ΔΣΕ

Οι πρώτες εκτελέσεις πολιτικών κρατουμένων μετά την απελευθέρωση 

%cf%86%cf%85%ce%bb%ce%b1%ce%ba%ce%b5%cf%82-%ce%b1%ce%b9%ce%b3%ce%b9%ce%bd%ce%b7%cf%82

(απόσπασμα)

Αλλά τα μέσα υποταγής του λαού που χρησιμοποιεί το αδίστακτο αστικό καθεστώς, ένοπλη αντίδραση, φυλακές, εξορίες, δεν αρκούν. Χρειάζεται αίμα. Οχι μόνο με τις μάχες του εμφυλίου, αλλά με τις δολοφονίες πολιτικών κρατουμένων. Οι εκτελέσεις δε θα αργήσουν.

Ετσι, στις 19 Ιούνη 1947, το μοναρχοφασιστικό καθεστώς προχωράει στην πρώτη εκτέλεση αγωνιστών από τις φυλακές της Αίγινας, στο λιμάνι Τούρλος του νησιού. Το θέμα αναδημοσιεύουμε από το βιβλίο του Δημήτρη Στολίδη, «Οι καταβολές μας – σελίδες του αγώνα» (Εκδόσεις «Τυποεκδοτική»), ο οποίος έζησε το συγκεκριμένο γεγονός, όντας κρατούμενος εκείνη την περίοδο στις φυλακές της Αίγινας και μάλιστα καταδικασμένος σε θάνατο. Ο τρόπος που μεθοδεύτηκε το έγκλημα δείχνει το φόβο του καθεστώτος, μπροστά στη διάπραξή του.

Εκτελέστηκαν οι: Αποστολάκης Νίκος, Αυγέρης Μήτσος, Βουτσινάς Κώστας, Γκινανιώτης Θανάσης, Γκίνης Δημήτρης, Δημητρακόπουλος Παναγιώτης, Καλογιάννης Κυριάκος, Κόλλιας Αλέκος, Κωτούλιας Κώστας, Λάτσος Συνοδινός, Μονέδας Μιχάλης, Μπουρδής Αντώνης, Ντάλιος Δημήτρης, Σιδέρης Θόδωρος, Τόλιας Παναγιώτης Τριαντάφυλλου Θόδωρος, Χατζόπουλος Βαγγέλης. 

Γιατί κρύβεται η κυβέρνηση

«Την επόμενη μέρα της εκτέλεσης των 17 αγωνιστών της Εθνικής Αντίστασης, οι δημοσιογράφοι πήγαν στην Αίγινα να μάθουν συγκεκριμένα. Το απόγιομα είδαν τον υπουργό Δικαιοσύνης Αλεξανδρή. Αυτός, σε δηλώσεις του, είπε: «Προσωπικώς, ούτε εγώ ούτε η κυβέρνησις είχομεν ιδέαν διά τις 17 εκτελέσεις της Αίγινας μέχρι της 10ης πρωινής σήμερον. Τούτο είναι φυσικόν, διότι ο αρμόδιος να αποφασίζει την εκτέλεσιν αποφάσεων καταδικών εις θάνατον είναι ο εισαγγελέας Εφετών». Σε ερώτηση δημοσιογράφων, αν θα ακολουθήσουν και άλλες εκτελέσεις, απάντησε: «Και διά τούτο αρμόδιος να αποφασίσει είναι ο εισαγγελέας Εφετών. Εκείνο που εγώ γνωρίζω είναι ότι από τις 5 Μαΐου έδωσα εντολήν να επιστραφούν και επεστράφησαν εις την Εισαγγελίαν όλαι αι δικογραφίαι θανατικών αποφάσεων κατά στασιαστών του δεκεμβριανού κινήματος και δοσιλόγων».

Ο υπουργός προσπαθεί να κρυφτεί πίσω από την υπογραφή του εισαγγελέα. Εστειλε όλες τις δικογραφίες καταδικασμένων αντιστασιακών σε θάνατο στην Εισαγγελία για εκτέλεση και θεωρεί ότι είναι απαλλαγμένος από τις ευθύνες, προφασιζόμενος ότι δεν ήξερε τίποτα.

