητή» και ανοίγοντας το πουκάμισό του λέει στο εκτελεστικό απόσπασμα «σύντροφοι, εσείς δεν φταίτε, άλλοι σας έβαλαν που κάποτε θα πληρώσουν. Χτυπάτε, λοιπόν».

Αυτός ήταν ο ηρωικός και ταλαντούχος επιτελικός αξιωματικός του ΔΣΕ που τόσο άδικα και απάνθρωπα έφυγε από τη ζωή. Την εκτίμησή μου γι’ αυτόν τη διαμόρφωσα από προσωπικά βιώματα μαζί του (Δεκ. του 1948), από όσα διάβασα στο βιβλίο του Πέτρου Ανταίου «Η ελπίδα πάγωσε στις κορφές» και από την αφήγηση του γιατρού Δαδαλιάρη.

Με το Δαδαλιάρη, λοιπόν, βρεθήκαμε πάλι μαζί, μετά την ήττα μας και την υποχώρηση στην Τασκένδη, στην ίδια πολιτεία. Υπηρετούσε στα ιατρεία ενός μεγάλου εργοστασίου που κατασκεύαζε μηχανές για τη βιομηχανία παραγωγής υφασμάτων.

Μετά τη διάσπαση του ΚΚΕ το 1968 τάχθηκε με την ανανέωση. Η τελευταία μας συνάντηση έγινε στο σπίτι μου σε μια συγκέντρωση είκοσι περίπου αξιωματικών από τους οποίους οι πιο πολλοί ανήκαν στο ΚΚΕ εσωτ. για ενημέρωση μετά την επιστροφή μου από τη Μόσχα και τη συνάντησή μου με το Μάρκο Βαφειάδη. Όταν έφυγαν οι άλλοι, τον κράτησα και δειπνήσαμε μαζί. Ήταν η τελευταία φορά, ύστερα από λίγο πέθανε από καρδιακή προσβολή.

Παρά το γεγονός ότι ήταν ανοιχτά τοποθετημένος με το ΚΚΕ εσωτ. κάτω από την πίεση της Ελληνικής Παρτιζάνικης παροικίας το προεδρείο του συλλόγου Πολιτικών Προσφύγων και η ΚΕ Τασκένδης του ΚΚΕ τον εξέθεσε σε λαϊκό προσκύνημα στην αίθουσα τελετών του συλλόγου. Τον θάψαμε στο κεντρικό νεκροταφείο κοντά στην 4η πολιτεία των πολιτικών προσφύγων. Τον επικήδειο εκφώνησε ο Αλέκος Ρόσιος (Υψηλάντης), φιλόλογος, στρατηγός του ΔΣΕ.

(από το βιβλίο: Τάκης Κωστόπουλος, Με τους αντάρτες στη Δυτική Μακεδονία: Αναμνήσεις από Κατοχή, Εμφύλιο, Τασκένδη, Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας, Μαρτυρίες VII, Βιβλιόραμα-Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς, 2006)

*

(Μαρτυρίες για Γ. Γεωργιάδη)

Παραθέτω στοιχεία για τον Γ.Γεωργιάδη  από μαρτυρίες Βασίλκου, Χείμαρρου, Καραγιάννη, Τόλιου και Τζατζάνη. Ανταρτών που βρέθηκαν δίπλα στον Γεωργιάδη και στην υπόθεσή του.

1). O πολιτικός επίτροπος της 14ης ταξιαρχίας Βασίλκος, που αντικατέστησε τον Γεωργιάδη:

« Ο Γεωργιάδης ήταν αξιωματικός της σχολής Ευελπίδων. Αν σκέπτονταν ατομικιστικά μετά την παράδοση των όπλων από τον ΕΛΑΣ, μπορούσε κάλλιστα να μείνει  στον κυβερνητικό στρατό και με την στρατιωτική οντότητα που τον χαρακτήριζε θα ήταν στρατηγός. Δεν το έκανε όμως αυτό. Στο 1938-39 υπηρετούσαμε μαζί στο στρατό διμοιρίτες στον ίδιο λόχο του 21 συντάγματος στο Σιδηρόκαστρο. Μαζί κάναμε οχυρά στο Ρούπελ του Στρυμόνα. Ήταν από τότε λαϊκός άνθρωπος. Στο ΔΣΕ ήμασταν συνδιοικητές της 14ης ταξιαρχίας, στην περίοδο των μεγάλων επιχειρήσεων του Γράμμου το 1948. Διοικητής ο Γεωργιάδης, επίτροπος εγώ. Οχύρωσε και υπεράσπισε τον τομέα έτσι ώστε ο αντίπαλος μας κυβερνητικός στρατός δεν μπόρεσε να εκπορθήσει βασικά στηρίγματα, όπως ο Χάρος και ο Πύργος Κοτύλης. Στη διάρκεια των μαχών το Γ.Α του αφαίρεσε τη διοίκηση με πρόσχημα ότι η ταξιαρχία είχε πολλές απώλειες. Είπα στον Βλαντά :

