Άλλοι

Πέθανε ο Ιταλός ιστορικός Κλάουντιο Παβόνε

ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ ΕΡΕΥΝΗΤΗΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΣΤΑΣΙΑΚΟΣ

Μία ημέρα προτού συμπληρώσει τα 96 του χρόνια, πέθανε στη Ρώμη ο κορυφαίος Ιταλός ιστορικός  του 20ού αιώνα Κλάουντιο Παβόνε, που συνέδεσε το όνομά του με τη μελέτη του φασισμού και της Αντίστασης αναδεικνύοντας θεματικές όπως «η συνέχεια του κράτους» από τον φασισμό μέχρι τον μεταπόλεμο ή οι «τρεις πόλεμοι» που συναποτέλεσαν την Αντίσταση (πατριωτικός, ταξικός και εμφύλιος).

Γεννημένος στη Ρώμη το 1920, ο Κ. Παβόνε πήρε μέρος στην Αντίσταση μέσα από τις γραμμές σοσιαλιστικών σχηματισμών, συνελήφθη το 1943 και μεταφέρθηκε στο Μιλάνο, όπου μετά την απελευθέρωσή του θα πάρει μέρος στις τελευταίες μάχες για την πτώση του φασισμού.

Μεταπολεμικά εργάστηκε στα κρατικά αρχεία συντελώντας στην αναδιοργάνωσή τους αλλά και στον εκσυγχρονισμό της νομοθεσίας για την πρόσβαση σε αυτά. Οι πρώτες του έρευνες αφορούσαν την ιταλική ενοποίηση, ενώ το 1959 στράφηκε στην επίδραση του πνεύματος του Ριζορτζιμέντο στον φασισμό και τον αντιφασισμό.

Άνοιξε έτσι τον δρόμο για τις μελέτες του για τη «συνέχεια του κράτους» (1974) και το μείζον έργο του Ένας εμφύλιος πόλεμος: Δοκίμιο για την ηθική της Αντίστασης (1991) -όπου εμφύλιος (civile) εννοείται ο πόλεμος των πολιτών-, το οποίο ξεσήκωσε έντονη πολεμική καθιερώνοντας τον Παβόνε ως εκφραστή ενός «αριστερού αναθεωρητισμού».

Πηγή: Πέθανε ο Ιταλός ιστορικός Κλάουντιο Παβόνε

4 σκέψεις σχετικά με το “Πέθανε ο Ιταλός ιστορικός Κλάουντιο Παβόνε”

  1. εργα και ημερες του Τολιατι
    αποσπασμα απο αρθρο του Athens review of books με τιτλο

    Ἀπόδραση ἀπὸ τὸν λενινισμό
    Ὁ Ἐνρίκο Μπερλινγκουὲρ καὶ ἡ πάλη τοῦ Ἰταλικοῦ Κομμουνιστικοῦ Κόμματος κατὰ τοῦ ἑαυτοῦ του

    μεγαλο αλλα εξαιρετικα ενδιαφερον εκοψα και το κομματι σχετικα με την σταση του στη σοβιετικη επεμβαση στην Ουγγαρια το 1956

    «Μετὰ τὴν σύλληψη τοῦ Γκράμσι τὸ 1926 ὁ Τολιάττι ἀναδείχθηκε στὸν ἀδιαμφισβήτητο ἡγέτη τοῦ ΚΚ τῆς Ἰταλίας μέχρι τὸν θάνατό του τὸ 1964. Εἶχε ἤδη διαβλέψει ὅτι ὁ Στάλιν ἦταν τὸ μέλλον καὶ συντάχθηκε μαζί του. Ἐγκαταστάθηκε στὸ Παρίσι, ὅπου μεταφέρθηκε τὸ κομματικὸ κέντρο μέχρι τὸ 1939, καὶ ἐξέδιδε τὴν ἐφημερίδα Lo Stato Operaio (Τὸ ἐργατικὸ κράτος) ποὺ ἔχυνε δηλητήριο κατὰ τῆς σοσιαλδημοκρατίας. Τὸ 1930 πῆρε τὴν σοβιετικὴ ὑπηκοότητα μὲ τὴν δικαιολογία ὅτι ὁ τίτλος τοῦ σοβιετικοῦ πολίτη εἶχε μιὰ πανανθρώπινη διάσταση σὲ σύγκριση μὲ τὴν ἀσημαντότητα τοῦ ἰταλικοῦ ἐθνισμοῦ. Ἐπιβραβεύθηκε μὲ τὸν διορισμό του στὴν Γραμματεία τῆς Κομιντὲρν τὸ 1934, μὲ τὸ ψευδώνυμο Ἔρκολι. Ἦταν δεύτερος τῇ τάξει μετὰ τὸν Δημητρώφ, καὶ ὁ κύριος εἰσηγητὴς τῆς πολιτικῆς τοῦ «Λαϊκοῦ Μετώπου» στὸ 7ο Συνέδριο τοῦ 1935. Ὅμως, αὐτὴ ἡ ἀλλαγὴ πολιτικῆς συνοδεύτηκε καὶ μὲ τὴν μετατροπὴ τῆς Κομιντὲρν σὲ ἐκτελεστικὸ βραχίονα τῆς σοβιετικῆς μυστικῆς ὑπηρεσίας (τῆς NKVD) γιὰ τὴν ἐκκαθάριση τοῦ διεθνοῦς κομμουνιστικοῦ κινήματος ἀπὸ τοὺς «πράκτορες τοῦ φασισμοῦ» (ὁ ἴδιος ὁ ἀρχιδολοφόνος Γιεζὼφ ἔγινε τότε μέλος τῆς Ἐκτελεστικῆς Γραμματείας).