Οι θανατικές καταδίκες των αγωνιστών της Αντίστασης άρχισαν από το Μάρτη του 1945. Για δύο και πάνω χρόνια, ως τον Ιούνη του 1947, κρατάνε στο υπουργείο τις αποφάσεις. Η πράξη είναι πολιτική και η ευθύνη των κυβερνήσεων. Ποιος αποφάσισε τις εκτελέσεις, πότε και για ποιο λόγο;

Η απόφαση να εκτελεστούν όσοι αγωνιστές είχαν καταδικαστεί σε θάνατο, δεν είναι απόφαση της τελευταίας στιγμής. Εχει παρθεί πριν από ένα χρόνο από την κυβέρνηση Σοφούλη. Στα στενογραφημένα πρακτικά της Βουλής της 5.7.46 διαβάζουμε την απάντηση που έδωσε ο Γ. Μαύρος σε ερώτηση βουλευτών για τις εκτελέσεις: «Ο τότε πρόεδρος της κυβερνήσεως Σοφούλης είχε δηλώσει ότι θα εκτελεστούν όλαι αι καταδικαστικαί εις θάνατον αποφάσεις που ανήρχοντο εις 160″. Τόσες ήταν τότε…

Στις 6 Ιούνη 1947, έναν περίπου χρόνο ύστερα από την απόφαση Σοφούλη και μέσα στις συνθήκες που περιγράψαμε, συναντιούνται ο αντιπρόεδρος και υπουργός Εξωτερικών της κυβέρνησης Δ. Μάξιμου, Κ. Τσαλδάρης, με τον πρεσβευτή των ΗΠΑ στην Αθήνα Μακ Βι. Σε δηλώσεις που έκανε μετά τη συνάντηση, ο Τσαλδάρης υπογράμμισε «τον δυσάρεστον αντίκτυπον που θα είχε διά το μαχόμενον έθνος η αναβολή των μέτρων». Και ο Μακ Βι είπε γι’ αυτό ότι «η Ουάσινγκτον δε θα είχε αντίρρησιν προκειμένου περί της πιστής και ακριβοδικαίας λειτουργίας των κειμένων νόμων». Από τις εφημερίδες έγινε γνωστό πως, όταν ο Τσαλδάρης είπε στον Μακ Βι ότι εκκρεμούν εκατοντάδες θανατικών αποφάσεων, αυτός απάντησε με νόημα, «εάν και εφόσον αι δικαστικαί αυταί αποφάσεις έχουν εκδοθεί νομίμως και έχουν τηρηθεί όλοι οι προβλεπόμενοι εν Ελλάδι δικονομικοί κανόνες, δε δύναμαι να εμποδίσω την εκτέλεσιν αυτών»…

Δεκατρείς μέρες ύστερα από τη συνάντηση Τσαλδάρη – Μακ Βι, και μια μέρα πριν υπογραφεί η ελληνοαμερικανική συμφωνία, θα γίνει η εκτέλεση. Η «άγνοια» του υπουργού Δικαιοσύνης είναι η δειλία που χαρακτηρίζει πάντοτε τους υποτακτικούς και τους δολοφόνους. Ο τρόπος που θα γίνει η εκτέλεση επιβεβαιώνει την αλήθεια αυτή. Κάτι περισσότερο. Το φόβο τους μπροστά σ’ ένα έγκλημα. Μετράνε τις συνέπειες, όχι για τον αντίκτυπο στις εξελίξεις, μα για τις ευθύνες, όσο ακόμα η έκβαση του Εμφυλίου δεν έχει κριθεί. Μπροστά τους ο εφιάλτης της ήττας πλανιέται στα σαλόνια τους. Δεν είναι λίγοι αυτοί που είχαν ετοιμάσει τις βαλίτσες τους. Και ποιος ξέρει τι άλλο…».

Λίγο πριν την εκτέλεση

«Νωρίς το απόγιομα της 18ης Ιούνη 1947 καλείται στη Διεύθυνση ο αντιπρόσωπος της ομάδας πολιτικών κρατουμένων Αίγινας, Θανάσης Γκινανιώτης. Ο Θανάσης ήταν ηλεκτρομηχανικός στα Μεταλλεία Χαλκιδικής. Στην Κατοχή δούλεψε στην ίδια δουλειά στο Περιστέρι. Διαμορφωμένο στέλεχος, ζυμωμένο κοντά στην εργατιά, είχε ακονισμένο κριτήριο και βαθιά επίγνωση της θέσης του στη δουλειά που ήταν χρεωμένος. Μια δουλειά που απαιτούσε πολλά προσόντα και ικανότητες. Σταθερότητα και αποφασιστικότητα, επιχειρήματα και ευλυγισία, γνώσεις και πείρα. Σ’ όλα του διακρίνονταν. Η παρουσία του, ο τρόπος που χειρίζονταν τα ζητήματα, ο δυναμισμός του τον είχαν επιβάλει και στη Διεύθυνση. Ηταν μέλος του Γραφείου της Ομάδας και οι κρίσεις του για πολλά προβλήματα της ζωής μας ήταν καθοριστικές.

