Αλάτι - πιπέρι, Χωρίς κατηγορία

Ο Μανόλης Αναγνωστάκης ήταν και ο Μανούσος Φάσσης! 

Σκαρφάλωσα στο Μύτικα

κι είπα τραγούδια εαμίτικα

(άλλο να γράφεις Canto

κι άλλο να σου λένε: κάν’ το)

ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΑΡΤΕ Τ’ ΑΡΜΑΤΑ ΤΣΑΚΙΣΤΕ ΤΑ ΚΑΘΑΡΜΑΤΑ

Αν είναι να πεθάνουμε για την πατρίδα και να διώξουμε τη ξένη ακρίδα, εν οίδα ότι ουδέν οίδα, ω Άγγλε ευπατρίδα!

Κι όμως ο Μανούσος Φάσσης δεν ήταν διόλου τυχαία περίπτωση. Την εποχή που εμείς ασχολούμασταν με τις συλλογές αστέρων και ποδοσφαιριστών και αγοράζαμε μετά μανίας καραμέλες «Σαρλώ- Κατσούρα», την εποχή εκείνη, λοιπόν, ο Μανούσος διάβαζε Νέα Εστία και Μακεδονικές Ημέρες και είχε δει Τα Δημιουργηθέντα Συμφέροντα του Υάκινθου Μπεναβέντε στο Βασιλικό Θέατρο… Φυσικά σε μας δεν έλεγαν και σπουδαία πράγματα όλα αυτά… Πρέπει να ήταν εκεί γύρω στα 1938 που ανακάλυψε την καταπληκτική του ευχέρεια να σκαρώνει στίχους, να πλέκει ταιριαστές ομοιοκαταληξίες και να συναρμολογεί στο άψε-σβήσε ένα ποίημα για τη γραβάτα κάποιου καθηγητή μας, για τη γιορτή της αποταμιεύσεως ή για μια νίκη των τσικό του ΠΑΟΚ… Εκμεταλλευόμενος το τάλαντό του αυτό, έφτασε, ο διάβολος, στο μάθημα των νεοελληνικών να μη γράφει έκθεση αλλά να ξεπετά τρίαα-τέσσερα τετράστιχα και να τελειώνει σε δέκα λεπτά, εκεί που εμείς ιδροκοπούσαμε μια ώρα… Όλα όμως είχαν ξεκινήσει από μια 25η Μαρτίου, όπου έπρεπε μετά τον καθηγητή που θα μας ταλαιπωρούσε με τον καθιερωμένο δεκάρικο της ημέρας να εκφωνήσει κι ένας μαθητής ένα σύντομο λογύδριο, σύμφωνα με τις πρωτοποριακές αντιλήψεις του σχολείου μας, στο οποίο, ειρήσθω εν παρόδω, είχε γυμνασιαρχεύσει ένας Αλέξανδρος Δελμούζος… Να πω εγώ ένα ποίημα, προσφέρθηκε ο Μανούσος όταν προέκυψε πρόβλημα επιλογής του ομιλητή… Φυσικά, δεν νομίζω ότι ο αναγνώστης θα έχει την αξίωση να θυμηθώ λέξη προς λέξη, το επίμαχο εκείνο, μακροσκελέστατο άλλωστε, στιχούργημα, αλλά κάποιοι στίχοι επιπολάζουν ακόμη στο τέλμα των χρόνων:

Και μπρος στα τείχη στέκεται

-ξενάκι είναι και βρέχεται –

ο ποιητής ο Βύρων

φλεγματικός και είρων.

-Έλληνες, πάρτε τ’ άρματα

τσακίστε τα καθάρματα.

…………………….

Και ηγούμενος σαράντα ανδρών

ο ηγούμενος Παλαιών Πατρών

του λέει:

-Αν είναι να πεθάνουμε για την πατρίδα

και να διώξουμε την ξένη ακρίδα

εν οίδα ότι ουδέν οίδα

ω Άγγλε ευπατρίδα!

Και το αποκορύφωμα, που έκανε το Γυμνασιάρχη μας να σηκωθεί από τη θέση του πελιδνός και εκτός εαυτού να κραυγάζει: «Ε!, όχι πλέον και μέχρις εκεί»:

Κι αυτός φωνάζει: «Δέσποτα

παρ’ τα σκυλιά τ’ αδέσποτα»

………………………..

