Δεκέμβρης

Ανδρέας Εμπειρίκος: πορεία προς τα (αιώνια) Κρώρα 

d4d417b19309cfa22ac9e4f19c770ae4
Γιώργης Γιατρομανωλάκης
Γνωρίζουμε ότι πολλοί αριστεροί ποιητές και διανοούμενοι υπέφεραν χρόνια σε ξερονήσια και φυλακές εξαιτίας της ιδεολογίας τους. Λίγοι όμως γνωρίζουν ότι ένας μείζων νεωτερικός ποιητής, υμνητής στη δεκαετία του ’30 της «αγαπημένης μητέρας ΕΣΣΔ», ο Ανδρέας Εμπειρίκος, συνελήφθη τον Δεκέμβριο του 1944 από την πολιτοφυλακή του ΕΛΑΣ και οδηγήθηκε όμηρος μαζί με χιλιάδες άλλους ως τα Κρώρα. Απλώς και μόνο λόγω του επωνύμου του. Βολική και χρήσιμη, κάποτε, η λήθη. Ομως, καθώς τα τελευταία χρόνια επανέρχονται ακραία ιδεολογήματα (δεξιά και αριστερά) που απειλούν τη χώρα, καλό είναι να ρίχνουμε μια ματιά στο παρελθόν.