Μήπως με μένα δεν θα έχει απώλειες, αφού γίνεται ένας πόλεμος κόλαση από φωτιά;  Έγραψα στον Ζαχαριάδη ότι η κατηγορία δεν ευσταθεί και η απομάκρυνση του Γεωργιάδη δεν ενδείκνυται. …..

Επειδή τον Γεωργιάδη τον ξέρω καλά,  μπορώ με βεβαιότητα να πω πως ήταν ικανός αξιωματικός, από τα καλύτερα στελέχη του ΔΣΕ, με αφοσίωση και πίστη στον αγώνα, λαϊκός, ενέπνεε την αγάπη την εμπιστοσύνη και το σεβασμό όλων των υφιστάμενων του»

(Βασίλκος) Βασιλείου Γεώργιος «Ελευθεροτυπία» 18/3.86 

Βασίλης Γκανάτσιος (Χείμαρρος): Ανιχνεύοντας τις ρίζες της ήττας, εκδ. ΕΠΙΚΕΝΤΡΟ, 2011

2). Ο Γεωργιάδης είχε τη μεγαλύτερη εκτίμηση των μαχητών και στελεχών, λόγω των ικανοτήτων του, το επιβεβαιώνει ο επίτροπος της ταξιαρχίας, το επιβεβαιώνει και διοικητής του Αρχηγείου. Δεν είχε ατυχήματα, δεν είχε θαλασσώματα, δεν είχε μεγαλύτερες απώλειες από άλλα τμήματα, κρατούσε σταθερά τις θέσεις στο μέτωπο και δεν είχε κάμει καμία πρόταση εγκατάλειψης οχυρών θέσεων όπως εσκεμμένα γράφει ο Βλαντάς. Οι θέσεις της 14ης ταξιαρχίας στο Χάρο και στον Πύργο κρατήθηκαν ως τη μέρα που έγινε ο ελιγμός του ΔΣ από το Γράμμο στο Βίτσι. Η 14η ταξιαρχία διατήρησε τη φυσιογνωμία της μάχης στο Γράμμο όταν όλες οι άλλες δυνάμεις τον εγκατέλειψαν και πέρασε στο Βίτσι 24 ώρες αργότερα από τα άλλα τμήματα.

Η σύλληψη του Γεωργιάδη

Ο Γούσιας ανάφερε στο Π.Γ. με τον ασύρματο ότι η επιχείρηση στην Έδεσσα απέτυχε γιατί πρόδωσε ο Γεωργιάδης και άλλα τερατώδη πράγματα προϊόντα της φαντασίας και επιθυμίας του.

Προσποιούμενος τον άρρωστο έφυγε δήθεν για θεραπεία και σε δυο μέρες ήρθε ο Βλαντάς. Στο σταθμό διοίκησης των τμημάτων Καϊμακτσαλάν που βρίσκονταν η διοίκηση της Χ Μεραρχίας, ο αξιωματικός επιχειρήσεων του Γ.Α. και ο γράφων, μόλις μας χαιρέτησε, ρώτησε:

Βλαντάς: Φέρνει ευθύνη ο Γεωργιάδης για την αποτυχία της επιχείρησης στην Έδεσσα;

Διοικητής Μεραρχίας: Φέρνει πως δε φέρνει.

Βλαντάς: Να δεθεί ο Γεωργιάδης και να οδηγηθεί εδώ.

