Από την καλύβα

Τα μαγικά μπουκαλάκια 

fitofarmaka-1

Αφηγείται ο Γιώργας

Στην Καστοριά καλλιεργούσαμε μηλιές. Για να είναι πεντακάθαρο το χωράφι, κάθε φορά που πήγαιναν να βγούν χόρτα ανάμεσα στα δέντρα, περνούσαμε με τη φρέζα και αλέθαμε το έδαφος. Η φρέζα όμως δέν μπορούσε να πάει πολύ κοντά στα δέντρα, γιατί μαζί θα άλεθε και τις ρίζες. Εκεί αναλάμβανε το περίφημο ραουντάπ. Με την ψεκαστήρα στον ώμο γύρω γύρω απο κάθε μηλιά τα ξεπατώναμε τα άτιμα τα χόρτα. Ιδέα δεν είχαμε τότε για Monsanto και τέτοια πράγματα.
Αυτό δέν το κάναμε μόνο εμείς. Το κάνανε όλοι. Εβλεπες ενα πεντακάθαρο χωράφι, μόνο με τις μηλιές να ξεφυτρώνουν απο το έδαφος και τίποτε άλλο. Οι Γεωπόνοι που ερχόντουσαν, κάνανε παρατηρήσεις άν έβλεπαν νάχεις αφήσει τα χόρτα να μεγαλώσουν (πώς τόχεις έτσι παρατημένο;).
Μετά βάζανε το μεγεθυντικό φακό πάνω στα φύλλα. “-Το βλέπεις αυτό; Γεμάτο τετράνυχο είναι. Και νάρκη έχεις. Και ψείρα. Θές και λίπασμα. Δέν έχει σίδηρο το χώμα σου.”
Πήγαινες στον συνεταιρισμό. Ανοιγαν την καρτέλλα σου, και έφευγες με δυό σακούλες γεμάτες κουτιά και μπουκάλια με μιά νεκροκεφαλή το καθένα απάνω του. Και πήγαινες να σκάσεις. Γιατί η μηλιά που είχαμε παλιότερα στην άκρη του χωραφιού δέν ήθελε τίποτε απο ολα αυτά;
Ομως ο άτιμος ο τετράνυχος δέν έλεγε να φύγει. Και φτού κι’ απ την αρχή.
Κι’ ήταν πανάκριβα τα φάρμακα. Και τα λιπάσματα. Πού λεφτά για να τα πληρώσεις. Στα γράφανε στην καρτέλλα και τα πλήρωνες όλα μαζί όταν ερχόταν η σοδειά. Μαζί με τους τόκους. Τί έμενε στο τέλος; Ευτυχώς που πήγε καλά η σοδειά και καταφέραμε να ξεχρεώσουμε.
Κάποια φορά βρέθηκα σε εναν άλλο οπορώνα με μηλιές, στους πρόποδες του Βερμίου. Κουρεμένο χόρτο απο κάτω.
– Δέν το φρεζάρετε εσείς για τα χόρτα;
– Γιατί να το φρεζάρουμε; Αμα μεγαλώσουν πολύ, τα κουρεύουμε.

Μα τί ηλίθιοι που είμαστε! Την επόμενη χρονιά, τέρμα το φρεζάρισμα και το ραουντάπ. Προς μεγάλη μου έκπληξη οι ασθένειες λιγόστεψαν. Το ένα τρίτο του κόστους για φυτοφάρμακα. Μα γιατί άραγε; Η απορία μου άρχισε να λύνεται λίγο αργότερα, όταν βάζοντας τον μεγεθυντικό φακό όπως μου είχε μάθει ο Γεωπόνος πανω σ’ ενα φύλλο που περπατούσε μια πασχαλίτσα, την είδα να απολαμβάνει τον αγαπημένο της μεζέ: Τον τετράνυχο.
Και τότε πρόσεξα καλύτερα στη ρίζα του δέντρου. Υπήρχε μια ολόκληρη ζωή εκεί. Πασχαλίτσες, σαλιγκάρια, μυρμήγκια, χρησιμοποιούσαν τον κορμό του δέντρου ως λεωφόρο που οδηγούσε προς το εστιατόριο.

Απο τότε αντιμετωπίζω με μεγάλη επιφύλαξη τους παντογνώστες με τα μαγικά μπουκαλάκια. Και η εκτίμηση μου στις πασχαλίτσες ανέβηκε κατακόρυφα.

Πηγή: Τα μαγικά μπουκαλάκια | Η καλύβα ψηλά στο βουνό

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s