1940-41

Οι Αλβανοί στον πόλεμο της Αλβανίας.

3311

Σχόλιο του Γιώργου Μαργαρίτη στην Αυγή της 28.10.2003 σχετικά με το βιβλίο «Οπλίτης στο Αλβανικό μέτωπο» του λαογράφου Δημήτρη Λουκάτου.

Από τα μέσα του Νοεμβρίου του 1940 η ιταλική επίθεση είχε τελεσίδικα ανατραπεί στη Θεσπρωτία και στην Πίνδο και οι ελληνικές δυνάμεις, ενισχυμένες πλέον από την καλή λειτουργία της γενικής επιστράτευσης, πέρασαν στην αντεπίθεση. Η προέλαση των Ιταλών εξελίχθηκε σε υποχώρηση και η αρχική υποχώρηση των Ελλήνων εξελίχθηκε σε προέλαση πέρα από τα σύνορα, βαθιά μέσα στο έδαφος της Αλβανίας. Μέχρι το τέλος του μήνα οι δύο αντίπαλοι στρατοί βρέθηκαν να πολεμούν μέσα και γύρω από τα χωριά και τις πόλεις της γειτονικής χώρας, παρακολουθούμενοι από τον τοπικό πληθυσμό τον οποίο ο πόλεμος αυτός ελάχιστα αφορούσε. Οι Έλληνες της μειονότητας φυσικά υποδέχθηκαν με ελπίδες τους Έλληνες φαντάρους, χωρίς όμως να τους προστατεύσει αυτή η χαρά από τα δεινά που ο πόλεμος έφερνε μαζί του. Οι άλλοι, οι Αλβανοί, υφίσταντο απλά τα δεινά ενός πολέμου που δεν ήταν δικός τους.

Για τους πολλούς η άφιξη του ελληνικού στρατού έφερνε μαζί της αλλαγές που δυσκόλευαν περισσότερο την ήδη δύσκολη ζωή τους. Το νόμισμα της Αλβανίας, το λεκ, όπως και οι ιταλικές λίρες, αποσύρθηκαν, λόγου χάρη, από την κυκλοφορία και οι συναλλαγές, μέσα σε μία μόλις εβδομάδα, γίνονταν αποκλειστικά και μόνο με δραχμές. Τα εντυπωσιακά νομίσματα του ενός και δύο λεκ του 1939 με τον Ιταλό στρατιώτη απάνω, τα «φάσιο» και το όνομα του Βιττόριο Εμμανουέλε, έγιναν σε ελάχιστο χρόνο απλά συλλεκτικά αντικείμενα, που οι φαντάροι έστελναν πίσω στην Ελλάδα ως πειστήρια της νίκης. Στους άλλους τομείς οι αλλαγές δεν ήταν τόσο εντυπωσιακές. Οι Έλληνες φαντάροι ζητούσαν και έπαιρναν τα ίδια ακριβώς πράγματα από τους χωρικούς όπως και οι Ιταλοί ομόλογοί τους. Η εγκατάσταση στρατιωτικών μονάδων στα μικρά χωριά σήμαινε εκτόπιση των κατοίκων στον στάβλο ή την αποθήκη του σπιτιού και κατοχή των καλύτερων δωματίων, εκείνων που θερμαίνονταν, από τους φαντάρους. Η μετακίνηση προς τα διπλανά χωριά, τα κεφαλοχώρια ή τις πόλεις απαγορευόταν και οι ελλείψεις πολλαπλασιάζονταν από αυτόν τον ιδιόμορφο αποκλεισμό. Οι αγγαρείες ήταν ατελείωτες, για το άνοιγμα των δρόμων, το ξεπάγωμα των μονοπατιών, τη μεταφορά εφοδίων, τη συλλογή καυσόξυλων, τη λειτουργία μαγειρείων και το πλύσιμο του στρατιωτικού ιματισμού. Άνθρωποι και ζώα στη διάθεση των στρατιωτικών οποιαδήποτε ώρα της ημέρας ή της νύχτας.

Ήταν μία παράξενη συμβίωση αυτή των φαντάρων με τους Αλβανούς χωριάτες. Η διοίκηση προτιμούσε να κρατά τους κατοίκους στα χωριά τους, ώστε να εξασφαλίζει πρόσθετα εργατικά χέρια σε ώρες ανάγκης. Και οι ίδιοι εξάλλου δύσκολα αποχωρίζονταν, μέσα στο χειμώνα, τα σπίτια και το βιος τους. Ό,τι είχαν βρισκόταν στο χωριό, στα σπίτια τους. Έμεναν λοιπόν εκεί για να το προστατέψουν από τους φαντάρους ή και τους στερημένους συγχωριανούς τους. Έμεναν εκεί, μέσα στις μάχες, τους βομβαρδισμούς, εκτεθειμένοι στους εχθρικούς όλμους και στα πολυβόλα κάθε φορά που πήγαιναν να ταϊσουν τα ζώα τους, να μαζέψουν ξύλα ή να ξεχώσουν καμία πατάτα. Πέθαιναν όπως οι φαντάροι και τραυματίζονταν χωρίς, στην περίπτωση αυτή, να τυγχάνουν της εύνοιας των στρατιωτικών χειρουργείων εκστρατείας. Τα τελευταία αυτά είχαν τους δικούς τους να φροντίσουν και το φαρμακευτικό υλικό ή απλά η καλή διάθεση δεν περίσσευαν.

Στις σχέσεις των χωρικών με τους φαντάρους επικρατούσε πάντα η καχυποψία, ο φόβος -με χαιρεκακία έβλεπαν οι μεν τα πάθη των δε- σε μία κατάσταση που ήταν και για τους δύο επώδυνη. Υπήρχε όμως και η άλλη πλευρά, αυτή που μας κατέδειξε ο Δημήτρης Λουκάτος. Για τους φαντάρους στην πρώτη γραμμή, αυτοί οι χωρικοί ήταν μια μακρινή ανταύγεια του κόσμου που είχαν πίσω τους αφήσει. Έβλεπαν σε αυτούς παιδιά, έβλεπαν νεογέννητα, γονείς, μανάδες, παππούδες και προπαντός έβλεπαν γυναίκες και κορίτσια. Ειδύλλια που δεν προχώρησαν, σχέσεις τρυφερές και αδιέξοδες στήνονταν σε αυτό τον μικρόκοσμο, συνδέοντας τους πολεμιστές με τη ζωή σε αυτό το βασίλειο του θανάτου. Όσο παράξενο κι αν φαίνεται, στις αναμνήσεις των μαχητών, ανάμεσα σε άλλα πολλά, συχνά βρήκε τη θέση της κάποια άσημη χωριατοπούλα της Αλβανίας. Περισσότερο και από τον ενθουσιασμό της όποιας νίκης, αυτή η ανάμνηση αποτελούσε, μαζί με τη συντροφικότητα ίσως, το πιο φωτεινό σημείο σε αυτήν την επίσκεψη στην κόλαση του πολέμου.

Πηγή: Σκέψεις γύρω από την Γενική Ιατρική και όχι μόνο.: Οι Αλβανοί στον πόλεμο της Αλβανίας.

Φωτογραφία Δ. Χαρισιάδη. http://aromalefkadas.gr/%CE%B5%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CE%BD%CE%B5%CF%82-%CE%B1%CF%80%CF%8C-%CF%84%CE%BF%CE%BD-%CE%B5%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CE%BD%CE%BF%CF%8A%CF%84%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CE%BA%CF%8C-%CF%80%CF%8C%CE%BB%CE%B5%CE%BC%CE%BF/

Advertisements

4 thoughts on “Οι Αλβανοί στον πόλεμο της Αλβανίας.”

  1. Ποιος ο ρόλος της Αλβανίας στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
    Του Χαράλαμπου Νικολάου / Ταξίαρχου ε.α., τ. καθηγητή Στρατιωτικής Ιστορίας ΣΣΕ

    Το 1939 τα ιταλικά στρατεύματα, υπό τον στρατηγό Γκουτσόνι, αποβιβάσθηκαν στο Δυρράχιο, το πρωί της 7ης Απριλίου. Ο βασιλιάς Ζώγου δεν αιφνιδιάστηκε δεδομένου ότι είχαν προηγηθεί, πριν από έναν μήνα και πλέον, εντατικές διπλωματικές συνομιλίες. Υφίστατο το στοιχείο του αιφνιδιασμού για τις ξένες κυβερνήσεις, εκτός της Γερμανίας και ίσως της Γιουγκοσλαβίας. Δεν προβλήθηκε καμία σοβαρή αντίσταση κατά των Ιταλών. Ο αλβανικός λαός στην πλειοψηφία του υποδέχθηκε τους Ιταλούς στρατιώτες ως “ελευθερωτές”.

    Τα γεγονότα έκτοτε διαδέχθηκαν το ένα το άλλο με κινηματογραφική ταχύτητα. Στις 14 Απριλίου 1939 η Αλβανία αποχώρησε από την Κοινωνία των Εθνών (ΚτΕ). Στις 15 Απριλίου έγινε δεκτή στο Κυρηνάλιο (ανάκτορο στη Ρώμη, θερινή διαμονή των Πάπων μέχρι το 1870, στη συνέχεια κατοικία του βασιλιά της Ιταλίας και αργότερα του προέδρου της Ιταλικής Δημοκρατίας), πολυμελής αλβανική αντιπροσωπεία υπό τον πρωθυπουργό Βερλάτση. Αυτός προσφώνησε τον Bασιλιά αυτοκράτορα πρώτα στην αλβανική και έπειτα στην ιταλική γλώσσα και του προσέφερε το “στέμμα του Σκεντέρμπεη”. Το απόγευμα της ίδιας ημέρας η ιταλική Βουλή έδωσε τη συναίνεση της για την “προσωπική ένωση” και την επομένη έπραξε το ίδιο η Γερουσία. Διορίστηκε τοποτηρητής του βασιλιά, όχι μέλος της δυναστείας (είχε γίνει λόγος για τον δούκα του Μπέργκαμο), αλλά ο πρεσβευτής Τζακομόνι.