Ακολούθησε σιγή, δημιουργήθηκε μια παγωμένη ατμόσφαιρα για λίγα δευτερόλεπτα. Όταν είδα ότι κανένας δε μιλάει, απευθυνόμενος στο Βλαντά είπα:

   Πώς θα δέσεις το Γεωργιάδη, έχει κύρος στους αξιωματικούς και μαχητές, που αν τον δούνε δεμένο θα πέσει το ηθικό τους. Έπειτα πρέπει να συγκροτηθεί επιτροπή από αξιωματικούς οι οποίοι πήραν μέρος στη μάχη, να εξετάσει προσεκτικά την υπόθεση, να εξετάσει και το Γεωργιάδη, να βγάλει αντικειμενικό πόρισμα, να καταμερισθούν οι ευθύνες και έπειτα να επιβληθούν τα επιβαλλόμενα μέτρα.

Βλαντάς: Να μη δεθεί όμως να σταλεί εδώ.

Τα γεγονότα στη συνέχεια εξελίχθηκαν ως εξής: Ο Γεωργιάδης στάλθηκε στο Βίτσι μέσω Μοναστηρίου συνοδεία χωρίς να είναι δεμένος. Μόλις βγήκε στο ελληνικό έδαφος οι μαχητές που τον συνόδευαν τον έδεσαν και τον οδήγησαν στις φυλακές.

Η φυλάκιση  και το στρατοδικείο  του Γεωργιάδη

Αρκετό  υλικό για τη φυλάκιση και τη διεξαγωγή της «δίκης», τους τραμπουκισμούς του Γούσια σ’ αυτή, για τις άμεμπτες ενέργειες του διευθυντή του δικαστικού τμήματος του Γ. Αρχηγείου Δ. Μπαλάσκα και τον τρόπο της εκτέλεσης (δολοφονίας) του ατρόμητου, γενναίου και αφοσιωμένου αγωνιστή Γ. Γεωργιάδη περιέχεται στα γράμματα που στάλθηκαν από πολλούς μαχητές του ΔΣΕ και δημοσιεύθηκαν στην εφημερίδα «ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ» το 1986. Μεταξύ αυτών, οι επιστολές   του Διευθυντή των φυλακών του Γ.Α Β. Καραγιάννη και του διοικητή της φρουράς των φυλακών Α. Τόλια, παρουσιάζουν ξεχωριστό  ενδιαφέρον και τις παραθέτουμε, γιατί φωτίζουν και αποκαλύπτουν, μετά από χρόνια,  τα αληθινά περιστατικά, σχετικά με τη φυλάκιση  και την εκτέλεση του Γ. Γεωργιάδη. Ο  Βάσος Καραγιάννης αναφέρει στην επιστολή του  που δημοσιεύτηκε στις 4 Απριλίου το 1986

«Τον (Γεωργιάδη) ξαναείδα το 1949 όταν στάλθηκε στις Γενικές Φυλακές του Γ.Α του ΔΣΕ  ύστερα  από αποτυχία της επιχείρησης της Χ Μεραρχίας στην ΕΔΕΣΣΑ. Το προφυλακιστήριο που έφεραν οι αντάρτες που τον συνόδευαν με υπογραφή δυσανάγνωστη έγραφε ότι είναι προδότης βαλτός στις γραμμές του ΔΣΕ και άλλα παρόμοια, σύμφωνα με τις υποδείξεις του Γούσια. Οι ίδιοι οι αντάρτες του ΔΣΕ έφεραν και ένα προσωπικό σημείωμα του Διοικητή της Χ Μεραρχίας Σκοτίδα, τον οποίο γνώριζα πολύ καλά απ΄ την περίοδο του ΕΛΑΣ. Με το σημείωμα του ο Σκοτίδας με παρακαλούσε να εξασφαλίσω για τον Γεωργιάδη όσο ήταν δυνατόν καλές συνθήκες διαβίωσης.