…Μόλις ο Θανάσης γύρισε από τη Διεύθυνση, έγινε έκτακτη συνεδρίαση του Γραφείου. Ηταν διάχυτη η ανησυχία του. Δε μας είχε συνηθίσει σε βιαστικές ενέργειες. Το κάθε βήμα του ήταν μετρημένο, σωστά υπολογισμένο. Και το αναπτυγμένο του πολιτικό αισθητήριο φαίνεται να τον είχε προετοιμάσει γι’ αυτό που αντιμετώπισε στη Διεύθυνση τέτοια ώρα.

…Ολοι κρεμαστήκαμε στο χαρτί που έβγαλε να μας διαβάσει. Ηταν εντολή του εισαγγελέα Πειραιά για μεταγωγή 22 αγωνιστών στη Ρόδο. Απ’ αυτούς, οι 17 ήταν μελλοθάνατοι και οι 5 ισοβίτες. Η απάτη του εγγράφου ήταν φανερή. Ποια Ρόδο και για ποιο σκοπό! Ούτε το δόλωμα των 5 ισοβιτών μπορούσε να ξεγελάσει τον Γκινανιώτη. Ζήτησε, πήρε και είδε την κατάσταση που είχε προετοιμαστεί. Διάβασε πρώτα τα ονόματα των Μονέδα, Αυγέρη και Μπουρδή. Ηταν οι πρώτοι που είχαν καταδικαστεί σε θάνατο από τις 23 του Μάρτη 1945. Είχαν γίνει πανελλήνια σύμβολα τα τρία αυτά παλικάρια. Πάντοτε μπροστά τα ονόματά τους φάνταζαν στο ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗ, στον Τύπο γενικότερα, για την αντιστασιακή τους δράση στον Πειραιά, για τη στάση τους στο δικαστήριο και τη φυλακή…

Ο Θανάσης είχε καταλήξει ότι «πρόκειται για εκτέλεση». Στον κατάλογο που είδε ήταν και τ’ όνομά του. Εκεί, στο Γραφείο, τον ρώτησε ο Αποστολίδης, γραμματέας της Ομάδας, «αν είχε κάνει αίτηση χάριτος». Απάντησε ξερά, κοφτά «όχι», για να δείξει μια απέχθεια που είχε στις «βασιλικές χάριτες»…

Παρ’ όλες τις ενδείξεις, δεν ήταν εύκολο να καταλήξεις ότι «ναι» πρόκειται για εκτέλεση. Πολύ περισσότερο, δεν μπορείς να βγεις ανοιχτά και να το πεις. Δεν είχαμε κιόλας συνειδητοποιήσει αυτόν τον κίνδυνο ακόμα. Ηταν δύσκολο να πιστέψεις ότι ύστερα από δύο και πάνω χρόνια, θα έφταναν μέχρις εκεί, να εκτελέσουν αγωνιστές της Εθνικής Αντίστασης. Ομως, η μισαλλόδοξη πολιτική – όπως έδειξε η ζωή – θα πάει πολύ πιο πέρα, όσο ο χρόνος θα μετράει προς όφελος του Εμφυλίου και των δυνάμεων που επωφελούνται απ’ αυτόν, θα σκοπεύσει τα πάντα…

Ο Γκινανιώτης ξαναπήγε στη Διεύθυνση να ζητήσει επαφή με το υπουργείο. Να επιβεβαιώσουν από κει την εισαγγελική εντολή για μεταγωγή και το νόημά της. Οι χαμηλοί τόνοι της Διεύθυνσης για να μην προκαλέσει προφανώς αντιδράσεις, η απογευματινή παρουσία αξιωματικού στα γραφεία της, το ξαφνικό πέρασμα του γιατρού και, κυρίως, η άρνηση να του επιτρέψουν να επικοινωνήσει με το υπουργείο σαν εκπρόσωπος των κρατουμένων, ενίσχυσαν την πεποίθησή του ότι πρόκειται για εκτέλεση, θα αποδειχθεί πως, όσο προσεκτικά προετοιμάζονταν, όσο αθόρυβα και σιωπηρά έκανε τα βήματά της μπροστά στην πόρτα μας, τόσο πιο άγριο θα ξεσπάσει αύριο στον Τούρλο της Αίγινας το μίσος…

