Μακρόνησος

Ένας ψυχίατρος μιλάει για τη Μακρόνησο

unnamedΈνας ψυχίατρος, ο Παναγιώτης Σακελλαρόπουλος, μιλάει για τη Μακρόνησο. Ποιες ήταν οι επιδιώξεις του Συστήματος και ποιες οι άμυνες των κρατουμένων; Ποιες είναι οι απώτερες επιδράσεις στον ψυχισμό των κρατουμένων;

Βασικός σκοπός του συστήματος ήταν η διάλυση της προσωπικότητας του θύματος και όχι η ανάνηψη, δηλαδή να κερδηθεί ιδεολογικά ο βασανιζόμενος. Μέσω της διάλυσης της προσωπικότητας του ατόμου και κατ’ επέκταση της ομάδας του, θα εξουδετερωνόταν η αντίσταση ενός μεγάλου μέρους του λαού. Δηλαδή, ο βασανισμός, η διαδικασία της δήθεν ανάνηψης με τις υπογραφές, την αποστολή επιστολών και τις άλλες αντίστοιχες επιβαλλόμενες εκδηλώσεις ήταν τα μέσα για να καμφθεί η αντίσταση.

Το αποδοτικότερο μέσο, κατά τη γνώμη μου, για τη συντριβή της αντίστασης του ατόμου και της ομάδας ήταν το ότι παλιοί σύντροφοι, φίλοι, συναγωνιστές, γίνονταν βασανιστές. Αυτό είχε μια φοβερή επίδραση πάνω στον άνθρωπο που ζούσε στη Μακρόνησο.

Πρόκειται για ένα τραγικό παράδειγμα ταύτισης με τον επιτιθέμενο, για να χρησιμοποιήσουμε ψυχολογικούς όρους. Δηλαδή, σε ένα ασυνείδητο επίπεδο, το θύμα ταυτίζεται πλήρως με τον επιτιθέμενο, εγκαταλείποντας τις αρχές που πίστευε προηγουμένως και ενστερνίζεται ιδέες και θέσεις κατά του εαυτού του, του προηγούμενου, δηλαδή, εαυτού του. Είναι διαφορετική η ψυχική διεργασία του ατόμου που ενδίδει για να επιζήσει. Αυτός επιλέγει να υποχωρήσει, σε συνειδητό επίπεδο, χωρίς να στραφεί εναντίον των συντρόφων του.

Άλλο μέσο τρομοκρατίας που χρησιμοποιήθηκε στη Μακρόνησο, ήταν η δημιουργία μιας σταθερής ατμόσφαιρας αβεβαιότητας και απρόβλεπτου, επικείμενου κινδύνου. Τα βασανιστήρια, δηλαδή οι ξυλοδαρμοί και η σωματική βία, δεν είχαν μια οριοθετημένη ένταση, έτσι συχνά οδηγούσαν και στο θάνατο. Καλλιεργήθηκε μ’αυτό τον τρόπο ένα κλίμα ανασφάλειας, φόβου και άγχους για την επιβίωση και το αύριο των κρατουμένων.

Έτσι επιδίωκαν μια ατμόσφαιρα ασάφειας σε συνάρτηση με την έννοια του θανάτου, κοινό στοιχείο με τα γερμανικά στρατόπεδα τα οποία λειτούργησαν από 1934 και έπειτα. Υπήρχε, δηλαδή, μια μεγέθυνση κάποιων γεγονότων και συγχρόνως μια διάψευση κάποιων άλλων, ώστε να διατηρείται σταθερά αυτή η ασάφεια και η αβεβαιότητα, που αποτελούν γνώρισμα της τρομοκρατίας.

(…)

Ένα περισσότερο προχωρημένο στάδιο αποδιοργάνωσης από τα βασανιστήρια, το οποίο πλησιάζει πια την ψύχωση και που δε θα το αναλύσω γιατί δεν έχω χρόνο, είναι ο βιασμός της σκέψης. Ο Gomez-Mango (1988), ψυχίατρος στο Παρίσι που δούλεψε με τους βασανισμένους των δικτατοριών της Λατινικής Αμερικής, κάνει έναν παραλληλισμό του βιασμού της σκέψης με το σύνδρομο του ψυχοδιανοητικού αυτοματισμού του de Clérambault,, μια βαριά ψυχοπαθολογική κατάσταση. Δεν υπάρχει πιο εφιαλτικό πράγμα από το συναίσθημα ότι η σκέψη του ατόμου βιάζεται, ότι μπορούν να την επηρεάσουν και να την κατευθύνουν. Αυτό αποτέλεσε βασικό θέμα του διωκτικού παραληρήματος που ανέπτυξαν κάποιοι από τους βασανιζόμενους οι οποίοι έζησαν τη βία, είτε στη Μακρόνησο, είτε στο ΕΑΤ/ΕΣΑ, αργότερα κατά τη διάρκεια της δικτατορίας.

