ΔΣΕ, Φιλοξενίες

Η στρατολογία του Δ.Σ.Ε. 

του ΣΑΚΗ ΜΟΥΜΤΖΗ

Όταν αναφερόμαστε στο Δημοκρατικό Στρατό και στον τρόπο που πύκνωνε τις γραμμές του, χρησιμοποιούμε τις περισσότερες φορές την έκφραση «βίαιη στρατολογία». Γύρω από αυτόν τον όρο έχουν προκύψει εντάσεις, επειδή μερίδα ιστορικών τον θεωρεί ιδεολογικά φορτισμένο. Συγχρόνως, οι ίδιοι ιστορικοί υποστηρίζουν ότι η χρήση αυτού του όρου δεν βοηθά να κατανοήσουμε τη φύση του αγώνα που διεξήγε ο Δ.Σ.Ε.


Η έννοια της «στράτευσης–στρατολογίας» περικλείει αφ’ εαυτής τη σχέση εξουσιαστή-εξουσιαζόμενου, τη σχέση αρχής προς αρχόμενο. Έτσι η στρατολογούσα αρχή-φορέας κρατική εξουσίας καλεί το στρατολογούμενο να υπηρετήσει τη θητεία του. Να εκπληρώσει μιαν υποχρέωση που έχει. Η ανυπακοή επιφέρει κύρωση, η οποία σε καιρό πολέμου είναι η ποινή του θανάτου. Συνεπώς, η στρατολόγηση, ως εξουσιαστική πράξη ,ενέχει το χαρακτήρα του καταναγκασμού, της υποχρεωτικότητας. Εάν η στρατολογούσα αρχή είναι η εθνική κυβέρνηση ή η προσωρινή κυβέρνηση αυτό αφορά όχι τη μορφή και τον τύπο της στρατολόγησης, αλλά τη μορφή και τον τύπο της κυβέρνησης που την εξαγγέλλει. Αφορά δηλαδή το νομιμοποιητικό χαρακτήρα της αρχής.


Συνεπώς, η προσωρινή κυβέρνηση, ως προσδίδουσα η ίδια στον εαυτό της το χαρακτήρα της de facto κυβέρνησης, ασκεί στο χώρο που ελέγχει όλα τα δικαιώματα και τις εξουσίες που έχει μια κυβέρνηση. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η προσωρινή κυβέρνηση εκδίδει νόμισμα, έχει την «Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ψηφίζει νόμους, αποδίδει δικαιοσύνη, απονέμει βαθμούς στο Δ.Σ.Ε. κ.λ.π. Όλα αυτά στο χώρο που κάθε φορά κατέχει. Σε αυτόν τον διαρκώς μεταβαλλόμενο χώρο ασκεί και το δικαίωμα της στρατολογίας. Το ότι αυτό ασκείται δια της καταλήψεως πόλεων, κωμοπόλεων και χωριών, είναι θέμα τεχνικής φύσεως. Διαφέρει δηλαδή από τον τρόπο στρατολογίας του επίσημου κράτους, κατά τον τύπο. Δεν επιδίδεται κλήση στράτευσης με δηλη την ημερομηνία κατάταξης και θεσπισμένες τις κυρώσεις της ανυποταξίας, όπως πράττει το «επίσημο κράτος», αλλά με την είσοδο του Δ.Σ.Ε. στον καταληφθέντα χώρο είτε δια της αρπαγής είτε βάσει καταλόγων κοινοτικών, δημοτικών ή σχολικών, συντελείται η πράξη στρατολόγησης. Μάλιστα αυτή η τελευταία, θα μπορούσαμε να πούμε, είναι παρεπόμενη πράξη άλλων κύριων που προηγούνται –όπως η επιμελητεία, η φθορά του εχθρού, η επίδειξη ισχύος– και που καθιστούν αναγκαία την κατάληψη και κατοχή των χώρων. Μάλιστα, πρέπει να τονίσουμε, ότι ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της στρατολογίας του Δ.Σ.Ε., είναι ότι πρέπει να την πραγματοποιήσει στο βραχύ χρονικό διάστημα που διαρκεί η κατάληψη του χώρου. Στο ίδιο ακριβώς διάστημα παράλληλα πρέπει να επιτελεσθούν και οι πράξεις της επιμελητείας, των στρατιωτικών λαφύρων, της τιμωρίας των «αντιδραστικών», τη καταστροφής εχθρικών εγκαταστάσεων κ.λ.π.

