Πρόσωπα

Κ. Μανιαδάκης, ο γενάρχης της σύγχρονης ακροδεξιάς

Του Ιού

Μια σκοτεινή πολιτική προσωπικότητα βρίσκεται πίσω από τις σύγχρονες αναβιώσεις του ναζισμού στη χώρα μας. Είναι ο διαβόητος υπουργός Ασφάλειας του καθεστώτος Μεταξά Κωνσταντίνος Μανιαδάκης, ο οποίος μεταλαμπάδευσε τις «αξίες» της 4ης Αυγούστου στους σημερινούς της επιγόνους.

Δεν χάνουν ευκαιρία οι ποικίλες σύγχρονες πολιτικές επιβιώσεις του εθνικοσοσιαλισμού στη χώρα μας να εκδηλώσουν τον θαυμασμό και την πίστη τους στο καθεστώς της 4ης Αυγούστου και στο πρόσωπο του Ιωάννη Μεταξά. Παρά το γεγονός ότι η δικτατορία του 1936 δεν διέθετε –όσο κι αν το επιχείρησε– όλα τα χαρακτηριστικά του χιτλερικού της προτύπου, οι σημερινοί απολογητές του ναζισμού δεν δυσκολεύονται να «συγχωρήσουν» το καθεστώς Μεταξά γι’ αυτές του τις ελλείψεις, επιχειρούν μάλιστα να το εξωραΐσουν, όπως αυτοί νομίζουν καλύτερα.

Πίσω από αυτή τη λατρεία που τρέφουν οι σύγχρονοι εθνικοσοσιαλιστές για τη δικτατορία της 4ης Αυγούστου δεν κρύβεται μόνο η εναγώνια προσπάθειά τους να αποκτήσουν ρίζες στην ιστορική περίοδο που γέννησε τον μεσοπολεμικό φασισμό, αλλά και η προσωπική σχέση των ηγετών τους με έναν στενό συνεργάτη του Μεταξά, εκείνον που τους δίδαξε την απέχθεια στη δημοκρατία, την τέχνη της ίντριγκας και της συνωμοσίας και, κυρίως, το μίσος εναντίον της Αριστεράς.

Αναφερόμαστε στον Κωνσταντίνο Μανιαδάκη (1893-1972), αυτόν που ο Σεφέρης αποκαλεί «πιστό σκύλο του Μεταξά» («Πολιτικό Ημερολόγιο», Α΄, σ. 95), τον άνθρωπο που έμεινε γνωστός για τα βασανιστήρια εις βάρος των πολιτικών αντιπάλων της δικτατορίας, για τη χρήση του ρετσινόλαδου και του πάγου, προκειμένου να αποσπάσει τις επιθυμητές «ομολογίες» και «μαρτυρίες», για την εφεύρεση της μεθόδου των «δηλώσεων μετανοίας» προκειμένου να υπονομεύσει τη συνοχή και την ηθική ηγεμονία της Αριστεράς και, τέλος, για τη δημιουργία ολόκληρου προβοκατόρικου μηχανισμού για την εξάρθρωση του ΚΚΕ.

Αντίθετα από όσα διαδίδει η προπαγάνδα των σύγχρονων απολογητών του καθεστώτος Μεταξά, και είναι έτοιμη να αποδεχτεί η αναθεωρητική σχολή ιστορικών και δημοσιογράφων, περί «ηρωικού “όχι”», περί «κοινωνικού καθεστώτος» κ.λπ., ο Μανιαδάκης δεν διαθέτει κανένα ηρωικό προφίλ. «Εμείς τον πόλεμο τον κάναμε για τα μάτια», φέρεται να λέει, σύμφωνα πάλι με τον Σεφέρη (στο ίδιο, σ. 51). Και από την Αίγυπτο, όπου κατέληξε η ελληνική κυβέρνηση μετά την εισβολή των γερμανικών κατοχικών δυνάμεων στην Ελλάδα, ο Μανιαδάκης ουσιαστικά εκδιώχτηκε για την Αργεντινή. Οσο για την επιστροφή του στην Ελλάδα, αυτή την αποφάσισε μόλις τον Αύγουστο του 1949, λίγες μέρες πριν από την οριστική λήξη του εμφυλίου πολέμου. Η εφημερίδα «Ελευθερία» περιγράφει στο φύλλο της 11.8.1949 τη σκηνή της επιστροφής του Μανιαδάκη με τον ειρωνικό τίτλο «Υπεδέχθησαν 121 άτομα τον Μανιαδάκην, και μερικαί λιμουζίναι».

Η είδηση έχει ως εξής: «Με το καταπλεύσαν χθες το απόγευμα εις τον Πειραιά εκ Μασσαλίας-Γενούης ατμόπλοιον “Κορινθία” αφίκετο, μετά πολυετή παραμονήν εις την Νότιον Αμερικήν, ο επί δικτατορίας υπουργός της Δημοσίας Ασφαλείας κ. Κωνστ. Μανιαδάκης. Εις τον προβλήτα του Τελωνείου είχον συγκεντρωθή από ενωρίς ευάριθμοι φίλοι του και πρώην συνεργάται του, μεταξύ των οποίων ο εν ενεργεία αστυνομικός διευθυντής κ. Νικ. Μπουραντάς, ο τέως διευθυντής της Αστυνομίας Αθηνών κ. Βαβούρης, ο τέως αρχηγός της Χωροφυλακής κ. Μιχαλόπουλος και ο τέως διευθυντής της Ειδικής Ασφάλειας κ. Αγγελέτος». Για τη δράση του Μπουραντά και τον ρόλο της Ειδικής Ασφάλειας επί κατοχής δεν είναι ανάγκη να επεκταθούμε. Σημειώνουμε μόνο το είδος των οπαδών του Μανιαδάκη τον Αύγουστο του 1949. «Εις τον κ. Μανιαδάκην, όστις απεβιβάσθη πρώτος, προσεφέρθη ανθοδέσμη», συνεχίζει η εφημερίδα. «Ο κ. Μανιαδάκης, αφού ενηγκαλίσθη την αδελφήν του, επροχώρησεν εις την αίθουσαν των αποσκευών υπό τας επευφημίας των φίλων του. Εις την πλατείαν του παλαιού Τελωνείου ανέμενον τον κ. Μανιαδάκην εκατόν είκοσι ένα άτομα, τα οποία προέβησαν εις θορυβώδεις εκδηλώσεις ευθύς ως ούτος ενεφανίσθη. Οι ζωηρότεροι εκ των φίλων του τον ανήρπασαν εις τας χείρας και αφού τον περιέφερον επ’ ολίγον εις την πλατείαν εζήτουν επιμόνως να τους ομιλήση. Ο κ. Μανιαδάκης περιωρίσθη απλώς να ζητωκραυγάση υπέρ της Ελλάδος, ακολούθως δε επέβη αυτοκινήτου και ανήλθεν εις Αθήνας ακολουθούμενος από εικοσάδα αυτοκινήτων επί των οποίων επέβαινον οι διοργανώσαντες την υποδοχήν φίλοι του».