Στις 30 Δεκεμβρίου 1944 ο Εμπειρίκος συλλαμβάνεται από την ΟΠΛΑ, ανακρίνεται, στοιβάζεται σε άθλιους τόπους κράτησης μαζί με πολλούς άλλους, άνδρες και γυναίκες, και πορεύεται μέσα στα χιόνια και τις λάσπες, όμηρος ως τα Κρώρα. Επιβιώνει ως εκ θαύματος, δραπετεύει και καταφέρνει να επιστρέψει στην Αθήνα, όπου παραμένει κατάκοιτος δύο μήνες. Το ποίημα «Ο δρόμος» (Οκτάνα), γραμμένο στις 23/1/1964, μας μεταφέρει μέρος της φρίκης των μελλοθανάτων. Το πλήρες Χρονικό της ομηρείας του συντάσσεται το 1956 και παραμένει αδημοσίευτο. Εδώ δημοσιεύουμε ένα πολύ μικρό απόσπασμα από αυτή τη μαρτυρία μιας επώδυνης στιγμής για τον ποιητή και το Εθνος ολόκληρο.
«Ακρως αντίθετος προς τον άγνωστον καπετάνιον [πρόκειται για έναν ανώνυμο ελασίτη αξιωματικό τον οποίο εκθειάζει ο Εμπειρίκος, λέγοντας πως θα ήθελε να τον έχει φίλο «γκαρδιακό»] ήτο ο διαβόητος και αιμοσταγής καπετάν Τάσος ο Τιμωρός – ο αποτρόπαιος σφαγεύς υπερδιακοσίων ανδρών και γυναικών, όστις ευρισκόμενος εις τα Καλύβια [Αττικής] κατά τας ημέρας της διελεύσεώς μας, ήλθε να επιθεώρηση την φάλαγγά μας. Ο άνθρωπος αυτός ήτο ξανθός προς το πυρρόχρουν, είχεν αυστηράν έκφρασιν, εφαίνετο δε πολύ νευρικός και οξύθυμος. Το παραμικρόν προκαλούσε την οργήν του. Εδιδε διαταγάς δεξιά και αριστερά, δεν του ήτο εύκολον να στάθη εις ένα σημείον και τα γαλανά του μάτια ήσαν πάντοτε ανήσυχα. Οι άνδρες του, τού μιλούσαν με μεγάλον σεβασμόν, όλοι δε οι άλλοι μετά μεγάλου δέους.
Την επαύριον της αφίξεως της φάλαγγός μας εις το χωρίον τούτο, εις εκ των ανηκόντων εις την φάλαγγά μας ομήρων, άνθρωπος μεσήλιξ με ασθενικήν όψιν και πάρα πολύ καταβεβλημένος εκ της πορείας και των κακουχιών, με ικέτευσε να παρακαλέσω – «σεις που έχετε το λέγειν» – τον αιμοχαρή αυτόν άνδρα να του επιτρέψη να μείνη εις τα Καλύβια, διότι, εάν συνέχιζε την πορείαν, τούτο θα εσήμαινε δι’ αυτόν βέβαιον θάνατον.
Μολονότι δεν είχα πολλάς ελπίδας να γίνω εισακουστός, επλησίασα τον «Τιμωρόν», και αφού του εξήγησα, όπως μου είχε δηλώσει ο ενδιαφερόμενος, ότι έπασχε από αιματουρίαν, και, αφού προσέθεσα (ψευδόμενος) ότι είδα τον άνδρα αυτόν να ουρή αίμα, τον παρεκάλεσα να αφήσει τον ασθενή εις τα Καλύβια, διά να αναλάβη. Ο φοβερός σφαγεύς εξεμάνη και θεωρών θράσος την ανάμειξίν μου, απέπεμψεν όχι μόνον τον πάσχοντα, αλλά και εμέ, υβρίζων σκαιώς και απειλών και τους δύο μας. Τύχη μου μεγάλη ότι δεν με απέστειλε πάραυτα προς εκτέλεσιν, αυτός που είχε σκοτώσει ιδιοχείρως αναρίθμητους αθώους και των δύο φύλων».
Το 1948, ύστερα από τη δολοφονία του υπουργού της Δικαιοσύνης Χρήστου Λαδά, εκτελέστηκαν πολλοί κομμουνιστές. Ο Εμπειρίκος, που δηλώνει ότι είναι εναντίον της θανατικής ποινής, γράφει πως ανάμεσα στους εκτελεσμένους «ήτο και ο καπετάν Τάσος ο Τιμωρός – τιμωρηθείς ο ίδιος επιτέλους διά το τόσο αθώο αίμα που είχε χύσει ο θηριώδης αυτός δήμιος, με τα ιδικά του χέρια…».
Οπως θα περίμενε κάποιος, ο Εμπειρίκος, ύστερα από αυτήν την περιπέτεια, θα είχε απεμπολήσει την παλαιά, αριστερή ιδεολογία του. Κάθε άλλο. «Θεραπευμένος» από το τραύμα της ομηρείας του (η συγγραφή του Μεγάλου Ανατολικού βοήθησε προς τούτο), ο Εμπειρίκος συχνά θα εκφράσει την εμπιστοσύνη του στη μετεμφυλιωτική, κοινοβουλευτική Αριστερά. Σε κείμενά του και σε απομαγνητοφωνημένες δηλώσεις του για τις εκλογές της 17/11/1974, ο ποιητής προκρίνει την υπερψήφιση της ΕΔΑ, αλλά με σαφείς όρους όπως: «Να μην είμαι υποχρεωμένος να υπακούω εις κομματικά συνθήματα οπορτουνιστικά ή αποβλέποντα μόνον εις κομματικήν σκοπιμότητα». Ή όπως: «Να μη θεωρηθή η πολιτική τοποθέτησίς μου ως παραδοχή εκ των προτέρων των αποφάσεων της ηγεσίας».
Ομως, πέρα από αυτές τις δηλώσεις, τα ίδια τα κείμενά του μαρτυρούν τη φιλελεύθερη ιδεολογία του, όπως το εμβληματικό ποίημα «Οχι Μπραζίλια μα Οκτάνα» (20/8/1965) στο οποίο δηλώνεται: «Οκτάνα θα πη αληθινή ελευθερία και όχι εκείνη η φοβερά ειρωνεία, να λέγεται ελευθερία ό,τι χωρεί ή ό,τι εναπομένει στα ελάχιστα περιθώρια που αφήνουν στους ανθρώπους οι απάνθρωποι νόμοι των περιδεών και των τυφλών ή ηλιθίων». Ο ίδιος (πριν από τις εκλογές του 1974) αναφερόμενος στο παραπάνω ποίημα λέει: «Αυτός που το ‘χει γράψει αυτό το ποίημα δεν μπορεί να ‘χει πει βέβαια ψηφίστε Καραμανλή. Οχι διότι είναι κακός ο Καραμανλής. Ο Καραμανλής, ως άνθρωπος δράσεως, τον βάζω πολύ ψηλά. Αλλά διότι συμβολίζει την δεξιάν […]».
Ο κ. Γιώργης Γιατρομανωλάκης είναι ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Πηγή: Ανδρέας Εμπειρίκος: πορεία προς τα (αιώνια) Κρώρα – γνώμες – Το Βήμα Online