Αφήσαμε το Γεωργιάδη ελεύθερο στο χώρο των φυλακών και έξω από το σπίτι που έμενε βάλαμε σκοπιά»

«Στο ψευτοδικαστήριο που έγινε σε λίγες μέρες κύριος μάρτυρας κατηγορίας ήταν ο Γούσιας. Οι πρώτες κουβέντες που έβγαλε ο Γούσιας απ΄ το στόμα του μόλις μπήκε στην αίθουσα του ψευτοδικαστηρίου απευθυνόμενος προς τον Γεωργιάδη ήταν: «Ρε αλήτη, πολλές φορές γλύτωσες, αλλά αυτή τη φορά δε θα γλυτώσεις». Έβριζε αναίσχυντα το Γεωργιάδη και σε μια στιγμή άρπαξε ένα κάθισμα για να τον χτυπήσει. Ο δικηγόρος, Θανάσης Ζιάκας, ο γιατρός Δαδαλιάρης, ο Κώστας Τζατζάνης και άλλοι αγωνιστές που παραβρέθηκαν στο ψευτοδικαστήριο, εκφράζονταν με αγανάκτηση και αποτροπιασμό για την τραμπούκικη συμπεριφορά του Γούσια. Ο Γούσιας ήταν μέλος του Π.Γ του ΚΚΕ, μα άνθρωπος δεν ήταν. Μέσα σε τέτοιες συνθήκες το κατευθυνόμενο ψευτοδικαστήριο καταδίκασε το Γεωργιάδη σε θάνατο. Και τον έστειλε ξανά στις φυλακές του Γενικού Αρχηγείου».

Η αλήθεια είναι ότι και τα τέσσερα μέλη του Πολεμικού Συμβουλίου Ζαχαριάδης, Γούσιας, Βλαντάς, Μπαρτζώτας, που αποτελούσαν και την ανώτατη ηγεσία του ΚΚΕ,  έστειλαν το Γεωργιάδη στο «στρατοδικείο», και καθόρισαν τους στρατοδίκες, Σαρρή (Θησέας), το δολοφόνο του Γιαννούλη, Βύσιο Δ. ειδικό γραμματέα του Πεχτασίδη στο Μπούλκες και βοηθό του Βλαντά στο ΔΣ, Σοφιανό Γ. και το δικαστή Γκαστή, (ο ίδιος και στην εκτέλεση του Γιαννούλη). Η επιλογή και  μόνο των δικαστών του στρατοδικείου δεν αφήνει καμιά αμφιβολία ότι τους δόθηκε και η απόφαση έτοιμη προτού συνέλθει σε συνεδρίαση το «δικαστήριο».

Και συνεχίζει  στην επιστολή του ο Β. Καραγιάννης «Παρακαλούσα τον Γεωργιάδη να κάνει αίτηση χάριτος στην προσωρινή κυβέρνηση. Στην αρχή αρνήθηκε και δεν ήθελε να με ακούσει. Με έλεγε «η απόφαση είναι από παλιά βγαλμένη, αφορμή είναι η αποτυχία της ΕΔΕΣΣΑΣ». Μπροστά στην επιμονή μου υποχώρησε τελικά: «Κάνε την εσύ, με είπε, και φέρτη μου να την υπογράψω». Έκανα την αίτηση χάριτος, την έδωσα, την υπέγραψε και την έστειλα στο Διευθυντή του Δικαστικού Τμήματος του Γ.Α σ. Μ. Μπαλάσκα. Ο σ. Μπαλάσκας μελέτησε προσεκτικά τη δικογραφία και χωρίς καθυστέρηση έκανε πρόταση στον Πορφυρογένη που ήταν υπουργός Δικαιοσύνης της Προσωρινής Κυβέρνησης να ξαναγίνει το δικαστήριο στο οποίο να τηρηθούν οι κανόνες της Στρατιωτικής Δικαιοσύνης, να κληθούν και να καταθέσουν μάρτυρες, να εξασφαλισθεί η δυνατότητα στο Γεωργιάδη να απολογηθεί. Ταυτόχρονα με το Λ. Στρίγγο ο οποίος πήγαινε στο Σ.Δ του στενού ηγετικού πυρήνα του ΚΚΕ, έστειλε στο Ζαχαριάδη την αίτηση χάριτος του Γεωργιάδη. Σε πολύωρη συζήτηση που είχα με το Γεωργιάδη τον έπεισα τελικά και έστειλε αναλυτικό γράμμα προσωπικά στο Ζαχαριάδη, τόσο για τις αιτίες της αποτυχίας της επιχείρησης στην ΕΔΕΣΣΑ όσο και για τις απαράδεκτες πράξεις ανηθικότητας του Γούσια στη Ρούμελη το 1947, τις οποίες τότε είχε καταγγείλει μαζί με το Γ. Χουλιάρα στο Μάρκο.