Ο Θανάσης Γκινανιώτης, που εκτελέστηκε, ζούσε από πολύ κοντά το κλίμα στη Διεύθυνση, έπιανε γρήγορα τις αντιδράσεις της και είχε σίγουρα την πιο έγκυρη γνώμη γι’ αυτό που θα συνέβαινε. Αλλά ο ίδιος σύστησε την προσοχή του Γραφείου και την ευθύνη που είχε, μήπως όλα αυτά, έτσι όπως ξετυλίγονταν μπροστά του, ήταν μια παγίδα…

Τρεις μήνες πιο μπροστά, παρ’ ολίγο και θα το πλήρωνε η Αίγινα. Πήραν για εκτέλεση από μια ακτίνα μας έναν θανατοποινίτη. Νομίζω ότι λεγότανε Σεφέρης. Μόλις έγινε γνωστή η απομόνωσή του, σηκώσαμε τα χωνιά και την καταγγελία. Η εκτέλεση πρέπει να ήταν προβοκατόρικη. Γιατί, πώς βρέθηκαν στημένα τα οπλοπολυβόλα στις ταράτσες και την ίδια στιγμή να ρίχνουν στους θαλάμους, στο ψαχνό; Το αδίκημα του εκτελεσμένου δεν ήταν πολιτικό. Δεν ξέρω πώς είχε βρεθεί στις γραμμές της ομάδας μας. Η εκτέλεση μπορεί να ήταν και δοκιμή για τις αντιδράσεις μας, μπορεί να ήταν και παγίδα για τον καθησυχασμό μας γι’ αυτή που ετοίμαζαν με κάθε μυστικότητα.

Οταν είσαι δεσμώτης στα χέρια ενός τέτοιου αντίπαλου και εκείνος έχει το απάνω χέρι, σε τέτοιες κιόλας στιγμές, όλα μπορεί να συμβούν, αν δεν επαγρυπνείς, αν δεν ενεργείς με σύνεση, χωρίς να τρομάζεις απ’ τον ίσκιο σου. Τα δεδομένα μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχαν οριοθετήσει το χαρακτήρα της «μεταγωγής ή της εκτέλεσης» στη συνείδηση των αγωνιστών. Ανάλογη ήταν και η απόφαση του Γραφείου για τον τρόπο αντίδρασής μας…

…Κατά τις 5 το απόγευμα, ο Αντώνης Μπουρδής που ήταν «κράχτης» της ακτίνας μας, φώναξε τα ονόματα μαζί και το δικό του. Οι «μεταγόμενοι» βγαίνουν με επικεφαλής τον Γκινανιώτη. Σαν μια «προφυλακή» μπαίνουν μπροστά οι ισοβίτες. Ο Θόδωρος Ξηροτάγαρος, ο Βαγγέλης Κοτοπούλης, ο Φάκος ο Βασίλης, ο Παναγιώτης Αλεξανδρής και τελευταίος ο Μαγνήσαλης. Κάπου εκεί, στο κέντρο, ο Μονέδας, ο Αυγέρης κι ο Μπουρδής. Αυτή η παράταξη είναι συμφωνημένη με τον Θανάση. Να κρατάει αυτός τα «σία» της και να είναι περισσότερο ασφαλισμένοι οι τρεις, μήπως και τους αρπάξουν στο δρόμο. Αν μετά το μακρύ διάδρομο που περνάει μπροστά από τις ακτίνες και καταλήγει στο αρχιφυλακείο, τους «σπρώξουν» δεξιά, σημαίνει πειθαρχεία, απομόνωση και άρα εκτέλεση. Στο σημείο αυτό θα κάνουν «κράτει», θα βάλουν τις φωνές, θα διαμαρτυρηθούν για να πάρουμε «είδηση» μέσα στις ακτίνες. Η φυλακή ήταν έτοιμη να ξεσηκωθεί, να καταγγείλει το έγκλημα… Αν προχωρήσουν, όπως βγαίνουν, αριστερά, σημαίνει ότι τους πάνε στην έξοδο, τους φεύγουν. Μια αχτίδα ελπίδας…

Αλλά όχι, το έγκλημα είναι καλά σχεδιασμένο και θα εκτελεστεί έτσι όπως έχει προετοιμαστεί. Ο δόλος της δήθεν μεταγωγής στη Ρόδο και η απάτη των 5 ισοβιτών που μπήκαν στη λίστα των «μεταγόμενων» για κάλυψη, θα πάνε μαζί με την ανανδρία που χαρακτηρίζει τους θρασύδειλους…».

