ΔΣΕ

Η ρήξη Τίτο – Στάλιν 

maxresdefault
Του Σπυριδωνα Σφετα*

Η εξασφάλιση της γιουγκοσλαβικής βοήθειας ήταν απαραίτητη προϋπόθεση για τον Ζαχαριάδη προκειμένου να αρχίσει τον ένοπλο αγώνα το 1946, με σταδιακή κλιμάκωση, φθάνοντας και στην ολομέτωπη σύγκρουση. Μέσω Γιουγκοσλαβίας (Πάντσεβο – Μοναστήρι) διερχόταν ο κύριος όγκος της βοήθειας της Σοβιετικής Ενωσης και άλλων ανατολικών χωρών. Τραυματίες του Δημοκρατικού Στρατού περιθάλπονταν σε νοσοκομεία της Γιουγκοσλαβίας, στο Βελιγράδι είχε εγκατασταθεί το Δεύτερο Κλιμάκιο του ΚΚΕ, από γιουγκοσλαβικό έδαφος εξέπεμπε ο ραδιοφωνικός σταθμός των ανταρτών, ενώ οι μαχητές του Δημοκρατικού Στρατού μπορούσαν να καταφεύγουν σε γιουγκοσλαβικό έδαφος, εφόσον τα σύνορα ήταν ανοιχτά.

Η ρήξη Τίτο – Στάλιν το 1948 επέδρασε στις σχέσεις ΚΚΕ – Κ.Κ. Γιουγκοσλαβίας, γεγονός που μοιραία είχε αντίκτυπο και στην παρεχόμενη γιουγκοσλαβική βοήθεια.

Οι τέσσερις αιτίες της σύγκρουσης

Η βασική αιτία της ρήξης του Τίτο με τον Στάλιν ήταν η πολιτική ηγεμονισμού του ηγέτη της Γιουγκοσλαβίας στα Βαλκάνια. Ενισχυμένος από την ουσιαστική συμβολή του στην αντιφασιστική νίκη, από την άνοδο στην εξουσία κυρίως με τις δυνάμεις των παρτιζάνων του, από τη διεθνή του καταξίωση, αλλά και από τη γεωπολιτική θέση της Γιουγκοσλαβίας, ο Τίτο προσπάθησε να επιβάλει έναν γιουγκοσλαβικό ηγεμονισμό, να εξελιχθεί σε έναν μικρό Στάλιν στα Βαλκάνια.

Η πολιτική του Τίτο

Συγκεκριμένα, η πολιτική του απέβλεπε:

1) Στην ίδρυση μιας νοτιοσλαβικής ομοσπονδίας Γιουγκοσλαβίας – Βουλγαρίας, με ένταξη του βουλγαρικού τμήματος της Μακεδονίας στη «Λαϊκή Δημοκρατία της Μακεδονίας».

2) Στην απορρόφηση της Αλβανίας και στην ένταξή της στη νοτιοσλαβική ομοσπονδία. Αν αυτό πραγματοποιούνταν, το Βελιγράδι θα εκχωρούσε το Κόσοβο στην Αλβανία.

3) Στην καλύτερη διαπραγμάτευση του ζητήματος των γιουγκοσλαβικών εδαφικών διεκδικήσεων επί της ελληνικής Μακεδονίας, σε περίπτωση νίκης του Δημοκρατικού Στρατού στην Ελλάδα. Ηδη μέσα στους κόλπους του ΝΟΦ (Narodno Osloboditelen Front – Λαϊκό Απελευθερωτικό Μέτωπο) υπήρχε μια ισχυρή φιλογιουγκοσλαβική ομάδα (Ηλίας Δημάκης, Μιχάλης Κεραμιτζής, Βαγγέλης Αγιάνης) που προπαγάνδιζε τη γιουγκοσλαβική λύση του Μακεδονικού (δικαίωμα αυτοδιάθεσης, συνένωση του «μακεδονικού λαού» εντός της Γιουγκοσλαβίας) σε αντίθεση με την επίσημη θέση του ΚΚΕ (ισοτιμία του «μακεδονικού λαού» σε μια λαοκρατούμενη Ελλάδα).

4) Οι διεκδικήσεις της Γιουγκοσλαβίας επί της Τεργέστης επηρέαζαν αρνητικά τις σχέσεις της Γιουγκοσλαβίας με τους Αμερικανούς και τους Αγγλους και προκαλούσαν δυσκολίες στην πολιτική του ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος που υπό την ηγεσία του νομοταγούς Τολιάτι ήταν σημαντικός παράγοντας στον ιταλικό πολιτικό βίο.

Ο Στάλιν αντέδρασε όταν η Βουλγαρία και η Γιουγκοσλαβία μονόγραψαν στο Μπλεντ (Αύγουστος 1947) ένα σύμφωνο φιλίας και αμοιβαίας βοήθειας, χωρίς να ενημερωθεί ο ίδιος και πριν τεθεί σε ισχύ η Συνθήκη Ειρήνης με τη Βουλγαρία. Ιδιαίτερα επικριτικός στάθηκε ο Στάλιν έναντι της γιουγκοσλαβικής ηγεσίας σχετικά με την αποστολή μιας γιουγκοσλαβικής μεραρχίας στην Αλβανία στα τέλη του 1947, όταν εκκρεμούσε η υπόθεση του επεισοδίου της Κέρκυρας και ήταν γνωστή η αμερικανοβρετανική πολιτική έναντι της Αλβανίας (μη αναγνώριση του καθεστώτος του Χότζα από την Αμερική και την Αγγλία, κίνδυνος κατάληψης της Αλβανίας, που δεν είχε ακόμα διεθνή υπόσταση, από Αγγλους και Αμερικανούς). Μετά την υπογραφή του βουλγαρογιουγκοσλαβικού συμφώνου φιλίας και αμοιβαίας βοήθειας (Νοέμβριος 1948) επακολούθησε η υπογραφή παρόμοιων συμφώνων της Βουλγαρίας και Γιουγκοσλαβίας με άλλες ανατολικές χώρες. Οι ανεύθυνες δηλώσεις του Δημητρώφ στη Ρουμανία, τον Ιανουάριο του 1948, για μια ομοσπονδία ή συνομοσπονδία των ανατολικών χωρών, στην οποία θα μπορούσε να ενταχθεί και η «Λαϊκή Δημοκρατία της Ελλάδας», προκάλεσαν επίσης την οργή του Στάλιν.

