ΔΣΕ

Νιάλα: Αντάρτες και στρατιώτες για μια νύχτα μαζί 

assets_large_t_420_528961

Θοδωρής Ρουμπάνης

Συμφιλίωση μέσα στη χιονοθύελλα Μονάδες ανταρτών και κυβερνητικού στρατού αδελφώθηκαν για μία μόνο νύχτα στη Νιάλα των Αγράφων μπροστά στη μανία της φύσης
Αντάρτες του Δημοκρατικού Στρατού αιχμάλωτοι των κυβερνητικών δυνάμεων

Πάνω στα χιόνια και μέσα στις χιονοθύελλες έχουν γραφτεί πολλές σελίδες της παγκόσμιας και της ελληνικής ιστορίας.

Το συγκλονιστικό περιστατικό, που συνέβη στα Αγραφα, στον αυχένα της Νιάλας και ενώ ο Εμφύλιος Πόλεμος βρισκόταν στο αποκορύφωμά του, είναι από τα συγκλονιστικότερα.

Το γεγονός συνέβη τον Απρίλιο του 1947 και καταγράφηκε ως «τραγωδία της Νιάλας» ή «συμφιλίωση της Νιάλας».

Τραγωδία ήταν γιατί μονάδες του Δημοκρατικού Στρατού με συνοδοιπόρους γέροντες και γυναικόπαιδα, έπεσαν σε τρομερή χιονοθύελλα, που αποδεκατισμένες υποχρεώθηκαν να αναζητήσουν τη σωτηρία τους στα καταλύματα του κυβερνητικού στρατού.

Συμφιλίωση ήταν γιατί μπροστά στην φοβερή μανία της φύσης οι αντάρτες έγιναν δεκτοί από τους σκληρά επίσης δοκιμαζόμενους αντιπάλους τους.

Από τις αρχές Απριλίου του 1947 επτά ταξιαρχίες του κυβερνητικού στρατού ξεκίνησαν από διαφορετικές αφετηρίες (Καρπενήσι, Αγρίνιο, Αρτα και Καρδίτσα) με κατεύθυνση τον ορεινό όγκο των Αγράφων, όπου δρούσαν αντάρτικες ομάδες.

Οι φάλαγγες του κυβερνητικού στρατού διέθεταν βαρύ οπλισμό, όλμους, ορειβατικό πυροβολικό, σύγχρονα μέσα διαβιβάσεων. Είχαν συνεχή αεροπορική κάλυψη. Αντικειμενικός στόχος τους ήταν να εγκλωβίσουν και να τσακίσουν τα τμήματα του Δημοκρατικού Στρατού, που δρούσαν στα Αγραφα.

Οι αντάρτες, παρά τη δύναμη πυρός των αντιπάλων τους, αμύνονταν με επιτυχία. Κρατούσαν απρόσιτες διαβάσεις, που με μεγάλη δυσκολία μπορούσαν να πλησιάσουν οι κυβερνητικές δυνάμεις. Σε πολλές περιπτώσεις υποχωρούσαν.

Στη συνέχεια με εξαντλητικές ολονύχτιες πορείες κατόρθωναν και βρίσκονταν στα νώτα του αντιπάλου τους, καταφέροντας αιφνιδιαστικά πλήγματα.

Καταφύγιο
Στα Βραγιανά Ευρυτανίας τεράστιες κυβερνητικές δυνάμεις έσφιξαν σαν τανάλια τις θέσεις ενός τάγματος του Δημοκρατικού Στρατού, που διοικητή είχε τον Σοφιανό. Εκεί βρισκόταν επίσης ένα κινητό νοσοκομείο με βαριά τραυματίες, καθώς και οικογένειες ανταρτών, που κυνηγημένες από τη Χωροφυλακή είχαν εγκαταλείψει τα χωριά τους, αναζητώντας καταφύγιο στις πλησιέστερες μονάδες του Δημοκρατικού Στρατού.