Η αφήγηση του Θ. Ξηροτάγαρου

«…Καθώς βγαίνουμε όλοι μαζί από την ακτίνα, έπιασα το χέρι του Μαγνήσαλη. Ηταν 5 και κάτι λεπτά. Ο ήλιος είναι ψηλά ακόμα. Είναι νωρίς, σκέφτηκα. Η ατμόσφαιρα δε μύριζε μεταγωγή. Αλλά, πώς μας μπέρδεψαν μελλοθάνατους και ισοβίτες μαζί! Δεν μπορεί, ή λάθος ή κάτι φοβερό έχει συμβεί ή δεν είναι εκτέλεση. Μ’ αυτές τις σκέψεις σταθήκαμε μπροστά στο αρχιφυλακείο. Κοιτάζω τον Γκινανιώτη κατάματα. Μου κάνει νεύμα για τους τρεις.

Είμαι ψηλός και προσέχω. Οι διαδικασίες στο αρχιφυλακείο αργούν. «Λες να το κάνουν για να σουρουπώσει;», ψιθύρισα στον Κούλη τον Καλογιάννη. Το «σφίξιμο» το διαδέχεται η χαλάρωση. Μας προχωρούν προς την εξώπορτα της φυλακής. Κάτι είναι αυτό, αλλά για λίγο. Ο επικεφαλής της συνοδείας έδωσε εντολή να μας βάλουν τις χειροπέδες. Πάντα έτσι γίνεται στη μεταγωγή. Ομως, μας δένουν έναν έναν χωριστά. Κάτι ψιθύρισαν. Είπαν ένα ψέμα, που δεν πιστέψαμε. Και όταν βγήκαμε έξω από τη φυλακή, οι υπόνοιες μεγάλωσαν. Ηταν εννιά παρά είκοσι. Η Αίγινα ήταν έρημη. Ο δρόμος ως το λιμάνι είναι πιασμένος από στρατό. Νοτιοανατολικά απ’ το λιμάνι, όχι πιο μακριά από πεντακόσια μέτρα, βλέπουμε το αντιτορπιλικό ΚΡΗΤΗ. Οι φαντάροι σε πυκνή γραμμή στέκουν με εφ’ όπλου λόγχη. Η Αίγινα φαίνεται να στρατοκρατείται. Συνοδεία είναι χωροφύλακες. Περπατάνε φουριόζοι, βιάζονται για την ακταιωρό που περίμενε με αναμμένες τις μηχανές. Η διαδρομή δεν κράτησε περισσότερο από πέντε λεπτά. Στις εννιά παρά τέταρτο, μας έχουν κιόλας στριμώξει στο αμπάρι της ακταιωρού όλους μαζί. Τρία επί τρία μέτρα, τρία μέτρα βάθος, ανοιχτό από πάνω, φωτισμένο, για να παρακολουθούν και να προκαλούν. Συνεννοούμαστε με νοήματα για ψυχραιμία, αποφυγή προκλήσεων. Η ακταιωρός μένει ακίνητη δυο ώρες περίπου. Κοντά στα μεσάνυχτα έβαλε μπροστά τις προπέλες…

…Το «ταξίδι» είναι ατελείωτο εκείνη τη νύχτα, καθώς το μικρό πλοίο κινείται αργά, πολύ αργά στο Σαρωνικό. Κι από πάνω, μας πετάνε φακούς να μας τυφλώνουν, βρίζουν, προκαλούν και απειλούν ονομαστικά τον Μονέδα, τον Μπουρδή, τον Αυγέρη… Με τη στάση μας, τους κρατάμε σε απόσταση. Τίποτα δεν μπορούσες να φανταστείς απ’ ό,τι θα συνέβαινε εκείνο το ξημέρωμα, καθώς σβήσανε τα φώτα του πλοίου, έκοψε ταχύτητα και άρχισε να μανουβράρει. Είχε φέξει…

…Ο επικεφαλής της συνοδείας διαβάζει τα ονόματά μας, των 5 ισοβιτών. Μας καλούν στο κατάστρωμα. Τότε είδαμε πού έχουμε αράξει. Το λιμανάκι του Τούρλου το ‘χουμε διαβεί πολλές φορές στις μεταγωγές μας. Αυτός είναι ο τόπος του μαρτυρίου.

