Από την καλύβα, Τραγούδια

Ο ήλιος και ο χρόνος 

Μίκης Θεοδωράκης

Όταν οι στρατιώτες ήρθαν να με συλλάβουν κοιμόμουνα. Μ’ έγδυσαν και με διέταξαν να γονατίσω. Ύστερα, μ’ έδεσαν πιστάγκωνα, όπως κάνουν οι Αμερικάνοι με τους Βιετκόγκ. Όταν η Μαρία μπήκε, ντράπηκα και τους ζήτησα να μου βάλουν το σώβρακο. Μου έβαλαν το σώβρακό μου και το πανταλόνι μου. Ήμουν ξυπόλυτος και είπα στη Μαρία να μου βάλει τα παπούτσια μου. Έσκυψε μπροστά μου και όταν μου έδενε τα κορδόνια, της ψιθύρισα: «Κουράγιο, Μαρία».

*

Επάνω στο ξερό χώμα της καρδιάς μου

ξεφύτρωσε ένας κάκτος

πέρασαν πάνω από είκοσι αιώνες

που ονειρεύομαι γιασεμί

τα μαλλιά μου μύρισαν γιασεμί

η φωνή μου είχε πάρει κάτι

από το λεπτό άρωμά του

τα ρούχα μου μύρισαν γιασεμί

η ζωή μου είχε πάρει κάτι

από το λεπτό άρωμά του

όμως ο κάκτος δεν είναι κακός

μονάχα δεν το ξέρει και φοβάται

κοιτάζω τον κάκτο μελαγχολικά

πότε πέρασαν κιόλας τόσοι αιώνες

θα ζήσω άλλους τόσους

ακούγοντας τις ρίζες να προχωρούν

μέσα στο ξερό χώμα της καρδιάς μου.

*

Στις 21 Αυγούστου πιάστηκα στο Χαϊδάρι. Στο τέταρτο πάτωμα στην οδό Μπουμπουλίνας, στο κελί αρ. 4 περίμενα το μαρτύριο και το θάνατο. Στις 4 Σεπτεμβρίου μου έφεραν χαρτί και μολύβι. Τότε έγραψα 32 ποιήματα. Τις προηγούμενες νύχτες τις πέρασα άγρυπνος, με την πλάτη κολλημένη στον τοίχο, περιμένοντας από στιγμή σε στιγμή να με πάρουν για το μαρτύριο ή για την εκτέλεση. Όλη μου η ύπαρξη σημαδεύτηκε από την αναμονή του βέβαιου θανάτου. Καθώς ο χρόνος κυλούσε επίμονα και βασανιστικά, έβλεπα με το νου μου καθαρά την εικόνα της τελευταίας στιγμής. Ο πρωινός ουρανός είχε ένα χρώμα βαθιά γαλάζιο. Η ατμόσφαιρα διάφανη, με κρυσταλλένια καθαρότητα. Τι θα φώναζα σ’ αυτήν τη στιγμή του τέλους; Αυτή η σκέψη μου έγινε τυραννική.

*

Τα κελιά ανασαίνουν

τα κελιά που βρίσκονται ψηλά

τα κελιά που βρίσκονται χαμηλά

η βροχή μας ενώνει

ο ήλιος ντράπηκε να φανεί, Νίκο

Γιώργο, κρατιέμαι από ένα λουλούδι.

*

Τα μεσημέρια η ζέστη ήταν φρικιαστική. Υπόφερα τρομερά. Κοιμόμουν πάνω στο τσιμέντο γυμνός, όπως τη στιγμή που με πιάσανε. Για προσκεφάλι είχα τα παπούτσια μου. (…) Κάποτε καθόμουν στην καρέκλα, το μοναδικό έπιπλο. Άλλοτε βάδιζα. Πεντακόσια βήματα καθέτως. Πεντακόσια βήματα κυκλικά. Μετρούσα τα κάγκελα.