«Το ζήτημα της ομοσπονδίας ή της συνομοσπονδίας μάς φαίνεται πρόωρο. Δεν ήταν στην ημερήσια διάταξη και δεν υπήρξε θέμα συζήτησης στις συνδιασκέψεις μας. Οταν το ζήτημα ωριμάσει -πράγμα που αναμφισβήτητα μια μέρα θα συμβεί- θα το λύσουν οι λαοί μας και συγκεκριμένα τα έθνη των Λαϊκών Δημοκρατιών -της Ρουμανίας, της Βουλγαρίας, της Γιουγκοσλαβίας, της Αλβανίας, της Τσεχοσλοβακίας, της Πολωνίας, της Ουγγαρίας και της Ελλάδας- σημειώστε επίσης της Ελλάδας…», ήταν η απάντηση του Δημητρώφ σε ερώτηση δημοσιογράφου για φήμες σχετικά με τη συγκρότηση μιας ομοσπονδίας στην ανατολική και νοτιοανατολική Ευρώπη.

Ο Στάλιν δεν μπορούσε να ανεχθεί μείωση της σοβιετικής επιρροής στην ανατολική και νοτιοανατολική Ευρώπη. Η αναφορά του Δημητρώφ στην Ελλάδα και η υπερβολική εμπλοκή της Γιουγκοσλαβίας στον ελληνικό εμφύλιο πόλεμο θα μπορούσαν να ερμηνευτούν από τους Αμερικανούς ότι είχαν τη συγκατάθεση της Σοβιετικής Ενωσης και να επηρεάσουν τις αμερικανοσοβιετικές σχέσεις. Αλλά από την άλλη πλευρά και ο Στάλιν προσπαθούσε να ελέγξει τη Γιουγκοσλαβία είτε επιλέγοντας το Βελιγράδι ως έδρα της Κομινφόρμ είτε ιδρύοντας κοινές μετοχικές σοβιετογιουγκοσλαβικές εταιρείες.

Μείωση της γιουγκοσλαβικής βοήθειας προς τον ΔΣΕ

Η Γιουγκοσλαβία αποπέμφθηκε από την Κομινφόρμ στις 28 Ιουνίου 1948 λόγω «οπορτουνιστικής και αντισοβιετικής πολιτικής» και το σοβιετικό σχέδιο προέβλεπε ανατροπή της κλίκας του Τίτο με εσωτερικό πραξικόπημα. Το ΚΚΕ ευθυγραμμίστηκε με την πολιτική της Κομινφόρμ, χωρίς όμως να στραφεί δημόσια έντονα κατά της Γιουγκοσλαβίας. Ωστόσο, η γιουγκοσλαβική βοήθεια άρχισε να μειώνεται αισθητά, χωρίς να εκλείψει εντελώς. Τα σύνορα παρέμειναν ανοιχτά και οι τραυματίες του Δημοκρατικού Στρατού μεταφέρονταν ακόμα για περίθαλψη στη Γιουγκοσλαβία. Ο κύριος όγκος της στρατιωτικής βοήθειας προερχόταν πλέον από τη Σοβιετική Ενωση μέσω Βουλγαρίας και εντός της Κομινφόρμ είχε συγκροτηθεί ειδική επιτροπή για τον συντονισμό της βοήθειας προς τον Δημοκρατικό Στρατό. Το ΚΚΕ απέφευγε να έχει σχέσεις με υψηλόβαθμα στελέχη του Κ.Κ. Γιουγκοσλαβίας και οι επαφές κατώτερων στελεχών μεταξύ των δύο κομμάτων περιορίζονταν σε τεχνικά ζητήματα. Μια ψύχρανση στις σχέσεις των δύο κομμάτων ήταν αισθητή. Η ελληνική κυβέρνηση εκμεταλλεύτηκε τη ρήξη Τίτο – Στάλιν, αρχίζοντας ψυχολογικό πόλεμο κατά του Δημοκρατικού Στρατού την περίοδο ακριβώς που μαίνονταν οι συγκρούσεις στον Γράμμο. Το μεγαλύτερο, ωστόσο, πρόβλημα για το ΚΚΕ ήταν η φανερή πλέον διάσπαση εντός του ΝΟΦ. Οι Ηλίας Δημάκης, Μιχάλης Κεραμιτζής και Βαγγέλης Αγιάνης εγκαταστάθηκαν στα Σκόπια. Από εκεί άρχισαν να οργανώνουν λιποταξίες Σλαβομακεδόνων από τον Δημοκρατικό Στρατό προς τη Γιουγκοσλαβία, καλλιεργώντας ένα πνεύμα ηττοπάθειας και τονίζοντας ότι το ΚΚΕ πρόδωσε τον αγώνα του «μακεδονικού λαού» που πολεμά άσκοπα.

Αδιέξοδο

«Από το 1948 δημιουργούν μυστικές οργανώσεις και γιάφκες και σαμποτάρουν τον ΔΣΕ. Σπέρνουν την ηττοπάθεια, λέγοντας ότι χάσαμε τον αγώνα, οι μοναρχοφασίστες είναι πιο δυνατοί και θα καταλάβουν το Βίτσι. Τζάμπα σκοτώθηκαν τα παιδιά μας και πρέπει να φύγουμε στη Γιουγκοσλαβία. Σε όλες αυτές τις προσπάθειες κεντρική τους επιδίωξη ήταν η διάσπαση της ενότητας του σλαβομακεδονικού και του ελληνικού λαού, το αδυνάτισμα του κινήματος. Για την επιτυχία τους εκμεταλλεύονταν τον πατριωτισμό του σλαβομακεδονικού λαού και όλες τις αδυναμίες του κινήματος», έγραφε την 1η Οκτωβρίου 1952 προς την Κ.Ε. του ΚΚΕ ο Σταύρος Κωστόπουλος, νέος πρόεδρος του ΝΟΦ από τον Αύγουστο του 1948.

