Αλάτι - πιπέρι, Χωρίς κατηγορία

Ο Παπαδιαμάντης αναστατώνει το ΚΚΕ! 

Όχι ότι το επιδίωξε ο ίδιος… Απλά, οι σύντροφοι ΔΕΝ παίζονται!

Ο Παπαδιαμάντης δεν ήταν κάτι ενιαίο, είχε πολλές όψεις. Η μιά του όψη ήταν «κολλυβάδικη», δηλ . ακραιφνώς Ορθόδοξη, στα όρια της αίρεσης. Μια άλλη, σχεδόν παγανιστική, με τη λατρεία της Φύσης. Μια τρίτη, κοσμοπολίτικη (βλ. «Έμποροι των Εθνών»). Και μια τέταρτη χαρακτηριζόταν από τον καταπιεσμένο ερωτισμό του (βλ. σχετικά ποστ των Σημειώσεων / της καλύβας). Η «λαϊκή δεξιά» έχει τόση σχέση με τον Παπαδιαμάντη, όση και ο φάντης με το ρετσινόλαδο. Ακριβώς την ίδια σχέση έχει μαζί του και η αριστερά. 

Σημειωθείτω ότι ο πολιτικός Παπαδιαμάντης είναι, στην ουσία του, αναρχικός (βλ. το πιο πολιτικό του έργο, τη «γυφτοπούλα»).

Για εμένα που αγαπώ πολύ τον Παπαδιαμάντη γι’ αυτό που είναι (ένας εκπληκτικός λογοτέχνης, γεμάτος συνταρακτικές αντιφάσεις, που αντικατοπτρίζονται ή υπονοούνται στο έργο του) οι κρίσεις του Μαυρίκου (αλλά και των άλλων, σύγχρονων και παλαιότερων) του ΚΚΕ είναι εκτός πραγματικότρητας, καθώς επιχειρούν να τον εντάξουν σώνει και καλά σε μια δική τους τάξη πραγμάτων (ο Μαυρίκος να τον αποκλείσει). Ανάρτησα το άρθρο του Σταυρόπουλου (ΒΗΜΑ) για να το δουν όσοι είναι σε θέση να αντιληφθούν περί τίνος πρόκειται (2011)

*

Η συμπλήρωση 100 χρόνων από τον θάνατο του κορυφαίου λογοτέχνη ΑλέξανδρουΠαπαδιαμάντη έχει πυροδοτήσει μια ιδιότυπη- ιδεολογική περισσότερο παρά φιλολογική- διένεξη στον Περισσό. Ολα ξεκίνησαν όταν ο «Ριζοσπάστης» δημοσίευσε στο κυριακάτικο ένθετό του για τον πολιτισμό τον περασμένο Ιανουάριο ένα κείμενο-αφιέρωμα υπό τον τίτλο «Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης. “Η πλουτοκρατία γεννά την αδικίαν ”». Οπως αναφερόταν στην παραπομπή από την πρώτη σελίδα του ενθέτου, «έναν αιώνα μετά, από το έργο αυτού του εκρηκτικού πνεύματος παραμένει αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι ο Παπαδιαμάντης μιλούσε για την – και στην- ψυχή του λαού, για τα πάθη και τους πόθους του, τα οποία ο ίδιος είχε βιώσει από την πρώτη στιγμή που αντίκρισε τον κόσμο».

Ξεσκέπαζε τους πλουτοκράτες

Επισημαινόταν μάλιστα ότι αυτό «το έκανε όχι “φολκλορικά” αλλά ουσιαστικά, αφού δεν έμεινε μόνο στη μαστοριά του λόγου αλλά χρησιμοποίησε αυτή την ικανότητα για να ξεσκεπάσει και να καταγγείλει τους πλουτοκράτες του καιρού του». Σκιαγραφώντας το λογοτεχνικό φαινόμενο του σκιαθίτη θεμελιωτή του νέου ελληνικού διηγήματος, στο κείμενο χαρακτηριζόταν μονόπλευρη η προσέγγιση του Παπαδιαμάντη μέσα από τη θρησκευτικότητά του. «Η κυριαρχία αυτής της μονόπλευρης προσέγγισης θα σήμαινε τον νοηματικό “ευνουχισμό” του έργου του και της προσφοράς του στα νεοελληνικά γράμματα» αναφερόταν, ενώ σχετικά με τη χρήση της καθαρεύουσας από τον Παπαδιαμάντη, για την οποία είχε δεχθεί την μήνιν φανατισμένων δημοτικιστών, τονιζόταν ότι «μια εμφανιζόμενη ως “προοδευτική” προσέγγιση στη λογοτεχνία που θα “φετιχοποιούσε” το κριτήριο της γλώσσας θα οδηγούνταν στην εντελώς αντιδραστική απόρριψη έργων όπως η “Πάπισσα Ιωάννα” του Ροΐδη και η “Φόνισσα” του Παπαδιαμάντη».