Αλλά έχω έτοιμο κι άλλο αριστούργημα… Άκου μονάχα τους τελευταίους στίχους για να καταλάβεις:

Και οι κοπελιές οι άπονες

ερωτεύτηκαν τους Ιάπωνες

δεν μπόρεσε να τους δονήσει η

φωνή που βγάζαν οι Ινδονήσιοι

Ο Μανούσος δεν δίσταζε να λέει τη γνώμη του φανερά, να επαινεί ή να θάβει, αλλά συνηθέστατα απαντούσε με το γνωστό του εύσχημο τρόπο: αντί επιστολής ένα στιχούργημα. Ανθολογώ μόνον ένα δείγμα, σταλμένο στο νεαρό τότε και παραδειγματικά σεμνό ποιητή Δημήτρη Χριστοδούλου, σαν απάντηση στη συλλογή του ΑΙΧΜΕΣ:

 

Ω Ποιητή και ω Εραστη σε κράζω

ως κράζει η λέαινα τον άγριο σκύμνο.

Στο στίχο το γρανίτινο υψώνω ύμνο,

στην Παναγιά της Λούρδης κεριά τάζω

Λόχμες, αιχμές, αχμάκηδες, χαχόλοι,

σ’ αχαμνά χαχάμηδων χαμψίνια,

αχρείοι χάνοι και χολερικά χαμίνια.

Μες στο χαμάμ των χανούμ χάσκουν οι κώλοι.

Άσε τους κίναιδους και τον πολλά χεσμένο

λαό σου, βάρδε της δόλιας ρωμιοσύνης.

Τσάρε του στίχου, λιοντάρι της Ασίνης,

δωρικό μπουζούκι στο σπέρμα βαφτισμένο.

Όρθια ΑΙΧΜΗ στη μήτρα κάθε δούλου

περνά και βόγκει ο Μέγας Τηλεβόας:

Άρατε πύλας τσόγλανοι! Κράζει ο βόας,

ο κροταλίας, ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ.

Παραθέτω αποσπάσματα κι από το ποίημα ΧΑΙΡΕ Ω ΧΑΙΡΕ που ο Μανούσος έγραψε για τον ποιητή του ΦΡΕΑΤΟΣ με τις ΦΟΡΜΙΓΓΕΣ Δημήτρη Παπαδίτσα, αποδεικτικό της μεγάλης εκτίμησης και του θαυμασμού που έτρεφε ανέκαθεν γι’ αυτόν:

Γεια σου Δημήτρη,

Εσύ της πόρνης ποίησης στίψε το σάπιο χυμό

και σπάσε τα διάφανα κρούσταλα

με το γρανίτη της φωνής σου!

……………………………..

Ακόμη της ίδιας εποχής είναι κι ένα του ποίημα αφιερωμένο σε μένα, που γι’ αυτό βέβαια δεν το κρίνω ανθολογήσιμο, αλλά για ορισμένους λόγους δεν μπορώ να μην μεταφέρω εδώ μερικούς στίχους:

Μανόλαρε, Μανόλαρε

τ’ άγριο σου λάσο αμόλαρε

Αν είσαι εσύ Κρητίκαρος

κι εγώ μικρή πεταλουδίτσα,

αχ τόση δα, αχ τόση δα,

με μαδημένα τα φτερά

από τον Παπαδίτσα,

υπήρξα κάποτε κι εγώ του στίχου Ίκαρος.

Λίγα αποσπάσματα και από την ΔΥΝΑΣΤΕΙΑ ΤΩΝ ΙΜΕΡΩΝ, που είναι μια ολόκληρη σειρά ελεγείων αφιερωμένων στον ποιητή του ΜΑΞ Τάκη Σινόπουλο και αναδύουν εκ περισσού μιαν αδιαφιλονίκητη εκτίμηση στο έργο και την πολιτεία του τόσο σημαντικού αυτού νεοέλληνα ποιητή:

Η ΔΥΝΑΣΤΕΙΑ ΤΩΝ ΙΜΕΡΩΝ (Άσμα πρώτον)

Πώς θα περάσουν πάλι κι άλλα καλοκαίρια

στου Σβίγγου, στο Μαρούσι, στη Ναζλή.

Α, τέτοια ατέρμονη καμπύλη πλέον ας λει-

ψει, μες τη ρουφιανιά και τη μιζέρια.

Χρόνια ταξίδεψες διψώντας κάποιο γράμμα

από τον άγνωστο Μεγάλο Αποστολέα

και τώρα που ’χεις παρακάμψει το Μαλέα

κείτεσαι μες τη λήθη – άχρηστο πράμα

(ΑΝΤΙΣΤΡΟΦΗ – ΗΡΩΙΚΗ και ΗΜΙΠΕΝΘΙΜΗ)

Σκαρφάλωσα στο Μύτικα

κι είπα τραγούδια εαμίτικα

(άλλο να γράφεις Canto

κι άλλο να σου λένε: κάν’ το)

Δεν έχει για μας Ύδρα ή Μυκήνες,

δεν σχεδιάζεις πια κεφάτες κρουαζιέρες

(στου δωματίου σου τις κάτω εταζέρες

τα ριμιφόν με τις στρεπτομυκίνες)

Χιλιάδες όνειρα σαν κομφετί λιωμένα.