    Στις 21 Απριλίου αποφασίστηκε από την κυβέρνηση Βερλάτση η σύσταση Αλβανικού Φασιστικού Κόμματος. Στις 3 Ιουνίου έλαβε χώρα η τελευταία πράξη του αλβανικού οράματος: αντιπροσωπεία από τους Βερλάτση, Ντίνο και Κολίκβι και τρεις ανώτερους αξιωματικούς επέδωσε στον βασιλιά Βίκτωρα Εμμανουήλ απόφαση της αλβανικής κυβέρνησης σύμφωνα με την οποία ο Αλβανικός Στρατός ενσωματωνόταν στον Ιταλικό Στρατό.

    Ο αλβανικός Τύπος προ του πολέμου παρουσίαζε άρθρα με πολεμική κατά της Ελλάδας. Μάλιστα ο υπουργός Εξωτερικών της Ιταλίας, Τσιάνο, διέταξε τον τοποτηρητή στην Αλβανία Τζακομόνι: “Φροντίστε ώστε ο αλβανικός Τύπος να συνεχίζει τη ζωηρή του πολεμική εναντίον της Ελλάδας”.

    Ο Γερμανός καθηγητής πανεπιστημίου Χ. Ρίχτερ γράφει: “Οι ρίζες της πολεμικής αυτής εμπλοκής της Ιταλίας φθάνουν μέχρι το 1923, όταν ο Μουσολίνι επεχείρησε να καταλάβει την Κέρκυρα και αναγκάστηκε από τις Αγγλία και Γαλλία να εγκαταλείψει το εγχείρημα του”. Ο Τσιάνο στο ημερολόγιο του γράφει ότι τον Αύγουστο του 1940 ο Μουσολίνι δήλωσε πως οι Έλληνες επλανώντο, αν θεωρούσαν ότι είχε ξεχάσει εκείνο το επεισόδιο, και ότι ο λογαριασμός τους έμενε ανοικτός.
    Στις αρχές Ιουνίου του 1939 οι Μουσολίνι και Τσιάνο, θέλοντας να μειώσουν την οργή των Αλβανών για την απώλεια της ανεξαρτησίας τους, προσπάθησαν να τους παραπλανήσουν καλλιεργώντας τους ελπίδες αλυτρωτισμού για το Κοσσυφοπέδιο και την Τσαμουριά, που έπρεπε να απελευθερωθούν.
    Σύμφωνα με ιταλικές πηγές, η στάση της αλβανικής ηγεσίας λίγο πριν κηρυχθεί ο Ελληνοϊταλικός πόλεμος ήταν υπέρ των Ιταλών. Ο Ιταλός τοποτηρητής Τζακομόνι, σε τηλεγράφημα του προς τον Τσιάνο, στις 24 Αυγούστου 1940, μεταξύ των άλλων ανέφερε τα εξής: “Από παντού καταφθάνουν έγγραφα που αποδεικνύουν τον ορθό προσανατολισμό των Αλβανών, άπειρες είναι οι αιτήσεις για κατάταξη στα εθελοντικά σώματα (…). Σε όλα τα κεντρικά σημεία της Αλβανίας παρατηρείται ζωηρό ενδιαφέρον και προσήλωση στις προσταγές του Ντούτσε. Η κίνηση του στρατού προκάλεσε μεγάλη ζωηρότητα κι’ ανυπομονησία για δράση…”.

    Κατά τη σύσκεψη της 15ης Οκτωβρίου 1940 στο Παλάτσο Βενέτσια, ο τοποτηρητής Τζακομόνι, σε ερώτηση του Ντούτσε για το πώς βλέπει την κατάσταση στην Αλβανία, απάντησε: “Στην Αλβανία αναμένουν την ενέργεια με ανυπομονησία. Η χώρα έχει ξεσηκωθεί και οι κάτοικοι είναι γεμάτοι χαρά. Μπορώ να σας διαβεβαιώσω ότι ο ενθουσιασμός τους είναι τόσο ζωηρός ώστε τον τελευταίο καιρό έχουν κάπως δυσαρεστηθεί επειδή η ενέργεια δεν έχει ακόμα εκδηλωθεί”.

    Ο Ιταλός στρατηγός Σ. Βισκόντι Πράσκα, στο βιβλίο του για τον Ελληνοϊταλικό πόλεμο, έγραφε τα εξής: “Σύμφωνα με υπόσχεση του στρατάρχη Μπαντόλιο προ του πολέμου, θα μπορούσαν να αποσταλούν στην Αλβανία για την ενδεχόμενη ενέργεια κατά της Ελλάδας….10.000 τυφέκια για τον εξοπλισμό των αλβανικών ταγμάτων εθελοντών, τα οποία θα χρησιμοποιούντο ως τμήματα κάλυψης”.
    Κατά τη διάρκεια της σύσκεψης στο Παλάτσο Βενέτσια (15 Οκτωβρίου 1940)” Ο Μουσολίνι, ακόμα, ζήτησε από τον Τζακομόνι κι εμένα πληροφορίες για τα αλβανικά τμήματα, ενώ διατύπωσε την αρχή ότι ο ρόλος των Αλβανών θα έπρεπε να περιοριστεί σε στενά πλαίσια…”. “Ειδικότερα είχαν συγκροτηθεί τρία τάγματα διοικητικής μέριμνας από εφέδρους Ιταλούς (…) και από εφέδρους Αλβανούς (…).

    Κατόπιν προχωρήσαμε στην ίδρυση δύο ταγμάτων Φασιστικής Πολιτοφυλακής από Αλβανούς (…). Πρότεινα στον Τζακομόνι να συστήσει μερικά τάγματα από Αλβανούς εθελοντές, δύο διαφορετικών τύπων: Τάγματα καθορισμένα για την άμυνα συγκεκριμένων διαβάσεων ή κοιλάδων στο μέτωπο και τάγματα πιο ευκίνητα, δυνάμενα να προσκολληθούν στα μάχιμα στρατεύματα μας.
    Με τη βοήθεια της αλβανικής κυβέρνησης και διαφόρων αρχηγών φυλών εξασφαλίστηκε η δυνατότητα συγκρότησης 10-12 ελαφρών ταγμάτων συνολικής δύναμης 6-7.000 ανδρών, επιλεγέντων από τις πιο πολεμικές φυλές και μάλιστα από αυτούς που υπήρχε ενδεχόμενη σχέση με πληθυσμούς εκτός συνόρων (σ.σ. προφανώς εννοούσε τους Τσάμηδες). Τα ευκίνητα τάγματα, τύπου ανταρτικών ομάδων, προορίζονταν να χρησιμοποιηθούν για την κάλυψη των μεραρχιών μας (…).

    Το Υπουργείο Στρατιωτικών, κατόπιν επανειλημμένων οχλήσεων, τελικά ενέκρινε την αποστολή του οπλισμού για τη συγκρότηση των αλβανικών μονάδων. Όμως αργότερα άλλαξε γνώμη και διέταξε τον περιορισμό της σύστασης των εθελοντικών αλβανικών ταγμάτων μόνο στη νότια Αλβανία (σε αυτήν όπου υφίστατο το μεγαλύτερο μέρος των φιλελληνικών στοιχείων), δηλαδή συνολικά έξι τάγματα” (σ.σ. Ο Β. Πράσκα αναφέρει ως “φιλελληνικά = grecofili” τα αμιγώς ελληνικά βορειοηπειρωτικά φύλα).

    Σε ερώτηση του Ντούτσε, κατά τη σύσκεψη, “Ποια η συνεισφορά των Αλβανών τόσο σε τακτικό στρατό, όσο και σε άτακτους στους οποίους δίδω μεγάλη σημασία”, ο Πράσκα απάντησε “Για το θέμα αυτό έχουμε καταρτίσει ανάλογο σχέδιο. Προτείνουμε την οργάνωση συγκροτημάτων άτακτων από 2.500 ως 3.000 άνδρες, στελεχωμένων με αξιωματικούς μας”.

    Ο τοποτηρητής Τζακομόνι, σε μυστικό υπόμνημα του προς τον υπουργό Αλβανικών Υποθέσεων, Μπενίνι, στις 19 Οκτωβρίου 1940, μεταξύ των άλλων γράφει: “…Από την άλλη προετοιμάζω αλβανικά στοιχεία, εξακριβωμένα θαρραλέα, ειδικά Τσαμουριώτες, τα οποία θα έχουν ως αποστολή να εισέλθουν κρυφά στο ελληνικό έδαφος και εκεί, την ώρα που θα επιτεθεί ο στρατός μας, θα διαπράξουν με τη βοήθεια των πέρα από τα σύνορα φίλων τους τις παρακάτω πράξεις: καταστροφή τηλεγραφικών και τηλεφωνικών συρμάτων, εξάλειψη των φυλακίων και των παρατηρητηρίων κατά μήκος των συνοριακών γραμμών (…).

    Μερικά από τα στοιχεία αυτά θα εφοδιαστούν από την υπηρεσία στρατιωτικών πληροφοριών με μερικούς φορητούς πομπούς, χάρη στους οποίους η διοίκηση του στρατεύματος θα έχει ακριβείς ειδήσεις περί των θέσεων των ελληνικών στρατευμάτων”. Πληροφορεί δε τον Μπενίνι ότι μεταξύ των Αλβανών παρατηρείται αίσθημα αναμονής, εμπιστοσύνης και άγριας διάθεσης. Ο ίδιος στις 21 Οκτωβρίου γράφει στον Μπενίνι: “Θα μπορούσε να αποσπασθεί, όσο θα διαρκούν οι εχθροπραξίες, το Τάγμα της Βασιλικής Αλβανικής Φρουράς”.