Σε εκτενές πρωτοσέλιδο άρθρο της με τίτλο «Οι βρυκόλακες» η ίδια εφημερίδα σκιαγραφεί την προσωπικότητα του Μανιαδάκη, επιμένει στον αποφασιστικό ρόλο που είχε για τη διαμόρφωση της δικτατορίας («αυτός της έδωσε το πρακτικό περιεχόμενο κι αυτός την ήσκησε»), χαρακτηρίζει «απόδραση» τη φυγή του στην Αργεντινή, την ώρα που ο ελληνικός λαός έδινε τη μάχη της αντίστασης, και αμφισβητεί τον πυρήνα της πολιτικής του, δηλαδή την αποτελεσματικότητα των βασανιστηρίων και των «δηλώσεων μετανοίας» για την εξάρθρωση του «κομμουνιστικού κινδύνου».

Αυτή η «συλλογή αυτογράφων» κατά την εφημερίδα ήταν άχρηστη, εφόσον «απεδείχθη εμπράκτως ότι όχι μόνον κανείς από τους “κουμπάρους” του κ. Μανιαδάκη δεν εγκατέλειψε τον κομμουνισμόν, αλλά τουναντίον έγιναν δεκάκις φανατικότεροι διά να αποπλύνουν το όνειδος της ταπεινώσεως ενώπιον ενός καθεστώτος που δεν είχε καμίαν λαϊκήν δικαίωσι και που τόσον ωμοίαζε με τα καθεστώτα των δύο κατακτητών».

Αλλά το σοβαρότερο, το οποίο προσάπτει η εφημερίδα στον Μανιαδάκη, είναι η «άτιμος συμπεριφορά» της δικτατορίας απέναντι στη νεολαία: «Η δικτατορία έκανε το πρώτο παιδομάζωμα. Θέλουσα να μεταβάλη τους νέους εις βασιβουζούκους του καθεστώτος, προέβη εις βιαίαν επίταξιν αγοριών και κοριτσιών από ηλικίας 9 ετών και τα παρέδωσεν εις εκμαυλιστάς, κιναίδους, αρσενοκοίτας και πορνοβοσκούς, ο υπέρτατος αρχηγός των οποίων απεκαλύφθη –προς αποθέωσιν της ΕΟΝ– και κατεδικάσθη επανειλημμένως, ως ο ιθύνων νους διεθνούς σπείρας λαθρεμπόρων, εις την οποίαν μετείχεν ολόκληρον το επιτελείον της οργανώσεως».

Γιατί χαίρεται ο Πλεύρης;

Τι είναι, λοιπόν, αυτό που συγκινεί τους σημερινούς εθνικοσοσιαλιστές στην προσωπικότητα του Μανιαδάκη; Μα, πρώτα πρώτα το γεγονός ότι ήταν εκείνος ο πρώτος δάσκαλός τους. Δική του ήταν και η έμπνευση να δημιουργηθεί η οργάνωση που έφερε τον τίτλο «Κόμμα 4ης Αυγούστου». Αλλωστε, ο Μανιαδάκης προτού προσχωρήσει στην ΕΡΕ (1958) είχε από το 1956 ιδρύσει το δικό του Κόμμα των Αρχών του Ιωάννου Μεταξά. Στις αναμνήσεις του για την περίοδο που συγκρότησε τη νεοφασιστική αυτή οργάνωση, ο Κώστας Πλεύρης εξηγεί ότι εκείνος που τους εισήγαγε στην πολιτική ήταν ο Μανιαδάκης:

«Ωφελήθημεν τα μέγιστα από τας συζητήσεις με τον Μανιαδάκην, τον δαιμόνιον υπουργόν Ασφαλείας του Μεταξά. Τον επεσκεπτόμεθα στην οικίαν του, στην οδό Νοταρά τα απογεύματα και όλοι μαζί επηγαίναμε μετά στο Green Park στην οδό Μαυρομματαίων, όπου δίπλα στο τζάκι μας διηγείτο, μας διηγείτο κι εμείς εκρεμόμεθα από τα χείλη του. Εις εκείνο το ζαχαροπλαστείο η συντροφιά του Μανιαδάκη απετέλει σχολείο πολιτικής. Μετείχον ο Πιπινέλης, ο Αντωνέλλος, ο Σταθάς, ο Μπαλάσκας (Βίγλαρης), ο Κουτσούρης, ο Σπυρόπουλος, ο Κατσούλος, ο Μιχάλης ο Κλης και άλλαι προσωπικότηται της δημόσιας ζωής, που ανέλυαν τα πολιτικά γεγονότα ή ανεφέροντο στο παρελθόν κι εμείς εδιδασκόμεθα. Αληθώς υπήρξε Σχολή Μανιαδάκη, όπου εμάθαμε διά την πολιτικήν περισσότερα απ’ όσα εμάθαμε στην Πάντειο Σχολήν Πολιτικών Επιστημών (ΠΑΣΠΕ), όπως ελέγετο τότε το Πάντειον Πανεπιστήμιον» (Κωνσταντίνος Α. Πλεύρης, «Γεγονότα 1965-1977. Τα άγνωστα παρασκήνια», Ηλεκτρον, Αθήνα 2009, σ. 24-25).

Βέβαια ο Μανιαδάκης δεν ήταν μόνο δάσκαλος του φασισμού. Με τις διασυνδέσεις του στην ΕΡΕ και το βαθύ κράτος ήταν ο κατάλληλος και για τα ρουσφέτια της παρέας, όπως θυμάται πάλι ο Πλεύρης: «Ηθελα να επιλεγώ έφεδρος αξιωματικός και παρεκάλεσα τον Μανιαδάκη να με βοηθήσει, διότι η ΕΡΕ έκανε αξιωματικούς τους οπαδούς της» (στο ίδιο, σ. 26). Τελικά με τη βοήθεια του Μανιαδάκη και του πατέρα του ο Πλεύρης έγινε έφεδρος αξιωματικός χάρη σε κάποιον συνταγματάρχη, ο οποίος ονομαζόταν Στυλιανός Παττακός!

Η εφημερίδα του Πλεύρη («Τετάρτη Αυγούστου, εθνοκρατική εφημερίς») από τα πρώτα φύλλα της (κυκλοφόρησε τον Νοέμβριο του 1965) εξυμνεί τον Μανιαδάκη, δημοσιεύει φωτογραφίες του και ολοσέλιδες βιογραφίες του. Και μετά τον θάνατό του, στο φύλλο του Μαρτίου 1972 δημοσιεύει τον «μνημειώδη λόγο» του Μανιαδάκη στην «Ουλή των Ελλήνων» (sic) στις 19.12.1958. Πρόκειται για ένα μακροσκελές αντικομμουνιστικό παραλήρημα, το οποίο ταίριαζε βέβαια στην εποχή εκείνη, με τις διώξεις κατά της Αριστεράς να συνεχίζονται. Η ομιλία του Μανιαδάκη τελείωνε με τις φράσεις που εκφράζουν με τον καλύτερο τρόπο τον ακατέργαστο ρατσισμό των φυλετιστών εθνικοφρόνων: «Ημείς πιστεύομεν εις την πατρίδα. Πιστεύομεν ότι οι άνθρωποι υπάρχουν μόνον ζωολογικώς. Ψυχικώς υπάρχουν Ελληνες, υπάρχουν Τούρκοι, Αλβανοί, Βούλγαροι, Ρώσοι, Αμερικανοί και Αγγλοι και ότι ο κάθε άνθρωπος δρα και σκέπτεται και αποδίδει διά του πρίσματος της εθνικότητός του. Η εθνικότης είναι φαινόμενον φυσιολογικόν. Ημείς εις αυτήν πιστεύομεν, αλλά σεις [σ.σ. απευθύνεται στους βουλευτές της ΕΔΑ] πιστεύετε άλλο πράγμα, ότι η πατρίς σας δεν είναι η Ελλάς, αλλά είναι η Ρωσία».