Ψάχνεις τη στάχτη: φίλε μου τι βρήκαμε;

Μια τακτοποίηση έντιμη στο ΙΚΑ με

χιλιάδες ένσημα στο βιβλιάριο κολλημένα.

(ΠΑΡΟΔΟΣ – ΕΙΣΟΔΟΣ ΨΥΧΑΜΟΙΒΩΝ)

Τουίνγκη – Τουίγκη

σε θέλω δίχως ξύγκι

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Και τώρα που η στερνή ώρα σιμώνει

(το φανάρι του Άλμπορ δεν εφάνη)

θα πεις: εντ γκουντ ολ γκουντ – ή βερυ φάνυ

μ’ αξιοπρέπεια πάντα κρατώντας το τιμόνι

Η ΔΥΝΑΣΤΕΙΑ ΤΩΝ ΙΜΕΡΩΝ (Άσμα δεύετρον)

Πάλι στο στίχο και στη λύρα – αδέλφια δίδυμα-

θ’ αφήσω την καρδιά μου να ξεσπάσει:

για τον ποιητή του Πύργου που ’χει χάσει

δέκα κιλά στην κατοχή από πείνης οίδημα.

Αχ, πόσο νέοι, σχεδόν παιδιά, και χρόνια δύστυχα,

στων συνοικιών να σεργιανούμε τα σοκάκια,

να ερωτευόμαστε το Μαρικάκι και την Κάκια

να στέλνουμε στα επαρχιακά τα φύλλα δίστιχα.

Τι Πύργος τάχα και τι Περισσός; Και ποια είναι η Ιθάκη;

«Το ωραίο ταξίδι σ’ έδωσε…». Α, τι ειρωνεία!

Ξέφτια τα νιάτα σου στα βρωμερά τα καφενεία

παρέα με κάποιον Αργυρίου κι έναν Μουζάκη.

ΕΠΙΚΛΗΣΗ

Σινόπουλε, Σινόπουλε

πάμε στην Τρίπολη όπου λε-

λέκια τραγουδούνε στα άγια χώματα

με τον Σαββόπουλο και με την Χωματά

Να φύγω που; Να πάω που; -Γαμώτο!

Δε συνεχίζεται η ζωή με μισό αρχίδι.

Στερνή χαρά: να γίνω υποσημείωση, στου Σαββίδη

κάποια παράδοση, με κάποιο στίχο μου για μότο.

Η ΔΥΝΑΣΤΕΙΑ ΤΩΝ ΙΜΕΡΩΝ (Χορικό)

Πόσα χρόνια πέρασα

κι άσπρισα και γέρασα

μέσα στο συνοικισμό

με των λογίων τον εσμό

Γνώρισα και γνώρισα

κι αγάπησα και χώρισα

και μηδενικά κι αξίες

-κίναιδους και αιδοιολειξίες.

Γλέντησα και γάμησα

-μα τώρα φτάνω στα μισά-

κι απ’ την πολλή κατάχρηση

έβγαλα και τη χρυσή.

Ποιητές δε ζήμιωσα.

Πόνεσα απ’ τους γυμνοσα-

λιάγκαρους τους κριτικούς

και του Αργυρίου τα κους-κους

Έπαψα πια να βαυκα-

λίζομαι με Πάουντ και Κάφκα.

Ήρθε ο καιρός του κορεσμού

γυρνάω κι εγώ στις ρίζες μου.

Το ’ριξα πια στον μπεζαχτά

πλακώνουν χρόνια δίσεχτα

ΙΚΑ, ΤΕΒΕ και ΟΓΑ

(κι έκοψα τα βρωμόλογα)

Γεια και χαρά σας φίλοι μου,

σ’ αυτά τα χρόνια του λιμού.

Πάλι από μια ζήση μέτρια

κάλλιο Βακαλό κι Ερέτρια

«Ο άνθρωπος φεύγει, το Έργο μένει». Η αδυσώπητη αυτή αλήθεια, που μέσα σε τέσσερις μόνο λέξεις σμίλεψε η μεγαλοφυΐα του Σαίξπηρ, μου έρχεται αναπόφευκτα στο νου, τώρα που ήρθε η ώρα  να μιλήσω και για το έργο του Μανούσου Φάσση… Μιλώντας γενικά, θα ’λεγα ότι το ποιητικό έργο του Φάσση είναι όχι μόνο έξω από το περιρρέον κλίμα της εποχής μας, αλλά θεληματικά, προκλητικά θα ’λεγα, το σνομπάρει όταν δεν το χλευάζει ή δεν το λοιδωρεί.