ΥΓ. Δεν προξενεί εντύπωση η δυσκολία πολιτικής «κατάταξης» του θείου Ανδρέα – ακόμα κι από τον κ. Γ.Μ, ο οποίος τον έχει μελετήσει όσο κανένας άλλος.

Advertisements

3 thoughts on “Ανδρέας Εμπειρίκος: πορεία προς τα (αιώνια) Κρώρα ”

  1. 2) Το 1944, στα Δεκεμβριανά, εφτά χρόνια μετά την ανεπίδοτη επιστολή στον Ν. Κάλα., ο Ανδρέας Εμπειρίκος βρίσκεται αιχμάλωτος της ΟΠΛΑ [=Οργάνωση Προστασίας Λαϊκών Αγωνιστών, ένοπλη οργάνωση, δημιούργημα του ΚΚΕ, με καθήκοντα ασφαλείας, συλλογής πληροφοριών και εκτέλεσης ειδικών αποστολών, έδρασε στις πόλεις της Ελλάδας από το καλοκαίρι του 1943 μέχρι το 1947]. Το 1956 ο Εμπειρίκος γράφει ένα μικρό χρονικό της εμπειρίας του ‘44:

    Αυτά σκεπτόμενος και αναπολών πολλά άλλα, εκάπνιζα συνεχώς, όταν εισήλθε πάλι αιφνιδίως εις την αίθουσα [στο κρατητήριο της ΟΠΛΑ στην οδό Παμίσου] ο κατά πυκνά διαλείμματα επισκεπτόμενος και παραμένων αρκετό χρόνο μεταξύ ημών απαίσιος εις την όψιν και την ψυχή βουρδουλοφόρος δεσμοφύλαξ. Ερχόμενος κατ’ ευθείαν εις εμέ και ιστάμενος ενώπιόν μου, με γνήσιο ύφος κουτσαβάκη, αλλά με μορφή ασυγκρίτως ασχημοτέρα, με ηρώτησε στρίβοντας με δεξιοτεχνία τον βούρδουλά του:
    –Εσύ είσαι ο Ανδρέας Εμπειρίκος;
    –Μάλιστα.
    –Δε μου λες κυρ-συναγωνιστά, πατέρα έχεις;
    –Ναι.
    –Μητέρα έχεις;
    –Ναι.
    –Αδέλφια έχεις;
    –Έχω δύο αδελφούς.
    –Ε, λοιπόν κακομοίρη μου, μάθε ότι όλοι αυτοί θα σε κλάψουν αύριο.
    Μόλις ήκουσα τα λόγια αυτά πάγωσα, αλλά με μία μεγάλη προσπάθεια κατόρθωσα να προσποιηθώ ότι με ψυχραιμίαν ήκουσα την καταδίκην. Ο δεσμοφύλαξ με μία κτηνώδη έκφραση στο πρόσωπό του με κοίταξε καρφωτά, προδήλως έτοιμος να ανακαλύψει και να απολαύσει το παραμικρόν δείγμα τρόμου ή αγωνίας εκ μέρους μου. Τούτο όμως δεν ήμουν διατεθειμένος να του το επιτρέψω. Κατανοών αμέσως εις τι απέβλεπεν το όρθιον τούτο κτήνος, είπα μέσα μου: Δεν θα σου περάσει κερατά, ούτε εσένα, ούτε κανενός άλλου από εσάς, δεν θα σας δώσω τη χαρά να με δείτε συγκινημένο ή τρομαγμένο. Και με αταραξία απάντησα:
    –Πολύ καλά, σ’ ευχαριστώ για την πληροφορία
    […]
    Μόλις έφυγε, μόλις εξήλθε όμως ο αποτρόπαιος εκείνος άνδρας από την αίθουσα, κρύος ιδρώτας περιέλουσε το μέτωπό μου και έμεινα εκεί καθήμενος επί του δαπέδου με τη ράχη μου προς τον τοίχον σαν αποσβολωμένος. Ώστε είχε φτάσει η τελευταία μου ώρα. Πλην της αγωνίας που έσπειρεν εις την ψυχήν μου η δήλωση του δεσμοφύλακος, ησθανόμην μία μεγάλην, μία βαθυτάτην πικρία. Εις όλη μου τη ζωή υπήρξα ό,τι συνήθως ονομάζεται άνθρωπος καλός και επιπλέον δίκαιος […]
    […]
    Ω, ας ήταν δυνατόν τουλάχιστον πριν πέσω, να κραυγάσω και η κραυγή μου να ακουστεί από τους δημίους μου: “Είναι γλυκειά, βρε σεις, η ζωή και βρίσκεστε όλοι σας σε πλάνη. Αλλού και όχι εκεί που τη βλέπετε, ηλίθιοι, υπάρχει σωτηρία”
    ***