Από κοντά κι ο Μιχαλολιάκος

Νεότερος βέβαια από τον Πλεύρη, ο Μιχαλολιάκος μυήθηκε από εκείνον στις τεχνικές Μανιαδάκη. Κάθε λίγο και λιγάκι η εφημερίδα της Χρυσής Αυγής υμνεί τον «πρωτομάστορα της 4ης Αυγούστου», τον «άνθρωπο που διέλυσε το ΚΚΕ». Μετά από ένα μνημόσυνο στον τάφο του Μεταξά που οργάνωσε η Χρυσή Αυγή στις 28.10.1996, οι συγκεντρωμένοι κατευθύνθηκαν στον τάφο του Μανιαδάκη και ο Μιχαλολιάκος έβγαλε λόγο:

«Δεν είχα την τύχη και την τιμή να γνωρίσω τον Κωνσταντίνο Μανιαδάκη. Μονάχα μια φορά τον συνάντησα, κι αυτή μικρό παιδί, κρατώντας το χέρι του πατέρα μου και φυσικά δεν ήξερα το έργο, τον βίο και την πολιτεία του ανδρός. Ο Κωνσταντίνος Μανιαδάκης, τον οποίο αυτοί που λεηλατούν τις ψυχές των Ελλήνων, αυτοί που καθορίζουν τα πολιτικά και πνευματικά πράγματα της Ελλάδος, μισούν, υπήρξε ένας μεγάλος Ελληνας. Δεν θα σας κουράσω με πολλά λόγια! Ηταν αυτός, που σαν σιδερένιος υπουργός Ασφαλείας του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου στην κυριολεξία εξαφάνισε το ΚΚΕ! Ηταν αυτός πάλι που πήρε την πρωτοβουλία για την ίδρυση του Κόμματος της 4ης Αυγούστου, που αποτέλεσε την κιβωτό για κάθε εθνικιστικό κίνημα που υπάρχει σήμερα. Είχαμε καθήκον και υποχρέωση να τιμήσουμε τον Κωνσταντίνο Μανιαδάκη και ας δώσουμε όρκο ότι κάθε χρονιά θα είμαστε εδώ και δεν θα τον ξεχνάμε».

Το ερώτημα είναι τι ακριβώς ήταν το περιεχόμενο των «μαθημάτων» του Κωνσταντίνου Μανιαδάκη στην ομάδα Πλεύρη και μέσω αυτής στην ομάδα Μιχαλολιάκου.

Η κληρονομιά του Μανιαδάκη

Κατ’ αρχάς ο Μανιαδάκης ταιριάζει με το σκληρό προφίλ του διώκτη των «εχθρών του έθνους», δηλαδή των αριστερών, αλλά μιμείται και τις πρακτικές του Μουσολίνι και του Χίτλερ. Το βασανιστήριο του ρετσινόλαδου το έχει αντιγράψει από τον πρώιμο μουσολινικό φασισμό, ενώ από τον Γκέμπελς εμπνεύστηκε τη δημόσια καύση των ανεπιθύμητων βιβλίων. Μόλις στις 16 Αυγούστου 1936 κάηκαν σε πλατείες εκατοντάδες βιβλία που θεωρήθηκαν «ανθελληνικού περιεχομένου» και είχαν κατασχεθεί από την Αστυνομία, όπως είχε συμβεί στη Γερμανία στις 10.5.1933. Ο Μανιαδάκης συνέχισε την «πνευματική κάθαρση» εκδίδοντας στις 5.11.1938 εγκύκλιο απαγόρευσης 445 βιβλίων.

Αλλά ο Μανιαδάκης διατηρούσε και προσωπικές επαφές με τον ηγετικό πυρήνα του γερμανικού εθνικοσοσιαλισμού. Ηταν εκείνος που εκ μέρους του καθεστώτος Μεταξά συνεργάστηκε στενά με τον Χίμλερ, τον αρχηγό τους γερμανικής Γκεστάπο, και αντήλλασσε μ’ αυτόν πληροφορίες σχετικά με τις τακτικές που εφάρμοζαν οι δύο ομοϊδεάτες στη διοίκηση των Σωμάτων Ασφαλείας. Τον Μάιο του 1937 ο Χίμλερ ζήτησε από τον Μανιαδάκη «να ενώσουν τις δυνάμεις τους εναντίον του κοινού τους εχθρού, του κομμουνισμού, και να μοιραστούν τις πολύτιμες εμπειρίες που είχαν αποκτήσει ως προς την τακτική καταστολής αυτού του κακού» (Πετράκη, σ. 391). Μ’ άλλα λόγια, μπορεί ο Μανιαδάκης να μην ταιριάζει με το πρότυπο ενός καταρτισμένου εθνικοσοσιαλιστή, αλλά επιχειρούσε φιλότιμα να ταυτιστεί με τις πρακτικές των κυβερνήσεων του Αξονα.

Στην ίδια κατεύθυνση βρισκόταν και η δημιουργία των Ταγμάτων Εργασίας, τα οποία οργανώθηκαν από τους πρώτους μήνες της δικτατορίας. Αυτά, γράφει ο Λιναρδάτος, «θα ήταν στην ουσία τάγματα αεργίας και τραμπουκισμού. Τα τάγματα αυτά φαινομενικά σκοπό είχαν “την εκτέλεσιν έργων κοινής ωφελείας”. Στην πραγματικότητα όμως υπάγονταν στο υφυπουργείο Ασφαλείας, ήταν υπό την επιρροή των Κοτζιά και Μανιαδάκη, που ήθελαν να τα χρησιμοποιήσουν σαν τάγματα κρούσης. Αποτελούσαν καθαρή απομίμηση των Ταγμάτων Εφόδου του Χίτλερ. Στην αρχή ο Μεταξάς τα υποστήριξε με ενθουσιασμό. «“Ιδίως τα τάγματα αυτά είναι η φρουρά μου”, έγραφε» (Λιναρδάτος, σ. 167-8).

Ισως εκείνο που κυρίως γοητεύει τους μαθητές του Μανιαδάκη είναι οι τεχνικές που ανέπτυξε κατά τη μεταπολεμική περίοδο, όταν προκαλούσε συνεχή επεισόδια εντός και εκτός Βουλής, με ακραίους χαρακτηρισμούς για τους πολιτικούς του αντιπάλους και μεθοδεύσεις που υπονόμευσαν την εύθραυστη δημοκρατία και άνοιξαν τον δρόμο στη δικτατορία. Είδαμε πιο πάνω τη μακρά ομιλία του στη Βουλή τον Δεκέμβριο του 1958, με στόχο την Αριστερά, η οποία είχε ενισχυθεί στις εκλογές και είχε ήδη τεθεί σε κίνηση ο μηχανισμός που θα έδινε σε τρία χρόνια τις εκλογές βίας και νοθείας και σε εννιά τη δικτατορία.