Για μένα η Ποίηση είναι η Κορυφαία Εκδήλωση της Ανθρώπινης Πραγματικότητας. Είναι το θείο δώρο, το προορισμένο από την ανθρώπινη φύση για εκλεκτούς και σπάνιους εκπροσώπους του είδους Άνθρωπος, που με τη σειρά τους προορίζονται να παρηγορήσουν την Ανθρωπότητα, να γίνουν οι ταγοί της, οι σεισμογράφοι των καιρών τους… Τι έχει άραγε υποπτευθεί απ’ όλα αυτά ο Μανούσος Φάσσης; Τι έχει διδαχθεί; Τι έχει αφομοιώσει; Θα ’λεγα, με το χέρι στην καρδιά: τίποτε απολύτως…

Σαν παράδειγμα προς αποφυγήν θα παραθέσω εδώ μια τριλογία με το γενικό τίτλο ΤΟ ΡΟΜΑΝΤΙΚΟ ΤΡΙΠΤΥΧΟ – ένα σουξέ της εποχής, που βόλεψε συναισθηματικά το μεγαλύτερο μέρος της τάξης μας και εμένα ειδικότερα με βοήθησε αποφασιστικά στην ερωτική μου πρόσβαση προς μια πανέμορφη εβραιοπούλα:

Το ρομαντικό τρίπτυχο –Ι-

Θα ’ρθει μια μέρα που θα κλαις δίχως να ξέρεις το γιατί

Δίχως να θες θα σε καλεί πίσω του χρόνου η τύψη

Κι ίσως μου γράφεις κάποτε για τη φιλία μας αυτή

Και για το πόσο την πικρή καρδιά μου είχεις θλίψει.

Θα μου θυμίσεις τις καλές μέρες που ζήσαμε μαζί

Τα λόγια που δεν είπαμε κι ας χτύπαγε η καρδιά μας

Και μες στην κρύα σου κάμαρα το είναι σου όλο θ’ αναζεί

Το σούρπο που χωρίσαμε και τη στερνή ματιά μας.

Κι εγώ, που τόσο απέραντα σ’ αγάπησα κι αθώα πολύ

Δίχως ποτέ, γυναίκα ωραία, τίποτα να ζητήσω

Θα προσπεράσω αθόρυβα κι ας η καρδιά μας αναπολεί

Όσα περάσαν κι έσβησαν στο θρο του χρόνου πίσω.

–ΙΙ-

Μια μέρα θα φύγω μακριά σου και τίποτε πια δεν θα μείνει

Μονάχα η βουβή νοσταλγία πως κάποτε σ’ είχα αγαπήσει.

Η μνήμη των χρόνων εκείνων που αστόχαστα τόσο πέρασαν

Όλα θα σβήσουνε μόνα τους σαν να μην τα είχαμε ζήσει.

Έτσι περνούνε κι οι μέρες, τα χρόνια περνούνε και φεύγουν

Θα ’ρθουνε κι άλλα φθινόπωρα κι άλλοι χειμώνες θα ’ρθουνε.

-Γιατί να πιστέψεις μια λέξη σε κάποιο μεθύσι μια νύχτα

Το ξέρεις τα λόγια τα μάταια πόσο φριχτά ξεγελούνε.

Όμως εγώ πια θα φύγω, ντυμένος μια θλίψη καινούργια

-Τα χείλη σου απόψε, τ’ αφίλητα, τα ’χω βαθιά μου ποθήσει….

–ΙΙΙ-

Έτσι μχωρίσαμεν απλά κι ανώδυνα ένα βράδυ

Δυο σιωπηλοί, ρεμβαστικοί κι αμέριμνοι εραστές.

Τα φύλλα πέφτανε χλωμά στου Νοέμβρη το σκοτάδι

Κι ήτανε ευγενική η στιγμή κι ήρεμη όσο ποτές

Της έπιασα τα χέρια αβρά, την κοίταα στα μάτια

Ένα παράπονο πικρό στα χείλη είχε ανεβεί.

Δυο λόγια ίσως να τραύλισα για ζήλιες για γινάτια

Μα είχε κι αυτή ως τα μέσα της πολύ συγκινηθεί.

Έριξε με μια κίνηση τα ωραία μαλλιά της πίσω

Κι εγώ τους ώμους σήκωσα μ’ αδιαφορία τρελή

Κι έναν σκοπό εσφύριξα δίχως πια να γυρίσω.

Ίσως κι αυτή δεν έστρεψε κι ας το ’θελε πολύ.

Ήταν καιρός, αληθινά, τα πάντα να τελειώναν

Κι ας ξέραμε πως τώρα πια μέναμε μοναχοί

Και μας προσμένει η σκοτεινιά, το ρίγος του χειμώνα

Κι ο δρόμος με τη σιγανή νοεμβριανή βροχή.

