Χωρίς κατηγορία

Ο Σιούλας ο ταμπάκος 

Διήγημα του Δημήτρη Χατζή  (δυο αποσπάσματα)

……Κι ἦρθε τότε μία βδομάδα ὁλόκληρη ποὺ τ᾿ ἀργαστήρι τοῦ Σιούλα σταμάτησε. Οὔτε στ᾿ ἄλλα γινόταν τίποτα – ψευτοδούλευαν. Ἡ γυναίκα του τά ῾φερε βόλτα μοναχή της, ξετίναξε τὸ σπίτι, πῆρε κι᾿ ἀπὸ τὶς ἄλλες γυναῖκες – εἶναι ἀλήθεια πὼς ἔδωσε κάτι κρυφὰ καὶ στὸν ἑβραῖο τὸν παλιατζῆ, πού ῾χε μυριστεῖ τί γινόταν στὰ ταμπάκικα. Αὐτουνοῦ δὲν τοῦ ῾πε τίποτα, δὲν τὸν ρώτησε τίποτα, μήτε τὸν κοίταξε στὰ μάτια, ὅλη τὴ βδομάδα. Παραπάνω δὲν τὸ μπόρεσε. Σταύρωσε τὰ χέρια κι ἔκατσε κι ἔκλαψε καρτερώντας τὸ μεσημέρι ποὺ θά ῾ρχονταν ὅλοι καὶ δὲ θά ῾χε νὰ τοὺς δώσει μήτε φαῒ μήτε ψωμί.

Αὐτὸς ἀνέβηκε πάνω, μπῆκε στὸ δωμάτιο, τὴν εἶδε στὴ γωνία, τά ῾νιωσε τὰ μάτια τῶν παιδιῶν του κι ἦταν καρφωμένα πάνω του.

– Καὶ τ᾿ ἄφησες ἔτσι τὰ παιδιά;

Αὐτὴ δὲ μίλησε, καθόταν πάντα στὴν ἄκρη μὲ τὸ κεφάλι σκυμμένο.

– Καὶ δὲν ἔπαιρνες κατιτὶς ἀπὸ τὸ μπακάλη;

Ἡ γυναίκα σήκωσε μία φορὰ τὰ μάτια της καὶ κοίταξε. Μήτε λύπη, μήτε παράπονο, μήτε θυμὸς δὲν ἤτανε μέσα -τὰ μάτια της τὸν παρακαλούσανε νὰ σωπάσει. Αὐτὸς ἀγρίεψε:

– Τί δὲ μιλᾶς; Γιατί;

Ξανάσκυψε τὸ κεφάλι της:

– Δὲν μᾶς δίνει πιά, εἶπε μὲ ταπεινοσύνη, σὰ νά ῾φταιγε αὐτή.

– Καὶ ψωμί; Τί δὲν ἔπαιρνες λίγο ψωμί;

– Μήτε ὁ φοῦρνος μᾶς δίνει.

Σηκώθηκε κι ἔφυγε γρήγορα γρήγορα γιὰ νὰ κρύψει τὰ δάκρυα ποὺ τὴν ἔπνιξαν. Πιὸ πολὺ γιὰ τὴν ἀδικία τὴ δική του παρὰ γιὰ τὴ δυστυχία.

Τὰ παιδιὰ σκορπίσανε, ἔφυγε κι ἐκείνη, πῆγε στὴν ἀδερφή της νὰ κλάψουν μαζί. Αὐτὸς ἀπόμεινε μόνος μέσα στὸ δωμάτιο, μέσα στὸ σπίτι. Πιὸ πολὺ κι ἀπὸ τὴ δυστυχία, ἀπ᾿ τὴν πληγωμένη περηφάνια καὶ τὴν ντροπὴ μπροστὰ στὰ παιδιά του, ὅλο τ᾿ ἀπόγεμα, μοναχός του ἐκεῖ μέσα, σκεφτότανε τὴ γυναίκα – τὴν ἀδικία του. Ἕνας κόμπος ἀνέβαινε καὶ ξανανέβαινε στὸ λαιμό του. Εἴκοσι χρόνια μαζί της, πρώτη φορὰ στοχαζότανε τώρα γι᾿ αὐτήν.