    Ὁ Τολιάττι ὑποστήριξε φανατικὰ τὶς Δίκες τῆς Μόσχας καὶ τὶς δολοφονίες τῶν «παλαιῶν μπολσεβίκων» (μὲ τὸν Μπουχάριν ἦταν προσωπικὸς φίλος). Διακηρύσσει:

    «Ἡ ἐκτέλεσή τους (: τῶν Ζηνόβιεφ, Καμένεφ τὸ 1936) εἶναι μιὰ πράξη ὑπεράσπισης τῆς δημοκρατίας, τῆς εἰρήνης, τοῦ σοσιαλισμοῦ καὶ τῆς ἐπανάστασης. … Ὁ τροσκισμὸς εἶναι ἕνα πρακτορεῖο τοῦ φασισμοῦ μέσα στὴν ἐργατικὴ τάξη».

    Ἀκόμα καὶ μεταπολεμικὰ ὑπερασπίζεται τὴν κτηνωδία μὲ τὸ ἀνατριχιαστικὸ «ἐπιχείρημα» ὅτι στηρίχθηκε στὴν βασικὴ ἀρχὴ δικαίου ποὺ ἰσχύει σὲ ὅλες τὶς πολιτισμένες χῶρες, δηλαδὴ στὶς ὁμολογίες τῶν κατηγορουμένων!

    Τὸ καλοκαίρι τοῦ 1937 στάλθηκε στὴν Μαδρίτη ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς Κομιντέρν, ἂν καὶ ὑπάρχουν σοβαρὲς ἐνδείξεις ὅτι ἔφθασε ἕνα χρόνο πρίν. Σύμφωνα μὲ ὅλες τὶς μαρτυρίες, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ τοῦ (σταλινικοῦ) στρατηγοῦ Λίστερ καὶ τοῦ Σαντιάγο Καρίγιο, μέχρι τὸ τέλος τοῦ ἐμφυλίου ὀ Τολιάττι ὑπῆρξε ὁ πραγματικὸς καὶ ἀπόλυτος ἡγέτης τοῦ ἱσπανικοῦ ΚΚ. Ἂν ἔφθασε στὴ Μαδρίτη τὸ 1936, τότε εἶναι ὁ ἰθύνων νοῦς τῶν δολοφονικῶν ἐκκαθαρίσεων τῶν ἀναρχικῶν καὶ τῶν τροτσκιστῶν τοῦ POUM στὸ δημοκρατικὸ στρατόπεδο, καὶ ἰδίως τοῦ φρικιαστικοῦ βασανισμοῦ τοῦ Ἀντρὲς Νίν. Ἂν ἔφθασε ὅταν ὁ ἴδιος ἰσχυρίζεται, τότε καὶ πάλι εἶναι ὑπεύθυνος γιὰ τὴν «μπολσεβικοποίηση» τοῦ ἱσπανικοῦ κράτους καὶ τὴν συνέχιση τῶν διωγμῶν, ποὺ ἐξόντωσαν τελικὰ καὶ τὴν πλειονότητα τοῦ σοβιετικοῦ προσωπικοῦ στὴ χώρα. Ἀνάμεσά τους ὁ ὑπερασπιστὴς τῆς Μαδρίτης τὸν Νοέμβριο τοῦ 1936, στρατηγὸς τῶν διεθνῶν ταξιαρχιῶν Ἐμίλιο Κλέμπερ (ψευδώνυμο τοῦ Μολδαβοῦ κομμουνιστῆ Μάνφρεντ Στὲρν) καὶ ὁ σοβιετικὸς πρόξενος στὴ Βαρκελώνη Ἀντόνωφ-Ὀβσεένκο.

    Ἰδιαίτερος στόχος τοῦ Τολιάττι ἦταν ἡ διεθνὴς ταξιαρχία τοῦ ἀναρχοφιλελεύθερου κινήματος Giustizia e Libertà ποὺ εἶχαν συγκροτήσει οἱ ἀδελφοὶ Ροσέλλι, τὴν ὁποία κατηγοροῦσε ὡς φωλιὰ φιλοφασιστῶν τροτσκιστῶν. Αὐτὸ ἰσοδυναμοῦσε μὲ καταδίκη σὲ θάνατο. Οἱ ἀδελφοὶ Ροσέλλι εἶχαν πρόσφατα δολοφονηθεῖ στὸ Παρίσι ἀπὸ γάλλους ἀκροδεξιούς, ὄργανα τῶν ἰταλικῶν μυστικῶν ὑπηρεσιῶν. Ἀλλὰ ἡ κατασυκοφάντησή τους συνεχίσθηκε ἀπὸ τὶς στῆλες τοῦ Lo Stato Operaio.

    Μὲ εἰδικὴ στρατιωτικὴ πτήση τὸ φθινόπωρο τοῦ 1938 ὁ Τολιάττι ἔφθασε στὴν Μόσχα γιὰ νὰ ὑπογράψει τὸ διάταγμα τῆς Κομιντὲρν γιὰ τὴν διάλυση τοῦ Πολωνικοῦ ΚΚ. Ὁλόκληρο τὸ στελεχικὸ δυναμικό του ποὺ εἶχε καταφύγει στὴν Σοβιετικὴ Ἕνωση ἐξοντώθηκε τότε, μαζὶ μὲ 50.000 περίπου ἄλλους Πολωνούς, στὴν πιὸ ἀποτρόπαια ἀπὸ τὶς πολλὲς «μικρὲς γενοκτονίες» ποὺ συνόδεψαν τὸν σταλινικὸ τρόμο. Ἐξοντώθηκαν τότε καὶ τὰ ἄλλα εὐρωπαϊκὰ κομμουνιστικὰ κόμματα, μὲ πρῶτο τὸ Γερμανικό. Μετὰ τὸ Σύμφωνο Μολότωφ-Ρίμπεντροπ, χιλιάδες γερμανοὶ κομμουνιστὲς παραδόθηκαν ἀπὸ τὸν Στάλιν στὸν Χίτλερ καὶ κλείστηκαν στὰ ναζιστικὰ στρατόπεδα. Ἡ πολωνικὴ γενοκτονία ἦταν «τεχνικὴ προετοιμασία» γιὰ τὴν κυοφορούμενη συμμαχία Χίτλερ-Στάλιν, ἡ ὁποία περιεῖχε τὸν διαμελισμὸ τῆς Πολωνίας.