Άλλος τρόπος αποδιοργάνωσης και τελικά, διάλυσης της προσωπικότητας ήταν να ταυτιστεί ο λόγος του βασανιζόμενου με το λόγο των βασανιστών. Οι εκφράσεις των δηλώσεων μετανοίας, «αποκηρύσσω μετά βδελυγμίας …» ή άλλες παρόμοιες ήταν αυστηρά τυποποιημένες και έπρεπε οι ενδίδοντες να τις πουν, πολλές φορές, με τον ίδιο τρόπο που τις έλεγαν ή τις έγραφαν οι βασανιστές.

Σημαντικό στοιχείο ήταν η απόλυτη εξάρτηση που υπήρχε μεταξύ των βασανιστών και του θύματος. Η επιβίωση των κρατουμένων ήταν δυνατή μόνο μέσα από εκείνους. Το φαινόμενο αντιστοιχεί με τις συνθήκες διαβίωσης των χρονιών αρρώστων στα ψυχιατρικά άσυλα παλαιού τύπου, εκεί όπου εξαρτάται από τους φύλακες των ασθενών αν θα φάνε, αν θα πιούν και γενικότερα αν ο ψυχικά άρρωστος θα έχει την υλική φροντίδα, έτσι ώστε να επιβιώσει. Η ομαδική υποχρεωτική διαβίωση σε κοινούς χώρους, ιδρύματα κλειστά ή στρατόπεδα έχει κάτι το θανάσιμο μέσα της.

Με όλους αυτούς τους τρόπους, το σύστημα στη Μακρόνησο προσπαθούσε, να παλινδρομήσει τους βασανιζόμενους στο χώρο του εξωπραγματικού, στο χώρο του εφιάλτη, του τραγικού παραμυθιού και των παράλογων φόβων της παιδικής ηλικίας του ατόμου. Μ’ αυτό τον τρόπο, η κάμψη τους ήταν εξασφαλισμένη.

Οι διαδικασίες και εφαρμογές αυτές, που ανέφερα, έχουν έναν οικουμενικό χαρακτήρα. Οι ψυχολογικές αντιδράσεις που προκαλούσαν οι βασανιστές στους κρατούμενους της Μακρονήσου ισχύουν πανομοιότυπα, είτε αυτό συνέβη στην περίοδο της κατοχής, από τους Γερμανούς και τους Ιταλούς, είτε στον εμφύλιο πόλεμο, στις φυλακές και στη Μακρόνησο, ή στην περίοδο της δικτατορίας ή, τέλος, και σε άλλες χώρες, π.χ. της Λατινικής Αμερικής.

*

Ποια ήταν η άμυνα που μπορούσαν να αντιτάξουν στη Μακρόνησο οι βασανιζόμενοι; Τρία ήταν τα σημαντικότερα ερείσματα τους: η ιδεολογία τους, η αλληλοστήριξη ανάμεσα τους, καθώς και η ανάκληση αισιόδοξων, μαχητικών και χαρούμενων αναμνήσεων από το παρελθόν του καθενός ή της ομάδας.

*

Οι δραματικές ψυχικές διαταραχές, όπως οι κρίσεις άγχους, κατάθλιψη, παραλήρημα, εμφανίσθηκαν εκεί ή στο άμεσο μέλλον. Αρκετοί μπήκαν μέσα στην ψύχωση, πολύ λίγοι έμειναν, όμως, σ’ αυτή.

Ποιες ήταν οι απώτερες επιδράσεις της βίας πάνω στα άτομα που υπέστησαν τον εγκλεισμό στη Μακρόνησο;

Σοβαρότερη, ίσως από την ψυχωσική κρίση, είναι η δυσδιάκριτη, αλλά μόνιμη αλλοίωση της προσωπικότητας του ατόμου που έζησε αυτό το δράμα. Κανείς πια δεν ήταν όπως πριν. Σε πολλούς από τους βασανισμένους στη Μακρόνησο, χάθηκε το ανέμελο του νέου ανθρώπου και αντικαταστάθηκε από μια πίκρα. Η χαρά ζωής, από μια μόνιμη ελαφρά κατάθλιψη ή από μια σκληρή υπέρμετρη μαχητικότητα, όχι πάντα προς τη σωστή κατεύθυνση. Το εύρος των ενδιαφερόντων που ασκούσαν γοητεία πάνω στο άτομο και αυτά που του έδιναν αγαλλίαση, περιορίστηκαν κυρίως στον τομέα της επιβίωσης ή, ειδικά, τον κοινωνικο-πολιτικό αγώνα. Έπρεπε να σκληρύνουν πολύ, στη Μακρόνησο, για να αντέξουν και αυτό άφησε τα κατάλοιπα του. Οι σχέσεις με τους άλλους, γονείς, φίλους ή ερωτικούς συντρόφους, δυσκόλεψαν και συχνά δεν είχαν την άνεση, την τρυφερότητα και τον ενθουσιασμό του παρελθόντος.