Αν ληφθεί υπόψη η αδυναμία του Δημοκρατικού Στρατού να υλοποιήσει το Σχέδιο Λίμνες για αύξηση της δύναμης των ανταρτών στις 60.000, αλλά και η ανοιχτή ρήξη Ζαχαριάδη – Βαφειάδη το φθινόπωρο του 1948, είναι κατανοητό το αδιέξοδο στο οποίο είχε περιέλθει το ΚΚΕ. Για να εξασφαλίσει περισσότερη βοήθεια από τις ανατολικές χώρες, ο Ζαχαριάδης επέδειξε υπερβάλλοντα αντιγιουγκοσλαβικό ζήλο σε μια προσπάθειά του να καταστήσει το ΚΚΕ μέλος της Κομινφόρμ. Αλλά η Σοβιετική Ενωση, για ευνόητους λόγους, δεν δέχθηκε το ΚΚΕ στην Κομινφόρμ, ακόμα και μετά τη σοβιετογιουγκοσλαβική ρήξη. Καρπός της αντιγιουγκοσλαβικής πολιτικής του ΚΚΕ ήταν και η νέα θέση του στο Μακεδονικό το 1949 για το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης και αποκατάστασης του «μακεδονικού λαού» σε μια βαλκανική ομοσπονδία και όχι σε γιουγκοσλαβική, γεγονός που αποτέλεσε τον καταλύτη για την οριστική ρήξη των σχέσεων ΚΚΕ και ΚΚΓ και το κλείσιμο των ελληνογιουγκοσλαβικών συνόρων τον Ιούλιο του 1949.

* Ο κ. Σπυρίδων Σφέτας είναι βαλκανιολόγος.

 

Πηγή: Η ρήξη Τίτο – Στάλιν | Κόσμος | Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Advertisements

3 thoughts on “Η ρήξη Τίτο – Στάλιν ”

  1. Άγνωστες πτυχές της ζωής του Γιόσιπ Μπροζ Τίτο αποκαλύπτονται σε πολιτική βιογραφία του

    «Όταν έπρεπε να γίνει ηγέτης των Κροατών κομμουνιστών ήταν Κροάτης, όταν αγωνιζόταν για την εύνοια της Μόσχας για να ανέλθει στην ηγεσία του KPJ ήταν ένας από τους κορυφαίους Γιουγκοσλάβους σταλινικούς. Όταν έπρεπε να πάρει την εξουσία στη Γιουγκοσλαβία ήταν Γιουγκοσλάβος, όταν άρχισε να αισθάνεται πίεση υπό το μανδύα του Στάλιν έγινε αντισταλινικός, όταν δεν μπόρεσε να υλοποιήσει τις μεγαλοκρατικές φιλοδοξίες του στα Βαλκάνια και την Ευρώπη, τότε έγινε ένας από τους ηγέτες των Αδέσμευτων. Και πάντα κατόρθωνε να δημιουργήσει την εντύπωση ότι ανέκαθεν ήταν ό,τι διακήρυττε εκείνη τη στιγμή, κάτι που τον νομιμοποιεί ως έναν από τους πιο επιδέξιους πολιτικούς της σύγχρονης εποχής», τόνισε ο κ. Σίμιτς.Το 1977, ο ισόβιος ηγέτης της Γιουγκοσλαβίας, Γιόσιπ Μπροζ Τίτο, κατά τη διάρκεια διάλεξης σε σπουδαστές της πολιτικής σχολής του κόμματός του, περιέγραψε με δύο διαφορετικές εκδοχές το πότε και πώς η Μόσχα τον διόρισε Γενικό Γραμματέα της Κεντρικής Επιτροπής του Κομμουνιστικού Κόμματος της Γιουγκοσλαβίας.

    Το συγκεκριμένο γεγονός αποτέλεσε το κίνητρο για τον Πέρο Σίμιτς, πολιτικό αρθρογράφο και συγγραφέα στη Σερβία, να αρχίσει μακρόχρονη έρευνα, επί 18 χρόνια, για τις άγνωστες πτυχές της ζωής του Τίτο, με καρπό την πολιτική βιογραφία, «Τίτο, ο κρυφός αιώνας», βασισμένης σε έγγραφα του αρχείου του Στάλιν, στη Μόσχα.

    «Στο βιβλίο αποκαλύπτονται περισσότερα από 500 νέα γεγονότα-δεδομένα για τον Τίτο απ’ όλες τις χρονικές περιόδους της ζωής του. Στα νέα στοιχεία περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, 15 διαφορετικές ημερομηνίες γέννησής του καθως και μία σειρά άγνωστων λεπτομερειών για τα τελευταία χρόνια της ισόβιας διακυβέρνησής του στην πρώην Γιουγκοσλαβία, που παρουσιάζονται για πρώτη φορά στην κοινή γνώμη», ανέφερε σε συνέντευξή του στο ΑΠΕ – ΜΠΕ ο κ. Σίμιτς.

    «Παραδείγματος χάριν, η Αυστρο-Ουγγαρία, το 1914 τού απένειμε το αργυρό μετάλλιο της γενναιότητας για τις υπηρεσίες του στην «εκστρατεία τιμωρίας« κατά της Σερβίας. Επίσης, ως κρυφός συνεργάτης των μυστικών σοβιετικών υπηρεσιών συμμετείχε στον εμφύλιο πόλεμο στην Ισπανία, κάτι που ο Τίτο έκρυβε έως το τέλος της ζωής του», υπογράμμισε ο κ. Σίμιτς, αναφερόμενος σε ορισμένα από τα στοιχεία για τη ζωή του Τίτο, που αποκαλύπτονται στο βιβλίο.

    Ιδιαίτερη βαρύτητα έδωσε ο συγγραφέας στα νέα ντοκουμέντα, που ρίχνουν φως στον ιδιαίτερα ευαίσθητο ρόλο του Τίτο στις σταλινικές διώξεις στη Σοβιετική Ένωση.