……………………………..

(Θε μου, τι φάρσα πάμφθηνη! Πόση φιλολογία!

Να, λίγοι στίχοι γύρναγαν στο νου μου περιττοί.

Ποιος ξέρει; Ίσως αρέσουνε σε καμιά αβρή κυρία

Μα, τούτο το τετράστιχο, βέβαια, ας μη διαβαστεί)

Κι ενώ όλοι σχεδόν οι ποιητές της εποχής του, αργά ή γρήγορα επιδόθηκαν στον ελεύθερο ή νεωτερικό στίχο, ο Μανούσος συνέχισε ως το τέλος της ζωής του να λιμνάζει στα τελματώδη νερά της ομοιοκαταληξίας και της έρρυθμης εκφορά του ποιητικού λόγου. Ιδού, εν κατακλείδι, ένα τελευταία δείγμα:

ΜΙΜΗΣΗ

Στο κάτω- κάτω της γραφής και μες τα δάκρυα να ταφείς

δε θα μπορείς τόσο βαθιά τη Μοίρα σου να θάψεις.

Κι ούτε και πρέπει ν’ απορείς –ξεκίνησες πολύ νωρίς-

κι όλα τώρα πιο δύσκολα, όσο πολύ κι αν κλαψεις.

Στο κάτω-κατω της γραφής, είναι κι αστείο να κλαίει κανείς

για ένα χαμένο του όνεειρο, για μιας ελπίδας ράκη

εκτός αν θες τόσο πολύ, ο πόνος σου ν’ αναπολεί

-με μια μικρή δόση χαράς- ίσως τον Καρυωτάκη

 [ΠΗΓΗ: από το δοκιμιακό σχεδίασμα του ΜΑΝΟΛΗ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗ «Ο Ποιητής Μανούσος Φάσσης, Η ζωή και το έργο του – μια πρώτη απόπειρα κριτικής προσέγγισης – εκδόσεις ΣΤΙΓΜΗ 1987]

(Ατυχώς η αρχική δικτυακή πηγή δεν υπάρχει πλέον)

Πηγή: Ο Μανόλης Αναγνωστάκης ήταν και ο Μανούσος Φάσσης! | Η καλύβα ψηλά στο βουνό

Πέμπτη, Απριλίου 27, 2006
Ο θείος Ισίδωρος ανθολογεί τον ποιητή Μανούσο Φάσση

(…δηλαδή τον σατιρικό Μανόλη Αναγνωστάκη. Από μνήμης)

Στο ξενοδοχείο Macedonia
πλάγιασα σε μεταξωτά σεντόνια
είχανε και μεταξωτές κουβέρτες
κι είπα: φέρτες.

Είπα και στη ρεσεψιονίστα
πως μ’ έπιασε μεγάλη νύστα.
Θέλω άνεση σουίτας
είμαι ποιητής της ήττας.

Είμαι γενιά του Αργυρίου
(ρίου ρίου κι αντιρίου)
συνάδελφος του Κουλουφάκου
και κάτσε κι άκου…»

*

Τουϊγκυ Τουϊγκυ
σε θέλω δίχως ξύγκι!

*

Μαζεύτηκαν οι φίλοι σου
και μου’ παν το ξεφτύλι σου
………………………………….
να παει στο ικρίωμά
ζήτησαν κρύα και ωμά
τόσο που μ΄ανατρίχιασέ
σα να ‘σκιζαν χοντρό χασέ
…………………………………..
-Μα αν πήγε και γαμήθηκέ
(κόσμε ωραίε και ηθικέ)
μπορεί να το ‘κανε για μάς,
ίσως για μέ, ίσως για σέ

κι αφού η κοινωνίαμάς
σαν σάπιος έγινε γιαρμάς
ποιος ημπορεί με άλλου νού
να κρίνει πράξεις αλλουνού;
………………………………….

Της δικαιοσύνης η κοιτίς
δεν πρέπει νάναι εκδικητής!
…………………………………..
Σ΄αυτό το πούστη το ντουνιά
κάλλιο η μάνα του φονιά!

*

Οι κοπελιές οι άπονες
πήγαν με τους Ιάπωνες!
δεν μπόρεσε να τις δονήσει η
κάβλα που είχαν οι Ινδονήσιοί.

*

Τόσα χρόνια πέρασα
κι άσπρισα και γέρασα
μέσα στο συνοικισμό
με των ανθρώπων τον εσμό

αγάπησα και πόνεσα
γάμησα και γάμησα
τώρα πενηντάρισά
κι είμαι μόνο στα μισά!