Ο ταγματάρχης Σοφιανός κατάλαβε γρήγορα ότι ήταν αποκλεισμένος και εντελώς ξεκομμένος από τις άλλες ανταρτικές ομάδες. Ετσι κάλεσε τους διοικητές των λόχων και των διμοιριών να εξετάσουν από κοινού την κατάσταση και να αποφασίζουν το δέον γενέσθαι. Ολοι συμφώνησαν με την άποψη του έμπειρου παρτιζάνου ότι ο αυχένας της Νιάλας ήταν η μόνη διέξοδος, αν ο στρατός δεν είχε φτάσει ως εκεί.

Ηταν 12 Απρίλη 1947, Μεγάλη Παρασκευή. Οι τρεις αντάρτικοι λόχοι ξεκίνησαν αμέσως. Ανάμεσά τους γυναίκες και παιδιά, άρρωστοι και τραυματίες, τραβούσαν κι αυτοί τον απότομο ανηφορικό δρόμο. Ψιλόβρεχε. Οσο περνούσε η ώρα, το κρύο δυνάμωνε. Το απέναντι βουνό, ο Καλόγερος, είχε σκοτεινιάσει. Πέρα από τη μεριά της Ηπείρου οι κεραυνοί έσκιζαν τον ουρανό.

Με δυσκολία ανέβαινε τον κατσικόδρομο η φάλαγγα. Μαύρα αγριοπούλια, κυνηγημένα από τον καιρό, φτεροκοπούσαν βιαστικά στον αέρα. Ηταν προμήνυμα για τη θανατηφόρα καταστροφή που πλησίαζε.

Μια τρομερή χιονοθύελλα ξέσπασε. Ο αέρας ξερίζωνε ό,τι αντιστεκόταν. Το χιόνι σκέπασε γρήγορα τις βουνοπλαγιές σβήνοντας κάθε σημάδι για το μονοπάτι. Η επίθεση της απρόσμενης κακοκαιρίας έκανε τη φάλαγγα να χάσει τον προσανατολισμό της.

Το αβάσταχτο κρύο έκοψε την ανάσα δύο ανταρτών. Ενας τρίτος, ονόματι Ισαάκ από την Πέλλα, γλίστρησε και γκρεμίστηκε στη χαράδρα. Μια γυναίκα, η Βάγια από τον Παλαμά Καρδίτσας, περπατούσε κρατώντας στην αγκαλιά της το μωρό της. Προσπαθούσε να το ζεστάνει με την ανάσα της. Αλλά πού να βρεθεί ζεστή αναπνοή σ’ αυτή την παγωνιά. Το αγοράκι δεν άργησε να ξεψυχήσει. Λίγο πιο πάνω άφησε την τελευταία της πνοή και η μάνα, μαζί και η δεκαπεντάχρονη κόρη της.

Οι βαθμοφόροι του αντάρτικου διαπερνούσαν συνεχώς τη φάλαγγα προσπαθώντας να την οδηγήσουν, χωρίς να είναι σίγουροι ότι η κατεύθυνση είναι και σωστή. Τα πράγματα χειροτέρευαν συνεχώς. Οποιος παραπατούσε δεν είχε σωτηρία. Επεφτε στα απόκρημνα φαράγγια.

Χωρίς να το καταλάβουν έφτασαν στον αυχένα, σκοντάφτοντας πάνω στα κουφάρια των συντρόφων τους.

Οι δύο λόχοι που προπορεύονταν, έχοντας σημαντικές απώλειες, πέρασαν τον αυχένα και βρήκαν καταφύγιο στα βλάχικα κονάκια της Σάικας.

Ο τρίτος λόχος, με επικεφαλής τον Γιάννη Παπαϊωάννου (Ερμή) πέρασε από άλλο σημείο τον αυχένα και βρέθηκε αναπάντεχα πάνω στο κατάλυμα του κυβερνητικού στρατού.

Τσακισμένοι από το κρύο οι άνδρες και οι γυναίκες του αντάρτικου λόχου χώθηκαν μέσα στις σκηνές του στρατού. Αξιωματικοί και οπλίτες του κυβερνητικού στρατού είχαν αφήσει τις σκοπιές τους και είχαν χωθεί στα καταλύματά τους. Ανάμεσα στους δικούς τους νεκρούς καρτερούσαν κι αυτοί τον θάνατο.