Ό,τι  έγραψε ο Γεωργιάδης τα έστειλα αμέσως στο σ. Μπαλάσκα, ο οποίος με είχε διαβεβαιώσει ότι τα έστειλε χωρίς καθυστέρηση στο Ζαχαριάδη».

Το στυγερό έγκλημα, της δολοφονίας του κρατουμένου Γεωργιάδη, με 35 σφαίρες.

«Αντί απαντήσεως στην αίτηση χάριτος» συνεχίζει ο Β. Καραγιάννης «στις 24-2-49 ο Βλαντάς, έστειλε στην Διεύθυνση Φυλακών του Γ.Α, το χειρόγραφο υπηρεσιακό σημείωμα φωτοτυπία του οποίου δημοσιεύτηκε στην «ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ» στις 23-3-86 με τρεις αντάρτες απ΄τη φρουρά του Γ.Α. Ο επικεφαλής των ανταρτών της φρουράς ασφαλείας του Γ.Α ζήτησε απ΄τη διεύθυνση των Φυλακών σύμφωνα με εντολή του Βλαντά να του παραδώσει το Γεωργιάδη. Η Διεύθυνση Φυλακών επικοινώνησε αμέσως από τηλεφώνου με τον Βλαντά. Ο Βλαντάς διέταξε από τηλεφώνου να παραδοθεί ο Γεωργιάδης στους αντάρτες που ο ίδιος είχε στείλει. Ο επικεφαλής της φρουράς των φυλακών με εντολή της Διεύθυνσης πήγε με τους τρεις αντάρτες στο δωμάτιο που έμενε ο Γεωργιάδης και του ανακοίνωσε ότι ήρθαν να τον παραλάβουν και να τον οδηγήσουν στο Γ.Α. Ο Γεωργιάδης, ψύχραιμος και παλληκάρι όπως ήταν, απάντησε με ηρεμία. «Καταλαβαίνω, είπε, γιατί δεν ήρθε ο Β. Καραγιάννης μόνος του». Έβγαλε ένα ρολόγι τσέπης που είχε και ένα στυλό και δίνοντάς τα στον Διοικητή της Φρουράς των φυλακών Αθανάσιο Τόλια από το χωριό Κωσταράζι Καστοριάς είπε: «Το ωρολόγι να το δώσεις στον Β. Καραγιάννη και το στυλό να το κρατήσεις εσύ για να με θυμάστε» Οι τρεις αντάρτες της φρουράς του Γ.Α παρέλαβαν το Γεωργιάδη. Τους ακολούθησε με εντολή της Διεύθυνσης Φυλακών και ο λοχαγός Θανάσης Τόλιας και μόλις βγήκαν έξω από το χωριό Κρανιές Πρέσπας, τον έβρισαν χυδαία, τον έσπρωξαν, έπεσε κάτω και άδειασαν επάνω του ο καθένας από μια ταινία φυσίγγια από τα ατομικά όπλα που είχαν. Άφησαν το νεκρό στο δρόμο και έφυγαν για το Γ.Α. Μόλις ακούσθηκαν οι πυροβολισμοί καταλάβαμε τι έγινε. Πήγαμε αμέσως και πήραμε το νεκρό και τον θάψαμε στο νεκροταφείο του χωριού. Στο πέτσινο σακάκι του αξέχαστου παλικαριού μετρήσαμε 35 τρύπες από τις σφαίρες των αυτομάτων. Αυτό ήταν το τραγικό τέλος του ήρωα της Εθνικής Αντίστασης και του ΔΣΕ Γ. Γεωργιάδη.

Για να γίνει η εκτέλεση εναντίον καταδικασμένου σε θάνατο, ο οποίος κρατούνταν σε φυλακές του Γ.Α, έπρεπε:

1)Απαραίτητα να προηγηθεί η δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης της απόρριψης της αίτησης χάριτος.

2)Να σταλεί από το Γ.Α στη Διεύθυνση των φυλακών έγγραφη διαταγή με την οποία να ανακοινώνονται η απόρριψη της αίτησης χάριτος, ο αριθ. Φύλλου και η ημερομηνία της Εφημερίδας της Προσωρινής Κυβέρνησης στην οποία δημοσιεύτηκε η απόρριψη.