Οι επεισοδιακές παρεμβάσεις του Μανιαδάκη γίνονται από τότε μόνιμο στοιχείο της κυβερνητικής πολιτικής της ΕΡΕ. Ενα χρόνο αργότερα συναντάμε άλλο επεισόδιο: «Εκτροπή από τον κοινοβουλευτισμό προετοιμάζει η κυβέρνησις, καταγγέλλει η αντιπολίτευση μετά τα επεισόδια στη Βουλή. Σκηνοθετημένη η επίθεσις του κ. Μανιαδάκη κατά των 15 βουλευτών». (Πρωτοσέλιδος τίτλος στα «Νέα», 17.2.1960).

Από τότε ο Μανιαδάκης αναλαμβάνει την προστασία της ΕΚΟΦ και του παρακράτους. Και εμφανίζεται έξαλλος στη Βουλή να καταγγέλλει προκήρυξη της ΕΔΑ, στην οποία γραφόταν ότι «Η οργάνωση της Νεολαίας της ΕΔΑ πρέπει να έχει διαρκώς ανοιχτό το μέτωπο κατά του νεοφασισμού και των οργανώσεών του» (13.05.1961).

Μετά τη νίκη της Ενωσης Κέντρου και τον σχηματισμό κυβέρνησης Παπανδρέου, ο Μανιαδάκης θα πάρει επάνω του την προπαγάνδα για τον «ανθελληνισμό» της Κεντροαριστεράς. Με αφορμή ένα νομοσχέδιο για την Αστυνομία, θα καταγγείλει: «Φαίνεται ότι η μοίρα της παρατάξεώς σας είναι να τα βάζετε πάντοτε με τα Σώματα Ασφαλείας». Οι συσχετισμοί, όμως, είχαν τότε αλλάξει. Μέσα σε γέλια και χειροκροτήματα θα λάβει αμέσως απάντηση από κυβερνητικό βουλευτή: «Δεν εφαρμόσαμε εμείς ρετσινόλαδο». Ο Μανιαδάκης προσπάθησε να μειώσει τις εντυπώσεις: «Ηπιες εσύ;». Και στη συνέχεια: «Αυτό, ρε κορόιδο, ήταν ένα παραμύθι που το πιστέψατε και με το παραμύθι αυτό σας έβαλα σε τάξη».

Η συζήτηση σοβάρεψε όταν του πέταξαν στα μούτρα την απουσία του την κρίσιμη δεκαετία. «Πού ήσουνα εσύ στις δύσκολες ώρες της πατρίδος; Εφυγες από το Γενικό Στρατηγείο;». Το ερώτημα σκεπάστηκε από φωνές: «Το είχε σκάσει».

Και ο Μανιαδάκης: «Το νομοσχέδιον πάντως δεν μου αρέσει και θα το καταψηφίσω. Είναι νομοσχέδιον που θίγει τα Σώματα Ασφαλείας για ν’ ανέβουν οι Λαμπράκηδες» (21.12.1964).

Το αποκορύφωμα της προβοκατόρικης δράσης του Μανιαδάκη μέσα στη Βουλή σημειώθηκε τον Μάιο του 1965, την περίοδο που προετοιμαζόταν η ανατροπή του Γεωργίου Παπανδρέου. Ο Μανιαδάκης επιτέθηκε προσωπικά στον τότε πρωθυπουργό, επικρίνοντας τον τρόπο που είχε εφαρμόσει τον νεοψηφισμένο νόμο περί «πόθεν έσχες». Είχε βέβαια φροντίσει εξαρχής ο Μανιαδάκης να καταγγείλει τη θέσπιση του «πόθεν έσχες», με το επιχείρημα ότι είναι αντισυνταγματικό. «Πρέπει να καταργηθεί, γιατί θα παρασύρει πολλούς αθώους σε περιπέτειες». Η επίθεση αυτή καταγγέλθηκε από το σύνολο της Βουλής. Ακόμα και ο πρόεδρος της ΕΡΕ Παναγιώτης Κανελλόπουλος «άδειασε» τον βουλευτή του, ενώ ο πρόεδρος της ΕΔΑ Ηλίας Ηλιού χαρακτήρισε «αποκαρδιωτικό και άκοσμο» το θέαμα της συνεδρίασης και κατέληξε με νόημα: «Ο υπουργός Ασφαλείας της 4ης Αυγούστου, ο καταλύσας κάθε νομιμότητα, ενεφανίσθη εδώ ως νομοφύλαξ, ως νομοδιδάσκαλος και ως τιμητής» (25.5.1965).

Στις 17.9.1966, την περίοδο της κρίσης των κυβερνήσεων αποστασίας, ο Κωνσταντίνος Γλίξμπουργκ κάλεσε και τον Μανιαδάκη στο παλάτι για να τον συμβουλευτεί. Η πρόταση του τεταρταυγουστιανού ήταν να εξαντληθεί πάση θυσία η τετραετία και να διεξαχθούν «δυναμικές εκλογές» στις αρχές του 1968. Μέχρι τότε να κυβερνήσει «μέτωπο εθνικοφρόνων». Επτά μήνες αργότερα εκδηλώθηκε το πραξικόπημα των συνταγματαρχών.

Σε όλη αυτή την περίοδο ο Μανιαδάκης φρόντιζε να δηλητηριάζει το πολιτικό κλίμα με υπονοούμενα και κατασκευασμένες ιστορίες. Πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα, η αμφισβήτηση της ηρωικής πράξης του Μανώλη Γλέζου και του Λάκη Σάντα, που κατέβασαν τη γερμανική σημαία με τον αγκυλωτό σταυρό από τον βράχο της Ακρόπολης το βράδυ της 30ής Μαΐου 1941. Στις αρχές Δεκεμβρίου του 1958 ο Μανώλης Γλέζος, διευθυντής τότε της «Αυγής», είχε συλληφθεί με την κατηγορία της κατασκοπίας. Ηταν ένας τρόπος κατατρομοκράτησης της Αριστεράς, που είχε κατορθώσει στις εκλογές της ίδιας χρονιάς να φτάσει το 24,5% και να γίνει αξιωματική αντιπολίτευση. Χρειαζόταν βέβαια να αμαυρωθεί το αγωνιστικό παρελθόν του Γλέζου. Τη δουλειά ανέλαβε ο Μανιαδάκης με μια εντελώς φανταστική ιστορία (23.12.1958). Τότε κανείς δεν έδωσε σημασία στην ύβρη. Τα τελευταία, όμως χρόνια, οι μαθητές του Μανιαδάκη επαναφέρουν την αθλιότητα. Από κοντά και τύποι σαν τον Βελόπουλο, που κυμαίνονται μεταξύ Σαμαρά και Καρατζαφέρη, χωρίς να ξεχνούν τον Πλεύρη και τον Μιχαλολιάκο.

……………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………..

Η μασέλα, η ρουφιάνα και ο πούστης

Μια διαφορετική, εντελώς αντιηρωική εικόνα του Μανιαδάκη καταγράφει στις αναμνήσεις του ο καθηγητής Θεόδωρος Κουλουμπής. Αναζητώντας τις μαρτυρίες πολιτικών από όλο το πολιτικό φάσμα, ο Κουλουμπής, ο οποίος είχε πριν από λίγες μέρες καταθέσει στην υποεπιτροπή Εξωτερικών Υποθέσεων της αμερικανικής Βουλής (12.7.1971) για το ζήτημα της στρατιωτικής βοήθειας προς την Ελλάδα κατά την περίοδο της δικτατορίας, κατέληξε και στον Μανιαδάκη, την Παρασκευή, 27 Αυγούστου 1971.