Το μίσος που χώριζε τα δύο στρατόπεδα παραμερίστηκε προσωρινά. Πρόσφεραν στους αντάρτες κουραμάνα. Σταφίδες και κονιάκ. Η νύχτα πέρασε με συζητήσεις για τα δεινά που είχε μαζέψει ο αδελφοκτόνος πόλεμος.

Το σκοτάδι δεν έλεγε να σκορπίσει, αν και η καινούργια μέρα είχε έρθει. Ο επικεφαλής του αντάρτικου λόχου Γιάννης Παπαϊωάννου από διαίσθηση κατάλαβε ότι η νύχτα είχε περάσει. Βγήκε από τη σκηνή και προσπάθησε να μαζέψει τους συμμαχητές του για να φύγουν. Αυτή η συμβίωση ήταν ούτως ή άλλως προσωρινή και επικίνδυνη.

Τηλεγράφημα
Χωρίς να ξέρει βρέθηκε έξω από τη σκηνή του ταγματάρχη, διοικητή του κυβερνητικού στρατού, τον οποίο άκουσε να υπαγορεύει τηλεγράφημα στην ανωτέρα διοίκηση. Τη διαβεβαίωνε ότι είχε συλλάβει αιχμάλωτο τον λόχο του Δημοκρατικού Στρατού και την καλούσε να στείλει δυνάμεις για να τον παραλάβει.

Τη συνέχεια έχει γράψει με άρθρο του στο περιοδικό «Εθνική Αντίσταση» ο Γιάννης Παπαϊωάννου.

Ο ταγματάρχης βγαίνοντας από τη σκηνή έπεσε επάνω στον Παπαϊωάννου. Εβγαλε το περίστροφό του και πυροβόλησε χωρίς επιτυχία. Ο αντάρτης σημάδεψε με τη σειρά του και ξάπλωσε κάτω αυτόν που προκάλεσε τη μονομαχία.

Μετά τον θάνατο του ταγματάρχη, όλα ησύχασαν. Δύο ντόπιοι πολίτες, οδηγοί του κυβερνητικού στρατού, προθυμοποιήθηκαν να συνοδεύσουν τους αντάρτες στα κονάκια του χωριού Σάικα. Οι βαθμοφόροι του λόχου του Δημοκρατικού Στρατού συγκεντρώθηκαν και συνεννοήθηκαν για τον τρόπο απαγκίστρωσης. Η απροσδόκητη ανακωχή είχε τελειώσει και ο καθένας έπαιρνε πάλι τον δρόμο του.

Το αντάρτικο παράγγελμα «αναλάβατε» πέρασε από σκηνή σε σκηνή. Οι αντίπαλοι αποχαιρετούνταν κατά τρόπο συγκινητικό. Πολλοί, όμως, μισοπεθαμένοι από τη μεγάλη πορεία μέσα στη χιονοθύελλα, δεν μπόρεσαν να σηκωθούν από τις σκηνές και έμειναν στο κατάλυμα του κυβερνητικού στρατού. Συνελήφθησαν, οδηγήθηκαν στα στρατοδικεία της Λαμίας και της Καρδίτσας, δικάστηκαν και πολλοί στήθηκαν μπροστά στο απόσπασμα.

Πηγή: http://www.ethnos.gr/article.asp?catid=22733&subid=2&pubid=528421

*

Το χρονικό της Νιάλας

http://www1.rizospastis.gr/story.do?id=3638716&publDate=1997-04-12%2000:00:00.0

50 χρόνια από τη μεγάλη τραγωδία στις 12 Απρίλη 1947

Με αφορμή την 50χρονη επέτειο από το πέρασμα του υψώματος της Νιάλας, μιας από τις πλέον ηρωικές στιγμές του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας, η Νομαρχιακή Επιτροπή Καρδίτσας της ΠΕΑΕΑ, μας έστειλε το παρακάτω χρονικό:

Πέρασε ακριβώς μισός αιώνας από τη μεγάλη τραγωδία της Νιάλας, που μας φέρνει στη μνήμη μας ανάγλυφη τη σκληρότητα και βαρβαρότητα του εμφυλίου πολέμου, τέκνο και δημιούργημα της ντόπιας αντίδρασης και των Αγγλοαμερικανών ιμπεριαλιστών.