    Ἀπὸ τὸ Παρίσι, ὅπου εἶχε ἐπιστρέψει μετὰ τὴν νίκη τοῦ Φράνκο, ὁ Τολιάττι ἐξέδωσε ὁδηγίες στοὺς εὐρωπαίους κομμουνιστὲς νὰ θεωροῦν τὸν πόλεμο ποὺ εἶχε μόλις ξεσπάσει «ἐνδοϊμπεριαλιστικὴ ὑπόθεση» καὶ κατακεραύνωνε τοὺς «ἀγγλογάλλους πλουτοκράτες». Μονάχα ὁ Οὐμπέρτο Τερρατσίνι, ἱδρυτὴς τοῦ ΚΚ Ἰταλίας, ὡς μέλος τῆς ὁμάδας τοῦ Ordine Nuovo, εἶχε τὴν τόλμη νὰ καταγγείλει ἀπὸ τὶς φασιστικὲς φυλακὲς τὴν προδοσία τῆς σοβιετοναζιστικῆς συμμαχίας. Ὁ Τολιάττι τὸν διέγραψε ἀμέσως. Διασχίζοντας τὴν γερμανοκρατούμενη Εὐρώπη μὲ περίεργη εὐκολία ὁ Τολιάττι ἐπέστρεψε στὴ Μόσχα τὸ 1940.

    Ἀπὸ τὸ δολοφονικὸ ὄργιο μονάχα ἡ ἰταλικὴ κομμουνιστικὴ ἡγεσία ἔμεινε ἀλώβητη. Κι αὐτὸ γιατὶ συνεργάστηκε στενὰ μὲ τὴν NKVD γιὰ τὴν ἐκκαθάριση τῶν τάξεων τοῦ κόμματος ἀπὸ τοὺς «ταξικοὺς ἐχθρούς». Μετὰ τὴν ἐπικράτηση τοῦ Μουσολίνι μερικὲς χιλιάδες Ἰταλοὶ κατέφυγαν στὴν Σοβιετικὴ Ἕνωση, εἴτε γιὰ νὰ ἀποφύγουν τοὺς φασιστικοὺς διωγμοὺς εἴτε γιὰ νὰ «ζήσουν τὸ ὄνειρο» τῆς οἰκοδόμησης τοῦ κομμουνισμοῦ. Μόλις πατοῦσαν τὸ πόδι τους ἐκεῖ τοὺς ἀφαιροῦνταν τὰ ταξιδιωτικὰ ἔγγραφα καὶ ἔμπαιναν σὲ αὐστηρὴ ἐπιτήρηση ἀπὸ τὸ γραφεῖο στελεχῶν τοῦ κόμματος. Περνοῦσαν ἀπὸ ἐξονυχιστικὲς ἀνακρίσεις γιὰ νὰ ἐξακριβωθοῦν τὰ κομματικά τους φρονήματα καὶ ἡ σχέση τους μὲ τὶς διάφορες ὁμάδες, ἰδίως τοῦ ἀντισταλινικοῦ Μπορντίγκα, κατὰ τὶς ἐνδοκομματικὲς διαμάχες τῆς πρώτης περιόδου. Οἱ φάκελοι ποὺ σχηματίζονταν παραδίδονταν στὴν NKVD καὶ ἀποτέλεσαν τὸ βασικὸ ὑλικὸ γιὰ τοὺς μετέπειτα αἱματηροὺς διωγμούς. Εἶναι ἀρχειακὰ τεκμηριωμένο ὅτι περίπου 200 ἰταλοὶ κομμουνιστὲς καὶ ἀντιφασίστες ἐκτελέσθηκαν καὶ ἄλλοι 1000 θάφτηκαν ζωντανοὶ στὰ Γκουλάγκ.

    Ἔτσι σφυρηλατήθηκε ὁ «σιδερένιος δεσμὸς» (legame di ferro), ὅπως τὸν ἀποκαλοῦσε ὁ Τολιάττι, ἀνάμεσα στὸ ἰταλικὸ ΚΚ καὶ τὴν σοβιετικὴ ἡγεσία. Σ’ αὐτὸν, παρ’ ὅλες τὶς προσεκτικὲς διαφοροποιήσεις, ἔμεινε πιστὸς μέχρι τὸν θάνατό του. Ἡ ἀπολογία τοῦ Τολιάττι ἦταν ὅτι ἦταν ἀφοσιωμένος στὸν ἀντιφασιστικὸ ἀγώνα καὶ δὲν εἶχε γνώση γιὰ τὰ ἐγκλήματα. Ἤ, ἐναλλακτικά, ὅτι ἦταν ἀναγκασμένος νὰ ἐκτελέσει τὶς ἐντολὲς τοῦ Στάλιν ἀλλιῶς θὰ ἔχανε τὴ ζωή του καὶ θὰ θυσίαζε καὶ τὸ κόμμα του. Τὸ πρῶτο γίνεται πιστευτὸ μόνο ἐὰν κανεὶς αὐτολοβοτομηθεῖ. Τὸ δεύτερο εἶναι διπλὰ ἐνοχοποιητικό: ὅποιος διατάζεται νὰ διαπράξει ἐγκλήματα κατὰ τῆς ἀνθρωπότητας καὶ ὑπακούει εἶναι πλήρως συνυπεύθυνος. Ἂς θυμηθοῦμε ποιοί ἄλλοι μετὰ τὸν πόλεμο προέβαλαν τὸν ἴδιο ἰσχυρισμό…

    Ὑπάρχουν πολλοὶ τρόποι νὰ μὴν προκαλέσει κανεὶς τὴν ὀργὴ μιᾶς τυραννικῆς ἐξουσίας: ἡ ἀποχὴ ἀπὸ τὰ κοινά, ἡ σιωπή, ὁ παθητικὸς κονφορμισμός, ἡ προσπάθεια νὰ δραπετεύσεις ἀπὸ τὴν κόλαση. Ὅμως ὁ Τολιάττι ἦταν τὸ «λουλούδι στὸ πέτο» (fiore all’occhiello) τοῦ Γεωργιανοῦ τυράννου: ἕνας εὐρωπαῖος μὲ βαθιὰ καλλιέργεια ποὺ ἔγινε οἰκειοθελῶς συνεργὸς καὶ διαπρύσιος ὑπερασπιστὴς τῆς κακουργίας του.