Το σκηνικό είναι αυτό: Πίσω μας, πολύ κοντά τώρα, χάσκουν οι μπούκες του αντιτορπιλικού ΚΡΗΤΗ, που φαίνεται ήταν κι αυτό στη συνοδεία μας. Τώρα θα ελέγχει και την «απόβαση» των μελλοθανάτων. Μπροστά μας, στην αποβάθρα (που δεν υπήρχε τότε), στριμώχνονται, φωνάζουν, σηκώνουν ντουφέκια οι χωροφυλάκοι του αποσπάσματος, μερικοί δεσμοφύλακες, ο παπάς και η πιο μαύρη ψυχή που έχω συναντήσει στη ζωή μου, ο Μανωλάκος, ο γραμματέας της φυλακής. Σε μια ακτίνα διακοσίων μέτρων, ο τόπος έχει κλείσει από λεφούσια στρατού. Ανάμεσα στο απόσπασμα και τη φρουρά είναι κρυμμένοι οι οπλοπολυβολητές σε «φωλιές» φκιαγμένες πρόχειρα από πέτρες. Τα βλέπαμε όλα καθαρά. Είμαστε 50 ως 80 μέτρα κοντά, τίποτα δε θα μας διαφύγει…

Αλλά η «μάχη» θ’ αρχίσει απ’ την ακταιωρό. Θα πηδήξουν γρήγορα πάνω στο μικρό πλοίο αλαλάζοντες χωροφύλακες. Τους βγάζουν έναν έναν απ’ το αμπάρι δεμένους όπως είναι. Τους χτυπάνε με τα όπλα, τους ρίχνουν κάτω ματωμένους. «Αίσχος φασίστες», η φωνή των μελλοθανάτων. Πιο λυσσασμένα τους ρίχνονται σαν τα τσακάλια να τους ξεσκίσουν τα κορμιά. Τρικλίζουν, πέφτουν, σηκώνονται με ψηλά τις δεμένες τους γροθιές οι αθάνατοι. Το μακελειό συνεχίζεται μέχρι που τους σέρνουν στο λάκκο που είχαν ανοίξει… Εκεί, θα στηθούν όρθιοι. Ο παπάς δεν πλησίασε σχεδόν. Ενας με πολιτικά, κάτι σαν να είπε, κάτι σαν να διάβασε βιαστικά και απομακρύνθηκε γρήγορα. Μια φωνή σαν να απαγγέλλει ξεσπάει απότομα…

Ποίημα, τραγούδι, γροθιές και συνθήματα, πνίγονται απ’ το κροτάλισμα των οπλοπολυβόλων που ξερνάνε φωτιά. Τα αίμα χύνεται άλικο μπροστά στην τάφρο του Εμφυλίου. Ο παροξυσμός του θ’ ανοίξει εκατοντάδες τάφους απ’ αυτήν την ώρα. Μα, η Αντίσταση δε θα θαφτεί, θα μείνουν, όμως, το έγκλημα, η απάτη και η δειλία…».

Πηγή: Οι πρώτες εκτελέσεις πολιτικών κρατουμένων αγωνιστών μετά την απελευθέρωση | ΙΣΤΟΡΙΑ | ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ

Advertisements

5 thoughts on “Οι πρώτες εκτελέσεις πολιτικών κρατουμένων μετά την απελευθέρωση ”

    1. Το ιστολόγιο είναι θεματικό. Συνεπώς δεν αποφεύγεται κανένα θέμα. Δεν επιδιώκω όμως ούτε οργή, ούτε δικαίωση για κανέναν. Οι νέοι άνθρωποι, τουλάχιστον, καλό θα ήταν να τα ξεπεράσουν αυτά και να προσπαθήσουν θετικές συμβολές. Κατά το δυνατόν.

      Μου αρέσει!

    2. Όχι οργή για εσάς. Με τις πληροφορίες αυτές μόνο ευγνωμοσύνη μπορεί να έχει κανείς. Για την όλη κατάσταση την τότε το εννοούσα.

      Μου αρέσει!