Ο εμφύλιος πόλεμος άρχισε χωρίς τη θέληση του ελληνικού δημοκρατικού λαού και του ΚΚΕ, το οποίο ηγήθηκε της Αντίστασης κατά των ξένων κατακτητών.

Οι μεταβαρκιζιανές κυβερνήσεις και οι παρακρατικές συμμορίες που απλώθηκαν σ’ όλη την Ελλάδα, τύπου Σούρλα – Βουρλάκη κτλ, σκόρπισαν στην ύπαιθρο και στις πόλεις αφόρητη και πρωτόγνωρη τρομοκρατία.

Χιλιάδες αγωνιστές βρέθηκαν στις φυλακές και χιλιάδες κατέφυγαν στα βουνά για να γλιτώσουν από βέβαιο θάνατο. Ετσι ξεκίνησε ο εμφύλιος πόλεμος, ο οποίος είχε τραγικές συνέπειες για τον τόπο μας, με δεκάδες χιλιάδες νεκρούς, τραυματίες, φυλακισμένους και με ανυπολόγιστες υλικές καταστροφές.Στα Αγραφα

Οι επιχειρήσεις του κυβερνητικού στρατού εναντίον του ΔΣΕ άρχισαν την Ανοιξη του 1947 και ξεκίνησαν από την περιοχή των Αγράφων. Τα Αγραφα, οχυρή περιοχή από την ίδια τους τη φύση, πρωτοστάτησαν σ’ όλους τους απελευθερωτικούς αγώνες κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας, όπως επίσης και στην περίοδο της Κατοχής, όπου αναδείχτηκαν κάστρα άπαρτα της λευτεριάς.

Οι Αγγλοαμερικανοί εξουσιαστές, καθώς και η υποτελής τότε κυβέρνηση των Αθηνών πίστευαν ότι εάν κατόρθωναν να συντρίψουν το ΔΣΕ στην περιοχή των Αγράφων, θα ξεμπέρδευαν μια για πάντα μ’ αυτόν. Ετσι ετοιμάστηκαν με κάθε λεπτομέρεια οι επιχειρήσεις στα Αγραφα και το βάρος το ανέλαβαν τρεις καλά εξοπλισμένες ταξιαρχίες που ξεκίνησαν από Καρδίτσα, Καρπενήσι και Αρτα. Στόχος τους ήταν να εγκλωβίσουν τους μαχητές του ΔΣΕ και να τους εξοντώσουν.

Στην περιοχή των Αγράφων δρούσαν μικρές ομάδες ανταρτών, καθώς και το τάγμα του Σοφιανού. Οι πρώτες σκληρές μάχες δόθηκαν στα ριζά των Αγράφων και την περιοχή της Νεβροπόλεως, όπου σήμερα είναι η λίμνη Πλαστήρα. Κάτω από την πίεση ισχυρών κυβερνητικών δυνάμεων το τάγμα του Σοφιανού, ακολουθούμενο από εκατοντάδες καταδιωκόμενους πολίτες και πολιτικές οργανώσεις της Καρδίτσας αναγκάστηκε να αποτραβηχτεί στα Πετρίλια και κατόπιν στα Μ. Βραγγιανά. Η κατάσταση ήταν άκρως κρίσιμη, καθώς οι τρεις ταξιαρχίες πλησίαζαν προς τα Βραγγιανά και απειλούσαν με εγκλωβισμό και ολική συντριβή τις ανταρτικές δυνάμεις.

