ΔΣΕ

Οι ναυτεργάτες στο ΔΣΕ και την εξορία 

Στις αρχές του 1949 το πρόβλημα των εφεδρειών για το ΔΣΕ είχε πάρει εφιαλτικές διαστάσεις. Μια από τις ελάχιστες πιθανές πηγές στρατολόγησης μαχητών που απέμεναν, ήταν οι ναυτεργάτες.

Είναι χαρακτηριστική η απόφαση του Πολιτικού Γραφείου του ΚΚΕ, στις 22/2/1949:

Απόφαση του ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ

Το ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ, αφού συζήτησε πάνω στην έκθεση του σ. Αρτέμη για τη δουλειά στους ναυτεργάτες, στη Δυτ. Ευρώπη, Αμερική, Αυστραλία, Κύπρο και Μέσ. Ανατολή πρώτο διαπιστώνει ότι η δουλειά αυτή παρέχει πολλές δυνατότητες για τον αγώνα και ιδιαίτερα για την ενίσχυση του ΔΣΕ, ότι η δουλειά μέσα στους ναυτεργάτες σαν αρχή μπορεί να θεωρηθεί ικανοποιητική, ότι μπήκε μια βάση για να αναπτυχθεί σοβαρή δουλειά σ’ όλες τις πιο πάνω περιοχές και ότι σοβαρή καθυστέρηση και μη ανταπόκριση στις ανάγκες του κινήματος, παρουσιάζει η δουλειά μας στο Παρίσι.

Με βάση την πιο πάνω διαπίστωση, το ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ αποφασίζει:

1.Μέσα στο 1949 να στρατολογηθούν για το ΔΣΕ από τις πιο πάνω περιοχές 5.000 Ελληνες με την παρακάτω κατανομή: α) ναυτεργάτες 1.500, β) Μέση Ανατολή 1.500, γ) Κύπρος 500, δ) Αμερική 500 και απ’ τις άλλες περιοχές 1.000. Στο 1ο εξάμηνο του 1949, πρέπει να φτάσουν στην Ελεύθ. Ελλάδα οι μισοί άνδρες απ’ τις 5.000.

2.Για να πραγματοποιηθεί η δουλειά αυτή, τοποθετεί αντιπρόσωπο του ΓΑ του ΔΣΕ για όλες τις πιο πάνω περιοχές τον συνταγματάρχη ΠΕ σ. Λεωνίδα με βοηθό τον ταγματάρχη σ. Αρτέμη και το λοχαγό ΠΕ σ. Κανέλο που θα εξασφαλίσουν την όλη οργάνωση και λειτουργία της δουλειάς στους ναυτεργάτες και στην Ευρώπη. Στις άλλες περιοχές, η δουλειά θα γίνει απ’ τους παρακάτω: α) Στην Αμερική απ’ τους υπολοχαγούς ΠΕ Κυριαζίδη και Καλούδη, β) στην Αίγυπτο και Μέση Ανατολή απ’ τον λοχαγό ΠΕ σ. Πάγκαλο, γ) στην Κύπρο απ’ τους σ. σ. Ιωάννου και Ζαρτίδη, δ) στην Αυστραλία απ’ τον ανθυπολοχαγό ΠΕ……… Ειδικά για τους ναυτεργάτες, ο αντιπρόσωπος του ΓΑ μαζί με τους βοηθούς του εξουσιοδοτούνται να ονομάζουν ΠΕ ανθυπολοχαγούς στα λιμάνια που παρουσιάζεται ανάγκη και να αναφέρουν τις ονομασίες στο ΓΑ.

3.Σοβαρό καθήκον που πρέπει να λυθεί αμέσως απ’ τον αντιπρόσωπο του ΓΑ και τους βοηθούς του είναι να αποκαταστήσουν μόνιμη και σίγουρη επαφή με την κατεχόμενη Ελλάδα για να βοηθήσουν έτσι αποτελεσματικά τον εκεί αγώνα.