    «Ενώ ο Τίτο αγωνιζόταν να ανέλθει στην ηγεσία του Κομμουνιστικού Κόμματος της Γιουγκοσλαβίας (KPJ), εκτελέστηκαν κορυφαία στελέχη του κόμματός του και περίπου 800 Γιουγκοσλάβοι. Ήταν το μεγαλύτερο μυστικό στη ζωή του Τίτο, το οποίο έκρυβε και από τους πιο στενούς συνεργάτες του. Και τώρα, για πρώτη φορά έρχεται στο φως με γεγονότα», υποστήριξε ο συγγραφέας του βιβλίου.

    Δεκάδες έγγραφα που δημοσιεύονται αποκλειστικά στο βιβλίο καταδεικνύουν ότι ο Τίτο, για την πλειονότητα των Γιουγκοσλάβων κομμουνιστών, πριν από την εξόντωσή τους στην πρώην Σοβιετική Ένωση, διατύπωνε «αρνητικές απόψεις» στους πράκτορες της μυστικής αστυνομίας του Στάλιν, NKDV, πρόσθεσε.

    Ο συγγραφέας εξήγησε ότι χάρη σε ευτυχείς συγκυρίες «χτύπησε» πρώτη φορά την πόρτα των αρχείων της Μόσχας, στα οποία φυλάσσονται τα μεγαλύτερα μυστικά της βιογραφίας του Τίτο, το Μάιο του 1990, όταν οι περιορισμοί του «σιδηρού παραπετάσματος» άρχισαν να αίρονται.

    «Το «κουτί της Πανδώρας« για τον Τίτο, το άνοιγα υπομονετικά τα τελευταία 18 χρόνια και πέρσι, αιφνιδίως, εμφανίστηκαν περισσότερα από 100 νέα έγγραφα, τα οποία επί επτά δεκαετίες φυλάσσονταν στο αρχείο του Στάλιν, στη Μόσχα, ένα από τα πιο ερμητικά κλειστά στον κόσμο. Έτσι, μαζί με πλήθος νέων εγγράφων για τα τελευταία χρόνια της διακυβέρνησης του Τίτο που κρατούνται στα αρχεία του Βελιγραδίου, δημιουργήθηκαν οι προϋποθέσεις για τη συγγραφή της πρώτης πολιτικής βιογραφίας του Τίτο», σημείωσε.

    «Άγνωστες λεπτομέρειες από το βίο του Τίτο ερευνώ από το 1977, όταν μόνο μέσα στην ίδια παράγραφο διάλεξής του στους σπουδαστές της πολιτικής σχολής του κόμματός του παρουσίασε δύο διαφορετικά στοιχεία για το πότε και πώς η Μόσχα τον διόρισε γενικό γραμματέα της Κεντρικής Επιτροπής του KPJ. Επειδή ο Τίτο δεν αυτοσχεδίασε, αλλά έκανε ανάγνωση λέξη προς λέξη, η αντίφαση ήταν επαρκές κίνητρο για να προσπαθήσω να ανακαλύψω τι κρύβεται από πίσω. Τι τον εμπόδιζε να θυμηθεί ποιος, πότε και πώς τον έφερε στο σημαντικότερο αξίωμα της ζωής του, κάτι για το οποίο ο Τίτο σε όλη του τη ζωή παρουσίασε 16 διαφορετικές εκδοχές. Ήδη, από την αρχή της έρευνας γινόταν ολοένα και πιο ξεκάθαρο ότι οι ασάφειες προέκυψαν εξαιτίας του φόβου να μην αποκαλυφθεί ο προβληματικός ρόλος του στις τραγικές τύχες των κομματικών φίλων και ανταγωνιστών του που δολοφονήθηκαν στη Σοβιετική Ένωση», υπογράμμισε ο κ. Σίμιτς.

    Ο συγγραφέας περιέγραψε τον πρόεδρο της Γιουγκοσλαβίας ως μία σύνθετη προσωπικότητα, η οποία με εξαιρετική δεξιοτεχνία προσαρμοζόταν στη συγκυρία κάθε ιστορικής στιγμής.

    «Όταν έπρεπε να γίνει ηγέτης των Κροατών κομμουνιστών ήταν Κροάτης, όταν αγωνιζόταν για την εύνοια της Μόσχας για να ανέλθει στην ηγεσία του KPJ ήταν ένας από τους κορυφαίους Γιουγκοσλάβους σταλινικούς. Όταν έπρεπε να πάρει την εξουσία στη Γιουγκοσλαβία ήταν Γιουγκοσλάβος, όταν άρχισε να αισθάνεται πίεση υπό το μανδύα του Στάλιν έγινε αντισταλινικός, όταν δεν μπόρεσε να υλοποιήσει τις μεγαλοκρατικές φιλοδοξίες του στα Βαλκάνια και την Ευρώπη, τότε έγινε ένας από τους ηγέτες των Αδέσμευτων. Και πάντα κατόρθωνε να δημιουργήσει την εντύπωση ότι ανέκαθεν ήταν ό,τι διακήρυττε εκείνη τη στιγμή, κάτι που τον νομιμοποιεί ως έναν από τους πιο επιδέξιους πολιτικούς της σύγχρονης εποχής», τόνισε ο κ. Σίμιτς.

    «Απ’ ό,τι γνωρίζω, μία φορά μόνο συνέβη την ίδια στιγμή να υποστηρίζει δύο διαφορετικά πράγματα. Συνέβη στις 2 Ιουνίου του 1954, κατά την επίσκεψή του στην Αθήνα, την εποχή του τριμερούς βαλκανικού συμφώνου Ελλάδας-Τουρκίας-Γιουγκοσλαβίας. Εκείνη την ημέρα, η Γιουγκοσλαβία έγινε ενός είδους συνδεμένο μέλος του ΝΑΤΟ και σε επίσημη εκδήλωση στο Πασαλιμάνι ο Τίτο εμφανίστηκε με το παράσημο του Στάλιν. Μετά από την ενέργεια εκείνη, έως τη διάλυση της κομμουνιστικής Γιουγκοσλαβίας, οι σχέσεις Αθηνών – Βελιγραδίου έφθασαν στο κατώτερο επίπεδο, στην ιστορία του ελληνικού και του σερβικού λαού», ανέφερε ο κ. Σίμιτς.