  1. Επταπύργιο 16 Ιουλίου 1946: οι δύο πρώτες εκτελέσεις του Εμφυλίου

    Σαν σήμερα, στις 16 Ιουλίου 1946, στο «συνήθη τόπον εκτελέσεων» πίσω από το Γεντί Κουλέ της Θεσσαλονίκης, ανοίγει η αυλαία του αίματος της περιόδου του εμφυλίου πολέμου, καθώς γίνονται οι πρώτες δύο εκτελέσεις της καταραμένης πολυαίμακτης εκείνης περιόδου: Τουφεκίζονται οι καταδικασμένοι με συνοπτικές διαδικασίες, αγρότες από το Περιστέρι Κιλκίς, Θεοχάρης Σαπρανίδης και Γιώργος Καλέμος.

    Προκειμένου να στηθούν στο εκτελεστικό απόσπασμα, με βάση το περιβόητο Γ’ Ψήφισμα «περί εκτάκτων μέτρων ασφαλείας», έφτανε η κατάθεση στο Έκτακτο Στρατοδικείο Θεσσαλονίκης, ένα ακριβώς μήνα νωρίτερα, στις 12-6-1946, του αγροφύλακα Χρ. Χαραλαμπίδη, ότι τέσσερα όπλα με λίγες σφαίρες που είχαν βρεθεί πεταμένα σε χωράφι της περιοχής «ανήκον εις τους κατηγορουμένους, τούτο δε συμπεραίνω, αφ’ ενός διότι οι δύο πρώτοι ήσαν πρώην ελασίται, αφ’ ετέρου δε διότι υπήρχον πολλαί ενδείξεις ότι ούτοι ετέλουν εις επαφήν μετά της συμμορίας του καπετάν Βοργιά, η οποία δρα στις την περιφέρειαν Κιλκίς».
    Έτσι λοιπόν, χωρίς στοιχεία, δίχως αποδείξεις, παρά μόνο με ικασίες και ισχυρισμούς περί «ενδείξεων», οι δύο 35χρονοι αγρότες εκτελέστηκαν, καθώς το δικαστήριο σκοπιμότητας έκρινε πως «ούτοι ετέλουν εις επαφήν» με «συμμορία», αν και στη γύρω περιοχή δεν είχε συμβεί καμιά σύγκρουση ή επεισόδιο.

    Το ολοσέλιδο ρεπορτάζ της Μακεδονίας
    Είναι συγκλονιστική η περιγραφή της εκτέλεσης του Θεοχάρη Σαπρανίδη και του Γιώργου Καλέμου, όπως δημοσιεύθηκε την επομένη, 17 Ιουλίου 1946, στην εφημερίδα Μακεδονία σε ολοσέλιδο ρεπορτάζ, ποτ το παραθέτουμε στη συνέχεια:
    «5 και 30΄. Ο ήλιος έχει ήδη ανεβή επάνω απ’ τον Χορτιάτη και χρυσώνει τον ουρανό. Το πρώτο αυτοκίνητο με το απόσπασμα καταφθάνει. Ήδη έχει έλθει και η χωροφυλακή, άνδρες της οποίας κατέλαβον θέσεις σ’ όλον τον δρόμο από τις φυλακές έως τον τόπο της εκτελέσεως […]
    5 και 40΄. Οι μελλοθάνατοι βγαίνουν. Με κόπο κρατιένται στα πόδια τους. Διασκελίζουν την εξώπορτα –τόσο μεγάλη πόρτα κι όμως πόσο δύσκολα την περνά κανείς για να βγη!… Για μια στιγμή στέκονται. Είνε και οι δυο κατάχλωμοι. Συντετριμμένοι. Έχουν τα χέρια τους δεμένα εμπρός. Ο Σαπρανίδης με χειροπέδες, ο Καλέμος με ένα καλώδιο από ηλεκτρικό. Και οι δυο νέοι, έως 35 χρονών. Ο Σαπρανίδης αμίλητος, σκυφτός, κυττάζει μπροστά του. Φαίνεται σαν να τάχη χαμένα. Ο Καλέμος, πιο ψηλός, μόλις στάθηκαν, χωρίς να κυττάζη κατάματα κανέναν αρχίζη να μιλά: – Αδέλφια! Άδικα θέλετε να μας σκοτώσετε… Είμαστ’ αθώοι… άδικα… Σταθήτε να το εξετάσουμε το ζήτημα… Να φέρουμε όλο το χωριό… Εμείς δεν ξέρουμε τίποτα… […]