4.Επειδή η διαφωτιστική μας δουλειά στους ναυτεργάτες και γενικά σ’ όλες τις πιο πάνω περιοχές καθυστερεί σοβαρά, το ΠΓ πρέπει να εξασφαλίσει τις πιο πάνω περιοχές με όλα τα έντυπα και τις εκδόσεις της Λεύτερης Ελλάδας και ο αντιπρόσωπος του ΓΑ με τους βοηθούς του να εξασφαλίσουν την ανατύπωση και την κυκλοφορία του υλικού αυτού. Πρέπει να δημιουργηθεί πολυγραφική βάση στη Μασσαλία και την Αίγυπτο και να οργανωθεί η καλή λειτουργία αυτών που υπάρχουν στην Αγγλία και την Αμερική. Ο Ραδιοφωνικός Σταθμός της Ελεύθερης Ελλάδας πρέπει να εγκαινιάσει ταχτικές εκπομπές για τους ναυτεργάτες, την Κύπρο και όλες τις πιο πάνω περιοχές.

Για όλη τη στρατιωτική δουλειά στις πιο πάνω περιοχές, καθώς και την οικονομική διαχείριση, υπεύθυνος είναι ο αντιπρόσωπος του ΓΑ για τις πιο πάνω περιοχές. Ολοι υποτάσσονται στις οδηγίες και διαταγές του.

5.Την πολιτική διεύθυνση όλης της πιο πάνω δουλειάς την έχει κομματική επιτροπή που διορίζει το ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ από τους συντρόφους Λεωνίδα – Αρτέμη και Κανέλο. Η Κομμ. Επιτροπή πραγματοποιεί τη δουλειά της σε άμεση και στενή επαφή με το ΠΓ.

Το ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ είναι βέβαιο ότι η εκπλήρωση των πιο πάνω καθηκόντων θα αποτελέσει αποφασιστική συμβολή για τη νίκη. (1)

*

Σημειώνει ο Νίκος Καλούδης (από την ίδια πηγή):

Από το 1948 οι μεταναστευτικές και άλλες καταδιωκτικές αρχές σκλήρυναν τα μέτρα ενάντια στους ναυτεργάτες και τα ηγετικά στελέχη της ΟΕΝΟ. Η συνεργασία τους με την ελληνική Ασφάλεια και το υπουργείο Εμπορικής Ναυτιλίας της Ελλάδας έγινε πιο στενή. Το 1949, το κύμα των διώξεων από τις αμερικανικές αρχές είχε δυναμώσει. Τα κρατητήρια στο «Νησί των Ξένων» συνέχεια «φιλοξενούσαν» δεκάδες ναυτεργάτες. Στα ελληνικά καράβια, που προσεγγίζανε λιμάνια των ΕΠΑ, είχε γίνει συνηθισμένο φαινόμενο η απαγόρευση να πατήσουν το πόδι τους στη στεριά και η προσπάθεια να τους απελάσουν στην Ελλάδα του 1949. Ανάλογες συνθήκες αντιμετωπίζαμε στα πιο πολλά λιμάνια των άλλων χωρών του «Ελεύθερου κόσμου».

Αυτά ήταν τα πλην. Υπήρχαν, όμως, και τα θετικά, που δεν ήταν λίγα: Μια Κομματική Οργάνωση, με πολλές εκατοντάδες μέλη και μ’ ένα μεγάλο κύκλο φίλων κι οπαδών του Κόμματος, που τους χαρακτήριζε η πίστη, η αγωνιστικότητα και η διάθεση για προσφορά στο Κόμμα. Σ’ όλα, σχεδόν, τα καράβια λειτουργούσαν επιτροπές του πληρώματος. Είχαμε μέλη του Κόμματος και επιρροές στους αξιωματικούς. Λειτουργούσαν τμήματα της ΟΕΝΟ σε πολλά από τα λιμάνια όπου προσεγγίζανε ελληνικά καράβια κι ένα σημαντικό αριθμό «κινητών αντιπροσώπων».

Στηριγμένοι σ’ αυτές τις δυνάμεις, μπορούσαμε σε μεγάλο βαθμό να ξεπερνούμε τις δυσκολίες και ν’ ανταποκριθούμε στο καθήκον, που μας έβαζε το Κόμμα.

Ωστόσο, ο ακριβής αριθμός των ναυτεργατών που έφτασαν στο βουνό και εντάχθηκαν στο ΔΣΕ δεν είναι εύκολο να προσδιοριστεί. Πιθανότατα πρόκειται για λίγες εκατοντάδες άτομα.