«Εφτασα στις 12.15 μ.μ. στο σπίτι του Μανιαδάκη, στον δεύτερο όροφο, στην οδό Νοταρά 51, κοντά στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας. (Ο Μανιαδάκης είναι συνταξιούχος βουλευτής, πρόεδρος του κόμματος του Μεταξά, αργότερα βουλευτής της ΕΡΕ, διαβόητος για τον ρόλο που έπαιξε ως υπουργός Εσωτερικών του δικτάτορα το 1936-1940.) Ανέβηκα τις ξύλινες σκάλες και στην κορυφή συνάντησα μια νέα γυναίκα (μεταξύ είκοσι και τριάντα ετών), ελκυστική, με ανοιχτά καστανά μαλλιά και ωραία σιλουέτα.

Με οδήγησε στο καθιστικό του Μανιαδάκη, όπου το “γέρικο θωρηκτό” είχε γείρει σε έναν καναπέ. Με χαιρέτησε και κατόπιν με οδήγησε προς την τραπεζαρία, όπου ήταν στρωμένο το τραπέζι.

Καθίσαμε δίπλα δίπλα και η νεαρή γυναίκα (στην οποία δεν με σύστησε) μας σέρβιρε. Ο Μανιαδάκης αναφέρθηκε μια φορά σε αυτήν, με οικειότητα, ως “ρουφιάνα”. Εκείνη έφερε τεράστιες ποσότητες μαγειρεμένου κρέατος με μακαρόνια, καθώς επίσης σαλάτα και κρασί και αργότερα φρούτα. Επίσης έφερε τη μασέλα του Μανιαδάκη σε μισό ποτήρι νερό, την οποία αυτός τοποθέτησε πρόθυμα στο γεμάτο σάλια στόμα του.

Της ζήτησε να καθίσει μαζί μας, αλλά εκείνη αρνήθηκε ευγενικά. Με είχε φάει η περιέργεια και έτσι τη ρώτησα αν είχε κάποια σχέση με τον “κ. πρόεδρο”.

Εκείνη είπε: “Ρωτήστε αυτόν να σας πει ποια είναι η σχέση μας”. Τον κοίταξα και εκείνος είπε: “Την έχω υιοθετήσει”. Αυτή έδειξε σχεδόν ικανοποιημένη με την απάντηση.

Το υπόλοιπο της συζήτησής μας κύλησε ανάμεσα σε μεγάλες μπουκιές φαγητού, σε σταλαγματιές της σάλτσας του σπαγκέτι, στον κρότο της μασέλας του Μανιαδάκη και στο θορυβώδες ρούφηγμα της ρετσίνας.

Για τον Παπαδόπουλο: Κατά τον Μανιαδάκη, είναι ένας μανιακός που τρώει, σκέφτεται και ονειρεύεται μόνο την εξουσία. Μιλώντας σχετικά με την τελευταία αναδιοργάνωση, ο Μανιαδάκης πιστεύει ότι το κάθαρμα ο Παπαδόπουλος “αποδιοργάνωνε τα πάντα”. Η ακριβής φράση του στα ελληνικά ήταν: “Ο πούστης διέλυσε τα πάντα”.

Και για τον στρατό; τον ρώτησα. Η απάντησή του ήταν να τρίψει τα δάχτυλα του δεξιού του χεριού, υπονοώντας ότι δωροδοκούνται.

Τι γίνεται με την οικονομία; “Σκατά”, ήταν η απάντηση του γέρου.

Αρχισα να διερωτώμαι τι είδους άνθρωπος είναι αυτός ο Παπαδόπουλος, αφού ακόμη και δεδηλωμένοι αυταρχικοί όπως ο Μανιαδάκης τον υποπτεύονται και τον απορρίπτουν.

Ρώτησα τον Μανιαδάκη αν επρόκειτο να γράψει κάτι. Απάντησε “όχι”. Τι γίνεται με τα έγγραφά σας; Θα είναι διαθέσιμα σε ενδιαφερόμενους ερευνητές; Δεν απάντησε στο ερώτημα, προσποιούμενος, ίσως, ότι δεν άκουσε.

“Εχετε κάποια συμβουλή για μένα, κ. πρόεδρε;” τον ρώτησα. Με κοίταξε και μου είπε: “Τέλειωσε το φαγητό σου, πήγαινε σπίτι και κοιμήσου”. Ηταν σαφές ότι η συζήτηση είχε φτάσει στο τέλος της.

Η “υιοθετημένη κόρη του” έφερε τρεις διαφορετικούς τύπους χαπιών, τα οποία κατάπιε με θορυβώδεις γουλιές νερό. Κατόπιν σκούπισε το γεμάτο σάλτσες στόμα του, ρεύτηκε και με οδήγησε στην έξοδο.

“Αντίο και ευχαριστώ που ήρθες”, είπε. Τον ευχαρίστησα για τη φιλοξενία του, φώναξα ευχαριστώ στο κορίτσι που τώρα δεν φαινόταν στην κουζίνα και έφυγα».

………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………

Διαβάστε
Σπύρος Λιναρδάτος
«4η Αυγούστου» (εκδ. Θεμέλιο, Αθήνα 1966)
Η κλασική μελέτη του δημοσιογράφου και ιστορικού που μελέτησε τη μεταξική δικτατορία κατά την ταραγμένη περίοδο που προηγήθηκε της δικτατορίας των συνταγματαρχών.
Μαρίνα Πετράκη
«Ο μύθος του Μεταξά. Δικτατορία και προπαγάνδα στην Ελλάδα» (μτφρ. Μάρα Μοίρα, εκδ. Ωκεανίδα, Αθήνα 2006)
Το καθεστώς Μεταξά μέσα από τους προπαγανδιστικούς μηχανισμούς του και ο ρόλος του Μανιαδάκη.
Παναγιώτης Γ. Βατικιώτης
«Μια πολιτική βιογραφία του Ιωάννη Μεταξά. Φιλολαϊκή Απολυταρχία στην Ελλάδα, 1936-1941» (μτφρ. Δ. Αμαραντίδου, εκδ. Ευρασία, Αθήνα 2005)
Θεόδωρος Α. Κουλουμπής
«…71 …74: Σημειώσεις ενός Πανεπιστημιακού» (μτφρ. Νικηφόρος Σταματάκης, εκδ. Πατάκης, Αθήνα 2002)
Καταγραφή των απόψεων του πολιτικού κόσμου, των υποστηρικτών της χούντας και Αμερικανών ιθυνόντων, κατά την περίοδο της δικτατορίας.

Δείτε
«Μέρες του ’36» (του Θόδωρου Αγγελόπουλου, 1972)
Η προετοιμασία της μεταξικής δικτατορίας σε μια ταινία γυρισμένη κατά τη διάρκεια της χούντας των συνταγματαρχών.

ΦΟΡΕΙΣ ΤΟΥ ΙΟΥ: Τάσος Κωστόπουλος, Αντα Ψαρρά, Δημήτρης Ψαρράς  ios@efsyn.gr

Πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών

Πηγή: Ο «πιστός σκύλος» του Μεταξά, του Ιου | TVXS – TV Χωρίς Σύνορα

Advertisements

Μια σκέψη σχετικά μέ το “Κ. Μανιαδάκης, ο γενάρχης της σύγχρονης ακροδεξιάς”

  1. Οι συνωμοσίες των Γερμανόφιλων κατά της 4ης Αυγούστου και η υπόθεση Πλατή (9-12 Ιουλίου 1940)
    30 Σεπτεμβρίου 2015

    γράφει ο Φιλίστωρ Ι. Β. Δ.

