Φιλοξενίες

ΓΡΑΜΜΟΣ – ΒΙΤΣΙ 1949, 65 ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ 

Του Σάκη Μουμτζή

Φέτος (σημ: 2014) συμπληρώνονται 65 χρόνια από την λήξη του εμφυλίου πολέμου. Στο χώρο της ιστοριογραφίας τομή αποτελεί η πρόσβαση στα αρχεία των πρώην Σοσιαλιστικών χωρών, που αποκαλύπτει το μέγεθος της παντοειδούς βοήθειας που προσέφεραν αυτές οι χώρες στο ΚΚΕ και στον στρατό του, τον Δ.Σ.Ε., κάτι που με ιδιαίτερη και ευεξήγητη φροντίδα αποσιωπούν ή υποβαθμίζουν οι ιστοριογράφοι της αριστεράς. Το άνοιγμα των συγκεκριμένων αρχείων ενισχύει σημαντικά το ερμηνευτικό σχήμα της λεγόμενης «αναθεωρητικής σχολής», επιβεβαιώνοντας πλήρως τον ιστορικό λόγο των νικητών του εμφυλίου πολέμου.

Θα προσπαθήσω να καταγράψω την συγκρότηση του ιστορικού λόγου των νικητών και των ηττημένων, διευκρινίζοντας για ακόμη μία φορά, πως το τόξο των νικητών περιελάμβανε όλο το φάσμα των πολιτικών δυνάμεων, εκκινώντας από τις παρυφές των σοσιαλιστών και καταλήγοντας στην άκρα δεξιά, με βασικό κορμό τα δύο μεγάλα κόμματα του αστικού στρατοπέδου, τους Λαϊκούς και τους Φιλελεύθερους.

Το στρατόπεδο των ηττημένων αποτελείτο από το ΚΚΕ, που απομονωμένο από τους ΕΑΜικούς συμμάχους έδινε μόνο του τον αγώνα με τον στρατό του, τον ΔΣΕ. Αυτή η διάταξη των δυνάμεων προδίκασε και προκαθόρισε και το πολίτευμα που θα είχαμε μετά την λήξη του εμφυλίου πολέμου. Αστική δημοκρατία ή λαϊκή δημοκρατία κατά τα πρότυπα του Σοβιετικού σοσιαλισμού. Η επικράτηση των αστικών πολιτικών δυνάμεων που εξέφραζαν και το 85% περίπου του Ελληνικού λαού, έφερε την εγκαθίδρυση του πολιτεύματος της αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας με τις εκλογές της 5ης Μαρτίου 1950. Ήταν ευνόητο ότι από τις λειτουργίες του πολιτεύματος αποκλείστηκαν οι ηττημένοι, στην πιο «περιορισμένη» όμως πολιτική τους έκφραση, στο ΚΚΕ. Ως γνωστόν η αριστερά και τα στελέχη του ΚΚΕ που βρίσκονταν στην Ελλάδα, δραστηριοποιήθηκαν νομίμως μέσα από την Δημοκρατική Παράταξη και την Ε.Δ.Α. Έτσι νομίζω, ότι στην δεκαετία του 1950 είχαμε την καλύτερη δημοκρατία που μπορούσαμε να έχουμε λίγα χρόνια μετά την λήξη του αιματηρού εμφυλίου πολέμου και σε ένα διεθνές περιβάλλον ψυχρού πολέμου. Μετά την αναγκαία παρένθεση ας δούμε το περιεχόμενο των δύο ιστορικών λόγων: των νικητών και των ηττημένων.

Η αστική παράταξη συγκρότησε τον λόγο της πάνω στις εξής σταθερές:

  1. Από το 1943 το ΚΚΕ διεξήγαγε έναν εμφύλιο πόλεμο με σκοπό την πλήρη επικράτησή του, με αποκορύφωμα την Δεκεμβριανή σύγκρουση, όταν και προσπάθησε να εκπορθήσει και το τελευταίο οχυρό, την Αθήνα, δεδομένου ότι η λοιπή χώρα ΕΑΜοκρατείτο. Μάλιστα στην περίοδο αυτή διάφορες οργανώσεις του ΚΚΕ (ΟΠΛΑ, πολιτοφυλακή) προέβαιναν σε μαζικές εκτελέσεις αντιφρονούντων.
  2. Ο τρίτος γύρος (γενικευμένος εμφύλιος 1946-1949) ήταν ξενοκίνητος γιατί χωρίς την βοήθεια των κομμουνιστικών κρατών το ΚΚΕ δεν θα είχε την δυνατότητα να διεξάγει τον αγώνα.
  3. Εάν επικρατούσε το ΚΚΕ θα είχαμε ένα ολοκληρωτικό καθεστώς, παρόμοιο με αυτό των λαϊκών δημοκρατιών.