*

Δεν ξέρουμε λεπτομέρειες για την ένταξη των ναυτεργατών στο ΔΣΕ  και τη συμμετοχή τους στις μάχες, εκτός από κάποιες μεμονωμένες αναφορές. Υπάρχουν όμως κάποιες μαρτυρίες για το τι συνέβη μετά (2):

Οι Έλληνες ναυτεργάτες στην πολιτική προσφυγιά

Συγγραφέας: Κώστας Γκριτζώνας
Εκδότης: Επικαιρότητα
Αριθμός Σελίδων: 87
Έτος Έκδοσης: 01-1987

Οταν ο Ζαχαριάδης είχε ξεμείνει από εφεδρείες και ήταν λίγο δύσκολο να επιστρατεύει παιδιά και κοπέλες και Σλαβομακεδόνες («εθελεοντικώς επιστρατευθέντες»), προσφέρθηκαν να καταταγούν στον ΔΣΕ κάποιοι ναυτεργάτες.

Ξεμπάρκαραν από τα καράβια στα οποία δόύλευαν σε ξένα λιμάνια, π.χ. Μασσαλία, και στέλνονταν στις λαϊκές δημοκρατιές,
για να περάσουν μέσω Αλβανίας στα μέτωπα του εμφυλίου.

Μετά από 2 ή 1 ή καμμία μάχη, κατά την αποχώρηση του ΔΣΕ,
στέλνονταν στις σοσιαλιστικές χώρες.

Εκεί, πολλοί από αυτούς δυσφορούσαν, και ήθελαν να δουλέψουν πάλι σε καράβια. Ηταν αδύνατο από τη μια στιγμή στην άλλη να μετατραπούν από ναυτικοί σε βιομηχανικούς εργάτες ή σε εργάτες γης.

Δεν ήθελε πολύ, με την παραμικρή διαφωνία ή αμφιβολία ή απλή ερώτηση, να χαρακτηριστούν πράκτορες και καταδότες και ταξικοί εχθροί από την νομενκλατούρα. Οπως σχεδόν πάντα συμβαίνει στα σταλινικά κόμματα.

Και πολλοί κατέληξαν σε γκουλάγκ και σε φυλακές και εξορία πέρα από το Καζακστάν.

Δηλαδή, από ελεύθεροι άνθρωποι, εθελοντές να πολεμήσουν για την κομμουνιστική ιδέα, βρέθηκαν κατάδικοι να σπάνε πέτρες.

Αυτές τις ιστορίες λέει ο Γκριτζώνας.

*

Διαβάζουμε στο βιβλίο του Θ. Δρίτσιου  Γιατί με σκοτώνεις, σύντροφε (3):

Υπήρξε όμως κι άλλη μια πηγή στρατολογίας – εθελοντική, εθελοντικότατη αυτή: ήταν οι Έλληνες ναυτεργάτες του εξωτερικού. Κι ενώ – χάρη στην πάνσοφη ηγεσία μας – είχαν μπλοκαριστεί τα περάσματα από τ’ αστικά κέντρα προς το βουνό, οι Έλληνες ναυτεργάτες κατέφθαναν κατά εκατοντάδες από χιλιάδες μίλια μακριά, διαπλέοντας ωκεανούς και διασχίζοντας πεδιάδες και βουνά. Είχαν αφήσει οι άνθρωποι τις δουλειές τους στα καράβια κι υπακούοντας στο Ζαχαριαδικό σύνθημα «Όλοι στ’ άρματα! Όλα για τη νίκη!», ξεκίνησαν από τα πέρατα του κόσμου, πολέμησαν με γενναιότητα στο Δημοκρατικό Στρατό και, με την υποχώρηση, βρέθηκαν μαζί μας στην πολιτική προσφυγιά.

Οι ναυτεργάτες αυτοί δεν ενέπνεαν και πολλή εμπιστοσύνη στην ηγεσία Ζαχαριάδη. Κοσμογυρισμένοι, πανέξυπνοι, «διαβασμένοι» όσο να πεις και με κάποια πείρα από το κίνημα, δε χάφτανε, όπως εμείς, τις Ζαχαριάδικες μπούρδες για «στρατηγικό ελογμό…» και κάτι τέτοια.

