Αλάτι - πιπέρι

Η δασκάλα με τα πράσινα μάτια 

Μια πόρτα άνοιξε. Ήταν η δασκάλα, η αγαπητικιά του Κολοτούρου. Ψηλή, λιγνή, με σάρκα μεστωμένη, καλοφτιαγμένο πρόσωπο, σγουρά καστανά μαλλιά και μάτια πρασινωπά, γεμάτα φλόγα μισόθολη ακόμα από τον ύπνο τον αχόρταστο. Η μακριά άσπρη νυχτικιά έδινε γλυπτική έκφραση στ’ ομορφοπλασμένο κορμί. Τα γυμνά πόδια, λευκορόδινα και λιγνοκαμωμένα, έλαμπαν σα μουντά αστέρια μεσ’ στο μισόφωτο. Κρατούσε στο χέρι σαμντάνι με κερί αναμμένο, που η τρεμάμενη φλόγα του, μπλέκοντας με το σταχτωπό λυκαύγισμα, της έδινε παράξενη γοητεία. Καθώς άνοιξε την πόρτα της κάμαράς της, μπούκαρε στην τραπεζαρία η θερμή οσμή κρεβατιού νέας γυναίκας, ανακατεμένη με άρωμα λεβάντας και φτηνής πούντρας, που έκανε τον Λιάπκιν να τιναχτεί σαν άτι σπιρουνισμένο, ενώ τα ρουθούνια του έπαιξαν λαχταριστά.

Η κοπέλα κοίταξε σαστισμένη το χρυσοστόλιστο αξιωματικό. Κατόπι πλησίασε τον αγαπητικό της, που καμωνόταν πως δεν την έβλεπε.

– Πού ήσουν; τον ρώτησε.

Ο Κολοτούρος δεν αποκρίθηκε’ γύρισε και την κοίταξε με μάτια ανόητα.

– Ακούς τι σου λέω; Πού ήσουν;

Πάλι ο Κολοτούρος δεν μίλησε. Λόξιγκας δυνατός του ξέσκιζε το στέρνο. Έσκυψε το κεφάλι και ξέρασε στο πάτωμα.

Η κοπέλα τινάχτηκε πίσω, αηδιασμένη.

– Γουρούνι! είπε σιγανά και λυσσάρικα. Γουρούνι!

Ο Κολοτούρος σηκώθηκε με κόπο. Στα γουρλωμένα και υπεραιμικά μάτια του έλαμπε ο αλόγιστος, ο κτηνώδης θυμός του μεθυσμένου. Άρπαξε την καρέκλα που κάθονταν, τη σήκωσε, και με μανία τη σφεντόνισε πάνω στη δασκάλα.

– Παλιοβρώμα!

Η κοπέλα πρόφτασε κι έγειρε το κορμί της αριστερά. Η καρέκλα, περνώντας πλάι της τσάκισε τ’ αναμμένο κερί που κράταγε στο χέρι κι έπεσε πάνω στο τζαμένιο μπουφέ. Κρύσταλλα, ποτήρια και φλιτζάνια κατρακύλησαν χιλιοκομματιασμένα, με πάταγο. Την ίδια στιγμή ο Κολοτούρος έχασε την ισορροπία του κι έπεσε χάμω βαρύς, μπρούμητα, αναίσθητος, με τα μούτρα μέσα στις βρωμισιές.

Σιωπή απόλυτη, πνιγηρή. Η κοπέλα ορθή, ασάλευτη, παγωμένη,. Κάρφωσε τα μεγάλα τρομαγμένα μάτια της στο σκοτεινό διακαμό του Κολοτούρου, που ροχάλιζε έτσι όπως έπεσε στο πάτωμα. Κάτι σαν λοξίγκιασμα φόβου και σιχασιάς ανάδευε τον πλούσιο κόρφο της.

Δυο μπράτσα μεγάλα, γερά, την αγκάλισαν’ δυο χείλια φλογισμένα περπάτησαν λαίμαργα στην τρυφερή σάρκα του λαιμού της’ ένα πελώριο αντρίκιο κορμί κόλλησε στο κορμί της. Δεν μίλησε, δεν σάλεψε, δεν αντέδρασε αρνητικά’ ξακολουθούσε ν’ ατενίζη με φρίκη το μεθυσμένο κτήνος που ροχάλιζε. Στη ραχοκοκκαλιά της χύθηκε τρεμούλιασμα ηδονικό. Τώρα τ’ αντρίκια χέρια, τολμηρά και θετικά, χώθηκαν κάτω απ’ τη νυχτικιά, βρήκαν την απόκρυφη σάρκα της και την ερέθισαν βίαια. Η κοπέλα έκλεισε τα μάτια κι έγειρε το κεφάλι προς τα πίσω, γυρεύοντας το φιλί του άγνωστου άντρα.

Ο Λιάπκιν την άρπαξε με χέρια λαχταριστά, τη σήκωσε σαν πούπουλο, την πήγε στην κάμαρα, την έριξε ανάσκελα στο ζεστό ακόμα κρεβάτι κι έπεσε απάνω της. Γέμισε το σκοτάδι στεναγμούς, βογγητά…

Στην πόρτα, που την ξέχασαν ανοιχτή, δυό ορθάνοιχτα και μισότρελα μάτια γυάλιζαν, σαν κάρβουνα σκοτεινά. Ήταν η κυρά Μαρία, η σπιτονοικοκυρά, που κοίταζε…

Πηγή: Η δασκάλα με τα πράσινα μάτια | Η καλύβα ψηλά στο βουνό

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s