Σ’ ένα σπίτι των Βραγγιανών συγκεντρώθηκε η διοίκηση του τάγματος, οι διοικήσεις των λόχων και διμοιριών και τα πολιτικά στελέχη της Οργάνωσης όπως ο Βασίλης Τσιρώνης, γραμματέας της Επιτροπής Πόλης Καρδίτσας του ΚΚΕ, η Βαγγελίτσα Κουσιάντζα, μέλος της Επιτροπής, ο Βαγγέλης Ταγκούλης, μέλος της Νομαρχιακής του ΕΑΜ Καρδίτσας, ο Σούλας από το Γραφείο Περιοχής του Κόμματος στη Θεσσαλία κι άλλοι.

Η σωτηρία της Νιάλας

Μία ήταν η λύση για να βγουν από τον κλοιό, που σαν θανάσιμος βρόγχος απειλούσε με αφανισμό τις ανταρτικές δυνάμεις. Η σωτηρία θα ήταν εάν το τάγμα έφθανε στη Σάικα και στο Καροπλέσι, όπου άνετα θα έμπαιναν στην περιοχή της Βουλγάρας, εκεί που βρισκόταν το Γενικό Αρχηγείο και το Αρχηγείο Θεσσαλίας του ΔΣΕ.

Η εισήγηση του Σοφιανού γίνεται αποδεκτή, γιατί ήταν η μόνη λύση που τους έβγαζε από το τραγικό αδιέξοδο.

Το εγχείρημα δύσκολο και επικίνδυνο, γιατί έπρεπε να περάσουν τα ανεμοδαρμένα και αφιλόξενα ύψη των 2.200 μ. της Νιάλας, το φοβερό αυτό βουνό των Αγράφων, που και αυτά τα αγρίμια διστάζουν να το περάσουν, αφού και την Ανοιξη σκορπάει γύρω του τη συμφορά, τον όλεθρο και την καταστροφή.Το σχέδιο μπήκε αμέσως σε ενέργεια. Ο 1ος και 2ος λόχος θα αποτελούσε την εμπροσθοφυλακή της μεγάλης πορείας, θα ακολουθούσαν οι πολίτες με τα γυναικόπαιδα και οπισθοφυλακή ο 3ος λόχος του Ερμή. Η αναχώρηση από τα Βραγγιανά έμοιαζε με την ηρωική έξοδο του Μεσολογγίου.

Η φάλαγγα ξεκίνησε Μεγάλη Παρασκευή, 11 Απρίλη 1947, για τη μεγάλη πορεία. Στα πρώτα βήματα ξεσπά άγρια κακοκαιρία με βροντές, αστραπές, κατακλυσμιαίες βροχές, κρύο ανυπόφορο και η Νιάλα είναι ακόμα πολύ μακριά και αόρατη από τα μολυβένια σύννεφα που τη σκεπάζουν. Ο δρόμος, ένας κατσικόδρομος με ατέλειωτες στροφές, τραχύς, δύσκολος και δύσβατος. Σε λίγο το κρύο γίνεται πολικό και η βροχή μετατρέπεται σε χιόνι. Παρά ταύτα η φάλαγγα, μια τεράστια αργοκίνητη σαρανταποδαρούσα, συνεχίζει αργά την πορεία της και όλοι ελπίζουν στο ποθούμενο τέρμα. Το χιόνι, όσο πάει, γίνεται πιο πυκνό, ο δρόμος αδιάβατος και το κρύο ανυπόφορο αρχίζει να παγώνει ανθρώπινες υπάρξεις. Τα πρώτα θύματα της φριχτής παγωνιάς είναι τα μωρά και οι γυναίκες. Με το τέλος της πορείας οι νεκροί θα ανέλθουν σε μερικές δεκάδες.

Ο Βασίλης Φυτσιλής, ο οποίος βίωσε προσωπικά την τραγωδία της Νιάλας, γράφει στο βιβλίο του, που είναι αφιερωμένο στην ηρωίδα του λαού Βαγγελίτσα Κουσιάντζα: «Είδα δίπλα μου αντάρτες και πολίτες να πέφτουν και να πεθαίνουν σε ένα λεφτό. Εβγαζαν απ’ τα ρουθούνια τους λίγο αίμα, τρεμόπαιζαν για μια στιγμή τα βλέφαρα και σε λίγο ήταν νεκροί».