–          Χάσαμε το παιχνίδι!… λέγανε οι ναυτεργάτες.

–          Πέταξε το πουλάκι, κι άιντε δέκα και είκοσι χρόνια να το ξαναπιάσεις…

Τα ‘λεγαν αυτά ανοιχτά κι έξω από το σινάφι τους και σε άλλους πρόσφυγες και όσο να ‘ναι στραπατσέρνανε κάπως τις «εκτιμήσεις» για την ήττα και τις «προοπτικές» της ηγεσίας.

Δύσκολοι και σκληροτράχηλοι δε σηκώνανε αγριάδες και ζοριλίκια των τοποτηρητών της Ζαχαριάδικης καθοδήγησης. Μαθημένοι από τους αγώνες του κλάδου τους να ξεσηκώνονται στα πελάγη, μεταξύ ουρανού και θάλασσας, να κάνουν στάσεις για να επιβάλουν τα αιτήματά τους, να μπαγλαρώνουν τους καπετάνιους, να μπαρκάρουν και να ξεμπαρκάρουν στα πόρτα όποτε τους γουστάρει, δεν υποτάσσονταν στην πειθαρχία σρατώνα, που επέβαλε στα κοινόβιά μας η ηγεσία.

Ύστερα, πιο καλομαθημένοι αυτοί, τους στεναχωρούσε πολύ η αναπαραδιά των πρώτων μηνών. Ήθελαν να κάνουν τσάρκα, να πάνε σε καφενείο, να ‘χουν ουζάκι με μεζέ, να φάνε το φαγάκι που λαχταρούσε η ψυχή τους κι όχι τα ίδια και τα ίδια από το καζάνι του δελτίου, που μας δίνανε. Κι αφού τέλειωσε άδοξα τ’ αντάρτικο κι έδωσαν οι άνθρωποι σ’ αυτό ό,τι είχαν και δεν είχαν, λαχτάρησε η ψυχή τους την απεραντοσύνη του πελάου…

Διεκδίκησαν από την ηγεσία να τους αφήσει να εγκαταλείψουν τη στεριά, να πλησιάσουν λιμάνι, να μπαρκάρουν πάλι σε καράβι, να δουλέψουν, να πιάσουν λίγο παραδάκι, να βοηθήσουν τις φαμίλιες τους.

–          Κι όποτε μας χρειάζεται το Κόμμα, ας σφυρίξει… Εδώ ‘μαστε πάλι…

Όμως, με τα «χάσαμε τον αγώνα», με τις «απαισιόδοξες» προοπτικές τους για το κίνημα, οι ναυτεργάτες γίνανε τα «ζιζάνια» για την ηγεσία. «Χτυπούσαν» τη γραμμή της. Γινόντουσαν για τους άλλους πρόσφυγες «στοιχεία αναταραχής». Κλόνιζαν την «τάξη» και την πειθαρχία.

Το ενδιαφέρον είναι, ότι έτσι ακριβώς χαρακτήριζε κι έτσι αντιμετώπιζε τους ναυτεργάτες η ηγεσία Ζαχαριάδη σε όσες «σοσιαλιστικές» χώρες έτυχε να ξεβραστούνε κι αυτοί μαζί μας. Έτσι, όταν της «παραχώθηκαν» της ηγεσίας «να σταλούν να δουλέψουν σε καράβια» και «παραέγινε το καό», η ηγεσία προσέυρεξε στ’ «αδερφά» κόμματα και ζήτησε να «παρθούν μέτρα».

Και πάρθηκαν:

Στην Ουγγαρία (Βουδαπέστη – Ντόχανγκυαρ) τους «χάσαμε» ξαφνικά τους ναυτεργάτες: βρήκαμε ένα πρωί τα δωμάτιά τους αδειανά.

Η Ουγγρική ασφάλεια τους μάζεψε αθόρυβα μια νύχτα, τους φόρτωσε σε καμιόνια και τους μετέφερε μακριά από τα προσφυγικά μας κέντρα.