    Αναφορικά με τις αντιδράσεις που προκάλεσαν τα όσα αναφέρονται στο βιβλίο, ο κ. Σίμιτς τόνισε ότι η πρώτη επίθεση προήλθε από τον εγγονό τού Τίτο, απόστρατο συνεργάτη της γιουγκοσλαβικής μυστικής αστυνομίας, Γίοσιπ Μπροζ.

    «Εμφανίστηκε σε τηλεοπτική εκπομπή και είπε ότι το βιβλίο μου είναι προϊόν συνωμοσίας και ότι το χρηματοδότησαν σκοτεινές δυνάμεις από το εξωτερικό. Μερικές μέρες αργότερα με κάλεσαν μαζί του σε εκπομπή άλλου τηλεοπτικού σταθμού. Τότε, μπροστά στις κάμερες, τού δώρισα CD με τα αντίγραφα των νέων εγγράφων για τον παππού του, τα οποία δημοσιεύω στο βιβλίο μου. Μου έτεινε το χέρι, με ευχαρίστησε και μου έκανε παρατήρηση, επειδή δεν δημοσίευσα μεγαλύτερη φωτογραφία της γιαγιάς του, της πρώτης συζύγου του Τίτο, της Ρωσίδας Πελαγίας Μπελούσοβα», ανέφερε ο συγγραφέας, εκφράζοντας τη βεβαιότητα ότι οι πιο ένθερμοι υποστηρικτές του Τίτο δύσκολα μπορούν να δεχθούν τις νέες αποκαλύψεις για το παρελθόν του.

    Η αρχή της διάλυσης της Γιουγκοσλαβίας

    Αναφερόμενος στο γεγονός που θεωρεί το σημαντικότερο των τελευταίων δεκαετιών στη Γιουγκοσλαβία, ο κ. Σίμιτς δήλωσε ότι τις πιο μακροπρόθεσμες συνέπειες είχε η Συνέλευση της ηγεσίας του κόμματος του Τίτο, στο Μπριόνι, την 1η Ιουλίου του 1966.

    «Σηματοδότησε την εγκατάλειψη της ιδέας της ενιαίας Γιουγκοσλαβίας και την αρχή του μετασχηματισμού των δημοκρατιών της σε ανεξάρτητα κράτη. Δύο χρόνια αργότερα, επικυρώθηκε με αλλαγές στο Σύνταγμα της Γιουγκοσλαβίας, με τις οποίες υπό το όνομα του εκδημοκρατισμού άρχισε η διάλυση της γιουγκοσλαβικής ομοσπονδίας», ανέφερε.

    Ήδη, από το 1970, σύμφωνα με τον κ. Σίμιτς, ο Τίτο σε μία κλειστή συνάντηση ανήγγειλε τη συγκρότηση στρατών σε κάθε δημοκρατία της Γιουγκοσλαβίας, οι οποίοι έπρεπε να προστατεύσουν τη Γιουγκοσλαβία από ενδεχόμενες επιθέσεις από το εξωτερικό, αλλά και να υπερασπιστούν την εσωτερική τους εδαφική ακεραιότητα.

    «Έτσι, τα διοικητικά σύνορα μεταξύ των δημοκρατιών της Γιουγκοσλαβίας, με πολιτική πράξη και χωρίς απόφαση της Βουλής της Γιουγκοσλαβίας, μετατράπηκαν σε κρατικά. Στο τέλος του 1974, με αφορμή πληροφορίες ότι οι ΗΠΑ ανακηρύττουν τη Γιουγκοσλαβία ως έναν από τους πιο ασταθείς παράγοντες στα Βαλκάνια, ο Τίτο έκανε το εξής σχόλιο: «Φαίνεται πως είναι καλά ενημερωμένοι«».

    Ο συγγραφέας, ο οποίος πριν από περίπου 40 χρόνια ήταν πρόεδρος της οργάνωσης νεολαίας της Σερβίας, σημειώνει ότι «τότε, πρακτικά, είχαν μοιραστεί τα χαρτιά για το διαχωρισμό των πρώην γιουγκοσλαβικών ομοσπονδιών».

    «Ο Τίτο -αναφέρει- παρακολουθούσε ήρεμα τη διαδικασία, συμφωνώντας και με εκείνους που ήθελαν τη μεταβίβαση εξουσιών στις ομόσπονδες δημοκρατίες και με εκείνους που επιθυμούσαν εκδημοκρατισμό και διαφύλαξη της Γιουγκοσλαβίας ως σημαντικό παράγοντα σταθερότητας στη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Το σημαντικότερο για εκείνον ήταν να μη θέσουν ούτε οι μεν, ούτε οι δε την απεριόριστη εξουσία του σε κίνδυνο και να τον εκλέξουν πρόεδρο της Γιουγκοσλαβίας και της Ένωσης Κομμουνιστών Γιουγκοσλαβίας «με απεριόριστη θητεία«».

    Αναβίωση της προσωπολατρίας

    Τα τελευταία χρόνια ο μύθος του Τίτο αναβιώνει σε όλες τις χώρες, πρώην δημοκρατίες της Γιουγκοσλαβίας.

    Το 2001, οι Σέρβοι σε μία μεγάλη έρευνα του καθηγητή του Πανεπιστημίου του Βελιγραδίου, Βλάντιμιρ Ίλιτς, τον ανακήρυξαν ως την πιο αξιόλογη προσωπικότητα στην ιστορία του σερβικού λαού, αν και ο Τίτο δεν ήταν Σέρβος.

    Έξι χρόνια αργότερα, το 2007, τον τάφο του στο Βελιγράδι επισκέφθηκαν 138.000 άνθρωποι απ’ όλα τα μέρη της πρώην Γιουγκοσλαβίας.

    Σε όλες τις περιοχές της πρώην Γιουγκοσλαβίας ολοένα και περισσότεροι σύλλογοι, αλλά και εστιατόρια φέρουν το όνομά του, σε οδούς πολλών πόλεων επαναφέρεται το όνομά του και τα μνημεία του επανατοποθετούνται στα παλιά βάθρα, τόνισε ο κ. Σίμιτς.