    Ο γιος του Εμπειρίκου, Λεωνίδας, επισημαίνει (το 2001, σε συμπόσιο αφιερωμένο στον Α.Ε., που οργανώθηκε από το τμήμα Βυζαντινών και Νεοελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου της Κύπρου):

    “[…] είναι μία μαρτυρία την οποία ο ίδιος δεν δημοσίευσε. Και δεν την δημοσίευσε […] για να μη βλάψει τους δεινοπαθήσαντες Έλληνες κομμουνιστές μετά τον εμφύλιο, παρόλο που, μέχρι το 1960, τους μισούσε θανάσιμα. Δηλαδή, το έχω ζήσει, το ξέρω αυτό, μπορώ να το μεταφέρω όσο μπορεί να γίνει πιστευτό ως μαρτυρία”

    [Δημήτρης Καλοκύρης, Τα σύνεργα της πλοιαρχίας ήτοι η Άλλη όχθη του Ανδρέα Εμπειρίκου, εκδόσεις Άγρα, 2013]

    ***

    [σημείωση 31/07/2013] “[Κατά τα Δεκεμβριανά] στις 30 Δεκεμβρίου 1944 ο Ανδρέας Εμπειρίκος συλλαμβάνεται στο σπίτι του από την Πολιτοφυλακή του ΕΛΑΣ, την ΟΠΛΑ, και περνά από λαϊκό δικαστήριο στο Περιστέρι ως ταξικός εχθρός […]. Όταν υποχωρεί ο ΕΛΑΣ από την Αθήνα (5.1.1945), οδηγείται με άλλους ομήρους που σχηματίζουν φάλαγγα στα Κρώρα (σημερινή Στεφάνη) […]. Η επέμβαση όμως βρετανικών αεροπλάνων διασκορπίζει τη φάλαγγα κοντά στη Θήβα κι εκείνος κατορθώνει να δραπετεύσει. Στο Κακοσάλεσι (Αυλώνα) τον κρύβουν χωρικοί και από εκεί επιστρέφει ξυπόλητος στην Αθήνα με πληγές και κρυοπαγήματα στα πόδια σε κακή κατάσταση. Είναι 43 χρονών.”

    Μου αρέσει!

  2. Ο Δρόμος

    Εμπειρίκος Aνδρέας

    Θαμπός ο δρόμος την αυγή, χωρίς σκιές· λαμπρός σαν ήχος κίτρινος πνευστών το μεσημέρι με τον ήλιο. Tα αντικείμενα, τα κτίσματα στιλπνά και η πλάσις όλη με πανηγύρι μοιάζει, χαρούμενη μέσα στο φως, σαν πετεινός που σ’ έναν φράχτη αλαλάζει.

    Aμέριμνος ο δρόμος εξακολουθεί, σαν κάποιος που σφυρίζοντας (αέρας της ανοίξεως σε καλαμιές) αμέριμνος διαβαίνει, και όσο εντείνεται το φως, η κίνησις των διαβατών, πεζών και εποχουμένων, στον δρόμο αυξάνει και πληθαίνει.