Σε όλη τη διαδρομή, κεφάτοι οι ναυτεργάτες τραγουδούσαν σε παραλλαγή το γνωστό τραγούδι του 21:

Στη στεριά δε ζει το ψάρι

ούτ’ ανθός στην αμμουδιά

και οι ναύτες μας δε ζούνε

δίχως την ελευθεριά…

Οι Ούγγροι φρουροί, κατάπληκτοι τους ακούγανε, χωρίς , βέβαια, να καταλαβαίνουν τίποτε από το τραγούδι. Ο διερμηνέας όμως που τους συνόδευε τα καταλάβαινε πολύ καλά όλα και μας «τα ‘λεγε» αργότερα εμπιστευτικά, στο Ντόχανγκυαρ…

Τα «ζιζάνια» έπρεπε να ξεριζωθούν. Και ξεριζώθηκαν κατά τον σταλινικό τρόπο: ομαδικά.

Τους μετέφεραν και τους απομόνωσαν σ’ ένα μακρινό κρατικό αγρόκτημα – στο Μέζοχέγκες.

Τους έβαζαν να μαζεύουν από τα χωράφια κοκκινογούλια κάτω από τις πιο άθλιες συνθήκες κατοικίας και διατροφής.

Πολύ αργότερα μάθαμε, πως κάμποσοι απ’ αυτούς πέτυχαν τελικά να μπαρκάρουν σε καράβια.

Στη Γδύνια της Πολωνίας, όπου και μεγάλος ο αριθμός των ναυτεργατών, η σκληρότητα της Ζαχαριάδικης ηγεσίας έφτασε σε ανήκουστο βαθμό.

Κι εδώ οι ναυτεργάτες έθεταν και ξαναέθεταν με επιμονή το κοινό έτοιμα του σιναφιού τους:

–          Να φύγουν από τη στεριά!

–          Να μπαρκάρουν σε πλοία!

Η προώθηση του αιτήματοςαυτού γινόταν εδώ πιο πιεστική και από τις δυσμενέστερες συνθήκες ζωής – της κακής διατροφής ιδιαίτερα. Συχνά, λοιπόν, ήταν και τα παράπονα των ναυτεργατών για το άθλιο και λιγοστό φαγητό, επαναλαμβανόμενα τα διαβήματα και οι έντονες παραστάσεις τους για να δουλέψουν σε πλοία.

Η Ζαχαριάδικη ηγεσία που καραδοκούσε την ευκαιρία να δώσει ένα «χτύπημα» στις συχνές «ανταρσίες» των ναυτεργατών για να «συνετιστούν» και να μην πλασάρουν «άλλες απόψεις από τις απόψεις του Κόμματος», απάντησε με τη βαναυσότητα που τη χαρακτήριζε: διέβαλε στις πολωνικές αρχές τους ναυτεργάτες μας σαν απείθαρχα και «αντισοσιαλιστικά» στοιχεία και ζήτησε τη δίωξή τους.

Οι πιο «ζωηροί» και οι πιο «τολμηροί» πιάστηκαν, οδηγήθηκαν στην ασφάλεια και φυλακίστηκαν.

Πόσοι;

Ποιοι;

Δεν στάθηκε δυνατό να εξακριβωθεί.

Στη μνήμη όλων όμως κυριαρχεί ένα όνομα: Χαρίσης. Ήταν καπετάνιος καραβιού και έμεινε στην πολωνική φυλακή γι’ αρκετό καιρό. Ίσως γιατί, κατά τους επαγρυπνητές του Ζαχαριάδη, αυτός ήταν ο ιδεολογικός αρχηγός των ναυτεργατών και ο οργανωτής των κινητοποιήσεών τους.

Κι εδώ οι ναυτεργάτες, με τον πείσμονα αγώνα τους, πέτυχαν τότε να εργαστούν στα ποταμόπλοια που διαπλέουν τον Όντερο.

Και πάλι, δηλαδή, όχι στη θάλασσα.

Και πάλι, όχι ποντοπόρα πλοία…

Και πριν από κάμποσα χρόνια ακόμα, όταν παρουσιάστηκε η δυνατότητα να εργαστούν σε ελληνικά καράβια (κυρίως ελληνοκυπρίων) η ηγεσία Φλωράκη εκμεταλλεύτηκε για λογαριασμό της τη δυνατότητα αυτή. Συνεχίζοντας κι εδώ την απαράδεκτη τακτική των διακρίσεων, υπόδειχνε στις πολωνικές αρχές να δίνουν ναυτεργατικό διαβατήριο μόνο στους δικούς της οπαδούς.