    Ο αντιβασιλιάς της Αλβανίας βεβαίωσε “ότι είναι πάρα πολλές οι αιτήσεις των Αλβανών να καταταγούν στα σχηματιζόμενα αλβανικά σώματα, προοριζόμενα να κτυπήσουν τους Ελληνες και να συνεργαστούν με τον Ιταλικό Στρατό, και ότι ο πληθυσμός ελπίζει, επίσης, να κληθούν υπό τα όπλα μερικές ηλικίες…”.

    Η ΙΤΑΛΙΚΗ ΕΙΣΒΟΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ – Η ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΤΩΝ ΑΛΒΑΝΩΝ.

    Ο πόλεμος μεταξύ Ελλάδας και Ιταλίας, που άρχισε την 28η Οκτωβρίου 1940, επεκτάθηκε αυτόματα και μεταξύ Ελλάδας και Αλβανίας. Η Αλβανία, συνδεδεμένη την εποχή εκείνη με καθεστώς “προσωπικής ένωσης” με την Ιταλία, είχε δεχθεί με νόμο του Κοινοβουλίου της (Αλβανικός Νόμος, 10 Ιουνίου 1940) ότι: “το Βασίλειο της Αλβανίας αναγνωρίζει ότι θα βρίσκεται σε εμπόλεμη κατάσταση με τα κράτη τα οποία θα βρίσκονται σε εμπόλεμη κατάσταση με το Βασίλειο της Ιταλίας”.

    Συνεπώς με την κήρυξη του πολέμου από την Ιταλία εναντίον της Ελλάδας βρέθηκε σε εμπόλεμη κατάσταση με την πατρίδα μας. Γι’ αυτό η Ελλάδα με το Βασιλικό Διάταγμα (ΒΔ) της 10ης Νοεμβρίου 1940, το οποίο εκδόθηκε σε εφαρμογή του ΑΝ (Αναγκαστικού Νόμου) 2636/1940 “Περί δικαιοπραξιών εχθρών και μεσεγγυήσεως εχθρικών περιουσιών”, όρισε ως εχθρικά κράτη “την Ιταλία

    τσάμηδες με Ιταλικές στολές επιθεωρούνται από Γερμανό αξιωματικό.jpg
    μαζί με τις κτήσεις, τα αυτοκρατορικά της εδάφη και τις αποικίες, καθώς και την Αλβανία”.
    Ο Ιταλός στρατηγός Βισκόντι Πράσκα σε διαταγή του της 21ης Οκτωβρίου 1940 αποκαλύπτει ότι είχε αναθέσει σε ειδικούς αξιωματικούς, συνοδευόμενους από Αλβανούς οδηγούς, να εκτελούν αναγνωρίσεις στην άμεση περιοχή των συνόρων. Περαιτέρω η διαταγή καθόριζε ότι έπρεπε να οργανωθούν ειδικά τμήματα αποτελούμενα ως επί το πλείστον από Αλβανούς, πλαισιούμενους μόνο από Ιταλούς, και επιφορτισμένα με την εξουδετέρωση των μεμονωμένων Ελλήνων σκοπών και με την αποκοπή των τηλεφωνικών γραμμών.

    Η προκήρυξη που διάβασε ο πρόεδρος του υπουργικού συμβουλίου Βερλάτσι, στις 28 Οκτωβρίου 1940, αναφέρει μεταξύ άλλων και τα εξής: “…Οι στρατιώτες του ένδοξου Ιταλικού Στρατού, στις τάξεις του οποίου περιλαμβάνονται πολλές μονάδες Αλβανών στρατιωτών…”. Ο Ιταλός ιστορικός Μάριο Τσέρβι γράφει: “Στις ιταλικές μεραρχίες περιλαμβάνονταν επίσης αλβανικά τμήματα (…). Εκπαιδεύτηκαν ακόμα και Αλβανοί, που θα ήθελαν να συμμετάσχουν στις επιχειρήσεις”.

    Ο Γερμανός καθηγητής Χ. Ρίχτερ σημειώνει: “…Η συνολική δύναμη του Ιταλικού Στρατού στην Αλβανία δύο ημέρες πριν από την επίθεση ανερχόταν σε 140.000 άνδρες, συμπεριλαμβανομένων (…) και των Αλβανών εθελοντών”. Ο Αμερικανός καθηγητής του πανεπιστημίου Χάρτφοντ, Μπ.Φίσερ, στην ανακοίνωση του κατά το Συνέδριο του ΙΜΧΑ (Ίδρυμα Μελετών της Χερσονήσου του Αίμου), τον Οκτώβριο του 1990, ανέφερε σχετικά τα εξής: “Ο Μουσολίνι είχε δώσει διαταγές να υπάρχουν δύο αλβανικά τάγματα σε κάθε ιταλική μεραρχία, που χρησιμοποιήθηκαν για την εισβολή στην Ελλάδα, και επί πλέον είχαν σχηματιστεί τρία τάγματα Αλβανών μελανοχιτώνων, που είχαν το σύνθημα “Πεθαίνουμε όλοι για τον Ντούτσε”.

    Διάφορες μυστικές διαταγές επιχειρήσεων του διοικητή της Μεραρχίας “Τζούλια”, στρατηγού Μάριο Τζιρότι, χρονολογούμενες από τις 21 Οκτωβρίου 1940 και μετά, οι οποίες έπεσαν αργότερα στα χέρια του Ελληνικού Στρατού, αποκαλύπτουν ότι είχε αναθέσει εργασίες σε ειδικούς αξιωματικούς, συνοδευόμενους από ντόπιους Αλβανούς, φέροντες ενδυμασίες χωρικών…Κατά την αρχική προέλαση της Μεραρχίας “Τζούλια” στον τομέα της Πίνδου οι επιτιθέμενοι Ιταλοί χρησιμοποιούσαν Αλβανούς οι οποίοι γνώριζαν ελληνικά και φώναζαν στους Ελληνες στρατιώτες να παραδοθούν, λέγοντας ότι ο αγώνας τους ήταν πλέον μάταιος εφόσον στην Αθήνα είχε γίνει επανάσταση, η κυβέρνηση Μεταξά είχε πέσει, η νέα κυβέρνηση είχε συμμαχήσει με τον Άξονα κ.ά. Στις 2 Νοεμβρίου 1940 τάγμα Αλβανών επιτέθηκε στο Καλπάκι απεγνωσμένα, χωρίς επιτυχία. Αλβανοί αυτόμολοι παρείχαν πληροφορίες στον Ελληνικό Στρατό.

    Ο υποστράτηγος Χαράλαμπος Κατσιμήτρος, διοικητής της VIII Μεραρχίας η οποία αντιμετώπισε την κύρια προσπάθεια της ιταλικής επίθεσης, γράφει για τη συμμετοχή αλβανικών δυνάμεων στον τομέα της Μεραρχίας: “Συμμετείχαν τρία τάγματα μελανοχιτώνων (Ι, II, III), δύο αλβανικά τάγματα πεζικού (“Γκράμος” και “Ντρίνος”), αλβανική ορειβατική πυροβολαρχία (“Νταϊτι”), τάγμα Αλβανών εθελοντών και σώματα άτακτων Αλβανών”.

    Όπως καταγγέλλει ο υποστράτηγος, κατά τον Οκτώβριο του 1940 ο Αλβανός υπουργός Δικαιοσύνης συγκροτούσε συμμορίες με σκοπό να δράσουν στο ελληνικό έδαφος. Ο αντιστράτηγος Αλέξανδρος Παπάγος, αρχιστράτηγος του Ελληνικού Στρατού κατά τον πόλεμο 1940-41, σημειώνει: “Όλες οι ιταλικές μεραρχίες πεζικού ήταν ενισχυμένες σε πεζικό με τάγματα Αλβανών…”.

    Ο Β. Πράσκα στο τμήμα του βιβλίου του “Εξέλιξη των επιχειρήσεων από 28 έως 31 Οκτωβρίου 1940″, ανακεφαλαιώνοντας γράφει για τη συμμετοχή των αλβανικών μονάδων τα εξής: “…Φάλαγγα “Σολίνας” II Τάγμα της 1ης Λεγεώνας Αλβανών εθελοντών. (…) Κεντρική Φάλαγγα και Διοίκηση Μεραρχίας “Φερράρα” Ι Τάγμα Αλβανών Εθελοντών. (…) Παραλιακό Συγκρότημα… Τα τμήματα διαπεραιώθηκαν με την κάτωθι σειρά… 6) Τα τάγματα Αλβανών εθελοντών “Πεσκοσόλιντο” και “Κιαραβάλλε”. (…) “Τα αλβανικά τάγματα εθελοντών, προπορευόμενα του 3ου Συντάγματος Γρεναδιέρων και κινούμενα…”…”Τα τάγματα Αλβανών εθελοντών, επίσης, ήλεγχαν πλήρως την αμαξιτή οδό (Ηγουμενίτσας-Βάρφανης).

    Στην επίθεση εναντίον του υψώματος 1289 του Λαπιστέτ, στις 09.30 της 4ης Νοεμβρίου 1940, έλαβε μέρος ένα από τα πιο επίλεκτα τμήματα των Αλβανών, το τάγμα “Τιμόρ”, το οποίο και κατόρθωσε να το καταλάβει. Με άμεση αντεπίθεση των Ελλήνων το τάγμα “Τιμόρ” αναδιπλώθηκε και διασκορπίστηκε στην κοιλάδα με άτακτη φυγή. Υποχρεώθηκαν να επέμβουν οι βερσαλιέροι για να σταματήσουν τους Αλβανούς.