    Στὶς ἀρχὲς τοῦ 1964, λίγους μῆνες πρὶν τὸν θάνατο τοῦ Τολιάττι, ἕνας διακεκριμένος κομμουνιστὴς (ποὺ εἶχε ἀποχωρήσει ἀπὸ τὸ κόμμα τὸ 1956), ὁ Ρενάτο Μιέλι, δημοσίευσε ἕνα βιβλίο-ὁρόσημο ποὺ ἐξέθετε καταλεπτῶς τὴν συνέργεια τοῦ πρώην φίλου του. Ὁ Τολιάττι ζήτησε ἀπὸ τὸν Ντάβιντε Λαγιόλο, μέλος τῆς ΚΕ καὶ στενό του συνεργάτη, νὰ προμηθευθεῖ τὰ τυπογραφικὰ δοκίμια πρὶν αὐτὸ κυκλοφορήσει. Ὅταν τὰ διάβασε παραδέχτηκε, σύμφωνα μὲ τὴν μαρτυρία τοῦ Λαγιόλο, ὅτι ὁ Μιέλι ἔχει δίκιο. Ὁ Λαγιόλο τὸν ρώτησε τί θὰ ἔκανε ὁ Γκράμσι ἂν ἦταν στὴ θέση του. Καὶ ὁ Τολιάττι ἀπάντησε ὅτι ὁ Γκράμσι θὰ θυσίαζε τὴ ζωή του.

    Μὲ τὴν ἀνακοίνωση τῆς ἀνακωχῆς μὲ τοὺς Συμμάχους, τὸν Σεπτέμβριο τοῦ 1943, ὁ βασιλέας Βίκτωρ Ἐμμανουὴλ Γ΄ εἶχε δραπετεύσει στὸ Μπάρι μαζὶ μὲ τὴν κυβέρνηση Μπαντόλιο. Τὰ ἀντιφασιστικὰ κόμματα, περιλαμβανομένου τοῦ ΙΚΚ, συγκρότησαν τὴν Ἐπιτροπὴ γιὰ τὴν Ἐθνικὴ Ἀπελευθέρωση (CLN), ζητώντας τὴν ἄμεση κατάλυση τῆς μοναρχίας, τὴν παραίτηση τοῦ Μπαντόλιο καὶ τὸν σχηματισμὸ κυβερνήσεως ἀπὸ τὰ ἴδια. Μὲ τὴν μισὴ χώρα ἀκόμα ὑπὸ ναζιστικὴ κατοχὴ ὁ Τολιάττι ἐπέστρεψε στὴν Ἰταλία τὸν Ἀπρίλιο τοῦ 1944. Καὶ μὲ ἕνα λόγο στὸ Σαλέρνο ἐξέπληξε τοὺς πάντες δηλώνοντας ὅτι τὸ ζήτημα τῆς μοναρχίας ἔπρεπε νὰ λυθεῖ μὲ δημοψήφισμα μετὰ τὸ τέλος τοῦ πολέμου καὶ ὅτι τὸ ΙΚΚ θὰ συμμετεῖχε στὴν κυβέρνηση Μπαντόλιο, ἡ ὁποία μερικὲς ἡμέρες πρὶν εἶχε ἀναγνωρισθεῖ ἀπὸ τὴν Σοβιετικὴ Ἕνωση. Ὁ ἴδιος ἔγινε ἀντιπρόεδρος. Πολιτικὴ τοῦ ΙΚΚ, δήλωνε, ἦταν ἡ ἥττα πρῶτα τοῦ ναζισμοῦ, καὶ κατόπιν ἡ ἀποκατάσταση τῆς δημοκρατίας, ὁ πολυκομματισμός, ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου καὶ ἡ ἀναγνώριση τῆς θρησκευτικῆς ἐλευθερίας.

    Αὐτὴ ἦταν ἡ «στροφὴ τοῦ Σαλέρνο» (svolta di Salerno), ἡ ὁποία σύμφωνα μὲ τὴν μεταπολεμικὴ κομματικὴ προπαγάνδα ἔδειχνε τὴν ἀπεξάρτηση τῶν ἰταλῶν κομμουνιστῶν ἀπὸ τὴν σοβιετικὴ κηδεμονία. Στὴν πραγματικότητα, ὅπως μαρτυρεῖ ὁ ἴδιος ὁ Δημητρὼφ στὸ ἡμερολόγιό του, ἡ «στροφή» εἶχε ἐπιβληθεῖ στὸν Τολιάττι ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Στάλιν, σὲ μιὰ ὁλονύκτια συνάντηση τῶν δύο ἀνδρῶν τὴν νύχτα 3 πρὸς 4 Μαρτίου τοῦ 1944, παραμονὴ τῆς ἀναχώρησης τοῦ πρώτου γιὰ τὴν νότια Ἰταλία μέσω Καΐρου. Ἡ ἀλλαγὴ γραμμῆς ὑπηρετοῦσε τὰ συμφέροντα τῆς Σοβιετικῆς Ἕνωσης ἐκείνη τὴν στιγμή. Ὁ Στάλιν ἀναγνώριζε ὅτι ἡ Ἰταλία ἦταν ἀναπόσπαστο τμῆμα τῆς δυτικῆς σφαίρας ἐπιρροῆς. Εἶχε ζωτικὴ ἀνάγκη τὴν στρατιωτικὴ πίεση τῶν Ἀγγλοαμερικανῶν κατὰ τοῦ Χίτλερ ἀπὸ τὸν Νότο μὲ προοπτικὴ τὸ ἄνοιγμα τοῦ δεύτερου μετώπου στὴν Εὐρώπη. Ὑπολόγιζε ὅτι μεταπολεμικὰ θὰ ἐξαργύρωνε τὴν ἀναπόφευκτη «ἐκχώρηση» τῆς Ἰταλίας (καὶ τῆς Ἑλλάδας) μὲ τὴν ἀναγνώριση τῆς δικῆς του ἀπόλυτης κυριαρχίας στὴν ἀνατολικὴ καὶ κεντρικὴ Εὐρώπη. Ὑπὸ τὶς συνθῆκες αὐτὲς ἕνα φιλοσοβιετικὸ κομμουνιστικὸ κόμμα, ποὺ θὰ ἐνδυόταν δημοκρατικὴ νομιμότητα, θὰ ἀποκτοῦσε πρόσβαση στοὺς κρατικοὺς καὶ πολιτιστικοὺς θεσμοὺς καὶ πλατιὰ λαϊκὴ ἀπήχηση, ἦταν μέγιστο ὄφελος.