Το περιεχόμενο του ιστορικού λόγου των νικητών, παρέμεινε σχεδόν αναλλοίωτο μέχρι τις ημέρες μας. Εκείνο που άλλαξε δραματικά ήταν ή πολιτική του στήριξη, καθώς η εκάστοτε τρέχουσα πολιτική συγκυρία επέφερε και σημαντικές διαφοροποιήσεις στο στρατόπεδο των νικητών, διαφοροποιήσεις που άλλαζαν και την οπτική από την οποία έβλεπαν πλέον τον εμφύλιο πόλεμο. Έτσι με την πτώση της δικτατορίας τον ιστορικό λόγο των νικητών στήριζε και υπερασπιζόταν μόνο η άκρα δεξιά. Τα τελευταία χρόνια ο ιστορικός λόγος των νικητών ανασυντέθηκε, επαναδιατυπώθηκε και τεκμηριώθηκε από την «αναθεωρητική σχολή» με πληθώρα πραγματολογικών στοιχείων, όπως προανέφερα. Το ερμηνευτικό σχήμα της είναι λιγότερο ιδεολογικοποιημένο από αυτό των ιστοριογράφων της αριστεράς, ποσοτικοποιωντας μεγέθη και ανακαλύπτοντας αρχεία. Δεν αναζητεί «ιστορικές ή κοινωνικές δυνάμεις», η εννοιολογική συγκρότηση των οποίων οδηγεί σε πλήρη ιδεολογικοποίηση της ερμηνείας αλλά προσπαθεί να συνθέσει τον λόγο της πάνω στα δεδομένα των αριθμών και των στοιχείων, μακριά από νοητικά άλματα και αυθαίρετες κατασκευές. Είναι ο λόγος της «αναθεωρητικής σχολής», λόγος συγκεκριμένος χωρίς γενικεύσεις και αφαιρέσεις και αποδόμησε και αποδομεί το «επίσημο» ερμηνευτικό σχήμα.

Ο ιστορικός λόγος των ηττημένων είχε τους εξής άξονες:

  1. Δεν υπήρχε εμφύλιος πόλεμος την περίοδο 1943-1944. Οι δυνάμεις της αντίστασης με πρωτοπόρο το ΕΑΜ – ΕΛΑΣ, πολεμούσαν τον κατακτητή και τους εγχώριους συνεργάτες τους. Προς επίρρωση αυτής της θέσης τονίζουν ότι ο ΕΛΑΣ αποτελούσε τμήμα του συμμαχικού στρατού. Θεωρούν δε την Δεκεμβριανή σύγκρουση ως βίαιη επέμβαση των Βρετανών στην εσωτερική μας κατάσταση, για να αποτρέψουν τις ομαλές πολιτικές εξελίξεις που θα έφερναν τον ΕΑΜικό συνασπισμό στην εξουσία.
  2. Ο γενικευμένος εμφύλιος ήταν το αποτέλεσμα της «λευκής τρομοκρατίας» και της προσπάθειας των πιο αντιδραστικών κύκλων να θέσουν στο πολιτικό περιθώριο το ΚΚΕ.
  3. Την τελική έκβαση του εμφυλίου πολέμου καθόρισε η Αμερικανική βοήθεια, που προσέδεσε την χώρα στο άρμα του «Αμερικάνικου ιμπεριαλισμού».

Ο παραπάνω ιστορικός λόγος υποστηρίχθηκε αρχικά από το ΚΚΕ και τις δυνάμεις της αριστεράς. Οι διαφοροποιήσεις στο στρατόπεδο των νικητών και κυρίως η ιδεολογική κρίση που επέφερε σε αυτόν η επτάχρονη δικτατορία –που ας σημειωθεί αναπαρήγαγε και στήριζε τον ιστορικό λόγο όλου του φάσματος των νικητών του εμφυλίου πολέμου- οδήγησαν τον ιστορικό λόγο της αριστεράς να κυριαρχεί στον γενικότερο χώρο των ιδεών. Οι διανοούμενοι της με περίτεχνο λόγο και με το κύρος των επιστημονικών τους γνώσεων, εξωράισαν τον ιστορικό λόγο των ηττημένων, χωρίς όμως να τον εμπλουτίσουν ή να τον αναδιατυπώσουν.