    Στην αναφορά που ακολούθησε διαπιστώθηκε ότι από τη δύναμη των 1.200 ανδρών του τάγματος είχαν απομείνει μόνο μερικές εκατοντάδες. Μεταξύ των νεκρών ήταν και ο απαρηγόρητος, όπως γράφει ο Μ. Τσέρβι, διοικητής του Τάγματος. Αλβανικό τάγμα στις 25 Νοεμβρίου 1940 συμμετείχε με τα ιταλικά στρατεύματα στην επίθεση για την κατάληψη του σταυροδρομιού παρά το Δελβινάκι. Οι Αλβανοί αρχικά κατέλαβαν το χωριό αλλά την επόμενη με αντεπίθεση των Ελλήνων αυτό ανακαταλήφθηκε. Το αλβανικό τάγμα είχε απώλειες και αρκετοί άνδρες του συνελήφθησαν αιχμάλωτοι.

    Στις 12 Νοεμβρίου αυτομόλησε στις ελληνικές γραμμές λόχος Αλβανών στρατιωτών με τους αξιωματικούς του. Κατά τις πρώτες ημέρες του πολέμου, οπότε οι Ιταλοί είχαν εισχωρήσει στο ελληνικό έδαφος σε μερικούς τομείς, Αλβανοί με μια σημαία τους εισήλθαν στην Κόνιτσα μαζί με τους Ιταλούς, τον Διαμαντή και τον εξωμότη Ματούση. Ο Διαμαντής μάλιστα εκφώνησε λόγο λέγοντας ότι θα απελευθερώσει την Κόνιτσα και θα σχηματίσει την Ομοσπονδία της Πίνδου.
    Η απάντηση του Μουσολίνι (22/11) σε επιστολή του Χίτλερ (20/11) αναφέρει μεταξύ των άλλων: Η αποτυχία των Ιταλών οφείλεται και στη λιποταξία των αλβανικών δυνάμεων, οι οποίες στασίασαν εναντίον των Ιταλών…”.

    Αποκαλυπτικά είναι τα όσα γράφει στο ημερολόγιο του ο Φερνάντε Κομπιόνε, έφεδρος υπολοχαγός πεζικού της 51ης Ορεινής Μεραρχίας “Σιέννα”: “…Κατά το χρονικό διάστημα από 28 Οκτωβρίου ως 14 Νοεμβρίου 1940, οπότε ιταλικά τμήματα είχαν εισχωρήσει σε περιοχές της Ελλάδας, οι Τσάμηδες υποδέχονταν σε όλα τα χωριά τους Ιταλούς ως ελευθερωτές, με ζητωκραυγές και ενθουσιασμό…”.
    Ο Ιταλός ιστορικός Μ. Τσέρβι γράφει: “Όπως αναφέρει ο στρατηγός Β. Πράσκα σε συζήτηση του με τον Πρίκολο (σ.σ. Αρχηγός του Επιτελείου της Αεροπορίας), ένας εθελοντής, πληγωμένος βαριά, πριν ξεψυχήσει αναφώνησε “Είμαι ευχαριστημένος που πεθαίνω για να μπορέσει ο (Αρχηγός του Επιτελείου της Αεροπορίας) να περάσει”.

    Κατά τη διάρκεια της ιταλικής εαρινής επίθεσης (Μάρτιος 1941) ο Μουσολίνι επισκεπτόταν διάφορες μονάδες για να τονώσει το ηθικό των ανδρών, στη ζώνη του Δέβολη και στην περιοχή του Βερατίου. Μεταξύ άλλων επισκέφθηκε ομάδες ταγμάτων και εθελοντών Αλβανών, των ιδίων για τους οποίους αρχικά εκείνος και ο Τσιάνο πίστευαν ότι είχαν προκαλέσει τις πρώτες ιταλικές ήττες. Κατά τις συνομιλίες που είχε μαζί τους έμεινε ενθουσιασμένος από το παράστημα και το πολεμικό τους μένος.

    Ο Γερμανός συγγραφέας Βίλιμπαλντ Κόλεγκερ, σε βιβλίο του που κυκλοφόρησε το 1942, για τη στάση των Αλβανών κατά τον Ελληνοϊταλικό πόλεμο 1940-41 γράφει τα εξής: “…Οι Ελληνες

    στρατηγός Τζιακομόνι
    αναγκάζονταν να πολεμούν εναντίον Αλβανών συμμοριτών, κατά τη στιγμή που Αλβανοί εθελοντές προσέρχονταν αθρόα στις ιταλικές φάλαγγες. Δεν αγνοούσαν οι από γόνοι του Σκεντέρμπεη ποίοι ήταν οι πραγματικοί φίλοι τους. (…) Αγωνίσθηκαν με επιμονή και γενναιότητα όπου και αν τοποθετήθηκαν. (…). Απειράριθμες υπήρξαν οι περιπτώσεις απονομής τιμητικών διακρίσεων σε Αλβανούς…”.
    Ο Μ. Τσέρβι γράφει ότι ο τοποτηρητής Τζακομόνι πληροφορούσε τον βασιλιά της Ιταλίας: “…Εδώ και έναν μήνα οι Αλβανοί είναι εξαιρετικά έμπιστοι και άριστα προσαρμοσμένοι στο περιβάλλον, το φρόνημα τους στέκεται ψηλά, η δε εργατικότητα και η αποδοτικότητα των υπαλλήλων κρίνεται εξαιρετική…”.

    Ο Τζακομόνι είχε οργανώσει, όπως γράφει ο Μ. Τσέρβι, “ομάδες Αλβανών για τη διενέργεια δολιοφθορών, που ο ρόλος τους ήταν να εισχωρούν στο ελληνικό έδαφος και να προβαίνουν σε καταστροφή του τηλεφωνικού δικτύου, να καταστρέφουν φυλάκια, να αφοπλίζουν φρουρούς, να προκαλούν ταραχές στα μετόπισθεν, να διενεργούν δολοφονικές απόπειρες εναντίον στρατηγών του εχθρικού στρατοπέδου και να προπαρασκευάζουν και να υποκινούν κινήματα ανάμεσα στη λαϊκή μάζα”. Ο Ιταλικός Στρατός δεν είχε ποτέ την ευκαιρία να επωφεληθεί από τη δραστηριότητα τους.
    Ο στρατηγός Μπαντόλιο στα απομνημονεύματα του αναφέρει: “Οι Ελληνες δεν έδειξαν καμμία διάθεση συνεργασίας. Αντίθετα οι Αλβανοί στρατιώτες, που υπό μορφή ταγμάτων συμμετείχαν στις δικές μας μεραρχίες, αποδείχθηκαν άπιστοι και δόλιοι, καθώς επιδόθηκαν σε πράξεις δολιοφθοράς εναντίον μας, ή πέρασαν στις τάξεις των Ελλήνων…”.

    Ο στρατηγός Αλ. Εδιπίδης γράφει ότι “Τμήματα αλβανικά, άρτια συγκροτημένα και με ομοιογενή στελέχη (αξιωματικοί και στρατιώτες Αλβανοί) πολέμησαν στις 27 Νοεμβρίου στο Φράσερι προς την Κλεισούρα).

    Ο πρεσβευτής Άδωνις Κύρου σημειώνει: “…Όταν, τέλος, εξερράγη ο Ελληνο-Ιταλικός πόλεμος, συμμετέσχον εις αυτόν παρά το πλευρόν των Ιταλών με ενθουσιασμόν και ανθελληνικήν λύσσαν άπειροι Αλβανοί – ενώ ουδείς εξ αυτών εσκέφθη να προσδράμη εις βοήθειαν του νικηφόρου Ελληνικού Στρατού, καίτοι ούτος, συμφώνως προς την ραδιοφωνικήν διακήρυξιν του Ιωάννου Μεταξά, ήρχετο προς αποκατάστασιν της αλβανικής ελευθερίας, ανεξαρτησίας και ακεραιότητας…”.

    Όταν ο Ελληνικός Στρατός προήλαυνε εντός του αλβανικού εδάφους, τα περισσότερα σώματα στρατού των Αλβανών είχαν διαλυθεί, ενώ στα πρόσωπα των λιγοστών Αλβανών που εκινούντο στους δρόμους, ανάμεσα στους Ιταλούς, ζωγραφιζόταν άγριος θυμός εναντίον ενός στρατεύματος που το νόμιζαν παντοδύναμο και το έβλεπαν να οπισθοχωρεί μπροστά στις ελληνικές δυνάμεις.
    Η Αγγλίδα ιστορικός Μ. Βίκερς τοποθετείται διαφορετικά: “…Η αλβανική κοινή γνώμη αρχικά πανηγύρισε για τον ελληνικό θρίαμβο, η στάση της όμως άλλαξε όταν η Αθήνα άρχισε να φανερώνει τις προθέσεις της να προσαρτήσει τη νότια Αλβανία…”(!!!).

    Ενώ υπάρχουν όλα τα παραπάνω περί συμμετοχής των Αλβανών στον πόλεμο, οι Αλβανοί ιστορικοί, διαστρεβλώνοντας την πραγματικότητα, προσπάθησαν μεταπολεμικά να μας πείσουν ότι δεν συμμετείχαν με το μέρος των Ιταλών ή ότι συμμετείχαν λίγα τμήματα δια της βίας.
    Συγκεκριμένα οι Αλβανοί ιστορικοί Σ. Πόλο και Α. Πούτο γράφουν σχετικά τα εξής: “Τα δύο αλβανικά τάγματα που στάλθηκαν με τη βία στον πόλεμο του 1940 αρνήθηκαν να πολεμήσουν. Οι Ιταλοί τους έκλεισαν σε στρατόπεδο συγκέντρωσης στην κεντρική Αλβανία. (….) Στην ελληνική κυβέρνηση η πορεία των γεγονότων φαινόταν πως έδινε την ευκαιρία να πραγματοποιήσει τα παλαιά προσαρτιστικά σχέδια τους για τις περιοχές της Κόρτσας (σ.σ. Κορυτσάς) και του Γκιροκάστρ (σ.σ. Αργυρόκαστρου)”.