    Πρόλογος – οι διμερείς σχέσεις Γερμανίας – Ελλάδας μετά την κήρυξη της 4ης Αυγούστου

    Οι σχέσεις του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου με την ναζιστική Γερμανία υπήρξαν φαινομενικά εγκάρδιες καθ΄όλη την διάρκεια της δικτατορίας. Η ιδεολογική συγγένεια των δύο καθεστώτων, τα εξωτερικά φασιστικά γνωρίσματα της 4ης Αυγούστου (φασιστικοί χαιρετισμοί, οργάνωση νεολαίας, εργατών κτλ) αλλά και το Γερμανόφιλο παρελθόν του Ιωάννη Μεταξά, δημιουργούσαν προϋποθέσεις σύσφιξης των διμερών σχέσεων και συνεργασίας.
    Τον Σεπτέμβριο του 1936, ο ίδιος ο υπουργός προπαγάνδας Γκαίμπελς είχε κάνει επίσημη επίσκεψη στην Ελλάδα, κατά την οποία ήρθε σε επαφές με Έλληνες ιθύνοντες του καθεστώτος (Μεταξάς, Κοτζιάς) επιζητώντας στενότερη συνεργασία, ενώ δημοσίως προέβη σε δηλώσεις θαυμασμού του Αρχαίου Ελληνικού πολιτισμού, μεταφέροντας την άποψη του Χίτλερ ότι στις φλέβες των σύγχρονων Ελλήνων κυλάει τευτονικό αίμα, άρα υπάρχει συγγένεια μεταξύ των δύο λαών. Στους Ολυμπιακούς αγώνες του 1936 που έγιναν στην Γερμανία, για πρώτη φορά καθιερώθηκε η αφή της Ολυμπιακής φλόγας από την Ολυμπία, ενώ τα σχετικά προπαγανδιστικά γυρίσματα που κινηματογράφησε η περίφημη Λένι Ρίφενσταλ στην Ελλάδα, διαφήμισαν την Χώρα παγκοσμίως. Κατά την τριετία 1936-1939 αυξήθηκαν κατακόρυφα οι Ελληνικές εξαγωγές στην Γερμανία ιδιαίτερα στα καπνά τόσο, ώστε στα τέλη του 1938 η Γερμανία να είναι πλέον ο πρώτος εμπορικός εταίρος της Ελλάδας εκτοπίζοντας την Αγγλία από την θέση αυτή.

    Όλες οι Γερμανικές προσπάθειες να τεθεί η Ελλάδα στην σφαίρα επιρροής του άξονα έπεσαν στο κενό. Και αυτό γιατί η Αγγλία δέσποζε στην εσωτερική Ελληνική σκηνή χάρις την παρουσία του Βασιλιά Γεωργίου Β΄. Ο Γεώργιος κατά την διάρκεια της παραμονής του στην Αγγλία είχε μεταβληθεί σε φανατικό οπαδό του μεγαλείου της Αγγλίας και κατά την διάρκεια της δεύτερης βασιλείας του ποτέ δεν αμφιταλαντεύτηκε. Επίσης ο Βασιλιάς είχε μια βαθιά απέχθεια τόσο για την ναζιστική Γερμανία όσο και για τον Χίτλερ προσωπικά, σε σημείο να μην τηρεί ούτε τα διπλωματικά προσχήματα τόσο κατά την επίσκεψη του Γκαίμπελς στην Ελλάδα, όσο και κατά το πέρασμα του από την Γερμανία σε ένα Διεθνές του ταξίδι, όταν και αρνήθηκε να συναντήσει τον Γερμανό καγκελάριο παρά τις σχετικές προτροπές του Μεταξά. Αλλά και ο Μεταξάς δεν αμφιταλατεύτηκε ποτέ υπέρ της Γερμανίας. Η εξωτερική του πολιτική, κάτω από το πέπλο της φαινομενικής ουδετερότητας και της ιδεολογικής συμπάθειας για τον Άξονα, υπέκρυπτε τον οριστικό και σταθερό προσανατολισμό της υπέρ της Αγγλίας. Το ημερολόγιο του Μεταξά, αλλά και όλα τα διεθνή έγγραφα το φανερώνουν αυτό χωρίς την παραμικρή εξαίρεση.

    Αυτό φυσικά δεν είχε περάσει απαρατήρητο από την Γερμανία και την Ιταλία και καθώς πλησίαζε ο πόλεμος ενέτειναν τις πιέσεις τους έναντι του Μεταξά, αλλά και δρούσαν από το παρασκήνιο για μια πιθανή αποσταθεροποίηση του καθεστώτος του, που το αντιλαμβάνονταν ότι αποτελούσε ένα Αγγλικό προπύργιο. Οι πιέσεις αυτές είχαν κυρίως διπλωματικό χαρακτήρα και εξέφραζαν τον προβληματισμό των δύο δυνάμεων για τον ολοφάνερο δυισμό της Ελληνικής εξωτερικής πολιτικής (φαινομενική φιλία με τον Άξονα, μυστική ισχυρή συμμαχία με την Αγγλία. Ο Μεταξάς αν και «φασίστας» είχε εξελιχθεί σταδιακά στον σημαντικότερο πολιτικό αντίπαλο του Άξονα στην Ελλάδα, οπότε μια ανατροπή του καθεστώτος του, θεωρητικά ευνοούσε την Ιταλία και την Γερμανία.

    Οι Γερμανόφιλοι και η συνομωσία για την ανατροπή του Μεταξά

    Στο πλαίσιο αυτό δρούσαν κάποιες μικρές σκόρπιες ομάδες πολιτικών προσωπικοτήτων που είχαν ξεκάθαρο προσανατολισμό υπέρ της Γερμανίας και προσπαθούσαν να ανατρέψουν την 4η Αυγούστου ώστε η χώρα να στραφεί προς τον Άξονα. Ο βασικός τους πυρήνας αποτελούταν από παλαιούς Γερμανόφιλους από την εποχή του Α΄ παγκοσμίου πολέμου, οι περισσότεροι εκ των οποίων ήταν και υποστηρικτές του Μεταξά. Ο ισχυρότερος όλων ήταν ο απόστρατος αξιωματικός Θεόδωρος Σκυλακάκης, στενός συνεργάτης του Μεταξά από την εποχή του κινήματος Γαργαλίδη – Λεοναρδόπουλου και φανατικός αντιβενιζελικός. Ο Σκυλακάκης υπήρξε ηγετικό στέλεχος των «Ελευθεροφρόνων», υπουργοποιήθηκε την 4η Αυγούστου αλλά αποπέμφθηκε τον Δεκέμβριο του 1936 ως μέλος συνωμοσίας κατά του καθεστώτος. Έκτοτε βρισκόταν σε συνεχή επαφή με την Γερμανική πρεσβεία, αλλά και υπό την στενή της Ελληνικής μυστικής αστυνομίας. Άλλο κορυφαίο στέλεχος των συνωμοσιών ήταν φυσικά ο Θεόδωρος Τουρκοβασίλης, φανατικός Γερμανόφιλος και υπαρχηγός των «Ελευθεροφρόνων» ως το 1935. Δραστήρια υπέρ της Γερμανίας κινούνταν παλαιοί αντιβενιζελικοί πολιτευτές όπως ο Πέτρος Ράλλης, ο Περικλής Ράλλης και ο Σωτήρης Γκοτζαμάνης που θα διοριστεί από τους Γερμανούς υπουργός επισιτισμού κατά την διάρκεια της Κατοχής.