κι έχω πάψει να βάφκα-
λίζομαι με Πάουντ και Κάφκα.
ήρθε ο καιρός του κορεσμού
γυρνάω τώρα στις ρίζεςμού

http://tamystikatoukolpou.blogspot.gr/2006/04/blog-post_114613989491555247.html

Katerina Yiannouli Fair Play
(ὁ ποιητὴς ὑπογράφει ὡς: Μανοῦσος Φάσσης)

Τῷ φίλω Μ.Ἄν.

Πόσες χιλάδες ὧρες πέρασαν μὲ συνεδρίαση,
σ᾿ αχτίδες, κόβες καὶ κομματικοὺς πυρῆνες,
στὸ τέλος πάθαμε χρονία νικοτινίαση
κι ὁ πονοκέφαλος οὔτε περνοῦσε μ᾿ ασπιρίνες.

Μάθαμε ἀπ᾿ ὄξω -βασικὰ- ὅλα τὰ προβλήματα
καὶ τὴν ἀναγκαιότητα τῆς πάλης
καὶ γίναμε τὰ δακτυλοδειχτούμενα τὰ βλήματα
κρατώντας τὸν Μὰρξ – Ἔγκελς ὑπὸ μάλης.

Μέρα τὴ μέρα θά ῾ρχονταν ἡ Ἐπανάσταση
καὶ περιμένοντας πέρασαν τὰ χρόνια
κι ὅμως σ᾿ τὸ λέγαν οἱ γονεῖς σου «ἄσ᾿ τα σὺ
πάντα θὰ βρίσκονται στὸν κόσμο ἄλλα κωθώνια».

Πάντοτε ὁ καπιταλισμὸς βρίσκει περάσματα
καὶ ξεπερνᾶ τὶς δύσκολες τὶς κρίσεις.
Κι ἕνα πρωί: «Ἀπαγορεύονται τὰ ἄσματα
καὶ κοπιάστε στὸ τμῆμα γιὰ ἀνακρίσεις».

Τώρα νὰ σπάσεις δὲν μπορεῖς πιά, σὲ χρωμάτισαν
καὶ σ᾿ ἔχουν σὰν τὸν ποντικὸ μέσα στὴ φάκα
καὶ δὲν ξεφεύγεις ἀπὸ τοῦ χαφιὲ τὸ μάτι σὰν
συναναστρέφεσαι τὸν καθ᾿ ἕνα μαλάκα.

*

Tης Σοφίας Κολοτούρου

Η γενιά μου μεγάλωσε με την επίσημη εκδοχή που μάθαμε στα σχολεία: Ο Μανόλης Αναγνωστάκης ήταν ένας από τους κορυφαίους μας ποιητές, δημοσίευσε, τελευταία φορά, ποιήματα στη συγκεντρωτική του έκδοση το 1971 (και τη συλλογή Υ.Γ. το 1983) και στη συνέχεια βυθίστηκε στη σιωπή, μέχρι το 2005 που πέθανε. Τελεία.
Δεν ήταν παρά στα 2008 όταν μου το «ψιθύρισαν» μυστικά στο Ίντερνετ. «Μανούσο Φάσση έχεις διαβάσει;» «Ποιος είναι αυτός;» είπα εγώ. «Μα, δεν ξέρεις; Είναι ψευδώνυμο του Αναγνωστάκη με το οποίο είχε δημοσιεύσει μερικά σατιρικά στη δεκαετία του 1980». Δεν ήξερα. Έψαξα πολύ για να τα βρω, καθώς δεν υπήρχαν πουθενά. Τελικά, ένας φίλος είχε την καλοσύνη να μου δωρίσει το δικό του βιβλίο την ημέρα της γιορτής μου, σημειώνοντας στο εξώφυλλο: «Δεν βρήκα αντίτυπο κανένα στο εμπόριο, γι’ αυτό το λόγο σου χαρίζω το δικό μου…».
Το περί ου ο λόγος βιβλίο έχει τον τίτλο: Ο ποιητής Μανούσος Φάσσης, η ζωή και το έργο του-Δοκιμιακό σχεδίασμα του Μανόλη Αναγνωστάκη και εκδόθηκε το 1987 από τις εκδόσεις Στιγμή. Στο βιβλίο αυτό ο Αναγνωστάκης, με απόλυτα σοβαρό-δοκιμιακό ύφος μας πληροφορεί ότι είχε έναν παιδικό φίλο και συμμαθητή που μεγάλωσαν μαζί και τον έλεγαν Μανούσο Φάσση. Ο Μανούσος -υποτίθεται- ήταν το πειραχτήρι της τάξης και σκάρωνε διαρκώς πειρακτικά-σατιρικά στιχάκια, δείχνοντας έφεση στις παραδοσιακές μορφές ποίησης, στο μέτρο και στην ομοιοκαταληξία, δεχόμενος επιρροές κυρίως από τον Καρυωτάκη (αλλά και τους άλλους ποιητές του Μεσοπολέμου), καθώς και από τα λαϊκά σουξέ της εποχής.