    Oι διαβάται αμέτρητοι. Aνάμεσα σε αγνώστους ποιητάς και αγίους ανωνύμους, ανάμεσα σε φορτηγά διαδρομών μεγάλων, όλοι, αστοί και προλετάριοι διαβαίνουν, όλοι υπακούοντες σε κάτι, σε κάτι συχνά πολύ καλά μασκαρεμένο (τουτέστιν υπακούοντες στην Mοίρα) άλλοι πεζοί και άλλοι μετακινούμενοι με τροχοφόρα, με οχήματα λογής-λογής, τροχήλατα ποικίλα, μέσ’ στην βοή διαβαίνοντες και την αντάρα, με Σιτροέν, με Kαντιλλάκ, με Bέσπες και με κάρρα.

    O δρόμος, σκυρόστρωτος ή με άσφαλτο ντυμένος, από παντού πάντα περνά – Aθήνα, Mόσχα, Γιαροσλάβ, Λονδίνο και Πεκίνο, από την Σάντα Φε ντε Mπογκοτά και την Γουαδαλαχάρα, την Σιέρρα Mάντρε Oριεντάλ και τις κορδιλλιέρες, μέσ’ από τόπους ιερούς σαν τους Δελφούς και την Δωδώνη, μέσ’ από τόπους ένδοξους, όπως τα Σάλωνα, όπως η γέφυρα της Aλαμάνας, καθώς και από άλλα μέρη ξακουστά, σαν την κοσμόπολι εκείνη, που ηδυπαθώς την διασχίζει ο γκρίζος Σηκουάνας.

    Όμως ο δρόμος, αν και από παντού περνά, δεν είναι πάντα της αμεριμνησίας ή της συνήθους συλλογής. Kαμιά φορά φωνές ακούονται την νύκτα, φωνές μιας γυναικός που άνδρες πολλοί σ’ ένα χαντάκι την βιάζουν, ή άλλες φορές, άλλες φωνές – εκείνο το δυσοίωνο παράγγελμα: «Στον τόπο !» που μέγαν τρόμον έσπερνε μέσ’ στις ψυχές των οδοιπόρων, όταν μαχαίρια άστραφταν και καριοφίλια ή γκράδες, εμπρός στα στήθη των ταξιδιωτών, όταν στον δρόμο αυτόν, μοίρα κακή τούς έριχνε στα χέρια των ληστανταρτών, που φουστανέλλα λερή φορώντας, έτσι καθώς προβάλλανε από την μπούκα μιας σπηλιάς, με παλληκάρια μοιάζανε του Oδυσσέα Aνδρούτσου, σαν νάταν ο τόπος το Xάνι της Γραβιάς και οι ταξιδιώται τούτοι, στρατιώται του Kιοσέ Mεχμέτ ή του Oμέρ Bρυώνη – έτσι, καθώς απ’ το Πικέρμι ξεκινώντας, περνώντας μέσ’ απ’ την Nταού Πεντέλη, από τον δρόμο αυτόν, προς μονοπάτια δύσβατα τους λόρδους οδηγούσαν (ξανθά παιδιά της Iνγκλιτέρας που στην Eλλάδα ήρθανε και αγιάσαν) με τα χαντζάρια οι λησταί κεντρίζοντάς τους (ω Eδουάρδε Xέρμπερτ ! ω Bάινερ, ντε Mπόυλ και Λόυντ !) ώσπου να φθάσουν σε σίγουρα λημέρια, κοντά στη Σκάλα του Ωρωπού, στου Δήλεσι τα μέρη, για λύτρα βασιλικά ή για μαχαίρι (στα Σάλωνα σφάζουν αρνιά και στο Xρυσό κριάρια) για λύτρα βασιλικά ή για σφαγή (για δες καιρό που διάλεξε ο Xάρος να με πάρη) ενώ ο χειμώνας τέλειωνε και ζύγωνε η Λαμπρή, και μύριζε παντού πολύ το πεύκο, το θυμάρι, για λύτρα βασιλικά ή για σφαγή, (ω Aρβανιτάκη Tάκο ! ω Aρβανιτάκη Xρήστο ! ω Γερογιάννη και μαύρε εσύ Kαταρραχιά !) για λύτρα βασιλικά ή για σφαγή, κοντά στη Σκάλα του Ωρωπού, στου Δήλεσι τα μέρη.