    Η προσωπολατρία του Τίτο, σύμφωνα με το συγγραφέα, αναβιώνει κυρίως στους Βόσνιους, στους κατοίκους της ΠΓΔΜ και του Μαυροβουνίου, τους οποίους είχε ανακηρύξει ξεχωριστές εθνότητες.

    «Οι κάτοικοι της Σερβίας σήμερα βλέπουν διαφορετικά τον Τίτο και για τους Σέρβους αποτελούν πλήγμα τα νέα στοιχεία, τα οποία αποδεικνύουν ότι είχε κρίσιμο ρόλο στη βαθμιαία συνταγματική – νομική απόσχιση και αυτονόμηση του Κοσόβου από τη Σερβία που άρχισε ήδη από το 1968», υποστήριξε ο κ. Σίμιτς.

    Η πολιτική βιογραφία του Τίτο εκδόθηκε ταυτόχρονα στο Βελιγράδι και το Ζάγκρεμπ, κάτι που έχει ιδιαίτερη σημασία, σύμφωνα με τον κ. Σίμιτς, επειδή οι Σέρβοι και οι Κροάτες, διαφωνούν για πιο απλά γεγονότα του παρελθόντος, απ΄ ό,τι ο αντιφατικός ρόλος του Τίτο στην ιστορία της πρώην Γιουγκοσλαβίας.

    Η πρώτη έκδοση του βιβλίου «Τίτο, ο κρυφός αιώνας» κυκλοφόρησε σε 15.000 αντίτυπα στη Σερβία και εξαντλήθηκε μέσα σε επτά ημέρες, και η έκδοση στην Κροατία σε 12.000 αντίτυπα, με τίτλο «Τίτο, το φαινόμενο του αιώνα», εξαντλήθηκε σε έξι μέρες.

    Πριν κυκλοφορήσει το βιβλίο, στον εκδοτικό οίκο του Βελιγραδίου «Prava i Prevodi» που το προωθεί στο εξωτερικό, απευθύνθηκαν εκδηλώνοντας ενδιαφέρον εκδότες από τη Σλοβενία, τη Βουλγαρία, την Τσεχία, την Πολωνία και τη Ρωσία. «Ενδιαφέρον υπήρξε και από ελληνικής πλευράς. Στην Ελλάδα που έχει στενούς δεσμούς με τη Σερβία, πολλοί άνθρωποι θεωρώ ότι θα διάβαζαν τη βιογραφία μίας από τις πιο αντικρουόμενες πολιτικές προσωπικότητες του 20ού αιώνα», ανέφερε ο κ. Σίμιτς.

    Λίγα λόγια για τον Πέρο Σίμιτς

    Ο Πέρο Σίμιτς, δημοσιογράφος και συγγραφέας γεννήθηκε το 1946 στο χωριό Σκότσιτς, κοντά στην πόλη Ζβόρνικ της Βοσνίας – Ερζεγοβίνης και έχει σπουδάσει οικονομικές επιστήμες. Με τη δημοσιογραφία άρχισε να ασχολείται το 1968. Από το 1973 έως το 1998 αρθρογραφούσε στην εφημερίδα «Βέτσερνιε Νόβοστι» του Βελιγραδίου και σε άλλα περιοδικά και εφημερίδες και από το 1998 έως το 2000 ήταν αρχισυντάκτης-διευθυντής σύνταξης της εφημερίδας και γενικός διευθυντής της εταιρείας «Novosti».

    Ο Πέρο Σίμιτς ήταν ένας από τους πρώτους ερευνητές, στους οποίους δόθηκε έγκριση να αποκτήσουν πρόσβαση στα άκρως μυστικά αρχεία της Κομιντέρν και της πρώην σοβιετικής μυστικής υπηρεσίας NKVD. Επίσης, είναι από τους πρώτους που ερεύνησε τα μυστικά αρχεία της Ένωσης Κομμουνιστών Γιουγκοσλαβίας στο Βελιγράδι.

    Έχει γράψει 13 βιβλία.
    ana-mpa.gr
    http://infognomonpolitics.blogspot.gr/2009/06/blog-post_162.html

    Μου αρέσει!

  2. Lampe John R.

    Ο απατηλός θρίαμβος του Τίτο
    * Η Γιουγκοσλαβία του Τίτο απέφυγε τα προβλήματα της συλλογικής ηγεσίας που ενέτειναν τα δεινά του Σοβιετικού Μπλοκ ως το 1956. Το μεγαλύτερο κέρδος όμως του καθεστώτος, η ανάκτηση της αυτοπεποίθησής του από την επικράτηση επί του Στάλιν, αποδείχθηκε απατηλό

    Η 50ή επέτειος από τον θάνατο του μεγάλου δικτάτορα, στις 5 Μαρτίου 1953, θα αποτελέσει αφορμή για τη συγγραφή πολλών άρθρων γύρω από την πορεία του ως ηγέτη της Σοβιετικής Ενωσης επί περίπου τρεις δεκαετίες και την κληρονομιά της καταπίεσης που ως σήμερα λέγεται σταλινισμός. Αυτή η πορεία άρχισε να γίνεται πιο ξεκάθαρη από τότε που οι ρώσοι ιστορικοί, πριν ακόμη από την κατάρρευση της ΕΣΣΔ το 1991, πρόσθεσαν την κριτική εξέτασή τους και πρόσφεραν στους δυτικούς μελετητές τη δυνατότητα μεγαλύτερης πρόσβασης σε πηγές στο Internet. Τα φοβερά χαρακτηριστικά της μάς είναι πια οικεία: ο βιομηχανικός εκσυγχρονισμός και η στρατιωτική νίκη επετεύχθησαν με τίμημα τη λατρεία της προσωπικότητας του Στάλιν, την ανελέητη καχυποψία και καταδίωξη των αντιπάλων και εκατομμύρια θανάτους στα γκουλάγκ.
    * Η ανταρσία του προέδρου

    Στην Αμερική η προσοχή εν όψει της επετείου θα επικεντρωθεί στην πρόσφατη κληρονομιά αυτής της πορείας έτσι όπως την εκτιμά ο δεδηλωμένος θαυμαστής της Σαντάμ Χουσεΐν. Αλλες φωνές της Αμερικής ωστόσο, που ακούγονται λιγότερο, βρίσκουν στον βορειοκορεάτη δικτάτορα Κιμ Ζονγκ Ιλ τον πιο κοντινό παραλληλισμό. Μερικοί ρώσοι δημοσιογράφοι ανησυχούν για τη λατρεία προσωπικοτήτων και τις τάσεις καταπίεσης που έχουν εμφανιστεί σε ορισμένα από τα νεοϊδρυθέντα κράτη της Κεντρικής Ασίας που αποτελούσαν κάποτε τμήμα της Σοβιετικής Ενωσης.