    Ἡ «στροφὴ τοῦ Σαλέρνο» συνοδεύθηκε ἀπὸ τὴν δημιουργία ἑνὸς «καινούργιου κόμματος» (nuovo partito). Τὸ ΙΚΚ θὰ μετατρεπόταν ἀπὸ ἕνα κλειστὸ δίκτυο ἐπαναστατῶν ποὺ προετοίμαζαν τὴν ἐξέγερση γιὰ τὴν ἐπιβολὴ τῆς δικτατορίας τοῦ προλεταριάτου (τὴν «ὥρα Χ», ora X, ὅπως τὴν ὀνόμαζαν τὰ μαχητικὰ στελέχη), σὲ ἕναν μαζικὸ ὀργανισμὸ ποὺ διὰ τῆς συμμετοχῆς στὴν πολιτικὴ καὶ κοινωνικὴ ζωὴ τῆς νέας Δημοκρατίας θὰ ἐξασφάλιζε «προοδευτικὲς ἀλλαγές». Ἕνας παράνομος μηχανισμὸς ἐξακολούθησε νὰ λειτουργεῖ ὑπὸ τὴν ἄτυπη ἡγεσία τοῦ σκληροῦ λενινιστῆ Πιέτρο Σέκκια. Παρ’ ὅλα αὐτὰ ἀπὸ ’δῶ καὶ πέρα τὸ ἐξεγερσιακὸ ὅραμα ἐπικαθοριζόταν ἀπὸ τὶς ἀνάγκες τῆς ἐθνικοδημοκρατικῆς στρατηγικῆς, καθὼς τὰ ὀφέλη ἀπὸ τὴν διείσδυση στοὺς κρατικοὺς θεσμοὺς γίνονταν ὅλο καὶ πιὸ ἁπτά.

    Μιὰ τέτοια στρατηγικὴ ἔπρεπε νὰ πλαισιωθεῖ μὲ κρατικοὺς θεσμοὺς ποὺ θὰ συνάρμοζαν τὶς βλέψεις καὶ τὶς ἀξίες τῆς ἐργατικῆς τάξης μὲ ἐκεῖνες τῶν ἄλλων τμημάτων τῆς κοινωνίας (τῶν φιλελεύθερων μεσαίων τάξεων καὶ τοῦ «καθολικοῦ κόσμου»). Καὶ τὸ ΙΚΚ ἀφιερώθηκε στὸ πρόγραμμα αὐτὸ τὰ πρῶτα μεταπολεμικὰ χρόνια. Τὸ δημοψήφισμα τοῦ 1946 ἀπέβη ὑπὲρ τῆς Δημοκρατίας, καὶ ἡ συντακτικὴ συνέλευση μὲ πρόεδρο τὸν παλαίμαχο κομμουνιστὴ Οὐμπέρτο Τερρατσίνι συνέταξε τὸ νέο Σύνταγμα ποὺ ἔφερε τὸ ἔντονο ἀποτύπωμα τῆς νέας κομμουνιστικῆς σκέψης. Μαζὶ μὲ τὴν προστασία τῶν ἀτομικῶν ἐλευθεριῶν, ποὺ ἦταν ἡ συνεισφορὰ τῶν φιλελευθέρων ὑπὸ τὴν ἐμβληματικὴ μορφὴ τοῦ Μπενεντέτο Κρότσε, κατοχυρώνονταν ἐπίσης «τὰ δικαιώματα τῆς ἐργασίας» καὶ ἰσχυρὴ τοπικὴ αὐτονομία. Ἡ τελευταία ἔδωσε τὴν δυνατότητα στὸ ΙΚΚ νὰ ἀσκήσει ἐξουσία στὸ τοπικὸ ἐπίπεδο γιὰ πολλὲς δεκαετίες. Καὶ ἡ ἔντιμη καὶ ἀποτελεσματική του διοίκηση στὴν Οὔμπρια, Τοσκάνη καὶ Ἐμίλια-Ρομάνια ἦταν ἐπὶ Μπερλινγκουὲρ τὸ πειστικότερο ἐπιχείρημα γιὰ τὴν ἐκ νέου συμμετοχὴ τοῦ κόμματος στὴν κεντρικὴ κυβέρνηση.