Είναι λογικό, οι βασικές θέσεις των δύο ιστορικών λόγων να υπόκεινται σε αντίκρουση, μίαν αντίκρουση που εδράζεται στην πληθώρα πλέον των πραγματολογικών στοιχείων, η χρήση των οποίων γίνεται επιλεκτικά. Οι αναγνώστες του βιβλίου μου «Η κόκκινη βία 1943-1946» θα έχουν αντιληφθεί ότι έχω υιοθετήσει στο μεγαλύτερο μέρος του τον ιστορικό λόγο των νικητών, που προσπάθησα και να τεκμηριώσω. Την διαφοροποίηση μου στην θεωρία «των τριών γύρων», την έχω καταγράψει σε κείμενο που αναρτήθηκε στην παρούσα ιστοσελίδα με τίτλο «Η περιοδολόγηση του εμφυλίου πολέμου 1943-1949».

Επίσης στο προαναφερθέν βιβλίο μου πιστεύω πως τεκμηρίωσα ότι οι πυροβολισμοί  της 3ης Δεκεμβρίου στη πλατεία Συντάγματος ελάχιστη σχέση είχαν με την Δεκεμβριανή σύγκρουση. Η απόφαση αυτή είχε ληφθεί στο Πολιτικό Γραφείο του ΚΚΕ στις 27 Νοεμβρίου 1944, όταν και απέρριψαν την πρόταση Παπανδρέου για τον αφοπλισμό των αντάρτικων σωμάτων. Στην ουσία στις 27 Νοεμβρίου 1944 αποφάσισαν την ρήξη και όχι την ομαλότητα, γιατί εκλογές με ένοπλους αντάρτες δεν γίνονται. Επίσης με στοιχεία που προέρχονται από την βιβλιογραφία της αριστεράς, νομίζω ότι απέδειξα πως η «λευκή τρομοκρατία», ήταν ένα υπαρκτό πολιτικό φαινόμενο περιορισμένης διάρκειας (Απρίλιο – Οκτώβριο 1945) περιορισμένη έκτασης (συγκεκριμένες περιοχές της υπαίθρου) και ως εκ τούτου περιορισμένου πολιτικού βεληνεκούς. Ο γενικευμένος εμφύλιος πόλεμος ήταν απόρροια της απόφασης του Ζαχαριάδη, του Τίτο και ενδεχομένως και του Στάλιν να διαπλέξουν το ελληνικό πρόβλημα στο διεθνές σκηνικό της έντασης μεταξύ των πρώην συμμάχων. Επίσης θεωρώ ότι η λέξη «ξενοκίνητος» πέρα από την φθορά που είχε υποστεί από την πολυχρησία της, δεν αποδίδει τα γεγονότα δεδομένου ότι ούτε ο Στάλιν ούτε ο Τίτο υποχρέωσαν τον Ζαχαριάδη να πολεμήσει. Το ότι ενίσχυσαν την επιλογή του, δεν σημαίνει ότι την υποκίνησαν η την επέβαλλαν.

Όσον αφορά τον τρίτο άξονα του ιστορικού λόγου των ηττημένων την ανάμιξη δηλαδή των Αμερικάνων, έχω να σχολιάσω, ότι ήταν τόσο σημαντική η συμβολή τους στην λήξη του εμφυλίου πολέμου, όσο σημαντική ήταν η συμβολή του Τίτο στην έναρξή του. Δεν συμψηφίζω, αξιολογώ. Επί πλέον η επέμβαση των Αμερικάνων, ήρθε να ενισχύσει την προσπάθεια και τις επιθυμίες του 85% του Ελληνικού λαού. Δεν ήρθε για να ανατρέψει ένα πλειοψηφικό ρεύμα αλλά απεναντίας να το βοηθήσει να διεξάγει νικηφόρα τον αγώνα του. Η δε τραγική κατάληξη της μετεμφυλιακής δημοκρατίας δηλαδή η επτάχρονη δικτατορία, δεν ήταν εγγεγραμμένη στην λήξη του εμφυλίου πολέμου, όπως διατείνονται οι διανοούμενοι της αριστεράς. Ήταν απλώς ένα ενδεχόμενο που προέκυψε από την ριζοσπαστικοποίηση της Ελληνικής κοινωνίας στην δεκαετία του 1960 και από το πλαίσιο των διεθνών σχέσεων.