    Σε άλλο σημείο συνεχίζουν: “Το 1940 ήταν μοναδική ευκαιρία να ενωθεί με τον Ελληνικό Στρατό ο Αλβανικός”. Έτσι εξηγείται η κατηγορηματική άρνηση του Ελληνικού Στρατηγείου στην πρόταση των Αλβανών αντιφασιστών πατριωτών να σχηματίσουν δύο τάγματα και να πολεμήσουν με την εθνική τους σημαία στο πλευρό των ελληνικών δυνάμεων εναντίον των Ιταλών εισβολέων!
    Στην πραγματικότητα οι Αλβανοί έδειξαν πλήρη δυσπιστία και απροθυμία να συνεργαστούν με τον Ελληνικό Στρατό. Αντιθέτως συνεργάστηκαν με τους Ιταλούς. Ο Ιταλός παρατηρητής Τζακομόνι βεβαίωσε κατηγορηματικά και με συγκεκριμένα στοιχεία, ενώπιον του Ανώτατου Ιταλικού Δικαστηρίου, τα εξής: “Και οι Αλβανοί βοήθησαν παντού και πάντα τον Ιταλικό Στρατό, χωρίς να σημειωθεί πουθενά οποιοδήποτε επεισόδιο.

    ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

    (1) Εκδ. ΔΙΣ/ΓΕΣ: Ο ΕΛΛΗΝΟΪΤΑΛΙΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ 1940-1941, Η ΙΤΑΛΙΚΗ ΕΙΣΒΟΛΗ, Α9ήναι, 1960.

    (2) Εκδ. Υπουργείου Εξωτερικών: 1940-1941,ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΑ ΕΓΓΡΑΦΑ, Αθήνα, 1980.

    (3) Παπάγου Αλεξ.: Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ 1940-1941, εκδ. «Οι Φίλοι του Βιβλίου», Α9ήναι, 1945.

    (4) Κατσιμήτρου Χαρ.: Η ΗΠΕΙΡΟΣ ΠΡΟΜΑΧΟΥΣΑ, εκδ. ΓΕΣ, Μήνα, 1982.

    (5) Τσέρβι Μ.: Ο ΕΛΛΗΝΟΪΤΑΛΙΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ, έκδοση Αlvin Redma Hellas, Α9ήνα, 1987.

    (6) Κόρου Αδωνι: ΧΡΟΝΙΚΟΝ 1940-1944.

    (7) Κύρου Αλ.: ΟΙ ΒΑΛΚΑΝΙΚΟΙ ΓΕΙΤΟΝΕΣ ΜΑΣ, Α9ήναι, 1962.

    (8) Σιωμοπούλου Στυλ.: Η ΙΤΑΛΙΚΗ ΜΕΡΑΡΧΙΑ «TΖΟΥΛΙΑ» ΣΤΗΝ ΠΙΝΔΟ, Ηπειρωτική Εστία, 1994.

    (9) Τριαντάφυλλου Κ.: ΤΑ ΑΠΟΡΡΗΤΑ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ 1940-41, Πάτρα, 1981.

    (10) Τσιρπανλή Ζαχ.: ΠΩΣ ΕΙΔΑΝ OI ΙΤΑΛΟΙ ΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ ΤΟΥ 1940-41, Αθήνα, 1974.

    (11) Ζαούση Αλεξ.: OI ΔΥΟ ΟΧΘΕΣ 1939-1945, εκδ. Παπαζήση, 1987.

    (12) Richter Heinz: Η ΙΤΑΛΟ-ΓΕΡΜΑΝΙΚΗ ΕΠΙΘΕΣΗ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ, Γκοβόστης, 1998.

    (13) Μιχαλοπούλου Δημ.: ΣΧΕΣΕΙΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΚΑΙ ΑΛΒΑΝΙΑΣ 1923-1928.

    (14) Πράσκα Βισκόντι: ΕΓΩ ΕΙΣΕΒΑΛΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ, Γκοβόστης, 1999.

    (15) Vickers Miranda: ΟΙ ΑΛΒΑΝΟΙ, εκδ. Οδυσσέας, 1997.

    (16) ΡοΙΙο S. – Ρυtο Α.: ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΛΒΑΝΙΑΣ, εκδ. Ομάδα.

    (17) Νικολάου Χαρ.: ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΕΣ ΣΥΝΘΗΚΕΣ -ΣΥΜΦΩΝΙΕΣ ΚΑΙ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ, εκδ. Φλώρου, 1996.

    (18) Ημερήσιος Τύπος της εποχής.

    http://www.istorikathemata.com/2010/10/28-1940.html

    Μου αρέσει!

  2. ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ ΕΛΛΗΝΩΝ ΦΑΝΤΑΡΩΝ

    Οι Αλβανοί στο έπος της Αλβανίας

    Το έπος του σαράντα δεν γράφτηκε στην έρημο αλλά σε ξένον -ως επί το πλείστον- αχερώνα. Οι κάτοικοι του οποίου «ξεχάστηκαν» από τα επετειακά αφιερώματα, όχι όμως κι από τους βετεράνους του πολέμου.

    Απ’ όλες τις συρράξεις της νεοελληνικής Ιστορίας, ο ελληνοϊταλικός πόλεμος του 1940-41 παρουσιάζει μια μοναδική ιδιαιτερότητα: αν εξαιρέσουμε τις πρώτες μέρες μετά την ιταλική εισβολή, οι πολεμικές επιχειρήσεις διεξήχθησαν στην επικράτεια όχι των εμπολέμων αλλά ενός τρίτου λαού. Κατειλημμένη στρατιωτικά από τον Απρίλιο του 1939, η γειτονική μας Αλβανία -και συγκεκριμένα οι νοτιότερες επαρχίες της- ήταν αυτή που μετατράπηκε σε πεδίο βολής και πηγή τροφοδοσίας των δυο στρατών.

    Με εξαίρεση την ελληνική μειονότητα της περιοχής, κι αυτή κατά κανόνα στο ρόλο του χειροκροτητή των ελληνικών στρατευμάτων, ο άμαχος πληθυσμός αυτού του πολεμικού θεάτρου απουσιάζει συνήθως ολοκληρωτικά από τις επετειακές αφηγήσεις. Η ιδιότητά του ως «παράπλευρου» θεατή (κι όχι μόνο) των ελληνικών επιτυχιών δεν αρκεί, φαίνεται, για να τους εξασφαλίσει μια θέση σε μνημονικές τελετές οργανωμένες με βάση ένα μανιχαϊκό δίπολο όπου υπάρχουν μόνο «δικοί μας» και «εχθροί».

    Κι όμως, αν ανατρέξει κανείς στις αυτοβιογραφικές αφηγήσεις όσων μετείχαν στο έπος του ’40, διαπιστώνει ότι οι σχετικές αναφορές κάθε άλλο παρά σπανίζουν. Απομνημονεύματα κι ημερολόγια φαντάρων ξεχειλίζουν από πληροφορίες, άλλοτε λακωνικές κι άλλοτε γλαφυρότατες, για τους κατοίκους της περιοχής που μετατράπηκε σε θέατρο της ελληνοϊταλικής αναμέτρησης. Σε είκοσι τέτοιες μαρτυρίες, δημοσιευμένες την τελευταία τριακονταετία, βασίζεται το σημερινό μας αφιέρωμα. Τα πλήρη στοιχεία των βιβλίων δίνονται σε χωριστή στήλη.

    Κρανίου τόπος

    Πόλεμος σημαίνει πρώτα απ’ όλα πένθος και υλικές καταστροφές, κι η Αλβανία του ’40 δεν θα μπορούσε ν’ αποτελεί εξαίρεση.

    «Περνούσαμε από χωριά εγκαταλειμμένα, βομβαρδισμένα και με πολλά σπίτια χαλασμένα από τις οβίδες, που έχασκαν σαν πληγές», θυμάται ένας κρητικός φαντάρος για την περιοχή της Κορυτσάς, το Δεκέμβριο του 1940. Λίγο παρακάτω, η Ερσέκα «ήταν ρημαγμένη από το βομβαρδισμό και εγκαταλειμμένη από κατοίκους. Μόνο ένα μαγαζάτορα είδαμε που πουλούσε ούζο» (Ρουμελιωτάκης, σ.40 & 52). Ενας ρουμελιώτης επιβεβαιώνει τη μαρτυρία του: «Περάσαμε την πόλιν Ερσέκα, η οποία έχει καταστραφεί από τους βομβαρδισμούς της εχθρικής αεροπορίας. Ωραία πόλις αλλά ακατοίκητος, μόνον ολίγους χωροφύλακας είδα να μένουν εκεί» (Νικολάου, σ.35).

    Στις 7 Ιανουαρίου, ο ίδιος στρατιώτης επισκέπτεται την Πρεμετή: «Ωραία πόλις και μεγάλη. Εκεί είδα την θραύσιν της ελληνικής αεροπορίας, είδα υπόστεγα, κτίρια, αυτοκίνητα και όπλα και διάφορον υλικόν αποτεφρωμένον στον δρόμο». Την επομένη, η πόλη χτυπιέται (και) απ’ τους Ιταλούς: «Το απόγευμα πήγαινα προς το Πρεμετί, αλλά ο Θεός και η Παναγία φύλαξαν και άλλαξα δρόμον διότι το Πρεμετί κάηκε από τις βόμβες των ιταλικών αεροπλάνων» (Νικολάου, σ.48-9).

    Η Κορυτσά, επίσης, «είναι αρκετά βομβαρδισμένη. Πολλά σπίτια δεν είναι παρά ερείπια» (Δασκούλης σ.67). «Νύχτα φτάσαμε στην έρημη και κατεστραμμένη από τις μάχες Βίγλιστα», θυμάται ένας μεταγωγικός. «Εκεί κοιμηθήκαμε ομάδες-ομάδες, με τα όπλα αγκαλιά, διαλέγοντας όποιο σπίτι μας άρεσε» (Κάρης, σ.14). Στις 21 Φλεβάρη, ένας πειραιώτης πυροβολητής αντικρύζει την Πέστανη «με τα κατάλευκα σπιτάκια της». Τρεις βδομάδες μετά, «η Πέστανη είναι τελείως κατεστραμμένη από τα πυροβολικά και των δυο αντιπάλων» (Καρατζίκας, σ.95 & 111).