Οι απώλειες αυτές ήταν βαρύτερες για όσους υπέγραψαν. Υπήρχε μόνιμα μια βαθιά αυτοϋποτίμηση. Με όσους Μακρονησιώτες μιλούσες αργότερα, δηλαδή 5, 6, 10 χρόνια μετά, σου έλεγαν για εκείνη την «έρμη την υπογραφή» και το «πώς δεν μπόρεσα να αντέξω;» Εξέφραζαν, δηλαδή, μια βαθύτατη αυτομομφή και αυτοϋποτίμηση, έστω και αν έγιναν αργότερα σημαντικοί επιστήμονες, σημαντικοί ερευνητές, σημαντικοί επιχειρηματίες. Μια κατάθλιψη μόνιμη, ψυχολογική, όχι ψυχιατρική, συνόδευσε αυτά τα άτομα για πάντα.

Σε πάρα πολλούς, το σύστημα κατάστρεψε, μελλοντικά, τη χαρά τους. Αυτό, νομίζω, ήταν η βαρύτερη εγκληματική πράξη και εκεί, επίσης, έγκειται η μεγαλύτερη ευθύνη των βασανιστών. Δεν πέτυχαν να διαλύσουν τις προσωπικότητες των βασανιζομένων, απέτυχαν κατά κράτος να τους αλλάξουν ιδεολογία, αλλά άφησαν πίσω τους πολλή δυστυχία.

Όμως, οι διορθωτικοί μηχανισμοί μέσα στην ανθρώπινη φύση είναι τόσο μεγάλοι και τόσοι πολλοί, ώστε ακόμη και ο ψυχικός πόνος στο κολαστήριο της Μακρονήσου να μετουσιωθεί σε στοιχεία ωρίμανσης. Κάποια άτομα μπόρεσαν να αντλήσουν δύναμη και ωριμότητα από αυτή την ψυχοφθόρα εμπειρία. Πρόκειται για κάτι πάρα πολύ δύσκολο και αφορά μερικούς μόνο αυτή η διαδικασία.

Πηγή: http://www.inpsy.gr/Articles/Makronisos.htm

(Ο σύνδεσμος δεν λειτουργεί πλέον)

Advertisements

2 thoughts on “Ένας ψυχίατρος μιλάει για τη Μακρόνησο”

  1. «Σοβαρότερη, ίσως από την ψυχωσική κρίση, είναι η δυσδιάκριτη, αλλά μόνιμη αλλοίωση της προσωπικότητας του ατόμου που έζησε αυτό το δράμα. Κανείς πια δεν ήταν όπως πριν. Σε πολλούς από τους βασανισμένους στη Μακρόνησο, χάθηκε το ανέμελο του νέου ανθρώπου και αντικαταστάθηκε από μια πίκρα. Η χαρά ζωής, από μια μόνιμη ελαφρά κατάθλιψη ή από μια σκληρή υπέρμετρη μαχητικότητα, όχι πάντα προς τη σωστή κατεύθυνση. Το εύρος των ενδιαφερόντων που ασκούσαν γοητεία πάνω στο άτομο και αυτά που του έδιναν αγαλλίαση, περιορίστηκαν κυρίως στον τομέα της επιβίωσης ή, ειδικά, τον κοινωνικο-πολιτικό αγώνα. Έπρεπε να σκληρύνουν πολύ, στη Μακρόνησο, για να αντέξουν και αυτό άφησε τα κατάλοιπα του. Οι σχέσεις με τους άλλους, γονείς, φίλους ή ερωτικούς συντρόφους, δυσκόλεψαν και συχνά δεν είχαν την άνεση, την τρυφερότητα και τον ενθουσιασμό του παρελθόντος.

    Οι απώλειες αυτές ήταν βαρύτερες για όσους υπέγραψαν. Υπήρχε μόνιμα μια βαθιά αυτοϋποτίμηση. Με όσους Μακρονησιώτες μιλούσες αργότερα, δηλαδή 5, 6, 10 χρόνια μετά, σου έλεγαν για εκείνη την «έρμη την υπογραφή» και το «πώς δεν μπόρεσα να αντέξω;» Εξέφραζαν, δηλαδή, μια βαθύτατη αυτομομφή και αυτοϋποτίμηση, έστω και αν έγιναν αργότερα σημαντικοί επιστήμονες, σημαντικοί ερευνητές, σημαντικοί επιχειρηματίες. Μια κατάθλιψη μόνιμη, ψυχολογική, όχι ψυχιατρική, συνόδευσε αυτά τα άτομα για πάντα.»

    Με τόση «διαφώτιση» που έπεφτε σε αυτή την ολοκληρωτική ξεφτίλα άντε μετά να μην έχει κανείς μόνιμα και σοβαρά ψυχικά προβλήματα.

    Πολύ δυνατό το κείμενο του ψυχίατρου.

    Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s