Υπογραμμιζόταν εξάλλου η κοινωνική διάσταση του έργου του Παπαδιαμάντη, ο οποίος, όπως παρατηρούσε ο συντάκτης του κειμένου κ. Γρ. Τραγγανίδας, «ήταν διανοούμενος και είχε συνείδηση αυτής του της ιδιότητας, αλλά αρνήθηκε να την εξαργυρώσει- κυριολεκτικά και ηθικά- στο αστικό “πολιτιστικό χρηματιστήριο” των σαλονιών της εποχής επιλέγοντας τον δύσκολο δρόμο».

Ο (κομματικός) «αντίλογος»

Δύο μήνες αργότερα θα δημοσιευθεί στο ίδιο ένθετο του «Ριζοσπάστη» ένα άλλο κείμενο. Τίτλος του «Ο αληθινός Παπαδιαμάντης» και συντάκτης του ένα κομματικό στέλεχος, ο γνωστός συνδικαλιστής και βουλευτής του ΚΚΕ κ. Γ. Μαυρίκος, ο οποίος θα διακηρύξει ότι «οι περισσότεροι αρθρογράφοι προσδίδουν μέσα από τα άρθρα τους χαρακτηριστικά στον ίδιο τον Παπαδιαμάντη και στο έργο του που απέχουν πολύ από την πραγματικότητα». Δεν διστάζει μάλιστα να «στιγματίσει» τίτλους και υποτίτλους σχετικών αφιερωμάτων, αλλά και αναφορές ότι «δήθεν ο Αλ. Παπαδιαμάντης “συνομίλησε με την ψυχή του λαού”» και ότι «δήθεν “χρησιμοποίησε τον λόγο του για να ξεσκεπάσει και να καταγγείλει τους πλουτοκράτες”» (όπως έγραφε ο «Ριζοσπάστης»!). Ενώ θα αποφανθεί ο κ. Μαυρίκος: «Δυστυχώς, αυτός ο πράγματι μεγάλος δημιουργός, ούτε στη ζωή ούτε στη γλώσσα του, κυρίως όμως ούτε στο έργο του, θέλησε να εκφράσει την κοινωνική αδικία και την ανάγκη για απελευθέρωση από αυτήν». Οπως υπογράμμιζε μάλιστα, ο Παπαδιαμάντης μέσα από τις θέσεις, τις δοξασίες και τη στάση ζωής του «φρέναρε τη δυνατότητα που είχε να μπολιαστεί με το κοινωνικοπολιτικό Είναι, να προσπαθήσει να το εκφράσει και να αξιοποιήσει το μοναδικό του ταλέντο στην υπηρεσία του λαού ενάντια στους αστικοτσιφλικάδες».

Αλλά και για το γλωσσικό ο κ. Μαυρίκος θα διαπιστώσει: «Ο Αλ. Παπαδιαμάντης, όπως στη ζωή του, στο έργο του, έτσι και στη γλώσσα του δεν θέλησε να χρησιμοποιήσει την απλή, την κατανοητή γλώσσα του λαού μας». Εφιστούσε δε την προσοχή των «παροικούντων» θυμίζοντάς τους ότι οι κομμουνιστές, όταν κρίνουν έναν δημιουργό, ακόμη και τον πιο σπουδαίο, το κάνουν «με βάση τα μαρξιστικά κριτήρια», δηλαδή «αν ο δημιουργός κάνει τον κουφό, τον αδιάφορο στις κοινωνικές εξελίξεις ή αν συστρατεύεται με την “πένα” του για την κοινωνική αλλαγή». «Θα θέλαμε ο Αλ. Παπαδιαμάντης να ήταν κοινωνικός αγωνιστής αλλά δεν ήταν» κατέληγε.