Ο μαχητής του ΔΣΕ Μενέλαος Μούστος, στο βιβλίο του «Η Νιάλα» περιγράφει με το δικό του παραστατικό τρόπο την τρομερή θύελλα: «Η φύση λες συμμάχησε κι αυτή με τον εχθρό να μας αφανίσει. Βογκάνε οι λαγκαδιές, τα φαράγγια, τα διάσελα. Σειέται το σύμπαν από το τρομερό μπουμπουνητό».

Μέσα σ’ αυτή την τρομερή, την αφόρητη κατάσταση, που μοιάζει με την «Κόλαση» του Δάντη, η φάλαγγα εξακολουθεί να προχωράει.

Το βράδυ, 12 Απρίλη, ο 1ος και ο 2ος λόχος φθάνουν στην κορυφή του αυχένα και με μια ηρωική προσπάθεια περνούν την πόρτα του θανάτου, το διάσελο της Νιάλας και βρίσκονται στο απυρόβλητο της καταραμένης θύελλας.

Στην Καρδίτσα οι αρχές περιμένουν να υποδεχτούν την ατέλειωτη φάλαγγα των αιχμαλώτων και γλεντούν προκαταβολικά. Μάταια όμως…

Η χαρά των ανταρτών για την επιτυχία τους μετριάζεται από την περιπέτεια του 3ου λόχου και των πολιτών. Οι άοπλοι μαζί με το λόχο του Ερμή ξέκοψαν από την κύρια δύναμη του τάγματος, πήραν λάθος μονοπάτι και έπεσαν πάνω στο μέρος που βρίσκονταν τα φυλάκια του κυβερνητικού στρατού.

«Σαστισμένοι οι φαντάροι, γράφει ο Μενέλαος Μούστος, κοιτάνε τους μαχητές του ΔΣΕ να κατεβάζουν τους γυλιούς τους και ν’ αποθέτουν τα όπλα τους σαν νάταν παλιοί γνώριμοι ή νοικοκύρηδες στις σκηνές. Παίρνουν κι αυτοί θάρρος. Ξεκουκουλώνονται.

– Είμαστε αδέλφια, λένε, μη μας πειράξετε, ούτε εμείς θα σας πειράξουμε.- Αδέρφια, αδέρφια, απαντάνε οι δικοί μας».

Τέτοιο πράγμα δε ματαγνώρισε η ιστορία. Ο εμφύλιος ήταν έξω από τη φύση, τη ζωή και τη θέληση του ελληνικού λαού. Και μόνο οι σκοτεινές δυνάμεις των Αγγλοαμερικανών τον επιδίωκαν, γιατί εκείνοι μόνο είχαν άνομα συμφέροντα.

Σ’ ένα ξεκομμένο εχθρικό αντίσκηνο βρέθηκε η πολιτική οργάνωση που δεν άκουσε το πρωί τις φωνές των ανδρών του 3ου λόχου, που τους καλούσαν να βγουν έξω από τα αντίσκηνα και να ακολουθήσουν τον προορισμό τους.

Η εκτέλεση των δέκα

Τα μισοπαγωμένα μέλη της πολιτικής οργάνωσης και μερικούς άλλους πολίτες τους ξύπνησαν από το λήθαργο οι βρισιές και οι κλοτσιές ανδρών του κυβερνητικού στρατού, οι οποίοι ήρθανε πρωί πρωί από το χωριό Αγραφα, για να δούνε τους δικούς τους, τους φόρεσαν χειροπέδες και έπειτα από ένα πικρό οδοιπορικό τους μετέφεραν στη Λαμία. Εκεί τους πέρασαν από το έκτακτο Στρατοδικείο, στις 3.5.47, και δέκα απ’ αυτούς τους καταδίκασαν σε θάνατο, τους δε υπολοίπους σε ισόβια δεσμά.

Οι καταδικασθέντες σε θάνατο ξεπέρασαν τον εαυτό τους, στις δύσκολες εκείνες ώρες και αναδείχτηκαν άξιοι ηγήτορες και ήρωες του ΔΣΕ.