    Η κίνηση δεν θα είχε ελπίδα επιτυχίας αν δεν είχε εν ενεργεία αξιωματικούς μυημένους. Ο βασικός υποστηρικτής της ενέργειας ήταν ο υποστράτηγος Κωνσταντίνος Πλατής, ο οποίος προσχώρησε, καθώς θεωρούσε μεγάλο σφάλμα την εναντίωση της Ελλάδας στον Άξονα. Η συνωμοσία εντάθηκε μετά την έναρξη του Β΄παγκοσμίου πολέμου και χρηματοδοτήθηκε από την Γερμανία μέσω του επιχειρηματία Έγκον Κοντουμάς. Το πλέον ανησυχητικό για τον Μεταξά ήταν η πληροφορία ότι η όλη συνωμοσία ήταν γνωστή τόσο στον Γενικό διοικητή Θράκης Περικλή Κάβδα, όσο και στον στενότερο συνεργάτη του Κώστα Κοτζιά που φάνηκε ότι δελεάστηκε από την πιθανότητα να διαδεχθεί τον Μεταξά και να οδηγήσει την Ελλάδα στο πλευρό του Άξονα.

    Ο Κωνσταντίνος Μανιαδάκης και η παρακολούθηση των αντιφρονούντων

    Όλη η δραστηριότητα και οι συζητήσεις των εμπλεκομένων στην συνωμοσία γνωστοποιούνταν αμέσως στον Μεταξά από τον Κωνσταντίνο Μανιαδάκη, υφυπουργό δημόσιας τάξης και άγρυπνο φρουρό της ασφάλειας του καθεστώτος. Ο Μανιαδάκης δεν ήταν μια τυχαία προσωπικότητα της 4ης Αυγούστου. Ως Λοχαγός πυροβολικού είχε συμμετάσχει και οριστεί φρούραρχος Κορίνθου κατά το κίνημα Γαργαλίδη – Λεοναρδόπουλου και ήταν από τους λίγους που αντιστάθηκε ενόπλως στην πρόοδο των Βενιζελικών στρατευμάτων. Στην περίσταση εκείνη είχε σώσει τον Μεταξά από σύλληψη φυγαδεύοντας αυτόν και τους συνεργάτες του στην Πάτρα, ενώ είχε τάξει τις δυνάμεις του στον Ακροκόρινθο όπου αντιστάθηκε μέχρι τέλους έχοντας πολλές απώλειες στο τμήμα που διοικούσε. Μετά την απόταξη του, ασχολήθηκε με μεγάλη οικονομική επιτυχία στον τομέα ανέγερσης οικοδομών. Ήταν άνθρωπος της «πιάτσας», ιδιαίτερα ευφυής, φανατικός αντιβενιζελικός και αντικομμουνιστής, αδίστακτος και προσωπικός οπαδός του Μεταξά. Όταν ανέλαβε καθήκοντα υφυπουργού δημοσίας τάξης ήρθε σε επαφή με Άγγλους ιθύνοντες, και προσχώρησε οριστικά στο στρατόπεδο των Άγγλων αν και υπήρξε Γερμανόφιλος στο παρελθόν. Μια από τις πρώτες επιτυχίες του ήταν η πλήρης εξάρθρωση των παράνομων μηχανισμών του ΚΚΕ, κατόρθωμα όχι εύκολο, ενώ πρωτοστάτησε στην εκτόπιση των πολιτικών αντιπάλων του καθεστώτος ιδιαίτερα των βενιζελικών.

    Ο Μανιαδάκης λοιπόν, πληροφορούσε σχεδόν καθημερινά τον Μεταξά για τις δραστηριότητες των Γερμανόφιλων, χάρις ένα ευρύ δίκτυο πληροφοριοδοτών που είχε αναπτύξει στην Αθήνα αλλά και σε όλη την Ελλάδα. Όλοι οι Γερμανόφιλοι παρακολουθούνταν στενά από την ασφάλεια και καταγράφονταν όλες οι κινήσεις και επισκέψεις τους στην Γερμανική πρεσβεία, αλλά ο Μεταξάς δεν αναλάμβανε δράση εναντίον τους, καθώς η όλη υπόθεση έμοιαζε χωρίς δυναμική, οι συνομώτες δεν είχαν προχωρήσει σε κάποια δράση, ενώ δεν ήθελε να δυσαρεστήσει και την Γερμανία σε μια πολύ κρίσιμη συγκυρία. Πάντως σε πολλές εγγραφές του ημερολογίου, φαίνεται ότι ο Μεταξάς υπολόγιζε σοβαρά τους Γερμανόφιλους και του δημιουργούσε ανασφάλεια η δραστηριότητα τους.

    Η εκδήλωση της συνωμοσίας και η ταχύτατη καταστολή της

    Η εκδήλωση της συνομωσίας των Γερμανόφιλων εκδηλώθηκε στις 3 Ιουνίου 1940, όταν ο υπαρχηγός Γ.Ε.Σ. υποστράτηγος Κωνσταντίνος Πλατής ζήτησε επισήμως την αντικατάσταση του Παπάγου στην ηγεσία του στρατού, καθώς δήθεν είχε ενημερωθεί από διπλωματικούς διπλωματικούς κύκλους ότι δεν ήταν αρεστός στην Γερμανία. Ο Παπάγος ενημέρωσε σχετικά τον Μεταξά, προσθέτοντας ότι θεωρούσε απίθανο η Γερμανία να εξέφραζε τέτοιου είδους απόψεις χωρίς να χρησιμοποιήσουν την επίσημη διπλωματική οδό. Αυτή ήταν η αφορμή που επιζητούσε ο Μεταξάς για να εκκαθαρίσει τους Γερμανόφιλους μια και καλή. Με μια σκληρή κίνηση μέσω των μηχανισμών του Μανιαδάκη, σάρωσε μέσα σε λίγες ώρες όλους τους συνωμότες. Ο Πλατής τέθηκε σε διαθεσιμότητα υποβλήθηκε σε συνεχείς ανακρίσεις και εκτοπίστηκε, ενώ όλοι οι συνωμότες συνελήφθησαν εντός μιας ημέρας και εκτοπίστηκαν.

