Από την καλύβα

Αχ, Ελλάδα σ’ αγαπώ 

cf80ceb1cf81ceb8ceadcebdceb7cf82-cebacf89cebdcf83cf84ceb1cebdcf84ceafcebdcebfcf82-dawn-aurora

Χαρά στον Έλληνα που ελληνο-ξεχνά
και στο Σικάγο μέσα ζει στη λευτεριά
εκείνος που δεν ξέρει και δεν αγαπά
-σάμπως φταις κι εσύ καημένη-
και στην Αθήνα μέσα ζει στη ξενιτιά

Η Ελλάδα είναι, κατά βάθος, ουτοπία. Ου-τόπος. Μια οπτασία θεσπέσια, που δε μπορείς να την προσδιορίσεις (θα πει: να την περιορίσεις) σε όρια γεωγραφικά. Για να μπορεί να υπάρχει, να είναι παντού, είναι τρόπος κρυσταλλωμένος σε ανθρώπινο έθος. Υπάρχει ή είναι της φαντασίας γέννημα πλάνο; Υπάρχει, μας διαβεβαιώνει ο ποιητής. Στα όρια του ελληνικού κράτους – ή στα πέρατα του πλανήτη, αδιάφορο. Την έχεις, όπου κι αν βρίσκεσαι, φτάνει να ξέρεις και να αγαπάς. Να ξέρεις ότι είναι μύθος, αλλά να τον αποδέχεσαι το μύθο – δηλαδή την ανθρώπινη δύναμη και αδυναμία ταυτόχρονα. Γιατί ο άνθρωπος χωρίς μύθο ταυτότητας δεν μπορεί να ζήσει. Κι όσοι το αμφισβητούν αυτό, απλώς επιλέγουν κάποιον άλλο ζωτικό μύθο – αλλάζοντας τα ρούχα τους και φορώντας τα αλλιώς.

Η δική μας η αγάπη στον μύθο της Ελλάδας είναι θέμα τύχης (πχ θα μπορούσαμε να γεννηθούμε Λιβανέζοι) αλλά και βαθειάς αγάπης για τους προγόνους και τον τόπο (την Ανατολική Μεσόγειο και τις γύρω ενδοχώρες), που μας τον χάρισαν. Και είναι τόσο αρμονικός και καλοδουλεμένος, που μας επιτρέπει να χειριζόμαστε το παρόν (δηλαδή την αναπόφευκτη, αλλά και επιθυμητή, σύμμειξη με τους μύθους των άλλων) με αυτάρκεια και αυτοπεποίθηση. Ο πλούτος και η αξία του ελληνικού μύθου οφείλεται στο γεγονός ότι οι Έλληνες (και οι αρχαίοι και οι σύγχρονοι) ποτέ δε φοβήθηκαν, ποτέ δε δίστασαν να ενσωματώσουν επιλεκτικά ό,τι τους άρεσε, από την Ανατολή ή τη Δύση. Ποτέ δεν έχασαν από αυτή την κοσμοπολίτικη δίψα για το άλλο, το διαφορετικό, το καινούριο, το καινοτόμο – αντίθετα έχαναν τ’ αυγά και τα πασχάλια κάθε φορά που κυριαρχούσε ανάμεσά τους η λογική της πολιτικής και πολιτισμικής απομόνωσης, με αναπόφευκτη συνοδεία την αφελή (μάλλον: την ηλίθια) αντίληψη μιας δήθεν πνευματικής υπεροχής, έναντι του σύμπαντος κόσμου.

cf80ceb1cf81ceb8ceadcebdceb7cf82-cebacf89cebdcf83cf84ceb1cebdcf84ceafcebdcebfcf82-joy

Αχ Ελλάδα σ’ αγαπώ
και βαθιά σ’ ευχαριστώ
γιατί μ’ έμαθες και ξέρω
ν’ ανασαίνω όπου βρεθώ
να πεθαίνω όπου πατώ
και να μην σε υποφέρω

Αχ Ελλάδα θα στο πω
πριν λαλήσει πετεινό
δεκατρείς φορές μ’ αρνιέσαι
μ’ εκβιάζεις μου κολλάς
σαν το νόθο με πετάς
μα κι απάνω μου κρεμιέσαι