Και η ανταπάντηση…

Στο περασμένο φύλλο του κυριακάτικου «Ριζοσπάστη» δόθηκε η ρελάνς στην «ταξική επέλαση» του κ. Μαυρίκου, αλλά αυτή τη φορά το πολιτιστικό τμήμα της εφημερίδας επιστράτευσε τα κείμενα του Κώστα Βάρναλη, του Νίκου Μπελογιάννη αλλά και νεοτέρων όπως ο (αείμνηστος) Τάκης Αδάμος, στέλεχος της παλαιάς κομματικής φρουράς, δημοσιογράφος, λογοτέχνης και δοκιμιογράφος, ο οποίος είχε ασκήσει κριτική «στην ολοκληρωτική άρνηση της αξίας του Παπαδιαμάντη σαν λογοτέχνη» και είχε «κατατάξει την κριτική περί “θρησκευτικότητας” στο έργο του Παπαδιαμάντη ανάμεσα στις “πολλές λαθεμένες αντιλήψεις και απόψεις” γύρω από τον συγγραφέα». Το κυριότερο όμως που τονίζεται ως έμμεση πλην σαφής «απάντηση» στον κ. Μαυρίκο είναι ότι «ο Τ. Αδάμος άσκησε κριτική όχι μόνο στην αστική διανόηση σε σχέση με την προσέγγισή της στον Παπαδιαμάντη αλλά και στο τμήμα της διανόησης που έκανε μηχανιστική χρήση του διαλεκτικού υλισμού, ακυρώνοντάς τον τελικά και σπέρνοντας ιδεολογικές συγχύσεις»!

Στο κείμενο εξάλλου υπενθυμιζόταν στους θιασώτες της άποψης του κ. Μαυρίκου ότι κατά τον Βάρναλη «η ψυχή του κ΄ η ψυχή των ηρώων του είναι η ψυχή του ελληνικού λαού στην πιο εξαγνισμένη της υπόσταση», ενώ για τον Μπελογιάννη ο Παπαδιαμάντης ήταν «μια ιδιότυπη φτωχική μικρογραφία του Τολστόι» και, τέλος, για τον Αδάμο «όλο του το έργο είναι διαποτισμένο από φλογερή αγάπη προς τον απλό λαό, από σαρκασμό και καυστική ειρωνεία για τους άρχοντες και τους φαυλοκρατικούς θεσμούς τους».

Πηγή: Ο Παπαδιαμάντης αναστατώνει το ΚΚΕ! | Η καλύβα ψηλά στο βουνό

Από το «Ριζοσπάστη»

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ
Γέννημα της εποχής του
Η συμπλήρωση, φέτος, εκατό χρόνων από το θάνατο του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη (3/1/1911), αυτού του σπουδαίου λογοτέχνη και θεμελιωτή του νεοελληνικού διηγήματος, αποτελεί και μια αφορμή προσέγγισης του έργου του μέσα από το πρίσμα της μαρξιστικής κριτικής.

Τρία είναι τα βασικά θεματολογικά «πεδία» που αποτέλεσαν τα σημεία διαμάχης, έως και πολεμικής, στο έργο του Παπαδιαμάντη, από την πρώτη στιγμή της εμφάνισής του μέχρι και σήμερα:

1) Η γλώσσα.

2) Η «θρησκευτικότητα».

3) Η σχέση του με τα κοινωνικά ζητήματα της εποχής του.

Η γλώσσα

Ασκώντας κριτική στην «ολοκληρωτική άρνηση της αξίας του (σ.σ. του Παπαδιαμάντη) σαν λογοτέχνη», ο Τάκης Αδάμος χρησιμοποιεί το παράδειγμα του, Κ. Θ. Δημαρά, ο οποίος επικρίνει τον συγγραφέα για «καθαρεύουσα, κακοτεχνία, κακογραφία (…) Ο,τι χρειάζεται για ν’ αναχθεί σε σύμβολο από τους λογίους που πολεμούσαν τη δημοτική (…)». Γράφει, απαντώντας, ο Τ. Αδάμος: «(…) Αυτό που ο Κ. Θ. Δημαράς ονομάζει καθαρεύουσα δεν είναι πρώτ’ απ’ όλα καθαρεύουσα. Κι είναι χαρακτηριστικό πως οι πρώτοι και καλύτεροι θαυμαστές και υμνητές του Παπαδιαμάντη ήταν οι πρωτομάχοι του δημοτικισμού. Η ιδιόρρυθμη αυτή γλώσσα του Παπαδιαμάντη είναι επιπλέον κι ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της δημιουργίας του (…)».