*

Ποτέ ποτέ ποτέ

δε θα μπορέσω να ξεδιπλώσω όλες τις σημαίες

πράσινες κόκκινες κίτρινες μπλε μωβ θαλασσιές

ποτέ ποτέ ποτέ

δε θα μπορέσω να μυρίσω όλα τα αρώματα

πράσινα κόκκινα κίτρινα μπλε μωβ θαλασσιά

ποτέ ποτέ ποτέ ποτέ

δε θα μπορέσω ν’ αγγίξω όλες τις καρδιές

όλες τις θάλασσες να ταξιδέψω

ποτέ ποτέ ποτέ

δε θα γνωρίσω τη μία σημαία

τη μοναδική

εσένα Τάνια.

*

Στο τέλος τέλος ο θάνατος δεν είναι τόσο τρομερός. Ίσως να είναι όμορφος, λέω στο φρουρό μου.

*

Έκτη Σεπτεμβρίου

ώρα έντεκα πρωινή

τώρα λούζονται τα πουλιά

στα ποτάμια

στα έλατα τρίβονται

οι Βοριάδες.

Σε χτύπησε ο Τούρκος

στο Μπιζάνι.

Τώρα κάθεσαι και με κοιτάς

πίνεις καφέ

στάζεις φαρμάκι

αγάπη αγάπη

ο Ήλιος ψήνει

το σταφύλι

ώρα έντεκα πρωινή.

*

Όμως με τον ερχομό της καινούριας μέρας, μόλις χτυπούσε ο ήλιος, η ζωή ξανάπαιρνε τα δικαιώματά της. Η ζωή με νικούσε. Με κατασπάραζε. Τα πρόσωπα των παιδιών μου διαπερνούσαν τη σκέψη μου. Θα ήταν για πάντα ορφανά και ο πόνος θα κατοικούσε για πάντα στα όμορφα μάτια τους. Έδιωχνα με βία αυτή την εικόνα.

*

Η οδοντοστοιχία του Ήλιου

με απειλεί

το κάγκελο του χρόνου

με προστατεύει

ο Γιάννης ο Ιάσων

ο Βύρων ο Τάκης ο Αλέκος

στα κατάρτια ψηλά υψώστε

τα λεμόνια τα πορτοκάλια υψώστε

τα πέδιλα στην άμμο,

φωνές κρέμα νιβέα

ιππόκαμπος πασιέντσες νεσκαφέ

σημαίες ακριβές από φτηνό ύφασμα κρατούν.

*

Ήμουν δυστυχής γιατί δε με σκότωναν αμέσως. Τι θα μ’ έκαναν τώρα; Το κεφάλι πονούσε. Το αίμα πονούσε. ‘Ωρα 2.3.4.5.6 το απόγιομα.

*

Μέσα στους παραδείσιους κήπους του κρανίου μου

κίτρινος Ήλιος ταξιδεύει στα φτερά του χρόνου

ακολουθούν πουλιά με ξύλινα φτερά

προπορεύονται άγγελοι με τζετ

μεγαλόπρεπη πορεία πάνω από μπανανιές

ευκαλύπτους και πεύκα που καλύπτουν

την αριστερή πλευρά του εγκεφάλου μου

στη δεξιά νύμφες και ουράνιες πόρνες

σκεπασμένες γιασεμιά, κόκκινες σαύρες

ακούν τους καταρράχτες που χάνονται

στις καταβόθρες του νωτιαίου μυελού μου

εκεί αρχίζει η Γη και τελειώνει το Σύμπαν.

Αιφνιδίως η πομπή ακινητοποιείται

ώρα έξι το απόγευμα

ώρα έξι ακριβώς

σταματά η πομπή, ο χρόνος, ο Ήλιος

μονάχα τα πουλιά ταξιδεύουν

χτυπούν τα ξύλινα φτερά

και τα τζετ

θρηνούν κι αυτά αγγελικά.