Δεν υπάρχει ανθρώπινη καρδιά να μη ράγισε και μάτια να μη βούρκωσαν διαβάζοντας τα γράμματα των μελλοθανάτων: Βασίλη Τσιρώνη, Βαγγελίτσας Κουσιάντζα και Κώστα Χαλκιά.

Η ώρα της εκτέλεσης για τους δέκα μελλοθανάτους φθάνει στις 4 το πρωί, στις 9 Μάη 1947. Τόπος εκτέλεσης το νεκροταφείο της Ξηριώτισσας. Οι μελλοθάνατοι άφοβοι μπροστά στο θάνατο στήνουν τον ηρωικό χορό του Ζαλόγγου. Η Βαγγελίτσα, φορώντας το κόκκινο μεταξωτό φουστάνι της, σέρνει πρώτη το χορό και την ακολουθούν οι υπόλοιποι εννέα τραγουδώντας, σ’ αυτό το «παράξενο» το συγκλονιστικό ξεφάντωμα.

Εκπληκτοι, οι άνδρες του εκτελεστικού αποσπάσματος που προέρχονται από το 106 Τάγμα, από το ανεπανάληπτο αυτό θέαμα, αρνούνται να τους εκτελέσουν. Το φονικό έργο θα το αναλάβουν «μαυροσκούφηδες» και «ΜΑΥδες».

Οι δέκα αγωνιστές και ήρωες που έπεσαν νεκροί από τα δολοφονικά βόλια του εμφυλίου πολέμου είναι: 1. Τσιρώνης Βασίλης, 2. Κουσιάντζα Βαγγελίτσα, 3. Παπαγεωργίου Μήτσιος, 4. Χαλκιάς Κώστας, 5. Γαλανίτσας Αλέκος, 6. Βαρνάβας Αλέκος, 7. Χασιώτης Δημήτριος, 8. Καψάλης Θανάσης, 9. Αθανάτος Δημήτρης και 10. Κυρίτσης Χαρίλαος. Δυο άλλοι ο Παπαλέξης Σωκράτης και ο Σεραφέας Αντώνης πέθαναν καθ’ οδόν και στέρησαν τη χαρά στους στρατοδίκες να τους καταδικάσουν σε θάνατο.

Στις πλαγιές της Νιάλας, από όσα γνωρίζουμε, «κοιμήθηκαν» κάτω από το χιόνι οι: 1. Ζορμπάς Βαγγέλης, 2. Θεοδωρής Κώστας, 3. Θεοδωρής Χαρ. 4. Καούρας Χρήστος, 5. Καλατζής Γιώργος, 6. Μπουλτσή Ελένη, 7. Οικονόμου Λάμπρος, 8. Πατρίκης Κώστας, 9. Παναγιωτόπουλος Σερ. 10. Παπαδημητρίου Θωμάς, 11. Ράγια Βάια, 12. Ράγια Ιουλία, 13. Ράγιας Γιάννης, 14. Στάικος Αθαν. 15. Ταγκούλης Βαγγέλης, 16. Τσαμανής Σούλας, 17. Τσαμανή Κούλα, 18. Τσούλας Παυσανίας.

Στον αυχένα της Νιάλας, έπειτα από πολλές δεκαετίες στήθηκε ένα απλό μνημείο για να θυμίζει τη φρίκη του εμφυλίου. Τούτες τις μέρες, κάθε χρόνο, η Νιάλα, το τρομερό βουνό της θύελλας αλλά και της συμφιλίωσης μας στέλνει το δικό της μήνυμα, ηχηρό όσο και οι ισχυροί άνεμοι που βγαίνουν από τα σπλάχνα της: Ποτέ πόλεμος, ποτέ εμφύλιος. Ειρήνη και πρόοδος.

Πηγή: Αντάρτες και στρατιώτες για μια νύχτα μαζί στον ελληνικό εμφύλιο

Advertisements

1 thought on “Νιάλα: Αντάρτες και στρατιώτες για μια νύχτα μαζί ”

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s