Τελειώνοντας, θέλω να τονίσω ότι η ιστορική δικαίωση των νικητών σε όλα τα επίπεδα και κυρίως σε αυτό των ιδεών, σφραγίστηκε από την κατάρρευση του κομμουνισμού και την πλήρη επικράτηση των αρχών της αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, κάτι που προφανώς δεν έγινε αντιληπτό επαρκώς από τους διανοούμενους του αστικού φιλελεύθερου χώρου. Γι αυτό ακόμα και στις μέρες μας οι ηττημένοι του εμφυλίου πολέμου αισθάνονται υπερήφανοι που έχασαν και οι νικητές αμήχανοι που κέρδισαν.

Σάκης Μουμτζής

Συγγραφέας του βιβλίου

«Κόκκινη βία 1943-1946»

Εκδόσεις «Επίκεντρο» 2013

Πηγή: ΓΡΑΜΜΟΣ – ΒΙΤΣΙ 1949, 65 ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ | Η καλύβα ψηλά στο βουνό

Advertisements

4 thoughts on “ΓΡΑΜΜΟΣ – ΒΙΤΣΙ 1949, 65 ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ ”

  1. Συγχαρητήρια για το μπλογκ σας, το οποίο παρακολουθώ ανελλιπώς. Μια απορια μόνο. Μόνο τον κ. Μουμτζη έχει απασχολήσει η συγκεκριμένη ιστορική περίοδος; Γιατί βλέπω επικαλείστε επανειλημμένα τα γραπτά του. Δημιουργούνται αμφιβολίες για το πόσο αντικειμενικά αντιμετωπίζει ένας συγγραφέας τα ζητήματα της προεμφυλιακής, εμφυλιακής και μετεμφυλιακής Ελλάδας όταν γράφει «Ως γνωστόν η αριστερά και τα στελέχη του ΚΚΕ που βρίσκονταν στην Ελλάδα, δραστηριοποιήθηκαν νομίμως μέσα από την Δημοκρατική Παράταξη και την Ε.Δ.Α. Έτσι νομίζω, ότι στην δεκαετία του 1950 είχαμε την καλύτερη δημοκρατία που μπορούσαμε να έχουμε λίγα χρόνια μετά την λήξη του αιματηρού εμφυλίου πολέμου και σε ένα διεθνές περιβάλλον ψυχρού πολέμου»

    Μου αρέσει!

  2. Αγαπητέ Γιάννη Τ,

    σας καλωσορίζω και σας ευχαριστώ.

    Τα γραπτά του Σάκη Μουμτζή δεν τα «επικαλούμαι», τα έχω φιλοξενήσει (ως πρώτες αναρτήσεις στο διαδίκτυο) στο μπλογκ μου «η καλύβα ψηλά στο βουνό» και τα μεταφέρω τώρα στις «Σημειώσεις» όπως έχει ήδη συμβεί για τα περισσότερα από τα 220 περίπου σχετικά θέματα της «καλύβας».

    Εκτός από τον Σ.Μ. έχω φιλοξενήσει κείμενα αρκετών ακόμα συγγραφέων, σε πρώτες αναρτήσεις. Χωρίς να σημαίνει ότι εκφράζομαι ή συμφωνώ ή δεσμεύομαι από τις θέσεις που διατυπώνουν οι συγγραφείς αυτοί.

    Όσο για την περιοδολόγηση, θέμα που μας είχε απασχολήσει πολύ στις συζητήσεις της καλύβας, δείτε εδώ:
    https://greekcivilwar.wordpress.com/2016/05/29/gcw-199/

    Μου αρέσει!

  3. Ευχαριστώ για την απάντηση κύριε Πάνο. Πιστεύω ότι το μπλογκ σας μπορεί να δώσει σημαντική βοήθεια στην – εξαιρετικά δύσκολη – προσπάθεια να απαντηθούν τα αναρίθμητα Πώς και Γιατί της δεκαετίας του ’40. Μακάρι και οι γραψαντες και γράφοντες για τα γεγονότα της δεκαετίας του 40 να ήταν απαγκιστρωμενοι από «σχολές» , «ρευματα» και «σχολές», τις οποίες, ούτως ή άλλως, και εμείς – οι μη κατ επάγγελμα ιστορικοί ή συγγραφείς -ακολουθούμε. Μάλλον η «συνολικη» αλήθεια αποτελείται από ισχυρισμούς αμφοτέρων των απόψεων (ως «ρευμάτων» εννοώ). Καλή συνέχεια στην προσπάθεια σας, αναμένουμε όσο το δυνατόν περισσότερες αναρτήσεις.