*

Κλαίω, φωνάζω! Η καρδιά μου ξαλαφρώνει. Ίσως να με σκέπτονται. Κανένας δεν ξέρει πως βρίσκομαι εδώ. «934.303, 934.303» φωνάζω. Ίσως κάποιος ακούσει και τηλεφωνήσει «ο Μίκης ζει»

*

Γειά σου Ακρόπολη

Τουρκολίμανο, οδός Βουκουρεστίου

ο Πολικός σημαδεύει με φως

το σταθερό σημείο του κόσμου.

Αθήνα η πρώτη

στο βυθό των αιώνων

με το γυαλί

σε βλέπουν οι ψαροντουφεκάδες.

Γαλέρες, γιωταχί, πορνεία κρυφά

η Γενική κέντρο του κόσμου.

Ο Πολικός γυρίζει σταθερά

το φουγάρο του μαγειρείου

σημαδεύει με καπνό

το σταθερό σημείο του Στερεώματος

η Πούλια, η Αφροδίτη

η Ντίνα, η Σούλα, η Εύη, η Ρηνιώ

πέντε εκατομμύρια έτη φωτός

σταθερή γραμμή διασχίζει

πέντε δισεκατομμύρια γαλαξίες

σε πέντε μέτρα

σε πέντε μέτρα

σε πέντε μόνο μέτρα

από το κελί μου.

*

Η Σύλβα αγαπούσε τον Πεπίνο ντι Κάπρι. Στη Φιλοθέη ακούγαμε Μαρκόπουλο. Το βράδυ περπατούσαμε προσεκτικά στο σκοτεινό κήπο κάτω από τις βερικοκιές. Η Έλενα κρατούσε μια φυσαρμόνικα.

*

Επουράνιοι ποταμοί

υπόγειοι χείμαρροι

κατεβαίνουν παφλάζοντας

οδός ονείρων ομόνοια

Σίλβα

σίγμα γιώτα λάμδα

βήτα άλφα

Φιλοθέη Χαϊδάρι

τα νερά τους ξανθά

δυο στρώματα ξανθά

δυο στρώματα πράσινα

στη μέση εγώ κόκκινη ακρίδα

φτερά φυσαρμόνικες

ήχοι από νερό

σαύρες φεγγάρια

βουτούν βυθίζονται πνίγονται

κάγκελα

κάγκελα

κάγκελα

*

Δεν είμαι ποιητής, όμως όταν οι στίχοι άρχισαν να σφυροκοπούν το μυαλό μου ένιωσα πόσο οι λέξεις μπορεί να ντυθούν στο αίμα. Πόσο μπορεί να με λυτρώσουν. Είμαι δημιουργός. Νικώ το χρόνο και το θάνατο…

*

Ο χρόνος διαλύεται

μέσα στη στιγμή

το ελάχιστο γίνεται

ο μέγιστος τύραννος

βασανίζει ανθισμένες πληγές

γεμάτες χαμόγελα και υποσχέσεις

για κάτι άλλο, αυτό το άλλο

είναι που ζούμε κάθε στιγμή

νομίζοντας ότι ζούμε το άλλο

όμως το άλλο δεν υπάρχει

είμαστε εμείς η Μοίρα μας

που μας λοξοκοιτάζει.

Σφίγγα που ξέχασε το αίνιγμα

δεν έχουμε τίποτα να λύσουμε

δεν υπάρχει διαφυγή από τον κύκλο

τον πύρινο κύκλο

του Ήλιου και του Θανάτου.

Τα κείμενα και οι στίχοι είναι του Μίκη Θεοδωράκη. Τα ποιήματα γράφτηκαν στην απομόνωση της Γενικής Ασφάλειας, τον Αύγουστο και τον Σεπτέμβριο του 1967 – την ίδια εποχή μελοποιήθηκαν. Το έργο «Ο Ήλιος και ο Χρόνος» ηχογραφήθηκε για πρώτη φορά στο Παρίσι, το 1971.

Πηγή: Ο ήλιος και ο χρόνος | Η καλύβα ψηλά στο βουνό

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s