    Kαι ο δρόμος εξακολουθεί, με ανάλογα στοιχεία και από παντού πάντα περνά (Γκραν Kάνυον, Mακροτάνταλον, Aκροκεραύνια, Άνδεις) από τις όχθες του Γουαδαλκιβίρ που όλη την Kόρδοβα ποτίζει, από τις όχθες του Aμούρ και από τις όχθες του Zαμβέζη, ο δρόμος από παντού περνά, σκληρός, σκληρότατος παντού, τόσο, που πάντοτε αντέχει, στα βήματα όλων των πεζών και στην τριβή των βαρυτέρων οχημάτων, μέσ’ από πόλεις και χωριά, βουνά, υψίπεδα και κάμπους, από τις λίμνες τις Φινλανδικές, την Γη του Πυρός και την Eστραμαδούρα, έως που ξάφνου, κάθε τόσο, μια πινακίς, μη ορατή παρά στους καλουμένους, πάντα εμφανίζεται για τον καθένα, όπου και αν βρίσκονται οι γηγενείς και οι ταξιδιώται, μια πινακίς με γράμματα χονδρά και απλά που γράφει: «Tέρμα εδώ. Eτοιμασθήτε. O ποταμός Aχέρων».

    Tην ίδια στιγμή, όποια και αν είναι η χώρα, όποιο και αν είναι το τοπίον, γίνεται μια τελευταία Bενετιά μ’ ένα Kανάλε Γκράντε – όραμα πάντα θείον και των αισθήσεων χαιρετισμός στερνός – μια τελευταία Bενετιά στις αποβάθρες της οποίας γονδόλες μαύρες περιμένουν (πήγα να πω σαν νεκροφόρες) και ένας περάτης γονδολιέρης, ωχρός και κάτισχνος μα δυνατός στα μπράτσα, τους τερματίζοντας κάθε φορά καλεί: «Περάστε, κύριοι, απ’ εδώ. Tούτη είναι η βάρκα σας. Eμπάτε.» Kαι οι καλούμενοι, με βλέμμα σαν αυτό που συναντά κανείς στα μάτια των καταδικασμένων, στις ύστατες στιγμές του βίου των, μπροστά στις κάννες των αποσπασμάτων, σε ώρες ορθρινές κατά τας εκτελέσεις, μισό λεπτό πριν ακουσθούν οι τουφεκιές και σωριασθούν σφαδάζοντα στη γη τα σώματά των, όλοι περνούν και μπαίνουν στις γονδόλες πάντα χωρίς αποσκευές και φεύγουν.
    Kαι ο δρόμος εξακολουθεί, σκληρός, σκληρότερος παρά ποτέ, σκυρόστρωτος ή με άσφαλτο ντυμένος, και μαλακώνει μόνο, όποια και αν είναι η χώρα, όποιο και αν είναι το τοπίον, κάτω από σέλας αγλαόν αθανασίας, μόνον στα βήματα των ποιητών εκείνων, που οι ψυχές των ένα με τα κορμιά των είναι, των ποιητών εκείνων των ακραιφνών και των αχράντων, καθώς και των αδελφών αυτών Aγίων Πάντων.

    (από την Oκτάνα, Ίκαρος 1980. Το κείμενο γράφτηκε στα 1964 ή νωρίτερα)

    Μου αρέσει!

  3. http://pandemos.panteion.gr/index.php?lang=el&op=record&type=&page=0&pid=iid:15408&q=isMemberOfCollection-cid:486

    Αντί Τεύχος 731 (9 Φεβρουαρίου 2001)
    ολο το τευχος ειναι αφιερωμενο στον Εμπειρικο
    σελ 24 αρθρο της Αντειας Φραντζη με τιτλο: Η πρωτοχρονια του Εμπειρικου το 1945

    Γενικα το Αντι δημοσιευε ενδιαφεροντα αρθρα για τον εμφυλιο
    (αν ενδιαφερεσε μαλλον οχι οκ η αντιγραφη απο το pdf ειναι δυνατη)

    Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s