    Εγώ ωστόσο είμαι ιστορικός της πρώην Γιουγκοσλαβίας, γι’ αυτό και θα εστιάσω τις παρατηρήσεις μου στη σημασία που είχε ο θάνατος του Στάλιν το 1953 γι’ αυτό το κράτος και για το μέλλον του. Η Σοσιαλιστική Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γιουγκοσλαβίας, φαινόταν πριν από 50 χρόνια ότι θα διαρκούσε πολύ. Πράγματι για τον Τίτο και τους στενούς συνεργάτες του στην Ενωση των Γιουγκοσλάβων Κομμουνιστών ο θάνατος του Στάλιν αντιπροσώπευε έναν θρίαμβο. Η ανταρσία τους προς τη σοβιετική κυριαρχία το 1948 είχε γρήγορα πάρει το όνομα «ρήξη Τίτο – Στάλιν». Δεν ήταν αναμενόμενο να αντέξουν. Σίγουρα κάποιοι ντόπιοι πιστοί στη Μόσχα κομμουνιστές και ένας σοβιετικός στρατιωτικός εκφοβισμός θα φρόντιζαν με κάποιον τρόπο να τους ανατρέψουν.

    Και ξαφνικά ο Στάλιν βρέθηκε νεκρός στα 73 του και ο Τίτο ζωντανός και στη ρώμη της ηλικίας των 60 ετών. Αξίζει να αναφέρουμε τον Βλαντίμιρ Ντέντιγερ και την από πρώτο χέρι αφήγησή του στο Η μάχη που έχασε ο Στάλιν. Αναμνήσεις από τη Γιουγκοσλαβία, 1948-1953. Η είδηση της μοιραίας ασθένειας του Στάλιν την προηγουμένη του θανάτου του έκανε τον Ντέντιγερ να τηλεφωνήσει στον Μίλοβαν Ντζίλας για να διαβιβάσει «τα ευχάριστα νέα» στον Τίτο και στα άλλα ανώτατα ηγετικά στελέχη. Ευγνώμων ο Ντζίλας χάρισε στον Ντέντιγερ ένα χρυσό ρολόι, το οποίο του παραδόθηκε από τον Τίτο προς τιμήν αυτού του γεγονότος. Αργότερα ο Ντζίλας είχε πει ότι η τελευταία σκέψη του Στάλιν πριν από τον θάνατό του θα πρέπει να ήταν: «Η Γιουγκοσλαβία δεν υποχωρεί». Ενας άλλος συνεργάτης, ο Βέλικο Βλάχοβιτς, είχε αναφωνήσει: «Τώρα είναι φανερό πόση ιστορική αναγνώριση μας αξίζει που τον ξεσκεπάσαμε». Ο Τίτο έφυγε για την Αγγλία «ευδιάθετος» και «σε ολόκληρο το Βελιγράδι τα πρόσωπα ακτινοβολούσαν».

    Θυμηθείτε τις δημόσιες εκφράσεις οδύνης και απώλειας στην υπόλοιπη Ανατολική Ευρώπη ή Σοβιετικό Μπλοκ, όπως το έλεγαν τότε. Μπορούμε να αμφιβάλλουμε για την ειλικρίνεια των δημόσιων αισθημάτων οπουδήποτε αλλού εκτός από τη Βουλγαρία και την Τσεχοσλοβακία. Οι πολιτικές συνέπειες γι’ αυτά τα κομμουνιστικά καθεστώτα ήταν μεγαλύτερης ιστορικής σημασίας καθώς απηλλάγησαν από τον σοβιετικό έλεγχο μέσω των «Μοσχοβιτών» τους και άρχισαν να χαλαρώνουν περιορισμούς που οδήγησαν σε ανοιχτές εξεγέρσεις στην Ανατολική Γερμανία, στην Πολωνία και στην Ουγγαρία.

    * Το κόψιμο του ομφάλιου λώρου

    Η Γιουγκοσλαβία του Τίτο απέφυγε τα προβλήματα της συλλογικής ηγεσίας που ενέτειναν τα δεινά του Σοβιετικού Μπλοκ ως το 1956. Το μεγαλύτερο κέρδος όμως του καθεστώτος, η ανάκτηση της αυτοπεποίθησής του από την επικράτηση επί του Στάλιν, αποδείχθηκε απατηλό. Η επιβίωση και η ανεξαρτησία δεν σήμαιναν ότι οικοδομείτο ένα πιο επιτυχημένο μοντέλο σοσιαλισμού. Ούτε η ιστορική αναγνώριση για το ξεσκέπασμα του Στάλιν είναι τόσο μεγάλη για τον Τίτο και τους συνεργάτες του. Οχι μόνο εξαιτίας της μυστικής ομιλίας του Χρουστσόφ το 1956 και του έργου των δυτικών και των ρώσων μελετητών που ακολούθησε. Ας θυμηθούμε ότι η πρώτη απάντηση του Τίτο στον αφορισμό από το ανερχόμενο Σοβιετικό Μπλοκ ήταν ένα καθεστώς ασφαλείας που αποτελούσε πιστή αντιγραφή του Στάλιν. Βεβαίως υπήρξε μια σχετικά γρήγορη υποχώρηση από την πολιτική της αναγκαστικής αγροτικής κολεκτιβοποίησης που ξεκίνησε τον Ιανουάριο του 1949. Ωστόσο η εσωτερική καταστολή κάθε υποψίας αντιπολίτευσης θα διαρκούσε ως και τη δεκαετία του 1960 στο Κοσσυφοπέδιο και στα Σκόπια. Ακόμη και μετά τη συμβολή του στο να πειστεί ο Τίτο να εγκαταλείψει τον κεντρικό σχεδιασμό και να εισαγάγει την εργατική αυτοδιοίκηση το 1950 ο Εντβαρντ Καρντέλι, διάσημος φιλελεύθερος του στενού κύκλου, απέρριπτε τη χαλάρωση των μέτρων. «Χρειαζόμαστε τώρα απεγνωσμένα τα στρατόπεδα» είπε στον Τίτο.