    Μου αρέσει!

  4. Θα συμφωνήσω με τον Γι΄αννη Τ, το συγκεκριμένο σημείο της ανάρτησης του ΣΜ ήταν ένα από αυτά με τα οποία είχα διαφων΄ήσει πλήρως, όταν το κείμενό του είχε αναρτηθεί για πρώτη φορά, στην Καλύβα. Στο συγκεκριμένο σημείο εξακολουθώ να πιστεύω πως η ανάλυσή του είναι εσφαλμένη.

    Παραθέτω εδω, από ένα ευρύτερο σχόλιο που είχα κάνει, το τμήμα του που αφορά το συγκεκριμένο σημείο από το κείμενο του ΣΜ.

    «Έτσι νομίζω, ότι στην δεκαετία του 1950 είχαμε την καλύτερη δημοκρατία που μπορούσαμε να έχουμε λίγα χρόνια μετά την λήξη του αιματηρού εμφυλίου πολέμου και σε ένα διεθνές περιβάλλον ψυχρού πολέμου.

    Εαν ο παραπάνω ισχυρισμός είχε διατυπωθεί λίγο διαφορετικά, πως δηλαδή δεν είχαμε την καλύτερη δημοκρατία που θα μπορούσαμε να έχουμε (καθε άλλο για την ακρίβεια, τα τρωτά σημεία του μετεμφυλιακού καθεστώτος ήταν πολλά και σημαντικά) αλλά τα πράγματα θα μπορούσαν να ήταν ακόμα χειρότερα, θα μπορούσα να συμφωνήσω. Θα μπορούσα να συμφωνήσω γιατί, όντως, τα πράγματα θα μπορούσαν να είχαν εξελιχθεί ακόμα χειρότερα (όπως στην Ισπανία για παράδειγμα).

    Παρόλα αυτά όμως, όταν κρίνουμε κάτι που υπάρχει, δεν το κρίνουμε με κάτι ακόμα χειρότερο αλλά με κάτι καλύτερο. Εαν ακολουθούσαμε την πρώτη οδό θα καθιστούσαμε πρακτικά αδύνατη κάθε βελτίωση εφόσον, εξ ορισμού, θα θεωρούσαμε το υπάρχον καλύτερο συγκρίνοντας το με μία ακόμα χειρότερη κατάσταση. Κατά συνέπεια, και η όποια παρόρμηση να αλλάξουμε αυτό που υπάρχει θα έσβηνε (επειδή, προφανώς, το υπάρχον είναι προτιμότερο από κάτι θεωρούμενο ως ακόμα χειρότερο).

    Κατά την μετεμφυλιακή περίοδο, η επιλογή εκ μέρους των νικητών του εμφυλίου της διαρκούς καταστολής των ηττημένων, έναντι της επανενσωμάτωσης τους στον κοινωνικό ιστό, ήταν πέρα για πέρα εσφαλμένη. Με αυτή την διαρκή καταστολή δεν άφηναν το τραύμα του Εμφυλίου να κλείσει, ουσιαστικά το διαιώνιζαν, ακριβώς επειδή η διαρκής καταστολή κρατούσε ζωντανό το μίσος και τον φόβο τόσο των ηττημένων οσο και των νικητών, καθιστώντας έτσι εκ των πραγμάτων αδύνατη και την όποια προοπτική επαναπροσέγγισης, και το κυριότερο, επανασυμφιλίωσης, μεταξύ τους. Και στο τέλος, τραγική κατάληξη όλης αυτής της κατάστασης της συντηρούμενης πολιτικής ανωμαλίας, ήταν η στρατιωτική δικτατορία (η οποία βέβαια δεν ήταν ένα αναποφευκτο αποτέλεσμα αλλά παρόλα αυτά αρκετά πιθανό λόγω του γενικότερου πολιτικού χαρακτήρα του μετεμφυλιακού καθεστώτος).»

    https://panosz.wordpress.com/2014/08/27/civil_war-173/#comment-240879

    Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s