Ο Κώστας Βάρναλης σημειώνει: «Αυτός ο «πτωχαλαζών, ο τρέφων αλλοκότους ιδέας», είχε και την… αλλόκοτην ιδέα να ξέρει τη δημοτική περίφημα και να τη γράφει θαυμάσια (στα διαλογικά μέρη των διηγημάτων του κυρίως) κι όμως να προτιμά την καθαρεύουσα, ανάκατη με δημοτικά στοιχεία. Αλλ’ ήτανε τόσο μαέστρος σα συγγραφέας, που κατόρθωνε να ζωντανεύει ό,τι νεκρό άγγιζε με την πέννα του (…) Ο Παπαδιαμάντης όμως δε γίνεται δημοτικιστής χωρίς να είναι. Ητανε με τον τρόπο το δικό του. Οι ήρωές του, άνθρωποι του λαού μιλούνε σ’ όλα του τα διηγήματα τη γλώσσα του λαού (…)».

Ασκώντας κριτική στους «υβριστές» του Παπαδιαμάντη και ειδικά στον Πέτρο Βλαστό, ο Βάρναλης σημειώνει, μεταξύ άλλων: «(…)Εστω, ο Παπαδιαμάντης δεν ήξερε τι θα πει γλώσσα και δεμένο ύφος (…) Αλλ’ αυτό δεν μας ενδιαφέρει. Ο,τι μας ενδιαφέρει είναι, πως ένας λογοτέχνης σαν τον Βλαστό αποκαλεί τον Παπαδιαμάντη «ελεεινό» και το μυαλό του «χωριάτικο». Γιατί απλούστατα ο Βλαστός έκαμνε Τέχνη του γραφείου κι ο Παπαδιαμάντης Τέχνη του ανοιχτού ορίζοντα. Ο ένας έκαμνε Τέχνη ψεύτικη κι ο άλλος Τέχνη αληθινή. Ο ένας έπλαθε την Τέχνη του με τα πιο εξεζητημένα στοιχεία κι ο άλλος με τα πιο απλά. Ο ένας αγαπούσε το λαό κι ο άλλος τόνε μισούσε (…)». Και αλλού: (…)Ο Παπαδιαμάντης είναι ο κατ’ εξοχήν αντιρρητορικός συγγραφέας. Ο φωνακλαδισμός, η πόζα, η επιτήδεψη κ’ η ανειλικρίνεια, που αποτελούνε τα κυριότερα γνωρίσματα της κακής Τέχνης (…) λείπουν ολότελα από τον Παπαδιαμάντη (…) Ο Παπαδιαμάντης είναι ο μεγαλύτερος νεοέλληνας συγγραφέας κι ο μόνος, που μπορεί κανείς να τον διαβάζει και πάντα να τόνε βρίσκει νέον κι αναπάντεχο (…)».

Ο Νίκος Μπελογιάννης σημειώνει: «Πήρε αντιδραστική θέση στο κίνημα του Ψυχάρη. Συμπαθούσε όμως το δημοτικισμό. Το 1905 έγραψε την «Αποσώστρα» στη δημοτική και τον κατηγόρησαν ότι πήρε ρούβλια. Ετσι σταμάτησε. Συνήθισα, είπε μια μέρα στο Σημηριώτη, και τώρα πια είναι αργά. Τρομερή η δύναμη της συνήθειας στον Παπαδιαμάντη».