    Ὁ Τολιάττι θεωροῦσε τὸ «ἀντιφασιστικὸ» Σύνταγμα τοῦ 1947 ὡς ὑπέρβαση τοῦ παραδοσιακοῦ φιλελεύθερου («ἀστικοῦ») συνταγματισμοῦ, γι’ αὐτὸ καὶ ἡ «πραγμάτωση» τῶν ἐργατικῶν δικαιωμάτων ποὺ προβλέπονταν σ’ αὐτὸ ἦταν ἐφεξῆς τὸ αἴτημα τοῦ κόμματος. Γιὰ νὰ στερεώσει τὴν συναίνεση ποὺ τὸ ὑποστήριζε ἕλαβε μερικὲς ἀποφάσεις ποὺ ἀμφισβητήθηκαν ἀπὸ τὴν «μαχητικὴ» βάση τοῦ κόμματος. Ὡς ὑπουργὸς Δικαιοσύνης τὸ 1946 εἰσηγήθηκε γενικὴ ἀμνηστία, ἡ ὁποία κάλυπτε τὰ πολιτικὰ ἐγκλήματα ὅλων τῶν παρατάξεων, περιλαμβανομένων τῶν φασιστῶν καὶ τῶν συνεργατῶν τῶν δυνάμεων κατοχῆς. Τὸ ΙΚΚ ὑπερψήφισε τὴν Συνθήκη Εἰρήνης τῶν Παρισίων ποὺ τὰ «ἐθνικὰ» κόμματα θεωροῦσαν φαλκίδευση τῆς ἀνεξαρτησίας τῆς χώρας. Ὁ Τολιάττι δήλωνε ὅτι ἡ ἐξωτερικὴ πολιτικὴ τοῦ κόμματός του εἶναι ἡ οὐδετερότητα καὶ ἡ ἀντίθεση σὲ κάθε σχέδιο γιὰ τὸν χωρισμὸ τῆς Εὐρώπης σὲ ἀντίπαλα στρατόπεδα. Τὸ 1947 ὁ Τολιάττι ἐπέβαλε στὴν κοινοβουλευτικὴ ὁμάδα τοῦ ΙΚΚ τὴν ἀποδοχὴ τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ Συντάγματος, ποὺ ἐνσωμάτωσε στὸν καταστατικὸ χάρτη τὶς «συμφωνίες τοῦ Λατερανοῦ» ἀνάμεσα στὸ Βατικανὸ καὶ τὸν Μουσολίνι (τὸ «Κονκορδάτο» τοῦ 1929). Οἱ Φιλελεύθεροι τοῦ Κρότσε ἀντιτάχθηκαν στὴν ρύθμιση αὐτή, διότι ἔδινε κρατικὴ ὑπόσταση στὴν καθολικὴ θρησκεία.

    Κι ἔτσι τὸ ΙΚΚ ἀναδείχθηκε στὸ πιὸ μαζικὸ κόμμα τῆς χώρας. Γιὰ νὰ συσπειρώσει τὴν μάζα ποὺ ἐντάχθηκε στὶς τάξεις του καλλιέργησε τὸν σταλινικὸ καὶ σοβιετικὸ μύθο, καθὼς καὶ μιὰ λατρευτικὴ προσήλωση στὸ πρόσωπο τοῦ Τολιάττι, τοῦ Καλύτερου (il Migliore), ὅπως ἀποκαλοῦνταν τότε. Ταυτόχρονα ἐπιστρατεύθηκε καὶ ὁ Γκράμσι, ποὺ μέχρι τότε εἶχε σχεδὸν ἐκλείψει. Ὁ Τολιάττι ἦταν ὁ ἐπιμελητὴς τῆς πρώτης ἔκδοσης τῶν Τετραδίων τῆς φυλακῆς, καὶ μέσα ἀπὸ μιὰν ἐπιλεκτικὴ παρουσίαση ἔπλασε τὴν εἰκόνα τοῦ ἐθνικοῦ καὶ δημοκρατικοῦ «στοχαστῆ τοῦ πολιτισμοῦ» ποὺ χρησίμευε στὴν κομματικὴ προπαγάνδα. Τὸ ἰδεολογικὸ αὐτὸ πρόγραμμα εἶχε ὡς συνέπεια τὴν διαβόητη «διπροσωπία» (doppiezza) τοῦ κόμματος. Ἐνῶ ὁ Τολιάττι τόνιζε ὅτι ὁ ἐθνικοδημοκρατικὸς δρόμος δὲν ἦταν τακτικὸς ἑλιγμὸς γιὰ τὴν τὴν ἅλωση τοῦ κράτους καὶ τὴν κατάλυση στὴν συνέχεια τῶν «ἀστικῶν θεσμῶν», ἡ πλειοψηφία τῶν μελῶν τὸν θεωροῦσαν ἀκριβῶς ὡς μεταβατικὸ στάδιο μέχρι τὴν περιπόθητη «ὥρα Χ».

    Ἡ περίοδος τῆς ἀντιφασιστικῆς ἑνότητας Καθολικῶν (Ντὲ Γκάσπερι), Σοσιαλιστῶν (Νέννι), Κομμουνιστῶν, Δημοκρατῶν καὶ Φιλελευθέρων ἔληξε μὲ τὴν ἀπομάκρυνση τοῦ ΙΚΚ ἀπὸ τὴν κυβέρνηση τὸ 1947. Οἱ λόγοι ἦταν, πρῶτον, οἰκονομικοὶ. Κατὰ τὴν ἐπίσκεψή του στὶς ΗΠΑ τὴν ἄνοιξη κατέστη σαφὲς στὸν Ντὲ Γκάσπερι ὅτι μὲ τοὺς κομμουνιστὲς στὴν κυβέρνηση δὲν μποροῦσε νὰ ἐλπίζει σὲ ἀμερικανικὴ βοήθεια. Ὅρος γι’ αὐτὴν ἦταν ἡ ἐνίσχυση τῆς ἰδιωτικῆς πρωτοβουλίας, ἐνῶ τὸ κομμουνιστικὸ πρόγραμμα βασιζόταν στὶς κρατικοποιήσεις καὶ τὸν κεντρικὸ σχεδιασμό. Κατὰ δεύτερον, ἡ ὄξυνση τῶν σχέσεων ΗΠΑ-ΕΣΣΔ καθιστοῦσε ἀδύνατη τὴν παρουσία στὴν κυβέρνηση ἑνὸς κόμματος ποὺ διατυμπάνιζε τὴν ἀφοσίωσή του στὸν Στάλιν, καὶ χρηματοδοτοῦνταν ἀπὸ τὸ ΚΚΣΕ. Τολιάττι καὶ Ντὲ Γκάσπερι θεωροῦσαν προσωρινὸ τὸν ἀποκλεισμὸ τοῦ ΙΚΚ.