    Ο Κοντουμάς εξαναγκάστηκε από την ασφάλεια να εγκαταλείψει την Ελλάδα ώστε να μην συλληφθεί και γίνει διπλωματικό επεισόδιο, ενώ ο Μεταξάς έκλεισε και τα γραφεία Γερμανόφωνης εφημερίδας στην Αθήνα καθώς εκεί διεξάγονταν οι συζητήσεις για την συνωμοσία. Εκτοπίστηκαν ακόμη και στελέχη της νεολαίας της ΕΟΝ, ενώ σύμφωνα με τον Αμερικανό πρέσβη Μακ βη μυημένος ήταν ο Στέφανος Στεφανόπουλος και ο απόστρατος συνταγματάρχης Δημήτρης Πολύζος. Ο Κοτζιάς παρουσιάστηκε στον Μεταξά και προέβη σε δηλώσεις απόλυτης αφοσίωσης στον ίδιο, αλλά ο Κεφαλλονίτης τις δέχθηκε με πικρία καθώς πλέον το γυαλί για τον παλαιό στενό του συνεργάτη είχε πλέον ραγίσει. Η κοινή γνώμη της εποχή δεν ενημερώθηκε ποτέ για την συνωμοσία, καθώς κάτι τέτοιο θα είχε αναμφίβολα διεθνείς περιπλοκές. Στο διάγγελμα του για την επέτειο της 4ης Αυγούστου ένα μήνα μετά, ο Μεταξάς θα κάνει μια νύξη για «παραπατήματα μερικών επιπόλαιων και ανόητων ανθρώπων» που προσπαθούσαν να αναδειχθούν προσφέροντας «τας αηδείς αυτών υπηρεσίας» σε ξένους, εξαναγκάζοντας τον να τους καταστήσει «αβλαβείς δια των πλέον επεικών αστυνομικών μέτρων».

    Επίλογος

    Οι Γερμανόφιλοι -πλην Κοτζιά και κάποιων άλλων κρατικών αξιωματούχων- παρέμειναν εξόριστοι μέχρι την είσοδο των Γερμανών στην Αθήνα όταν και απελευθερώθηκαν. Μετά τον θάνατο του Μεταξά επί πρωθυπουργίας Κορυζή, ο Πλατής επανήλθε στο στράτευμα και ορίστηκε επιτελάρχης στον τομέα της Ηπείρου με την σύμφωνη γνώμη του Παπάγου. Οι υπόλοιποι Γερμανόφιλοι είτε έγιναν υπουργοί κατοχικών κυβερνήσεων (Κοτζαμάνης, Πολύζος) είτε έλαβαν αξιώματα στην κρατική μηχανή (Τουρκοβασίλης).

    Συμπερασματικά, μπορούμε να πούμε ότι η Γερμανοφιλία στην Ελλάδα ποτέ δεν ήταν πλειοψηφική στην Ελληνική κοινωνία. Ακόμη και στην εποχή του Εθνικού Διχασμού, η Γερμανία δεν απέκτησε μεγάλες συμπάθειες ανάμεσα στους Έλληνες, παρά την σκληρή αντιδημοφιλή πολιτική της Αντάντ έναντι της Ελλάδας. Οι Γερμανόφιλοι στην εξεταζόμενη εποχή ήταν πολύ λίγοι και χωρίς σοβαρές προσβάσεις στον στρατό και την κρατική μηχανή. Έτσι λοιπόν και οι προσπάθειες τους για ανατροπή του Μεταξά είχαν μηδενικές πιθανότητες επιτυχίας, καθώς η 4η Αυγούστου έλεγχε απολύτως το κράτος και τις υπηρεσίες. Επίσης θεωρώ ότι κακώς η συγκεκριμένη κίνηση εντάσσεται και να αθροίζεται στην αντίδραση κατά του καθεστώτος, καθώς λίγη σχέση μπορεί να υπάρχει μεταξύ του Βενιζελικού κινήματος των Χανίων και μιας κίνησης για την ανατροπή της 4ης Αυγούστου ώστε να αλλάξει διεθνή προσανατολισμό η Ελλάδα.

    Πηγές

    Δημοσθένης Κουκουνας, Ιστορία της Κατοχής (τόμος Α΄), εκδόσεις «Αντώνη Λιβάνη»

    Σπυρίδων Μαρκεζίνης, Σύγχρονη πολιτική Ιστορία της Ελλάδος, εκδόσεις Πάπυρος

    Δημήτρης Κιτσίκης, Η Ελλάς της 4ης Αυγούστου και αι μεγάλαι δυνάμεις, εκδόσεις Ίκαρος

    Δαφνής Γρηγόριος, Η Ελλάς μεταξύ δύο πολέμων (τόμος Β΄), εκδόσεις «Κάκτος»

    Πώς δεν πέτυχε το κίνημα των γερμανοφίλων κατά της 4ης Αυγούστου του Δημοσθένη Κούκουνα

    Η εκτόπιση από το καθεστώς της 4ης Αυγούστου και ο θάνατος του Ανδρέα Μιχαλακόπουλου (27 Μαρτίου 1938)

    Η Γερμανική πολιτική έναντι της Ελλάδος πριν την 28η Οκτωβρίου 1940

    Θεόδωρος Τουρκοβασίλης (1891-1975): από την Παλινόρθωση του 1935, στην αντίσταση κατά του κατακτητή

    Επίμετρον – Οι σχετικές λιτές καταχωρήσεις στο ημερολόγιο του Ιωάννη Μεταξά

    5 Ιουλίου 1940: Προς το παρόν ησυχία. Υποψίαι διά μερικούς αξιωματούχους – ένα Υπουργόν, ένα Ναύαρχον και ασφαλώς ένα Στρατηγόν και ίσως και άλλους – θέλοντας να εκμεταλλευθούν ιδιοτελώς την όψιμον γερμανοφιλίαν των. Αλλά πίσω έχει το αχλάδι την ουρά.
    9 Ιουλίου 1940: […] Ζήτημα Πλατή. Χθες είχα λάβει αποφάσεις βαρειές για τους Στρατηγούς. Σήμερα τις διώρθωσα.
    12 Ιουλίου 1940: […] Συνέχεια επεισοδίου Πλατή. Ζήτημα Παπάγου-Κορόζη.
    13 Ιουλίου 1940: Ολόκληρη ημέρα ήσυχη, ατάραχη. Με μόνο μικροφήμες δυσαρέστους, σαν π.χ. μικροκίνησις Γκοτζαμάνη εις Μακεδονίαν – κ.τ.λ.
    19 Ιουλίου 1940: […] Εξηγήσεις Κοτζιά, δηλώσεις αφοσιώσεως. Αλλά… το γεγονός μένει.
    9 Αυγ. 1940: Συνηθισμένη κατάστασις. Μαυρομιχάλης από καιρού διαδίδει δήθεν σχέσεις του με Βασιλέα. Προ δύο μηνών επλησίασε τους Γερμανούς. Τι παλιάνθρωπος!
    10 Αυγ. 1940: […] Λέγω εις Βασιλέα τα του Μαυρομιχάλη.
    29 Αυγ. 1940: […] Περί Τουρκοβασίλη: διέταξα την σύλληψιν και εξορίαν του.
    5 Σεπτ. 1940: […] Ζήτημα Πλατή με κάνει έξω φρενών.
    16 Σεπτ. 1940: […] Με εξενεύρισε Βερνάρδος που ήρθε με τον γερμανόπληκτον ντεφετισμόν και τον έδιωξα. Έπειτα τηλεγράφημα Μητσοτάκη ανοησία. Έπειτα Σπύρου Μπότσαρη αδιαντροπιά.
    18 Νοεμ. 1940: […] Συνωμοσία Μαυρομιχάλη-Στεφανοπούλου-Περ. Ράλλη-Πέτρου Ράλλη. Καταγγέλλεται από Τσουδερόν. Νομίζω ότι εις αυτό το ζήτημα έσπευσα.

    Πηγή: http://www.istorikathemata.com/2015/09/4-9-12-1940.html

    Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s