Η «θρησκευτικότητα»

Ο Τ. Αδάμος κατατάσσει την κριτική περί «θρησκευτικότητας» στο έργο του Παπαδιαμάντη ανάμεσα στις «πολλές λαθεμένες αντιλήψεις και απόψεις» γύρω από τον συγγραφέα. Μεταξύ άλλων αναφέρει: «Από τις πιο διαδεδομένες αντιλήψεις είναι η «θρησκευτικότητα» του Παπαδιαμάντη, που επιβεβαιώνεται, τάχα, όχι μόνο από την «πληθώρα της «θρησκευτικής» θεματογραφίας του, αλλά κι απ’ την ίδια την «ασκητική» ζωή του (…) Ενώ η αλήθεια είναι ολότελα διαφορετική. Διαβάζοντας κανείς το έργο του Παπαδιαμάντη θα διαπιστώσει ότι η «θρησκευτικότητά» του δεν έχει ιδεολογικό βάθος. Ο Παπαδιαμάντης λατρεύει τους θρησκευτικούς τύπους σαν τρυφερή αναπόληση των βιωμάτων της παιδικής του ηλικίας, σαν νοσταλγία του τόπου που γεννήθηκε και τόσο αγαπάει, σαν κάτι το αξεχώριστα δεμένο μέσα του με τον καθημερινό σκληρό μόχθο των απλών και ταπεινών ανθρώπων του νησιού του (…)». Επίσης: «Δεν είναι τυχαίο ότι κορυφαίοι θεολόγοι όπως ο πανεπιστημιακός καθηγητής και ακαδημαϊκός Δ. Σ. Μπαλάνος έγραφε σχετικά: «… Επί του θρησκευτικού πεδίου ο Παπαδιαμάντης είναι ο κατά τας περιστάσεις και τας καιρικάς διαθέσεις εναλλάσσων παραστάσεις και αντιλήψεις…» (περιοδικό «Νέα Εστία, Χριστούγεννα του 1941)».

Ο Κ. Βάρναλης (αναφερόμενος στον τρόπο που αντιμετωπίζει ο Παπαδιαμάντης τους ήρωές του): «(…) Ολους αυτούς τους ανθρώπους τους εξιλεώνει η δυστυχία, η άγνοια, η αδυναμία ν’ αντιδράσουνε στη Μοίρα και να νικήσουνε με τη βοήθεια του λογικού και της θέλησης την ανθρώπινή τους φύση. Γι’ αυτό όλοι τους είναι δικαιωμένοι μέσα σ’ έναν ανώτερον κόσμο Συγνώμης κι Ελέου. Ο ίδιος ο δημιουργός τους (σ.σ. ο συγγραφέας) τους αγαπά, τους συμπονεί και τους συχωρνά. Τους συχωρνά όχι τόσο σα χριστιανός παρά σαν ένας φιλοσοφημένος άνθρωπος, που τοποθετείται μέσα στην αιωνιότητα (…)».

Ο Παπαδιαμάντης και η εποχή του

Ο Τ. Αδάμος άσκησε κριτική όχι μόνο στην αστική διανόηση σε σχέση με την προσέγγισή της στον Παπαδιαμάντη, αλλά και στο τμήμα της διανόησης που έκανε μηχανιστική χρήση του διαλεκτικού υλισμού, ακυρώνοντάς τον τελικά και σπέρνοντας ιδεολογικές συγχύσεις. Γράφει: «Ο Παπαδιαμάντης και το έργο του επικρίθηκαν και από τα «Αριστερά». Ενας χαρακτήρισε τον Παπαδιαμάντη «άσημο» λογοτέχνη. Αλλος έγραψε ότι ο Παπαδιαμάντης «συμβιβάστηκε με τη νεοελληνική πισωδρόμηση» και έγινε «ο τραγουδιστής» της. Και πως ενώ «περιέγραψε τη ζωή του λαού δεν μπήκε στην ψυχή του». Τρίτος πως ο Παπαδιαμάντης «είναι ο ηρωικός ονειροπόλος που στρέφεται στα περασμένα, είναι ένας νοσταλγός». Και πως η ψυχολογία της παρακμής και η απαισιοδοξία δεν τον άφησαν «να χαρεί το όραμα ενός καινούργιου κόσμου». Υποστηρίχτηκε ακόμα η άποψη ότι «η θρησκευτική πίστη, μαζί με τις ιδεαλιστικές αντιλήψεις για τα κοινωνικά προβλήματα κράτησαν τη σκέψη του Παπαδιαμάντη αλυσοδεμένη στο παλιό, τον εμπόδισαν να πλησιάσει τα πρωτοπόρα φιλοσοφικά και κοινωνικά ρεύματα της εποχής του, τον εμπόδισαν να ψάξει βαθύτερα στις κοινωνικές ρίζες για να βρει την απάντηση στο ερώτημα: «πόθεν το κράτος της αμαρτίας», που τον βασάνιζε όλη του τη ζωή». Κατά τη γνώμη μας οι απόψεις αυτές δεν ανταποκρίνονται στα πράγματα. Η προσπάθεια να «εκσυγχρονιστεί» ο Παπαδιαμάντης και να κριθεί έξω από την εποχή του οδηγεί, οπωσδήποτε, σε λαθεμένες εκτιμήσεις. Οπως κάθε αληθινός δημιουργός, έτσι ο Παπαδιαντης είναι γέννημα της εποχής του. Και δεν μπορούσε νάναι τίποτα άλλο από εκφραστής αυτής της εποχής. Πολύ περισσότερο δεν μπορούσε την εποχή εκείνη (1880-1910) νάναι φορέας κι εκφραστής μιας ολοκληρωμένης προοδευτικής κοσμοθεωρίας, όταν η κοσμοθεωρία αυτή ήταν τότε ακόμα εξαιρετικά θολή – αν όχι ανύπαρχτη – στη χώρα μας. Το έργο κάθε συγγραφέα είναι πράξη ζωής και μονάχα αυτή η πράξη κρίνεται μέσα σε τόπο και χρόνο. Ολα τ’ άλλα είναι άσχετα πράγματα και αμφίβολης αξίας (…)».