    Οἱ ἐκλογὲς τοῦ Ἀπριλίου τοῦ 1948 ἔγιναν μέσα σὲ ἀκραία πόλωση. Ἡ κινητοποίηση τῆς Καθολικῆς ’Εκκλησίας, τῆς ἰταλοαμερικανικῆς κοινότητας, καὶ δευτερευόντως ἡ χρηματοδότηση ἀπὸ τὶς ἀμερικανικὲς μυστικὲς ὑπηρεσίες ἀντικομμουνιστῶν ὑποψηφίων, ἀπέφερε τὴν συντριπτικὴ ἥττα τοῦ Λαϊκοῦ Μετώπου κομμουνιστῶν καὶ σοσιαλιστῶν. Ὁ Τολιάττι ἀποδέχθηκε τὸ ἀποτέλεσμα καὶ ἐπιβεβαίωσε τὴν νομιμοφροσύνη τοῦ ΙΚΚ στὸ Σύνταγμα, ἐνῶ στὴν κομματικὴ βάση κυριαρχοῦσε ἡ ἀπογοήτευση μὲ τὸν δημοκρατικὸ δρόμο.

    Τὸν Ἰούλιο ἔγινε ἡ δολοφονικὴ ἀπόπειρα κατὰ τοῦ Τολιάττι. Ὀργισμένες διαδηλώσεις κατέκλυσαν τοὺς δρόμους καὶ ἔνοπλες ὁμάδες τοῦ κόμματος, ἰδίως στὸν Βορρᾶ, συγκρούονταν μὲ τὴν ἀστυνομία μὲ δεκάδες θύματα. Ἡ κομμουνιστικὴ Συνοσπονδία Ἐργατῶν κήρυξε γενικὴ πολιτικὴ ἀπεργία. Μόλις ἀνέκτησε τὶς αἰσθήσεις του ὁ Τολιάττι ἀπευθύνθηκε ἀπὸ τὸ νοσοκομεῖο στοὺς ὀπαδούς του καὶ καταδίκασε κάθε ἐξεγερσιακὸ τυχοδιωκτισμό. Ἐπιστρέφοντας ἐσπευσμένα ἀπὸ τὸ ἐξωτερικὸ ὁ γραμματέας τῆς Ἐργατικῆς Συνομοσπονδίας, ὁ μεγάλος ἀνανεωτὴς κομμουνιστὴς ἡγέτης Τζιουζέπε ντὶ Βιττόριο, ἔβαλε τέρμα στὴν γενικὴ ἀπεργία. Ἡ ἐπαναστατικὴ φρενίτιδα καταλάγιασε, ὅμως τὸ κλίμα εἶχε δηλητηριασθεῖ.

    Καὶ ὁ Στάλιν περὶ ἄλλα ἐτύρβαζε. Αὐτὸ ποὺ τὸν ἐνδιέφερε τώρα ἦταν ἡ στερέωση τῆς ἀπόλυτης κυριαρχίας του στὶς χῶρες τῆς «Λαϊκῆς Δημοκρατίας» καὶ ἡ πρόσδεση τῶν δυτικῶν ΚΚ στὴν Σοβιετικὴ Ἕνωση. Ἡ ἵδρυση τῆς Κομινφὸρμ τὸν Σεπτέμβριο τοῦ 1947 ἦταν τὰ προεόρτια τῆς ἐπιστροφῆς στὸν τρομοκρατικὸ σταλινισμό. Τὴν ἰταλικὴ ἀντιπροσωπία στὴν ἱδρυτικὴ συνδιάσκεψη ἔξω ἀπὸ τὸ Βρότσλαβ τῆς Πολωνίας ἀποτελοῦσαν ὁ Λουίτζι Λόνγκο καὶ ὁ Ἐουτζένιο Ρεάλε. Γνωρίζοντας ὅτι θὰ ἀντιμετώπιζαν ἐπιθέσεις γιὰ τὴν γραμμὴ τῆς ἐθνικοδημοκρατικῆς ἑνότητας, ὁ Τολιάττι τοὺς ἔδωσε ὁδηγίες νὰ τὴν ὑπερασπισθοῦν λέγοντας ὅτι τὸ ΙΚΚ δὲν εἶχε σκοπὸ νὰ «κάνει τὴν Ἰταλία Ἑλλάδα».

    Πράγματι τὸ φάντασμα ποὺ πλανιόταν στὴν σκέψη τῶν ἰταλῶν κομμουνιστῶν τὰ πρῶτα μεταπολεμικὰ χρόνια ἦταν ἡ Ἑλλάδα. Ἡ πολιτικὴ τοῦ ΚΚΕ, ὁ «ὀλέθριος κύκλος πρόκληση-ἐξέγερση-καταστολή», ὅπως τὴν περιέγραφαν, ἦταν παράδειγμα πρὸς ἀποφυγή. Τὸ 1946 ὁ Τολιάττι εἶχε προσπαθήσει νὰ ἀποτρέψει τὸν Ζαχαριάδη ἀπὸ τὴν ἐπιλογὴ τοῦ ἐμφυλίου. Δὲν ἦταν διατεθειμένος γιὰ κάποια «ἐπαναστατικὴ» αὐτοχειρία, ἂν καὶ ἐγνώριζε ὅτι τὸ τίμημα γιὰ τὴν ἐμμονὴ στὸν δημοκρατικὸ δρόμο θὰ ἦταν ἡ σκλήρυνση τῆς σταλινικῆς ρητορικῆς. Ὡς καθαρόαιμος λενινιστὴς ὁ Τολιάττι ἦταν ἕνας μακιαβελικὸς πολιτικὸς ποὺ δὲν ἄφησε ποτὲ ἰδεολογικοὺς ἐνθουσιασμοὺς νὰ βραχυκυκλώσουν τὸν πρακτικὸ στόχο, δηλαδὴ τὴν συμμετοχὴ στὴν ἐξουσία, ὅπως ἔδειξαν οἱ ἐπιλογές του τὸ 1948.