Τις αλήθειες αυτές τις νοιώθουμε βαθειά, έτσι όπως τις περιγράφει με εκπληκτική ποιητική ενάργεια και ευθυβολία ο Μανώλης – σε ένα από τα ωραιότερα τραγούδια που έγραψε ποτέ. Γιατί η σύγχρονη Ελλάδα, η δική μας Ελλάδα, αυτή που τάχα περιέχεται στο υπαρκτό ελληνικό κράτος, είναι μάνα, αλλά φέρεται στα καλύτερα παιδιά της σαν μια κακιασμένη μητριά. Τα αρνιέται τα παιδιά της, τα εκβιάζει, τα ζορίζει, τα πετάει, τους κόβει σύρριζα την αφιλοκερδή διάθεση για προσφορά, τσαλαπατάει τα όνειρά τους. Και τα αναζητάει, με κομμένη την ανάσα, όταν ζορίζουν τα πράγματα – να βάλουν πλάτη. Για να τα ξεχάσει, αμέσως μετά. Αυτά τα παιδιά όμως, δεν την εγκαταλείπουν ποτέ. Γιατί, παρόλο που αηδιάζουν με την συγκυριακή έκφρασή της, παρόλο που δε θέλουν ούτε να τη βλέπουν, ξέρουν και αγαπούν. Ξέρουν πως η Ελλάδα είναι κάτι πολύ μεγαλύτερο, πολύ σημαντικότερο από αυτό που φαίνεται. Και την αγαπούν αυτή τη μίζερη Ελλάδα, παρ’ όλη την ελεεινή συμπεριφορά της απέναντί τους, για το χατίρι της Ελλάδας – ουτοπίας. Κι αυτή, η μεγάλη και όμορφη Ελλάδα, τη χρειάζεται τη μικρή, την ελεεινή, την κακομοίρικη χώρα, που την έφτασε η ιστορία ως τις μέρες μας. Όπως τα ψηλά τα δέντρα, όπως τα θαυμαστά λουλούδια χρειάζονται την κοπριά για να ζήσουν και να βλαστήσουν.

Η πιο γλυκιά πατρίδα
είναι η καρδιά
Οδυσσέα γύρνα κοντά μου
που τ’ άγια χώματα της
πόνος και χαρά

Κάθ’ ένας είναι ένας
που σύνορο-πονά
κι εγώ είμαι ένας κανένας
που σας σεργιανά

Ο Μανώλης ανεβαίνει εδώ στον τελευταίο, τον ψηλότερο αναβαθμό του τραγουδιού. Μας αποκαλύπτει το πεδίο όπου η ουτοπία (ο ου-τόπος) μπορεί να σταθεί και να κρυσταλλωθεί στέρεα και αληθινά: την ανθρώπινη καρδιά. Αυτή που υποδέχεται και αγαπά και χαίρεται το μεγάλο – και πονά για τις αδυναμίες του μικρού. Η καρδιά δεν είναι τόπος φανταστικός, ουτοπικός, είμαστε εμείς οι ίδιοι οι Έλληνες, στην ως τώρα παρουσία μας, αλλά και στο παρόν και στο μέλλον. Καθένας μας θα πονάει, είτε περάσει αυτό το νοητό σύνορο της Ελλάδας, είτε όχι. Αν καταφέρει και το περάσει, ωστόσο, ο πόνος δεν θα είναι πια τυφλό συναίσθημα και η χαρά θα τον αποζημιώνει – και με το παραπάνω!

Ας μου επιτραπεί μια τελευταία σκέψη, για έναν ακόμα αναβαθμό: στο μεγάλο ξέφωτο της καρδιάς, δε χωράει μονάχα η Ελλάδα. Είναι τόσο πλατύ που μπορεί να δεχτεί ολόκληρη την ανθρωπότητα, σ’ ένα χαρούμενο πανηγύρι! Αυτό το άνοιγμα είναι η καλύτερη επιλογή, για όσους ξέρουν και αγαπούν.

(24.9.2007)

Πηγή: Αχ, Ελλάδα σ’ αγαπώ | Η καλύβα ψηλά στο βουνό

Οι πίνακες είναι του Κωνσταντίνου Παρθένη.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s