Ο Κ. Βάρναλης: «(…) Αλλά δεν είναι μονάχα ο μεγαλύτερος ποιητής (σ.σ. προηγουμένως ο Βάρναλης σημείωνε ότι η πεζογραφία του Παπαδιαμάντη «περιέχει περισσότερη ποιητική ουσία από τα περισσότερα νεοελληνικά έμμετρα έργα»). Είναι κι ο περισσότερο ελληνικός, αν Ελληνες είναι ο λαός. Η ψυχή του κ’ η ψυχή των ηρώων του είναι η ψυχή του ελληνικού λαού στην πιο εξαγνισμένη της υπόσταση. Δε χώρισε τον εαυτό του από το πλήθος κι έμεινε απλός σ’ όλη του τη ζωή. Μέσα στο έργο του δεν υπάρχει καμιά ξενική ανάμνηση ούτε εκζήτηση θέματος (…)».

Ο Ν. Μπελογιάννης: «Ο Παπαδιαμάντης είναι(;) ένα είδος Τολστόη, – Μια ιδιότυπη φτωχική μικρογραφία Τολστόη».

Και πάλι ο Αδάμος: «(…) Ολο του το έργο είναι διαποτισμένο από φλογερή αγάπη προς τον απλό λαό, από σαρκασμό και καυστική ειρωνεία για τους άρχοντες και τους φαυλοκρατικούς θεσμούς τους. Τα βάσανα κι οι καημοί του λαού (…) ζωντανεύουν με τρόπο μοναδικό. Οι ήρωές του (…) όλοι απλοί άνθρωποι της δουλειάς και του μόχθου, ψυχογραφούνται τόσο βαθιά και τόσο πειστικά, ώστε θαρρεί κανείς πως τους συναπαντάει ακόμα και σήμερα σε κάθε του βήμα μέσα στην ελληνική πραγματικότητα (…) Γι’ αυτό και το έργο του δεν μπόρεσε να κλειστεί μέσα στο σκουφί του «καλόγερου» και στο ιδεατό ράσο του «κοσμικού αναχωρητή», που δοκίμασαν, εχθροί και «φίλοι» να του φορέσουν. Ο Παπαδιαμάντης είναι και θα μείνει ο μεγάλος νεοέλληνας πεζογράφος, πρώτος ανάμεσα στους πρώτους της νεοελλληνικής λογοτεχνικής δημιουργίας».

Πηγές:

1) Τάκης Αδάμος, εισαγωγή στον τόμο «Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης – Επιλογές Ι» («Σύγχρονη Εποχή»).

2) Κώστας Βάρναλης «Αισθητικά – Κριτικά – Σολωμικά» («ΚΕΔΡΟΣ»).

3) Νίκος Μπελογιάννης «Σχέδιο για μια ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας» («Σύγχρονη Εποχή»).

ΠΗΓΗ: εφημ. ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, 7-4-2011

*

Κι ένα διήγημα του Βάρναλη με πρωταγωνιστή τον Παπαδιαμάντη.

http://www.sarantakos.com/liter/barnalis/papadiamantis.html

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s