Οι διαφωνούντες αποκλείονταν από τη δυνατότητα να εργαστούν εκεί που θα εξασφάλιζαν ένα μεγαλύτερο κομμάτι ψωμί για τους ίδιους και για τα παιδιά τους.

Το τίμημα της πολιτικής αναμέτρησης των ναυτεργατών με τη Ζαχαριάδικη ηγεσία υπήρξε βαρύτατο στην Τασκένδη. Κυριαρχούσε κι εδώ η «ενοχλητική» για την ηγεσία κριτική τάση των ναυτεργατών γύρω από τη ζαβή έκβαση του δεύτερου ένοπλου αγώνα. Και η δυσαρέσκεια για τις συνθήκες ζωής των προσφύγων στον αταίριαστο αυτό τόπο, εκφράζονταν με το επίμονο αίτημα «να ξαναγυρίσουμε στη θάλασσα» – «να δουλέψουμε σε καράβια».

Σαν απάντηση ήρθε το χτύπημα: σκληρό, ζαχαριάδικο, σταλινικό.

Σε μια τρομοκρατική, εκκαθαριστική επιχείρηση της σοβιετικής ασφάλειας, σαρώθηκαν τα «ανήσυχα και ύποπτα στοιχεία». Διακόσιοι ναυτεργάτες – εθελοντές αντάρτες του «Δημοκρατικού Στρατού» – πιάνονται, στοιβάζονται σε φορτηγά και μεταφέρονται στους φοβερούς τόπους εξορίας.

Εδώ, στους τόπους αυτούς, η πολιτική προσφυγιά θα δώσει και τον πρώτο νεκρό της – τραγικό θύμα των πολιτικών διωγμών από τον ελληνικό σταλινισμό:

Σ’ ένα νησί – εξοντωτήριο – στο Μονάι, όπου εκτοπίστηκε με άλλους συναδέλφους του, πέθανε από τις στερήσεις και τις κακουχίες ο ναυτεργάτης, Λυσίκακος, από την Κεφαλονιά.

Η αναμέτρηση αυτή των ναυτεργατών καταγράφτηκε σαν η πρώτη μαζική αντίσταση της πολιτικής προσφυγιάς στον ελληνικό σταλινισμό. Και η άγρια κατάπνιξή της σαν η πρώτη – αλίμονο – γεύση της θηριωδίας, με την οποία θ’ αντιμετωπίζονται τα εσωτερικά προβλήματα του ελληνικού κινήματος, οι προσπάθειες για την ανανέωσή του…

*

Αυτά είναι, σε γενικές γραμμές, όσα είναι προς το παρόν γνωστά για τη συμμετοχή των ναυτεργατών στον Εμφύλιο, στις τάξεις του ΔΣΕ και για τις περιπέτειές τους στη συνέχεια. Είναι προφανές ότι υπάρχουν πολλά κενά που μένει να συμπληρωθούν.

*

Η φωτογραφία είναι από απεργία σε ελληνικό πλοίο στα 1945, σε λιμάνι της Αυστραλίας.

*

Παραπομπές

1.

http://www.rizospastis.gr/static.do?page=/history/dse/DSE_MEROS_66_19-01-97_10.jsp&publDate=9/1/2013&id=14388

2.

https://www.facebook.com/History1944/posts/345223055542647

3.

http://www.scribd.com/doc/46068925/%CE%98-%CE%94%CF%81%CE%AF%CF%84%CF%83%CE%B9%CE%BF%CF%82-%CE%93%CE%B9%CE%B1%CF%84%CE%AF-%CE%BC%CE%B5-%CE%A3%CE%BA%CE%BF%CF%84%CF%8E%CE%BD%CE%B5%CE%B9%CF%82-%CE%A3%CF%8D%CE%BD%CF%84%CF%81%CE%BF%CF%86%CE%B5?in_collection=3204753

Πηγή: Οι ναυτεργάτες στο ΔΣΕ και την εξορία | Η καλύβα ψηλά στο βουνό

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s