    «Περνάμε το πρώτο αλβανικό χωριό», σημειώνει στις 3.12.40 στο ημερολόγιό του ο λαογράφος Δημήτρης Λουκάτος. «Το βαρύ πυροβολικό τούχει γκρεμίσει τα πρώτα σπίτια. Γκρεμισμένοι ξώτοιχοι αφήνουνε το μάτι να φθάσει ως όλα τα ενδότερα» (σ.76). Ενας πρόσφυγας πιτσιρικάς περιγράφει, πάλι, «τον τρόμο και τη φρίκη που είχαν σπείρει τα βομβαρδιστικά μας στο Πόγραδετς» (Σίσκος, σ.83).

    «Η Κλεισούρα είναι ένα μεγάλο χωριό με μεγάλα κτίρια», θυμάται ένας πατρινός ανθυπολοχαγός. «Εχει όμως καταντήσει ένα ερείπιο. Εχει κατακαεί κι είναι καταμαυρισμένο από τις βόμβες Ελλήνων και Ιταλών. Μαύρα χαλάσματα βλέπει μόνο κανείς και γύρω πλήθος τάφων των σκοτωμένων». Το Προγονάτι, πάλι, «ήταν κοντά στο μέτωπο και κτυπιότανε κι αυτό συνεχώς». Το ίδιο και «το απαίσιο Γκολέμι, χωριό μικρό, που πολλές φορές βομβαρδίστηκε από πυροβολικό Ιταλικό και κυρίως από Ιταλικά αεροπλάνα. Το χωριό κατήντησε ερείπιο και κατάμαυρο απ’ τη μπαρούτη. Τάφοι μόνον υπάρχουν εκεί σκοτωμένων». Οσο για τη ζωή των αμάχων, διαφωτιστική είναι η περιγραφή του για το γειτονικό Παλιόκαστρο: «Οι κάτοικοι του χωριού με την πρώτη οβίδα τρέχουν όλοι σε κάτι σπηλιές, που ’ναι στην άκρη του χωριού» (Αναστασόπουλος, σ. 80, 64, 60 & 57).

    Υπάρχει, τέλος, η εσωτερική προσφυγιά. «Καθ’ όλην την πορείαν αυτήν, ησθάνθην άλγος δια τους επιστρέφοντας πρόσφυγας εις τα χωρία των, τους οποίους εξηνάγκασαν οι Ιταλοί να εγκαταλείψουν», σημειώνει στις 23.11.40 ένας μικρασιάτης πεζικάριος (Κουτσοδόντης, σ.29), ενώ ο Δημοσθένης Ζαδές είναι πιο γλαφυρός: «Είχα δει το δράμα των ανθρώπων των χωριών, που φορτώνανε στις ράχες τους ή στα ζα, ό,τι προφταίνανε απ’ το πριν λίγες μέρες χαρούμενο νοικοκυριό τους και φεύγανε σ’ αντίθετη κατεύθυνση από κείνη που πηγαίναμε εμείς. Παίρνανε το δρόμο της προσφυγιάς, γιατί ο πόλεμος πάτησε το χωριό τους. Για ‘λόγους στρατηγικούς’ έπρεπε να φύγουνε» (σ.40).

    Φτώχεια κι επιτάξεις

    Η Ελλάδα του 1940 δεν ήταν καμιά πλούσια χώρα, με μοντέρνες υποδομές και ανέσεις. Στους φαντάρους της, όμως, η ανέχεια της αλβανικής υπαίθρου προκαλεί πραγματικό σοκ.

    «Δυστυχία και συφορά που δεν την φαντάζεται άνθρωπος δέρνει τον κόσμο εδώ», σημειώνει στις 3.12.40 ένας επιστρατευμένος δικηγόρος. «Αυτοί δεν βλέπουν θεού πρόσωπο ούτε διαβόλου. Εχω λεφτά στην τσέπη μου. Θέλω ν’ αγοράσω κάτι. Να βρω τσιγάρα. Ενα τσάι. Ενα φάκελο. Αστεία πράματα. Τα λεφτά είναι ολότελα άχρηστα. Μια κότα ζήτησα χωρίς να ξέρω πού θα τη βράσω και τα λεφτά μας δεν τα παίρνουν οι αρβανίτες. Τρομερό πράμα». Και παρακάτω: «Χοιρινό, κότα, πρόβατο, πρέπει να βάλης κυάλι για να ιδείς. Δεν υπάρχουν. Μπακάλικο-καφενείο, καλέ τι λες. Ούτε ακίνητα δεν υπάρχουν» (Γκοτσίνας, σ.44 & 46).

    Τις παρατηρήσεις του συμμερίζονται κι άλλοι φαντάροι, λιγότερο επηρεασμένοι απ’ τον αστικό πολιτισμό. «Η Ελλάς διαφέρει κατά πολύ της Αλβανίας, βλέπει κανείς χωριουδάκια περιποιημένα και όχι τα χάλια των αλβανικών», παρατηρεί ένας τσαγκάρης απ’ το Δίστομο (Νικολάου, σ.92). Κι ένας δάσκαλος συμπληρώνει για τα περίχωρα της Κορυτσάς: «Το μέρος φτωχό κι ο κόσμος φτωχός. Σε πολλά χωριά δε βρίσκομε σχολειό» (Σίσκος, σ.37).

    Αλβανόφωνο χριστιανικό χωριό, η Λέσνια «ήταν δίπλα στο δρόμο κι από πάνω του περνούσαν τα ηλεκτροφόρα σύρματα της Κορυτσάς, αλλά τα δικά του σπίτια δεν είχαν ούτε λάμπα πετρελαίου. Τα σπίτια ήταν από τα χειρότερα αγροτόσπιτα, κεραμίδια δεν είχαν και το πάτωμά τους ήταν πασαλειμμένο με σβουνιές βοδιών. Το τελευταίο αυτό ίσως νάταν και μόνωση» (Μιχελίδης 1984, σ.77-8).

    Υπάρχουν, βέβαια, και προνομιούχοι: «Εγώ θάβρισκα σπίτι για τους αξιωματικούς και για μένα. Ηταν ένα μεγάλο σπίτι, αρχοντικό. Είχε δυο οντάδες μεγάλους. Βρήκα και φωτιά αναμμένη. Ευλογία θεού. Ο νοικοκύρης, ένας καλοπερασμένος Αλβανός -έδειχνε προύχοντας εδώ- μας δέχτηκε με κάποια προσήνεια, μα το μούτρο του μου φάνηκε πονηρό και παλιάνθρωπος ο ίδιος» (Γκοτσίνας, σ.121).

    Η ανάγκη στέγασης, θέρμανσης και τροφοδοσίας δεκάδων χιλιάδων στρατιωτών επιβαρύνει φοβερά αυτές τις οριακές ισορροπίες. Το ημερολόγιο του δικηγόρου Γκοτσίνα, λοχία εφοδιασμού στο μέτωπο, είναι από κάθε άποψη αποκαλυπτικό:

    * «7.12.1940. Επρεπε να βρω κρέας για το λόχο. Αύριο Κυριακή. Οι Αρβανίτες δεν έχουν τίποτα λεν. Σκα δεν έχει. Ολο σκα ακούς. Χρειάζεται ζόρι. Ο,τι έχουν το κρύβουν και τους προσφέρουμε καλή πληρωμή. Ψάχνοντας στα καλύβια είχα και τον Στέλ. κοντά μου με όπλο για κάθε ενδεχόμενο. Ανακάλυψα ένα κοπαδάκι αρνοπρόβατα, καμιά 25. Ξέκοψα 4 αρνιά. Αρβανίτες, αρβανίτισσες, φωνή και κακό απ’ έξω. Ούτε ξέρω τι λέγουν. Πού να ξέρω; Τα πήγα να τα φυλάξω. Θα τα σφάξουμε αύριο» (σ.55-6).

    * «11.12.1940. Κρέας αδύνατον να βρεθεί. Οσα σφαχτά δεν κατάκοψε προελαύνοντας ο στρατός μας, τα εξαφάνισαν τρομοκρατημένοι οι Αρβανίτες. Σκα λοιπόν όπου ρωτούμε» (σ.68).

    * «26.12.1940. Βρήκαμε με κόπο και με μάχη μερικά σπίτια. Ο λόγος γιατί α) ήταν κι άλλος στρατός στο χωριό και 2) έψαχναν και άλλοι σχηματισμοί για σπίτια. Εκανα ό,τι μπορούσα να βρω σπίτια, εφαρμόζοντας όλους τους τρόπους στους Αρβανίτες» (σ.122-3).

    «Αλλοι μας κοιτούσαν σαν θεούς και άλλοι σαν δαίμονες, ιδίως όταν σε λίγο τμήματά μας δήμευαν ολόκληρα μπουλούκια ζώων τους και τους μοίραζαν για αποζημίωση ελληνικά χαρτονομίσματα», θυμάται πάλι ένας μεσσήνιος συνάδελφός του, μιλώντας για φαινόμενο που «έφτανε στα όρια της αρπαγής» (Παναγιωτόπουλος, σ.171).

    Εκτός απ’ την επίσημη επιμελητεία, υπήρχε φυσικά και η ανεπίσημη: «Η καθημερινή πείνα ζορίζει. Πάρα πολλοί φαντάροι που δεν αντέχουν σ’ αυτό το μαρτύριο κάνουνε παγάνες στη γύρω περιοχή και αγοράζουν ό,τι βρουν: καλαμπόκι, στάρι κτλ. Ομως οι πιο πολλοί είναι απένταροι και κατ’ ανάγκη ή πρέπει να υποφέρουν ή να κλέψουν. Γι’ αυτό περιτριγυρίζουν τις ιδιότυπες μυτερές καλαμποκοαποθήκες των χωρικών που είναι έξω από τα σπίτια και αρπάζουν καλαμπόκια. Οι χωρικοί διαμαρτύρονται και το τάγμα αναγκάστηκε να βγάλει περιπολίες και σκοπούς» (Μιχελίδης 1977, σ.53).