3)Να καταχωρηθεί σε ειδικό βιβλίο που κρατούσε η Διεύθυνση Φυλακών η απόρριψη χάριτος.

4)Να ορισθεί εκτελεστικό απόσπασμα απ΄τη φρουρά των φυλακών το οποίο και προέβαινε στην εκτέλεση της θανατικής καταδίκης.

Για τη συγκεκριμένη περίπτωση του συνταγματάρχη Γεωργιάδη δεν τηρήθηκε κανένας από τους παραπάνω όρους.

-Η αποστολή απ΄το Βλαντά τριών ανταρτών με υπηρεσιακό σημείωμα για να παραλάβουν και να εκτελέσουν το Γεωργιάδη έγινε κατά παράβαση της ισχύουσας νομοθεσίας και ήταν η μοναδική περίπτωση εκτέλεσης μ΄αυτόν τον τρόπο. Έτσι δεν τόλμησαν να δημοσιεύσουν στην Εφημερίδα την απόρριψη της αίτησης χάριτος. Πρόκειται λοιπόν για ένα στυγερό έγκλημα που διαπράχθηκε με εντολή μελών της τότε ηγεσίας. Πρόκειται για δολοφονία κρατουμένου, όπως ακριβώς είχε γίνει νωρίτερα με τον ηρωικό συνταγματάρχη Γιαννούλη».

Το παρακάτω ιδιόχειρο υπηρεσιακό σημείωμα του Βλαντά, που δημοσιεύθηκε στην «ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ» στις 23 Μαρτίου 1986, ξεκαθαρίζει την υπόθεση.

ΔΣΕ

Υπηρεσιακό Σημείωμα

Προς τη διεύθυνση των Φυλακών.

          Η Π.Δ.Κ. απόρριψε την αίτηση για χάρη του Γιώργη Γεωργιάδη. Να εκτελεστεί αμέσως. Επίσημο έγγραφο θα πάρετε.

 

24-2-49,Σ.Δ.    Γ.Α  Βλαντάς

Καμία πράξη απόρριψης της αίτησης χάριτος δε στάλθηκε ποτέ, προς τη διεύθυνση φυλακών από την κυβέρνηση και καμία εντολή εκτέλεσης δε δόθηκε ποτέ ούτε προ της εκτέλεσης ούτε μετά από αυτήν. Ο Γεωργιάδης, δολοφονήθηκε από ομάδα που έστειλε ο Βλαντάς από το Γενικό Αρχηγείο. Η όλη διαδικασία της υπόθεσης ήταν διάτρητη από την αρχή ως το τέλος.

Ο αυτόπτης μάρτυρας της δολοφονίας του Γεωργιάδη.

Τέλος παραθέτουμε τη  μαρτυρία του διοικητή της φρουράς των φυλακών του Γ.Α Θανάση Τόλια, αυτόπτη μάρτυρα της δολοφονίας του Γ. Γεωργιάδη που  επιβεβαιώνει και την μαρτυρία του Διευθυντή των φυλακών Β. Καραγιάννη.

«…Πράγματι όσα γράφει (Ο Β. Καραγιάννης) είναι η πραγματική αλήθεια. Σαν διοικητής φρουράς φυλακών και αυτόπτης μάρτυς ξέρω πως στην εκτέλεση  Γεωργιάδη έγινε κάτι βάναυσο και τρομερό.

..Τον σ. ταξίαρχο Γεωργιάδη δεν τον γνώριζα προσωπικά. Από τα δελτία είδα το όνομά του σαν διοικητή της 14ης Ταξιαρχίας στο Γράμμο στη μάχη της Γκορούσιας και του Παλιοκρεμίνη που είχε μεγάλη επιτυχία.

…Τον δέχτηκα και γνωριστήκαμε. Άκουσε το όνομά μου και μου είπε «εγώ σε γνωρίζω, εσύ δεν με γνωρίζεις». Βέβαια δεν τον είχα δει και μου είπε από πού με γνωρίζει. Το 1947 και ΄48 που είχα το 2ο Λόχο του Α΄ Τάγματος της 18ης Ταξιαρχίας, μερικοί μαχητές και μαχήτριες ήταν από τα Στανοχώρια, θέλησαν να φύγουν από το Βίτσι και πήγαν στην 14η Ταξιαρχία που ήταν ο Γεωργιάδης διοικητής Ταξιαρχίας και μου τους είπε όλους με τα ονόματά τους, τότε πίστεψα πραγματικά ότι με γνώριζε, ήταν προικισμένος με πολλά φυσικά και τεχνικά προσόντα.