    Ο θάνατος του Στάλιν αφαίρεσε τη δικαιολογία για τα στρατόπεδα κράτησης και κακομεταχείρισης συμπαθούντων των Σοβιετικών. Το Goli Otok ήταν το πλέον διαβόητο από αυτά. Ο θάνατός του άφησε όμως επίσης ελεύθερο το καθεστώς του Τίτο να προχωρήσει στην αποκατάσταση μιας στενής αλλά ανεξάρτητης σχέσης με τη Σοβιετική Ενωση. Επισήμως αποκατασταθείς για τη Γιουγκοσλαβία το 1956, ο σύνδεσμος αυτός είχε τόσο ιδεολογικό όσο και οικονομικό στόχο. Ο ιδεολογικός δεσμός θα επιβεβαιωνόταν με τον πιο μοιραίο τρόπο τη δεκαετία του 1980 μέσω της ηγεσίας του Εθνικού Γιουγκοσλαβικού Στρατού (JNA), του σώματος του οποίου η εκπαίδευση, από την εποχή της ρήξης Τίτο – Στάλιν, είχε ειρωνικά οργανωθεί γύρω από την απώθηση ενδεχόμενης σοβιετικής επίθεσης. Οι στρατηγοί του έστειλαν στρατεύματα στον πόλεμο στην Κροατία το 1991 για να την υπερασπίσουν από μια φανταστική επίθεση του ΝΑΤΟ που υποτίθεται ότι σκόπευε να εκμεταλλευθεί τις απαιτήσεις των Κροατών για ανεξαρτησία ώστε να καταστρέψει την υπό κομμουνιστική ηγεσία Γιουγκοσλαβία.

    * Η αμερικανική βοήθεια

    Ο θάνατος του Στάλιν ενίσχυσε επίσης την αυτοπεποίθηση της Γιουγκοσλαβίας στη συναλλαγή της με την καπιταλιστική Δύση γενικότερα και με τον βασικό οικονομικό υποστηρικτή της, τις ΗΠΑ, ειδικότερα. Το 1953 ήταν το έτος της αποκορύφωσης της αμερικανικής βοήθειας, η οποία θα έφθανε τα 2,5 δισ. δολάρια από το 1947 ως το 1967. Το συνολικό ποσό της Ελλάδας για την ίδια περίοδο ήταν 3,7 δισ. δολάρια. Οπως όμως και στην Ελλάδα με το καταπιεστικό δεξιό καθεστώς της δεκαετίας του 1950, η αμερικανική βοήθεια δεν έφερε το εξαγγελθέν αναμενόμενο αποτέλεσμα: την προώθηση μεταρρυθμίσεων στις οποίες ήδη προέβαιναν τα ιδρυτικά μέλη της σημερινής Ευρωπαϊκής Ενωσης. Ο Τίτο και η συνοδεία του είχαν ανακτήσει την αυτοπεποίθησή τους, ναι, μόνο όμως ως προς την αποκέντρωση που άφηνε όλες τις πολιτικές εξουσίες στα χέρια του κόμματος που τώρα λεγόταν Ενωση των Γιουγκοσλάβων Κομμουνιστών (SKJ). Εξ ου και η απόφασή τους να υποβάλουν το 1951 τα νέα εργατικά συμβούλια, τον υποτιθέμενο θεμέλιο λίθο της αυτοδιοίκησης των εργατών, στην τοπική ηγεσία της SKJ. Ετσι δημιουργήθηκαν τα τοπικά κόμματα των δημοκρατιών, των οποίων τη ροπή προς τον εθνικισμό για τη διατήρηση της λαϊκής υποστήριξης μόνο ο Τίτο μπορούσε να συγκρατήσει.

    Η αμερικανική βοήθεια έπαιξε τον ρόλο της στην καθιέρωση αυτών των καθεστώτων των δημοκρατιών. Ο κύριος όγκος της έφθανε με τη μορφή τροφίμων και ενίσχυσης των ισοζυγίων πληρωμών που επέτρεψε σε κάθε δημοκρατία να συγκεντρώσει επενδύσεις με βάση μόνο την εξαρτώμενη από τις εισαγωγές βαριά βιομηχανία που αποθαρρυνόταν από την αμερικανική οικονομική βοήθεια προς την Ελλάδα. Οταν το 1953 η αμερικανική πρεσβεία ζήτησε από τη Γιουγκοσλαβία να μειώσει τον συνολικό αριθμό των βιομηχανικών επενδύσεών της, το καθεστώς του Τίτο επέτρεψε σε κάθε δημοκρατία να προστατεύσει τη βαριά βιομηχανία της κάνοντας περικοπές στην ελαφριά. Μόνο και μόνο η αντίσταση στη σοβιετική ηγεμονία και στον σοβιετικού τύπου συγκεντρωτισμό ήταν αρκετή για τις ΗΠΑ. Στην πορεία η μεγάλη ευκαιρία για τη δημιουργία μιας ενιαίας γιουγκοσλαβικής οικονομίας ενσωματωμένης στις αρχές της αγοράς, με μια σχετικά πλεονεκτική θέση, έστω και χωρίς ιδιωτικές επιχειρήσεις, χάθηκε. Η ευκαιρία δεν θα ερχόταν ποτέ ξανά οδηγώντας τις ανταγωνιζόμενες οικονομίες των δημοκρατιών σε πολιτική σύγκρουση μετά τον θάνατο του Τίτο το 1980.

    Ο κ. John R. Lampe είναι καθηγητής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Μέριλαντ.

    http://www.tovima.gr/opinions/article/?aid=149487

    Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s