    Παρόμοια περιστατικά διανθίζουν κάθε αφήγηση. «Η αλήθεια είναι ότι εμείς εκεί πίσω δεν πεινάσαμε», εξομολογείται ένας ακαρνάνας ημιονηγός. «Βρίσκαμε κι από καμιά γίδα. Τις εψέναμε στις σπηλιές» (Κραμπής, σ.29). «Προτού καλά καλά φέξει», αφηγείται ένας άλλος, «ευρυτάνες θηρευτές της νύχτας είχαν έτοιμο, περασμένο στη σούβλα σφάγιο και άναβαν φωτιά. Ολοι συνένοχοι στην επιλήψιμο αυτή ενέργεια» (Λόης, σ.47). Ο δάσκαλος, πάλι, είναι σχεδόν συνθηματικός: «Τα αρνιά κι οι κότες κάνουν φτερά. Ή καλλίτερα στα δεύτερα πέφτουν τα φτερά…» (Σίσκος, σ.49).

    Τις συνέπειες τις υφίστανται, ως συνήθως, οι πιο αδύναμοι: «Ενας γεροντάκος, με χαλασμένο το ένα μάτι, Αλβανός, με σταματάει στο δρόμο μου: ‘Πεινώ, παιδάκι μου. Ψωμί ντεν έχει’. Του λέω νάρχεται στο Τάγμα, να του δίνω. Μου περισσεύει η κουραμάνα και το φαΐ» (Λουκάτος, σ.222 & 244).

    Δεν είναι όμως μόνο η τροφή. Ο δριμύτατος χειμώνας επιβαρύνει κι αυτός, με τον τρόπο του, τις τοπικές κοινωνίες: «5.12.1940. Κοιμήθηκα ωραία και ζεστά. Είχε μπόλικη φωτιά γιατί τα ξύλα και οι φράχτες των Αλβανών ρημάζονταν, όπου στεκόμαστε» (Γκοτσίνας, σ.53). «Η διμοιρία αφού πρώτα έκαψε όλα τα ξύλα που ήταν μαζεμένα για το χειμώνα ο Κυριάκος, άρχισε ύστερα να καίει και τους φράχτες από τους κήπους του. Κι όταν τέλειωσαν και οι φράχτες, κόβανε και τα δέντρα που ήταν γύρω από το σπίτι του. Εβλεπε ο Κυριάκος και πονούσε η καρδιά του. Μα τι νάκανε;» (Τσάρος, σ.72).

    Εργασία κι αγγαρεία

    Εκτός από αγαθά, ο πόλεμος όμως χρειάζεται κι ανθρώπους. «Δεν θέλαμεν πλέον να μείνωμεν εις το χωρίον, διότι όλα τα στρατεύματα ανεχώρησαν εις το μέτωπον και εφοβήθημεν τους κατοίκους. Ως εκ τούτου, κατορθώσαμεν να επιτάξωμεν 5 βοϊδάμαξα και αναχωρήσαμεν», σημειώνει στο ημερολόγιό του ένας πεζικάριος (Κουτσοδόντη, σ.30). Ενας συνάδελφός του, πάλι, περιγράφει μια πιο σύνθετη διαδικασία: «Ο ανθυπασπιστής μου είπε να πω στον Αλβανό να έρθει ως οδηγός μας και πρόσθεσε να τον βάλω μπροστά και αν επιχειρήσει να το σκάσει ο Αλβανός να τον σκοτώσω […] Ο Αλβανός οδηγός μου είπε να του δώσω ένα σημείωμα ότι τον χρησιμοποιήσαμε ως οδηγόν για να το δώσει στον Πρόεδρο του χωριού του να μεταβεί στην έδρα της 1ης Μεραρχίας για να πάρει αποζημίωση» (Παπαδήμος 1989:20-1).

    Τη λεπτομερέστερη περιγραφή παραθέτει οι Λουκάτος: «Το σούρουπο μαζεύονται στο Τάγμα όλοι οι Αρβανίτες του χωριού. Τους μαζεύει κάθε νύχτα το Τάγμα, και τους στέλνει υποχρεωτικά να κόψουν κορμούς δέντρων στο βουνό, για αμυντικά έργα. Καλούμε το πρωί το Μουχτάρη και του λέμε: ‘Απόψε θέλουμε 40 εργάτες’. Ο Μουχτάρης διαμαρτύρεται: ‘Το εργκατικό ντεν έχει τόσο πολύ. Εχει άρρωστο. Εχει πάει Κορύτσα’. Εμείς επιμένουμε. ‘Αν δεν μαζωχτούν τόσοι ως το βράδυ, στέλνομε τον λοχία, με όπλα και χειροβομβίδες, να τους μαζέψει με τη βία. Πρέπει όλη νύχτα να πάνε στο βουνό’. Στρατολογούμε όλες τις ηλικίες, από 12 χρόνων ως 60» (σ.220).

    Εξίσου εύγλωττο το τέχνασμα που επιστρατεύτηκε όταν οι χωρικοί κρύφτηκαν για ν’ αποφύγουν την αγγαρεία: «Αύριο, λέμε, πούναι Σάββατο, μπορεί όποιος θέλει να πάει στην Κορυτσά. Αυτό οι Αλβανοί το ποθούν, γιατί καιρός είναι που τους έχουν απαγορευτεί οι μετακινήσεις και γιατί θέλουν να ψωνίσουν, για τα σπίτια και τα μαγαζιά τους. Η Κορυτσά είναι η μόνη πολιτεία που έχουν να πάνε, κι ας απέχει 170 χιλιόμετρα. Οι άλλες (Ελβασάν-Βεράτι) είναι στα ιταλικά χέρια, και δεν μπορούν να περάσουν. Μαζεύονται λοιπόν, ανύποπτοι και χαρούμενοι, όλοι τους. Οι φουκαράδες. Δίνουν τα ονόματά τους για την άδεια και περιμένουν. Μα, ξαφνικά, γίνεται η ‘προδοσία’. Ετσι, όπως είναι, τους κατακρατούν όλους, και με συνοδεία τους παίρνουν στο βουνό για να δουλέψουν. Στενοχωριέμαι για λογαριασμό της Ελλάδος και κρύβομαι» (σ.223).

    Με το ζόρι ή εθελοντικά, δεν είναι λίγοι οι Αλβανοί που βγάζουν μεροκάματο. «Δουλειά τους είναι να μεταφέρουν στον ώμο τα τρόφιμα των προφυλακών, εκεί δηλ. που δεν μπορεί να πατήσει πόδι ζώου, να ξεθάψουν στρατιώτες από το χιόνι, να φέρουν στην πλάτη βαρέλια με κονιάκ για να ζεσταθούν τα τμήματα και το σπουδαιότερο ν’ ανοίξουν δρόμο. Γίνονται και οδηγοί και αγωγιάτες και κατάσκοποι» (Σίσκος, σ.110).

    Αφθονη δουλειά υπάρχει και για τις γυναίκες: «Χίλιοι πεντακόσιοι στρατιώτες σ’ ένα χωριό με ογδόντα σπιτάκια, είναι πολλοί. Οι γυναίκες σ’ όλα τα σπίτια έχουν μπουγάδα κάθε μέρα» (Σίσκος, σ.77). Πανευτυχής που βρήκε λύση, καθώς ήταν «μαθημένος να του τα δίνουν όλα στο χέρι», ο τσαγκάρης απ’ το Δίστομο σημειώνει πως για το πλύσιμο των ρούχων του πλήρωσε «3 δραχμές το κομμάτι» (Νικολάου, σ.33-4 & 70).

    Μεταξύ κατακτητών

    Με δεδομένα τα ήθη της περιοχής, αλλά κι επειδή ο φόβος φυλάει τα έρημα, οι Αλβανίδες -ιδίως οι νεότερες- δεν είναι και πολύ ορατές στους στρατιώτες. Στη θέα μιας πανέμορφης τριαντάρας, ένας λοχίας αποφαίνεται πως ο σύζυγός της «είχε δίκιο ο φουκαράς να τήνε κρύψει απ’ τα λαίμαργα μάτια των φαντάρων» (Ζαδές 1981, σ.23). Δεν λείπουν κάποια περιστατικά φλερτ (Λουκάτος, σ. 244-61) ή ομαδικών βιασμών (Κραμπής 1991, σ.27). Ως επί το πλείστον, όμως, οι αλβανομάχοι μένουν μάλλον με την όρεξη: «Με κόπο χώθηκε στο σπίτι του Μουχτάρη όλος ο λόχος μας, αφού τον υποχρεώσαμε να μαζέψη το χαρέμι του σ’ ένα ιδιαίτερο διαμέρισμα. Οι σκλαβωμένες γυναίκες του όμως προσπαθούν με κάθε τρόπο να επικοινωνήσουν μαζί μας» (Μιχελίδης 1977, σ.43-4).

    Η ιεραρχία καταστέλλει, άλλωστε, αυτού του είδους τις επαφές: «Ενας φαντάρος που θέλησε να δημιουργήσει ερωτικές σχέσεις με μια Αρβανιτοπούλα αφράτη, παχουλή, τιμωρήθηκε με σαράντα μέρες φυλάκιση από το στρατηγό» (Σίσκος, σ.38).