Στο περιβάλλον των φυλακών εφαρμόζαμε το νόμο που προβλέπει η στρατιωτική δικαιοσύνη. Κάθε κρατούμενος ερχόταν με συνοδεία και ένα δικαστικό αντιπρόσωπο του Γ.Α. Το ίδιο γινόταν και στην παράδοση. Έπρεπε να είναι ο Άλκης Βουρδανάς που ήταν γραμματέας  του δικαστικού του Γ.Α ή ο Βασίλης Οικονόμου που ήταν υποδιευθυντής. Διευθυντής ήταν ο Μπαλάσκας Δημήτρης ή ο Πάνος Τζίμας. Έτσι γινόταν η παράδοση κάθε κρατουμένου, ή για εκτέλεση όταν πήγαινε ο δικαστικός διάβαζε γιατί κατηγορούνταν και την απόφαση του δικαστηρίου. Αυτή την ταχτική είχαμε.

Στον Ταξίαρχο Γ. Γεωργιάδη δεν έγινε τίποτα από αυτά, αλλά στις 24-2-49 ήρθαν τρεις αντάρτες από τη φρουρά του Γ.Α με υπηρεσιακό σημείωμα για να παραλάβουν τον σ. Γεωργιάδη να τον πάνε στο Γ.Α. Εγώ έφερα αντίρρηση χωρίς δικαστικό αντιπρόσωπο δεν τον παρέδωσα και αφού η διεύθυνση φυλακών επικοινώνησε με τον ίδιο τον Βλαντά τηλεφωνικώς και διέταξε να σταλεί εσπευσμένα ο Γεωργιάδης».

Τα τελευταία λόγια του Γεωργιάδη

«Τότε με διαταγή της διεύθυνσης φυλακών πήγα και του ανακοίνωσα ότι θα πάει στο Γ.Α. Τότε έβγαλε το ρολόγι του από την τσέπη του, μου το έδωσε και μου είπε να το δώσω στον Καραγιάννη και «συναγωνιστή Θανάση να κρατήσεις το στυλό μου για να με θυμάστε». Μου είπε τα τελευταία λόγια: «Εμένα θα με εκτελέσουν αλλά από εσένα σ. Θανάση είσαι ο άνθρωπος που βρέθηκε την τελευταία ώρα της ζωής μου, θέλω όμως, αν ζήσεις και έρθει η ώρα και αναγνωριστεί από την φαυλοκρατία ο αγώνας – που θα αναγνωριστεί πολύ σύντομα- να γράψεις αυτό που θα σου πω τώρα: Δεν θέλω να με γράψουν στον κατάλογο του χαφιέ και του προδότη, αυτά που γράφει ο Γούσιας και η παρέα του, είναι επειδή δεν συμβιβάστηκα με τα στραπάτσα και τις ανήθικες πράξεις …Εγώ σαν λαϊκός αγωνιστής πρόσφερα πολλά στον αγώνα από το 1944, τόσο στη Ρούμελη όσο και εδώ στη Δυτική Μακεδονία που ήρθα, σε αφήνω. Σαν λόγο να γράψεις σ. Θανάση να τα διαβάσουν όλοι οι αγωνιστές του λαού, στελέχη του ΚΚΕ».

Τότε τον προβόδισα έξω από το χωριό Κρανές. Είπα να πάω μέχρι τη βάρκα δεν με θέλησαν όμως οι εκτελεστές και εγώ γύρισα. Όσο να κάνω εκατό μέτρα πίσω για το χωριό, άκουσα τις ριπές. Κατάλαβα γι’ αυτό με γύρισαν, γιατί η εκτέλεση γινόταν πέρα μεριά από τη λίμνη. Πήγαμε και τον θάψαμε στο νεκροταφείο που γράφει και ο Καραγιάννης. Αυτό είναι το τέλος του σ. Γεωργιάδη και αυτά έκανε η ηγεσία του ΔΣΕ».  