……………………………………………………………………………………………………..

Εἶχε νυχτώσει πιὰ ὅταν πέρναγε τὸ δρόμο πού ῾χαν τ᾿ ἀργαστήρια τους οἱ ξυλᾶδες κι οἱ βαρελᾶδες. Ἄκουσε ποὺ φώναζαν τ᾿ ὄνομά του. Ἦταν ἕνας βαρελᾶς Μετσοβίτης -ἕνας ροδοκόκκινος, καταστρόγγυλος ἄνθρωπος μὲ φουσκωμένες τὶς πλάτες ἀπὸ τὸ σκύψιμο .

-Καλησπέρα.

-Καὶ γιὰ ποῦ βραδιάτικα μὲ τὸ δίκαννο;

-Νὰ μωρέ, ζάβωσε λίγο καὶ τὸ πῆγα στὸ γύφτο. Καλὸς ἄνθρωπος, εἶπε ξαφνικὰ χωρὶς νὰ τὸ θέλει.

-Δὲν τὸν ξέρω, εἶπε ὁ βαρελᾶς. Καὶ τί μᾶς ἔφταιξε ἐμᾶς; Ἔλα νὰ πιεῖς μία ρακή.

Ποτές του δὲν εἶχε μπεῖ σ᾿ αὐτὸ τὸ κρασοπουλειό – χάνι καὶ κρασοπουλειὸ μαζί, ποὺ πηγαῖναν οἱ ξυλάδες, οἱ βαρελᾶδες, φαμελῖτες νοικοκυραῖοι, φουκαρᾶδες τῆς γειτονιᾶς καὶ χωριάτες ποὺ νυχτώθηκαν στὴν πόλη. Ὁ βαρελᾶς πέρασε τὸ ρακὶ κι ἄρχισε κι ἔλεγε γιὰ τὶς ἀναδουλειὲς καὶ τὰ βάσανα.

-Κι ἐσεῖς δὲν εἶστε καλά, εἶπε σὲ μία στιγμή.

-Ὄχι, δὲν εἴμαστε καλά, ἀποκρίθηκε αὐτὸς καὶ δὲν ντρεπόταν καθόλου ποὺ τό ῾πε. Δὲν εἴμαστε καλά.

-Καὶ τί θὰ κάνετε;

-Δὲν ξέρω… Κανένας δὲν ξέρει…

-Κακὸ πράμα, εἶπε ὁ βαρελᾶς.

Αὐτὸς δὲν τὸν ἄκoυγε πιά. Ἔνιωθε μέσα του κείνη τὴν ὥρα σὰν ἕνα ξεχείλισμα καὶ τίποτα ἄλλο δὲν ἤθελε παρὰ νὰ σηκωθεῖ καὶ νὰ τοὺς κεράσει ὅλους ἐκεῖ μέσα, τοὺς βλάχους, τοὺς γύφτους, τοὺς χωριάτες, τοὺς φουκαρᾶδες, ὅλους. Δὲν ἔκαμε τίποτα τέτοιο. Κέρασε κι αὐτὸς ἕνα ρακὶ τὸ βαρελᾶ του καὶ τὸν καληνύχτισε πρόσχαρα.