    Σχόλιο της εφημερίδας Ελευθερία 17-7-1946
    Είναι ένας τόπος πίσω –προς τ’ ανατολικά– των φυλακών, που αναδιπλώνεται ελαφρά σε λόφους μικρούς και μεγαλύτερους με λίγο χώμα και περισσότερη πέτρα. Μια ελαφρή χαράδρα κόβει έναν απ’ αυτούς τους λόφους από έναν άλλον μικρότερόν του όπου αρκετοί σταυροί ξύλινοι φαντάζουν πένθιμα: Είνε το νεκροταφείον των εκτελουμένων καταδίκων. Η συνοδεία συνεχίζει προς τα εκεί την πορεία της από ένα ελικοειδές μονοπάτι. Από μακρυά φαίνονται οι δυο κατάδικοι που χτυπάνε τον κασμά και φτυαρίζουν το χώμα […]
    Σε δέκα λεπτά η συνοδεία έχει φθάσει. Τελευταίος έρχεται ο παπάς βαστώντας το θυμιατό στα χέρια και μουρμουρίζοντας την νεκρώσιμη ακολουθία […]
    5 και 50΄. Σε μια απότομη κατάβαση του εδάφους στήνονται οι μελλοθάνατοι όρθιοι, με μέτωπο τον Θερμαϊκό που τώρα λαμποκοπά κάτω απ’ τον πρωινό καλοκαιρινό ήλιο σαν ασημένιο πιάτο. Απέναντί τους, στο νεκροταφείο, πενήντα μέτρα πιο κάτω, οι δυο κατάδικοι συνεχίζουν βιαστικά το έργο τους. Ο κασμάς γοργά χτυπά τη γη, που θα κρύψη έπειτ’ από λίγο μια μεγάλη ντροπή: Την ντροπή δυο Ελλήνων που θέλησαν να εξοντώσουν άλλους Έλληνας. Και λίγο πιο εδώ, δέκα μέτρα σχεδόν από τους δύο μελλοθάνατους παρατάσσεται το απόσπασμα, υψώνει το ανάστημά της η Ελλάς που θέλει να ζήση […]
    Αίφνης ο επί κεφαλής αξιωματικός παραγγέλλει “παρουσιάστε!”. Ο Καλέμος παύει να ομιλή, το απόσπασμα παρουσιάσει όπλα κι ο Βασιλικός Επίτροπος διαβάζει την απόφαση. Η σιγή είνε απόλυτη, νεκρική […]
    Η ώρα είναι 6η πρωινή. Η ζωή αρχίζει κάτω, στην πόλη. Θολός και συγκεχυμένος ακούεται έως εκεί επάνω ο βόμβος της. Τα τραμ κινούνται σαν μυθικά φίδια στις δυο αρτηρίες της. Ένα πανάκι ολόλευκο αρμενίζει στο βάθος της θάλασσας χαρωπά, φουσκωμένο απ’ το πρωινό αεράκι […]

    Ο επί κεφαλής αξιωματικός δίνει το παράγγελμα “παρά πόδα” κι’ ευθύς κατόπιν “πυρ κατά βούλησιν γονυπετώς» […] Έξαφνα μια ομοβροντία εδόνησε την ατμόσφαιρα και δύο κορμιά ξαπλώθηκαν κατά γης ανάσκελα, ανάμεσα στη σκόνη που σήκωσαν πέφτοντας στη γη και στους καπνούς των 24 όπλων του εκτελεστικού. Δυο στρατιώτες βγαίνουν από το απόσπασμα. Ο ένας σκοπεύει στο κεφάλι του Σαπρανίδη και δίνει τη χαριστική βολή. Ο άλλος πλησιάζει τον Καλέμο. Είνε ακόμη ζωντανός και συνεχίζει τις διαμαρτυρίες του ανάμεσα σε βόγγους. – Ωχ! Αδέλφια άδικα!… Μια ριπή ακόμη στο κεφάλι και τον απαλλάσσει από το μαρτύριο της παρατάσεως της επιθανατίου αγωνίας. Πλησιάζει ο γιατρός και πιστοποιεί τον θάνατο. Κι’ ύστερα το απόσπασμα με μια διπλή αλλαγή κατευθύνσεως επ’ αριστερά περνά εμπρός από τα πτώματά των και φεύγει».

    Σπύρος Κουζινόπουλος

    https://farosthermaikou.blogspot.gr/2017/07/blog-post_27.html

    Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s