Καθώς προχωράμε στην ανάγνωση, αντιλαμβανόμαστε, ξεκάθαρα, ότι ο Αναγνωστάκης χρησιμοποιεί αυτό το ψευδο-δοκίμιο ως φάρσα, μόνο και μόνο για να εκφράσει χωρίς ενοχές τη σατιρική πλευρά της ποίησής του, την οποία είχε θαμμένη στο συρτάρι για χρόνια. Φαίνεται ότι νωρίτερα (το 1980) είχε κυκλοφορήσει ένα μικρό βιβλιαράκι με τον τίτλο Παιδική Μούσα, όπου παρουσιάζονταν ποιήματα δήθεν παιδικά, αλλά στην πραγματικότητα με έντονα ερωτικά υπονοούμενα (εξάλλου και ο τίτλος παραπέμπει στα παιδεραστικά ποιήματα της Παλατινής Ανθολογίας). Η Παιδική Μούσα κυκλοφόρησε υπό το ψευδώνυμο Μανούσος Φάσσης, χωρίς άλλα σχόλια, οπότε και όλοι έψαχναν να βρουν ποιος ποιητής κρύβεται κάτω από το ψευδώνυμο.
Μερικά ακόμη ποιήματα ενδέχεται να είχαν δημοσιευτεί στο περιοδικό Θούριος ή να είχαν κυκλοφορήσει από χέρι σε χέρι στους φοιτητικούς και λογοτεχνικούς κύκλους της εποχής, δημιουργώντας επίσης ένα μικρό σκάνδαλο και την απορία ποιος κρύβεται πίσω από το ψευδώνυμο.
Άρα, η περιώνυμη «σιωπή» του Αναγνωστάκη, όπως τη μάθαμε στα σχολεία, δεν υπήρξε και τόσο σιωπηρή τελικά. Ο Αναγνωστάκης φαίνεται να διέγραψε έναν πλήρη «καρυωτακικό» κύκλο, έχοντας ως αφετηρία -στα προπολεμικά, μαθητικά του διαβάσματα- τον Καρυωτάκη. Στη συνέχεια, ο «ώριμος» ποιητής της Αριστεράς που όλοι γνωρίζουμε, ακολούθησε κυρίως τον ελεύθερο στίχο ως προς τη μορφή και τις αριστερές ιδέες του ως προς το περιεχόμενο, για να επιστρέψει και πάλι, στα χρόνια της «σιωπής» του, στην καρυωτακική ειρωνεία και σάτιρα (και, μάλιστα, εκ νέου στην έμμετρη μορφή), ακριβώς για να μπορέσει να «μιλήσει», αν όχι ο ίδιος ο Αναγνωστάκης, τότε το παιδικό του alter ego, ο Μανούσος Φάσσης, που διατηρούσε ακέραιο το «πειρακτικό» πνεύμα του εφήβου Αναγνωστάκη. Εκεί, δηλαδή, που ο Αναγνωστάκης «σιώπησε» (ίσως γιατί είχε φτάσει «από εκατό δρόμους στα όρια της σιγής») , ανέλαβε το μικρό πειραχτήρι, ο Μανούσος, να μιλήσει για την Ελλάδα της Μεταπολίτευσης και για τα κακώς κείμενα στο λογοτεχνικό συνάφι της εποχής, όπως και για τα διαψευσμένα οράματα ενός αριστερού, με έντονη πολιτική δράση. Αν σκεφτούμε ότι ο Μανόλης Αναγνωστάκης δημοσίευσε, επίσης, το 1990 (από τις εκδόσεις Νεφέλη) και μια προσωπική ανθολογία με ποιήματα γραμμένα σε παραδοσιακές μορφές, με τίτλο: Η Χαμηλή Φωνή, όπου συμπεριλάμβανε ποιητές όπως ο Φιλύρας, ο Κοτζιούλας και ο Τέλλος Άγρας, γίνεται κάτι παραπάνω από εμφανές ότι πρέπει να αναθεωρήσουμε την επίσημη άποψη περί της «σιωπής» του. Γιατί, πριν πεθάνει, μίλησε ολοκάθαρα αντ’ αυτού ο Μανούσος Φάσσης, με όχι και τόσο Χαμηλή Φωνή. Αυτό το βιβλίο δεν υπάρχει, σήμερα, στο εμπόριο. Μέχρι να αποφασίσουν οι εκδόσεις Στιγμή να το ανατυπώσουν (κάτι που θεωρώ απαραίτητο να γίνει για να συμπληρωθεί η γνώση της δικής μου γενιάς, αλλά και των επόμενων για τον Αναγνωστάκη), προτίθεμαι να χαρίσω το δικό μου αντίτυπο (σε μορφή φωτοτυπίας) σε όποιον αναγνώστη το επιθυμεί.»
http://e-dromos.gr/index.php?option=com_k2&view=item&id=2259

Οι άθλοι του Ηρακλέους.