Ο Κ. Τζατζάνης, από το Κηπουργιό των Γρεβενών, από τους πρώτους μαχητές της Εθνικής Αντίστασης, ήταν ευθύς χαρακτήρας, τίμιος και αφοσιωμένος στους απελευθερωτικούς και κοινωνικούς αγώνες. Μιλούσε πάντα καθαρά και τσεκουράτα και προπαντός χωρίς περιαυτολογίες. Η μόνη σχέση που είχε με την υπόθεση Γεωργιάδη ήταν ότι παραβρέθηκε στο στρατοδικείο του Γεωργιάδη και για το οποίο μου διηγήθηκε τα εξής: «Έφεραν τον Γεωργιάδη συνοδεία από τις φυλακές. Ήταν καταϊδρωμένος. Έβγαλα τη φανέλα που φορούσα, την έδωσα στο Γεωργιάδη και τη φόρεσε. Σε λίγο εμφανίστηκε ο Γούσιας με τη συνοδεία του, μπήκε φορτσάτος στην αίθουσα και απευθυνόμενος στο Γεωργιάδη είπε: Βρε αλήτη πολλές φορές μου γλύτωσες, αλλά αυτή τη φορά δε θα μου γλυτώσεις. Σε έξαλλο ύφος συνέχισε το υβρεολόγιο». Επιβεβαιώνοντας έτσι τη σχετική μαρτυρία του Β. Καραγιάννη που παραθέσαμε.

*

Σημείωση καλύβας: Το πρόσθετο υλικό (μετά την αναδημοσίευση από το μπλογκ της ΕΔΙΑ) έφτασε με το μέηλ.

Πηγή: Ταξίαρχος Δ.Σ.Ε Γιώργος Γεωργιάδης, Εκδήλωση Μνήμης | Η καλύβα ψηλά στο βουνό

Advertisements

3 σκέψεις σχετικά με το “Ταξίαρχος Δ.Σ.Ε Γιώργος Γεωργιάδης”

  1. Κάπου στην αρχή τού ποστ, γράφει ότι ο άτυχος Γ. Γεωργιάδης εκτελέστηκε «έξω από τις Καρυές των Πρεσπών».

    Νομίζω ότι αυτό είναι λάθος.

    Η εκτέλεση πρέπει να έγινε έξω από το χωριό Κρανιές* Πρεσπών, ΝΔ της Μικρολίμνης, στη ΝΑ άκρη τής Μικρής Πρέσπας.
    Εκεί πρέπει και να τον έθαψαν, μετά από την (τόσο άδικη και κτηνώδη) εκτέλεσή του.
    Στις Κρανιές ήταν οι φυλακές τού Γενικού Αρχηγείου τού ΔΣΕ.

    Η «δίκη» τού Γεωργιάδη έγινε στο χωριό Τρίγωνο Πρεσπών.

    (*) Πρόκειται για μιά εντελώς απομεμονωμένη πεδινή γωνίτσα ανάμεσα στις υπώρειες του Τρικλαρίου (Βάρμπας / Σφήκας) και της Μικρής Πρέσπας.
    Τοπίο ειδυλλιακό, πανέμορφο, μαγικό, παραδεισένιο.
    Μα και τόπος στοιχειωμένος, όπου βογκάει βαριά το αίμα τού Εμφυλίου…
    Από τα κτίσματα του έρημου και σχεδόν εξαφανισμένου πλέον από προσώπου γης οικισμού, (που το 1940 αριθμούσε 150 κατοίκους), όρθιο παραμένει μέρος τής τοιχοδομής τού συγκριτικά μεγάλων διαστάσεων σχολείου, της επίσης μεγάλων διαστάσεων εκκλησίας του, καθώς και ενός ακόμα κτηρίου.
    Το θλιβερό, πένθιμο καρέ, συμπληρώνουν κάποιες πεζούλες και 2-3 πανάρχαιες μουριές…
    Ο πιο πρόσφορος τρόπος για να φτάσει κανείς ως εκεί σήμερα, είναι ακολουθώντας ένα ωραιότατο παραλίμνιο μονοπάτι που ξεκινάει από τη Μικρολίμνη. Η απόσταση Μικρολίμνη – Κρανιές, καλύπτεται (πολύ άνετα) σε κάτι λιγότερο από μιάμιση ώρα.

    Αρέσει σε 1 άτομο

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s