Συγκρίνοντας, τον τρόπο στρατολογίας των δύο αντιπάλων στρατών, μπορούμε να πούμε ότι και στις δύο περιπτώσεις ελλείπει το στοιχείο του εθελοντισμού και κυριαρχεί αυτό της υποχρεωτικότητας και του καταναγκασμού. Το επίσημο κράτος τιμωρεί την ανυπακοή με τις προβλεπόμενες από το στρατιωτικό ποινικό κώδικα ποινές. Η δε προσωρινή κυβέρνηση όσους δεν θέλουν να στρατευθούν στις τάξεις του Δ.Σ.Ε. τους υποχρεώνει να το πράξουν «δια της αρπαγής». Η βιαιότητα με τη μια ή την άλλη μορφή υπάρχει και στις δύο περιπτώσεις. Βέβαια στο Δ.Σ.Ε, ο αρχικός βασικός πυρήνας, συγκροτήθηκε σε εθελοντική βάση γιατί αφορούσε κομματικά μέλη και στελέχη. Έτσι η χρήση του όρου «βιαίως στρατολογηθέντες –που επικράτησε στο χώρο των νικητών- σαφώς και ενέχει ιδεολογική φόρτιση που δεν βοηθάει στην κατανόηση των γεγονότων. Όμως λειτούργησε αποτελεσματικά, γιατί καταδείκνυε την απομόνωση του ΚΚΕ και του στρατού του από το λαό, ενώ συγχρόνως δημιουργούσε βαλβίδες εκτόνωσης, γιατί τους «βιαίως στρατολογηθέντες» όταν συλλαμβάνονταν αιχμάλωτοι ο στρατός τους αντιμετώπιζε με επιείκεια.

Με την παράδοση των όπλων του ΕΛΑΣ, κατ’ εφαρμογή των όρων της Συμφωνίας της Βάρκιζας, λήγει η φάση των εθελοντικών στρατιωτικών σχηματισμών. Η συγκρότηση αρχικά του εθνικού στρατού και λίγο αργότερα του Δ.Σ.Ε. σηματοδότησαν τη φάση της υποχρεωτικής στρατολογίας.

Επειδή από μερίδα ιστορικών –μεταξύ των οποίων και ο στρατηγός Δ. Ζαφειρόπουλος– θεωρήθηκε η βίαιη στρατολογία ότι αλλοίωσε τον επαναστατικό χαρακτήρα του Δ.Σ.Ε. έχω να παρατηρήσω τα εξής:

Ένας στρατός χαρακτηρίζεται επαναστατικός όχι τόσο από τον τρόπο συγκρότησής του, όσο κυρίως από την πολιτική δουλειά που γίνεται στις τάξεις του. Δηλαδή από την προσπάθεια οι στρατιώτες-μαχητές να κατανοήσουν και να αφομοιώσουν τις ιδεολογικές αρχές, το πολιτικό πρόγραμμα και κυρίως το λόγο και το σκοπό της στρατιωτικής πάλης του κόμματος στο οποίο έχουν στρατευθεί (κυριολεκτικά). Εάν στρατεύθηκαν εθελοντικά ή βίαια, είναι δευτερεύον θέμα. Το ζητούμενο είναι οι πολιτικοί επίτροποι – ο ιμάντας μεταβίβασης της γραμμής του κόμματος στο χώρο του στρατεύματος –να διαπαιδαγωγήσουν όλους, σύμφωνα με τα προτάγματα και τους στόχους του κομμουνιστικού κόμματος. Αυτός ο ρόλος των πολιτικών επιτροπών τους κατέστησε το θεμέλιο λίθο του επαναστατικού στρατού. Οργανωτικά ήταν ένα καθετοποιημένο σώμα με τους βαθμούς και την ιεραρχία του. Η συγκρότησή του και η απονομή των βαθμών ήταν από τις πρώτες πράξεις της προσωρινής κυβέρνησης. Οι πολιτικοί επίτροποι ήταν όλοι ανώτερα και ανώτατα κομματικά στελέχη.