Ήτανε ένα μικρό κουκλί
που το φωνάζαν Ηρακλή
ενούς χρονού, τριάντα κιλά
κι ένα αυτοκίνητο κυλά.

Τριώ χρονώ ήτανε όντως
ένας αληθινός Τζιμ Λόντος.

‘Ηξερε τζούντο και καράτε
συγχρόνως σπούδαζε στα ΚΑΤΕ,
αλλά στα γράμματα ατυχώς
ήταν κουμπούρας ο φτωχός.

Όπως θεριό με τέτοια μπράτσα,
νωρίς νωρίς βγήκε στην πιάτσα.
Λύγιζε σίδερα, αλυσίδες,
κι έδερνε αράδα πασοκτσήδες.

Έπνιξε και πεντέξι φίδια
κι αμέσως λέει “φέρτε απ’ τα ίδια!’
Έτρωγε ογδόντα αυγά μελάτα
κι ογδόντα παγωτά κασάτα.

Μια μέρα έπνιξε – ω, λα, λα –
σαρανταοχτώ κοτόπουλα.
(Αυτά που είπαν Στυμφαλίδες
οι Όμηροι κι οι Σοφοκλήδες).

Μπροστά του όλοι στέκαν σούζα.
Κι όταν πλημμύρισε η χαβούζα
κι είδαν με τίποτα δεν κλει,
φωνάξανε τον Ηρακλή.

Επάλεψε σκληρά, σα σκύλος,
όπως τα γράφει κι ο Αισχύλος.
Σαράντα μέρες και σαράντα
νύχτες, καθάρισε τα πάντα.

Του φώναζαν “Γεια σου μπουλντόζα’.
Κι αυτός σεμνός, χωρίς καν πόζα.
(Α, τέτοιους άθλους, τόσα κλέη,
δε γνώρισε ούτε ο Κάσιους Κλαίη).

Ήρωες τέτοιους βγάζει η Ελλάδα
χιλιάδες χρόνια τώρα αράδα,
κορμιά όλο νιάτα και υγεία
μαζί με κόπρους του Αυγεία.

Αυτό παιδιά μου θα πει ΕΛΛΑΣ
ίχι άρτζι μπούρτζι και λουλάς.

*

ambrosiac

…Φασσης τωρα

(και γω απο μνημης… συγγνωμη για λαθη)

Εξω απ τα τειχη στεκεται
ξενακι ειναι και βρεχεται
ο ποιητης ο Βυρων
φλεγματικος και ειρων
«Δεσποτα, παρτε τ’ αρματα
τσακιστε τα κα8αρματα!»

Αν ειναι να διωξωμεν την ξενη ακριδα
και να ελευθερωσωμεν και την πατριδα
εν οιδα οτι ουδεν οιδα
ω Αγγλε ευπατριδα

Και να φωναζει, ‘Δεσποτα
παρ’ τα σκυλια τ’ αδεσποτα!»

[ο γυμνασιαρχης σηκωθηκε πελιδνος φωναζοντας «ε οχι μεχρι αυτου του σημειου!]

ΜανΟλαρε, μανολαρε
τ’ αγριο σου λασσο αμολαρε
αν εισαι συ Κρητικαρος
και γω πέταλουδιτσα
αχ τοση δα, αχ τοση δα
με μαδημενα τα φτερα
απο τον Παπαδιτσα
ομως υπηρξα καποτε και γω της ποιησης Ικαρος

ποιος μιλησε για Βακαλο?
Εαν εγω, ανακαλω.
κι ολοι μου λεν «καλο, καλο»

..ολα τα δικια του λαου
μα εγω της λεω «Τουλα, ου!

Απομακρη ερχεται φωνη
τον ερωτα ακου πως υμνει
κι ο Μαο, κι ο γιγαντας ο Τσου
με τη γιγαντιαια τσουτσου.»

…τωρα θα βαρυνες, θα μουγινες κυρια
μ’ αυτο τον -οπουλο στη μεγαλοεπαρχια

Τσαγια, βεγγερες, επισκεψεις, σινεμα–
το κοριτσοπουλο που γενηκε μαμα.
Και που και που, δηθεν αφηρημενα,
ο συζυγος να σε ρωτα για μενα.

Advertisements

1 thought on “Ο Μανόλης Αναγνωστάκης ήταν και ο Μανούσος Φάσσης! ”

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s