-Καλὸς ἄνθρωπος εἶναι κι αὐτός, τὸ ῾λέγε καὶ τὸ ξανάλεγε μέσα του, νὰ τὸ νιώσει, νὰ τὸ χορτάσει. Καλὸς ἄνθρωπος – μὰ ποῦ στὸ διάολο κρύβονταν ὅλοι τους;

Μπαίνοντας στὸ δρόμο τῶν ταμπάκικων, βρέθηκε μπροστὰ σ᾿ ἕνα ἀπ᾿ τὰ κουτσούβελα τὰ δικά του. Τὸ φώναξε κοντά, τοῦ ῾δωσε κρυφὰ λεφτὰ νὰ τὰ δώσει στὴ μάνα του, τοῦ ῾δωσε καὶ τὸ ντουφέκι. Ντρεπότανε νὰ πάει μονάχος του. Κι οὔτε πῆγε ὡς ἀργὰ τὴ νύχτα, ὅταν σιγουρεύτηκε πιὰ πὼς ἐκείνη πλάγιασε καὶ κοιμήθηκε. Ἔπεσε δίπλα της στὸ στρῶμα, οὔτε κείνη μίλησε, οὔτε αὐτός, οὔτε σάλεψαν.

Πρὶν ἀπ᾿ τὸ χάραμα σηκώθηκε. Πατώντας στὰ νύχια πῆρε πάλι τὸ δίκαννο καὶ κατέβηκε. Ἐκείνη οὔτε σάλεψε πάλι. Αὐτὸς μπῆκε στὸ καραβούλι καὶ τράβηξε γιὰ τὴ Μεγάλη Βαθειά – ἔτσι τὸ λέγανε τ᾿ ἀνοιχτὸ μέρος τῆς λίμνης. Ἐλαμνε κατὰ τὶς καλαμιές, χώνοντας βαθιὰ τὰ κουπιὰ στὸ νερὸ – βιαζότανε.

Ὅταν γύρισε πίσω εἶχε φέξει πιὰ γιὰ καλά., Μία κρύα φωτεινὴ χειμωνιάτικη μέρα. Στὴν πόρτα, στ᾿ ἀργαστήρια στάθηκε κι ἔβαλε μία φωνή. Τὰ παιδιὰ κατεβῆκαν καὶ θάμαζαν τὸ πλούσιο κυνήγι. Ξεκρέμασα ἀπ᾿ τὴν πλάτη του τὸ δίκαννο καὶ τοὺς τό ῾δωσε, τοὺς ἔδωσε καὶ τρία παπιά.

-Δῶστε τα στὴ μάνα σας, τοὺς εἶπε μόνο.

Ξανάφυγε μὲ καμιὰ δεκαριὰ πουλιὰ στὰ χέρια του κι οὔτε γύρισε νὰ κοιτάξει κατὰ τὸ σπίτι. Ἤξερε πὼς πίσω ἀπ᾿ τὸ τζάμι ἦταν τὰ δάκρυά της. Καὶ τράβηξε γραμμὴ κατὰ τὸ παζάρι, μέσα ἀπ᾿ τὰ ταμπάκικα, μπροστὰ ἀπ᾿ τὰ ἀργαστήρια, στητός, χτυπώντας βαριὰ τὰ ποδήματά του…

-Ἔτσι πῆγε κάποτε ὁ πρῶτος ταμπάκος καὶ στάθηκε στὸ παζάρι καὶ πούλησε τὸ κυνήγι του – ὕστερα πήγανε κι ἄλλοι. Πίσω του ἐκείνη τὴ μέρα οἱ σάλπιγγες τῶν νέων καιρῶν γκρεμίζαν ἀπὸ θεμέλια τὰ τείχη τῆς ταμπάκικης Ἱεριχῶς μέσα σὲ πανδαιμόνιο ἀπ᾿ οὐρλιαχτὰ μηχανῶν. Κόντευε ἡ ἄνοιξη καὶ πάνω ἀπ᾿ τὴ λίμνη κοπάδια ἀγριόχηνες τραβούσανε πιὰ γιὰ ψηλότερα. Σὰν τρομαγμένα κι αὐτά…

Πηγή: Ο Σιούλας ο ταμπάκος | Η καλύβα ψηλά στο βουνό

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s