Σαν θεσμός πρωτοεμφανίστηκε στις τάξεις του νεοσύστατου «Κόκκινου στρατού» (28/1/1918) και ήταν λογικό και επόμενο να αποτελέσει το πρότυπο όλων των στρατών που αυτοαναγορεύτηκαν σε «επαναστατικούς». Τη σπουδαιότητα αυτού του σώματος, λόγω της πολιτικής δουλειάς που πραγματοποιούσε και το φανατισμό και την πίστη που ενστάλαζε στις ψυχές των νέων στρατιωτών, την αντιλήφθηκαν οι Ναζί και αμέσως μετά την εισβολή στη Σ. Ένωση (22/6/1941) προσπαθούσαν να εντοπίσουν μεταξύ των εκατοντάδων χιλιάδων αιχμαλώτων τους πολιτικούς επιτρόπους τους οποίους εκτελούσαν επί τόπου.

Στο Δ.Σ.Ε. ο ρόλος των πολιτικών επιτροπών ήταν αμφιλεγόμενος. Επειδή όλοι τους ήταν ανώτερα κομματικά στελέχη βρίσκονταν σε προνομιακό επίπεδο σε σχέση με τους ομοιόβαθμούς τους στρατιωτικούς διοικητές. Την ευθύνη δε για τις στρατιωτικές αποτυχίες το Γενικό Αρχηγείο του Δ.Σ.Ε. τις απέδιδε πάντα στους στρατιωτικούς διοικητές. Εάν στον επιχειρησιακό τομέα οι πολιτικοί επίτροποι του Δ.Σ.Ε. έχουν πολύ λίγα να επιδείξουν, ο φανατισμός και η γενναιότητα με την οποία πολέμησαν οι μαχητές του Δ.Σ.Ε, αποδεικνύει ότι η πολιτική δουλειά που έκαναν, απέδωσε.

Σήμερα, 65 χρόνια μετά τη λήξη του Εμφύλιου Πολέμου, ο τρόπος που στρατολογούσε ο Δ.Σ.Ε. τους μαχητές του, το πρόβλημα των εφεδρειών ή η απροθυμία των Αριστερών να πολεμήσουν, ο τρόπος λειτουργίας του Δ.Σ.Ε, η υπερβατικότητα των στρατιωτικών σχεδιασμών, όλα αυτά και πολλά άλλα απασχολούν όλους αυτούς που ασχολούνται με τον Ελληνικό Εμφύλιο Πόλεμο.

Άλλωστε όπως γράφει και ο Α. Ελεφάντης: «Η ιστοριογραφία είναι ένα κατ’ εξοχήν εμπόλεμο πεδίο, με μεγάλα διακυβεύματα».
Ο Σάκης Μουμτζής είναι συγγραφέας του βιβλίου «Κόκκινη βία, 1943-1946», Εκδόσεις ΕΠΙΚΕΝΤΡΟ, 2013 και του βιβλίου «Κόκκινη βία, 1947-1950», από τον ίδιο εκδοτικό οίκο. 

Πηγή: Η στρατολογία του Δ.Σ.Ε. | Η καλύβα ψηλά στο βουνό

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s