    Πόλεμος σημαίνει έρευνες της ελληνικής χωροφυλακής στα σπίτια για όπλα και κακοποίηση όσων διαμαρτύρονταν (Ρουμελιωτάκης, σ.42), σύλληψη και παράδοση στο «γραφείο αντικατασκοπίας» κάθε χωρικού που κατηγορείται π.χ. ότι «προσπάθησε να δώσει σήματα με φακό σε διερχόμενο αεροπλάνο» (Κουτρολίκος, σ.165). Με κάποιες εξαιρέσεις, πάντα: «Στην πόρτα του σπιτιού ήταν μια διαταγή της Γ΄ Διοίκησης Ηπείρου, που έλεγε να μην πειράξει κανείς τον τάδε, γιατί είναι φίλος της Ελλάδας» (Ρουμελιωτάκης, σ.51).

    Η πλειοψηφία του πληθυσμού, σύμφωνα με τις περισσότερες μαρτυρίες, κρατά απέναντι στον ελληνικό στρατό μια στάση νομιμόφρονα μεν αλλά επιφυλακτική. «Κύριο συστατικό της ατμόσφαιρας που επικρατούσε στο χωριό», γράφει για την τρίμηνη παραμονή του στο Γαρδίκι ένας ηπειρώτης βοηθητικός, «ήταν ένας διάχυτος φόβος που δεν εκδηλωνόταν φανερά, τον διαισθανόσουν όμως από τη στάση των ανθρώπων, τα λόγια τους και τις αντιδράσεις τους. […] Ενιωθαν σκλάβοι, το είχαμε συνειδητοποιήσει αυτό, παρόλο που κανένας τους δεν πειράχτηκε. Το παράξενο ήταν πως τους Ιταλούς τους έβλεπαν με διαφορετικό τρόπο, τα αισθήματά τους ήταν φιλικά γι’ αυτούς, προδίδονταν ακόμα και στις κουβέντες τους. Φοβούνταν ίσως από μας και για το μέλλον του τόπου τους» (Νικολαΐδης, σ.97 & 111).

    «Είναι αλήθεια πως οι Αλβανοί δεν μας βλέπουν φιλικά», διαβάζουμε σ’ ένα ημερολόγιο. «Μας περιποιούνται κάπως, σαν κατακτητές, αλλά προτιμούν τους Ιταλούς από μας. Φαίνεται πως εκείνοι τους μεταχειρίστηκαν πιο φιλικά…». Στις αρχές Απριλίου, πιά, «δεν βλέπουν την ώρα να ξεκουμπιστούμε από τον τόπο τους. Εχουνε και δίκιο. Γίναμε αφεντικά στον τόπο τους, εγκατασταθήκαμε στα σπίτια τους, τους φάγαμε ό,τι φτωχό είχαν (κόττες, χοίρους, βόδια), τους κόψαμε τα δέντρα τους, τα ξύλα τους, ακόμα και τα πορτοπαράθυρά τους» (Λουκάτος, σ.220 & 257).

    Οι τίτλοι του τέλους θα πέσουν με την υποχώρηση: «Στ’ αρβανίτικα χωριά που περνάμε, δεν φαίνεται ψυχή. Εχουνε κρυφτεί ή φύγει οι χωριάτες, από φόβο. Ομως εμείς περνάμε ήσυχα και πολιτισμένα. […] Θα χαίρονται, σκέφτομαι, κι έχουν δίκιο. Ομως δεν θ’ απομείνουν ελεύθεροι. Σε δυο τρεις μέρες θα τους παραλάβει άλλο αφεντικό» (όπ.π., σ.297).

    Στα χαρακώματα της γλώσσας

    Το γλωσσικό φράγμα δυσκολεύει κάπως τις επαφές μεταξύ ελλήνων φαντάρων και ντόπιων κατοίκων. Ευτυχώς όμως υπάρχουν οι αρβανίτικες κοινότητες της Νότιας Ελλάδας, με τη διάλεκτό τους ακόμη ζωντανή, οπότε δεν αργούν να βρεθούν μεταφραστές:

    * «Χτύπησα την πόρτα και βγήκε ένας μεσόκοπος Αλβανός. Είπα σε δυο στρατιώτες που ήταν από το Κρανίδι και γνώριζαν αρβανίτικα να πλησιάσουν εκεί για να συνεννοηθούμε» (Παπαδήμος, σ.19).

    * «Ο Τάσος, που ήταν απ’ τα δικά μας τα Σουλιμοχώρια, ήξερε τ’ αρβανίτικα σαν τα ελληνικά, Θάκανε το διερμηνέα. Τον έβαλα, λοιπόν, ν’ αρχινήσει μια ψιλοκουβέντα με τον Πρόντα. Στην αρχή τούτος ξαφνιάστηκε πάκουσε να μιλάνε στη γλώσσα του τόσο καθάρια» (Ζαδές, σ.19).

    * «Μας φέρνουν συνοδεία, στο Τάγμα, δυο πολίτες Αλβανούς. Είναι, λέει, αυτομόλοι σε μας, λιποτάκτες του ιταλικού στρατού. Θέλουνε να πάνε στα σπίτια τους, που είναι στα δικά μας μετώπισθεν. Τους περιεργαζόμαστε. Ενας δυο φαντάροι, που ξέρουν αρβανίτικα, βοηθάνε στην ανάκριση» (Λουκάτος, σ.219).

    Το 1940 δεν έχουν κλείσει ούτε τρεις δεκαετίες από τότε που η Αλβανία έπαψε ν’ αποτελεί τμήμα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Στη συνεννόηση με τους ηλικιωμένους βοηθάνε, έτσι, και τα τούρκικα: «Βγαίνει ένα γεροντάκι κατατρομαγμένο, του κάνουμε νόημα για κάτι φαγώσιμο, μάζεψε τους ώμους και με χέρια, με τις χειρονομίες μας είπε όχι, δεν έχω τίποτε», θυμάται ένας επιστρατευμένος γιαννιώτης δάσκαλος. «Τέλος επιστράτευσα τα λίγα τουρκικά που είχα μάθει υπηρετώντας δάσκαλος στα Μουσουλμανικά Σχολεία της Θράκης, στις Σάππες Κομοτηνής και στο Ωραίο Ξάνθης, τρία ολόκληρα χρόνια. Γλύκανε το πρόσωπο του γέρου με τα τουρκικά, πήγε οπίσω, μέσα στο σπίτι και μας έφερε αρκετή φακή και αρκετή μυζήθρα, αλμυρή φοβερά. Τον ευχαρίστησα και πάλι τουρκικά και φύγαμε νοικοκυραίοι» (Οικονόμου, σ.50).

    «Εννοείται πως όσοι ξέρουν τούρκικα ή είναι από τα περίχωρα της Αθήνας, που ύστερα από 115 χρόνια λευτεριά μιλούν ακόμα αρβανίτικα, αυτοί συνεννοούνται εύκολα», συνοψίζει απ’ την πλευρά του ένας μικρασιάτης πεζικάριος (Μιχελίδης, σ.41).

    Υπάρχουν, ωστόσο, και πιο πολύπλοκες καταστάσεις: «Το αφεντικό μας είναι Ρουμάνος και μιλάνε όλοι στο σπίτι τους, όπως και πολλές άλλες οικογένειες στο χωριό εδώ βλάχικα. Βαβυλωνία γλωσσών κι εδώ στην Αλβανία» (Σίσκος, σ.83).

    Οι περισσότεροι φαντάροι θα χρειαστεί, φυσικά, ν’ αρχίσουν από τα στοιχειώδη. «Ενα κοριτσάκι, Αλβανιδούλα, μας πουλάει κάρτες και αναμνηστικά», σημειώνει στις 3.12.40 ο Λουκάτος. «Κουβεντιάζω μαζί της και μαθαίνω την πρώτη αλβανική λέξη. ‘Σκα’ = δεν έχω» (σ.80). Η εμπειρία είναι λίγο πολύ κοινή: «Η πρώτη λέξη του καχύποπτου Τουρκαλβανού είναι τούτη: ‘Σκα, ιτς, μωρέ στρατιώτη’. Που θα πει: δεν έχει τίποτα, διόλου» (Μιχελίδης 1977, σ.41). «Οι Αρβανίτες, κάθε φορά που τους ζητούσαμε κάτι με πληρωμή, μας απαντούσανε με το χαρακτηριστικό ‘σκα’, δεν έχει» (Σίσκος, σ.38).

    Δίπλα στις ντοπιολαλιές των κατοίκων, οι επίσημες γλώσσες νικητή και ηττημένου δίνουν κι αυτές τη δική τους, ιδιότυπη μάχη: «Περνάμε το πρώτο αλβανικό χωριό. Ιταλικές επιγραφές, εδώ κι εκεί, θυμίζουν τον προηγούμενο κυρίαρχο. Τώρα θα μπούνε ελληνικές» (Λουκάτος, σ.76). Στο νόημα έχει μπει ακόμη κι ένας πολύγλωσσος δωδεκάχρονος απ’ το Πόγραδετς: «Κάθε φορά που ζητάμε να μας εξηγήσει ιταλικά πράγματα του δωματίου, μας απαντάει: ‘Δεν ξέρεις ιταλικά… Τώρα ξέρεις ελληνικά…’» (Σίσκος, σ.83-4).

    Πολύ πριν παρέμβει διοικητικά, το κράτος του -προσωρινού- νικητή δίνει άλλωστε το παρών, μέσω της κυρίαρχης ιδεολογίας: «Το βράδι, καθώς καθόμαστε γύρω από το τζάκι συντροφιά τις πιότερες φορές με τους νοικοκυραίους, οι έφεδροι αξιωματικοί, που είμαστε στα τρία τέταρτα δάσκαλοι, για να μην ξεχάσουμε και το επάγγελμά μας, μα και από κάποια γενικότερη εθνική υποχρέωση, αρχίζουμε στ’ Αρβανιτόπουλα τη διδασκαλία της καινούριας τους γλώσσας» (όπ.π., σ.77).

    http://www.iospress.gr/ios2010/ios20101024.htm

    Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s