    Στὴν Πολωνία τὸ ἰταλικὸ καὶ τὸ γαλλικὸ κομμουνιστικὸ κόμμα μπῆκαν στὸ στόχαστρο τοῦ Γκομούλκα (ποὺ σύντομα θὰ ριχνόταν στὰ σταλινικὰ κάτεργα) γιὰ τὴν «παθητική» τους στάση μετὰ τὴν ἀπομάκρυνσή τους ἀπὸ τὴν κυβέρνηση. Ἀλλὰ οἱ σκαιότεροι κατήγοροί τους ἦταν οἱ Γιουγκοσλάβοι (τὴν ἀντιπροσωπία τοῦ γιουγκοσλαβικοῦ ΚΚ ἀποτελοῦσαν οἱ Ἔντβαρντ Καρντέλι καὶ Μίλοβαν Τζίλας). Οἱ Γιουγκοσλάβοι διεκδικοῦσαν τὴν Τεργέστη ἀπὸ τὴν Ἰταλία καὶ ἐμφοροῦνταν ἀπὸ ἰδιαίτερο ἀντι-ιταλικὸ μένος. Στὸν φιλιππικὸ τοῦ Καρντέλι ὅτι οἱ Ἰταλοὶ εἶχαν ἐγκαταλείψει τὸν μαρξισμὸ-λενινισμὸ ὁ Λόνγκο ἀντέτεινε ὅτι τὸ ΙΚΚ δὲν εἶχε πρόθεση νὰ βρεθεῖ στὴν τραγικὴ θέση τῶν ἑλλήνων κομμουνιστῶν. Μὲ προκλητικὴ ἐξτρεμιστικὴ τυφλότητα ὁ Καρντέλι ἀνταπάντησε ὅτι οἱ Ἰταλοὶ θὰ ἔπρεπε νὰ εὔχονται νὰ βρίσκονταν στὴ θέση τῶν ἑλλήνων συντρόφων, οἱ ὁποῖοι ἀνασυντάσσονταν καὶ βρίσκονταν σὲ τροχιὰ γιὰ τὴν τελικὴ νίκη!

    Στὴν συζήτηση γιὰ τὴν πολωνικὴ συνδιάσκεψη, ἡ Direzione τοῦ ΙΚΚ παραδέχθηκε ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ ἐνταθοῦν οἱ «κοινωνικοὶ» (διάβαζε ἐξωκοινοβουλευτικοὶ) ἀγῶνες κατὰ τῆς «ἀντιδραστικῆς στροφῆς τῆς Χριστιανοδημοκρατίας». Ἐπιβεβαίωσε ὅμως τὴν συνταγματικὴ νομιμοφροσύνη τοῦ κόμματος. Ἀποφασίστηκε ὅτι ὁ κομματικὸς τύπος θὰ προβάλλει ἐντονότερα τὰ ἐπιτεύγματα τῆς Σοβιετικῆς Ἕνωσης καὶ τὴν ἀντίθεσή του στὸν πόλεμο ποὺ ὑποτίθεται ὅτι προετοίμαζαν οἱ ἰμπεριαλιστές.

    Τὴν ἴδια ὅμως περίοδο (Δεκέμβριος 1947) ὁ Οὐμπέρτο Τερρατσίνι ἔδωσε συνέντευξη στὸ Ρώυτερ, στὴν ὁποία ἐπαναβεβαίωνε τὴν ἀντίθεση τοῦ ΙΚΚ στὸν χωρισμὸ τῆς Εὐρώπης σὲ στρατόπεδα καὶ τὴν ἀπόφασή του νὰ ἀγωνισθεῖ κατὰ τῆς ἀπειλῆς πολέμου «ἀπ’ ὁπουδήποτε καὶ ἂν προέρχεται». Ἡ δήλωση αὐτὴ προκάλεσε σφοδρότατες ἀντιδράσεις, καὶ στὸ ἐσωτερικὸ τοῦ κόμματος ἀπὸ τὴν πτέρυγα Σέκκια καὶ βέβαια ἀπὸ τὴν σοβιετικὴ ἡγεσία, ἐπειδὴ ὑπονοοῦσε (ὅπως ὁ ἴδιος ὁ Τερρατσίνι παραδέχθηκε ἀργότερα) ὅτι ἀπειλὴ γιὰ τὴν εἰρήνη προερχόταν καὶ ἀπὸ τὴν πολιτικὴ τοῦ Στάλιν στὴν Ἀνατολικὴ Εὐρώπη. Ὁ Τερρατσίνι οὔτε ἀνακάλεσε ἐπὶ τῆς οὐσίας οὔτε διαγράφηκε ἀπὸ τὸ κόμμα.

    Ὁ δημόσιος λόγος τοῦ κόμματος ἔγινε μετὰ ἀπὸ αὐτὰ πολὺ πιὸ μαχητικὰ ἀντιδυτικὸς καὶ φιλοσοβιετικός. Τὸ ΙΚΚ κατηγοροῦσε τὴν Χριστιανοδημοκρατία ὅτι ἔσερνε τὴν χώρα σὲ δουλικὴ ὑποταγὴ στὶς ΗΠΑ. Ἀντιτάχθηκε φανατικὰ στὸ σχέδιο Μάρσαλ καὶ στὴν ἔνταξη τῆς Ἰταλίας στὸ ΝΑΤΟ, καὶ ἐξυμνοῦσε τὸν Στάλιν ὡς πρωτομάχο τῆς εἰρήνης καὶ τῆς ἐλευθερίας. Ὁ Τολιάττι συνέγραψε ὁ ἴδιος τὴν ἀπόφαση μὲ τὴν ὁποία κατηγορήθηκε ὁ Τίτο ὡς «ἐθνοφασίστας» καὶ ἐκδιώχθηκε ἀπὸ τὴν Κομινφὸρμ τὸ 1948. Τὸ ΙΚΚ ὑπερασπίσθηκε τὸ κύμα δολοφονιῶν τῶν τιτοϊκῶν ποὺ σάρωσε τὶς «λαϊκὲς δημοκρατίες» (τὴν ἐξόντωση τῶν Ράικ στὴν Οὑγγαρία, Σλάνσκυ στὴν Τσεχοσλοβακία, Κόστωφ στὴν Βουλγαρία καὶ Τζότζο στὴν Ἀλβανία). Συνολικὰ τὸ 25% τῶν μελῶν τῶν ἀνατολικοευρωπαϊκῶν ΚΚ ἔπεσαν θύματα τότε τῶν σταλινικῶν διωγμῶν.»

    Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s