Μακρόνησος

Τάσος Ζωγράφος: Η Μακρόνησος του Θανάση Βέγγου 

Στη φωτογραφία: Τάσος Κατράπας, Νίκος Κούνδουρος, Θανάσης Βέγγος. Μακρόνησος 1949

«Έφεραν τον Θανάση Βέγγο στη Μακρόνησο τον Μάρτη του 1949. Ήταν νευρικός, αεικίνητος, αγχώδης με όλα. Ήταν όμως και καρτερικός και βοηθούσε. Το λιγότερο που φοβήθηκε ήταν η Μακρόνησος. Πιο πολύ φοβόταν τη σκόνη, όχι τα μικρόβια. Στα μακαρόνια μέσα έκοβε ένα κρεμμύδι κι έτρωγε ό,τι περίσσευε από την καραβάνα του άλλου χωρίς να σιχαίνεται. Αλλά δεν μπορούσε να ανεχτεί τη σκόνη. Και την αταξία. Έτυχε να κοιμόμαστε στο ίδιο τσαντίρι. Το καλοκαίρι έκανε αφόρητη ζέστη, οι σκηνές πύρωναν κι έτσι ανεβάζαμε τα πλαϊνά παραπέτα να μπει λίγος αέρας. Μαζί με τον αέρα όμως έμπαινε και σκόνη. Ο Θανάσης δεν μπορούσε να την υποφέρει. Μόλις γλαρώναμε, πήγαινε και τα ‘κλεινε. Τον τιμωρούσαμε μόλις κοιμόταν. Του βάζαμε στη μούρη τις κάλτσες που δεν τις πλέναμε ποτέ.

Με φώναζε λιγδοτάμπαρο γιατί μέσα στις άλλες αντιδράσεις μας ήταν και κάτι περίεργες, π.χ. η βρώμα. Ο στρατός θέλει να είσαι άψογος. Πολλοί από εμάς όμως δεν πλενόμαστε, ως πράξη αντίστασης. Βγάζαμε από τον μπερέ τη λίγδα με το σουγιά. Ο Θανάσης ήταν επίσης ο τρεχαντήρης. Έτρεχε τότε και τρέχει ακόμα. Τρέχει και δεν φτάνει.

Μια φορά είχα πάρει γράμμα από τον πατέρα μου που ήταν κατάκοιτος. Είχα ήδη τα εχέγγυα του τρελού, κάτι που μπορεί να το πιστοποιήσει κι ο Βέγγος, γιατί όταν βγήκα στην αναφορά αυτός ήταν μπροστά μου στη γραμμή. Είπα μήπως μπορέσω και πάρω καμιά άδεια. Ο καταυλισμός ήταν σε μια κατηφόρα που κατέληγε στη θάλασσα, από την οποία οι πιο κοντινές σκηνές απείχαν πενήντα μέτρα. Η δικιά μας απείχε γύρω στα εκατόν πενήντα. Του λέω: «Θανάση εγώ θα τρέξω ουρλιάζοντας, τάχα να πέσω στη θάλασσα. Εσύ τρέξε να με σώσεις γιατί αλλιώς βράχια είναι θα πέσω και θα τσακιστώ». Πράγματι έτρεξε και μ’ έσωσε. Πήγα πάλι στο αναρρωτήριο που λειτουργούσε ως δικλίδα ασφαλείας, αλλά άδεια δεν πήρα.

Όταν έφυγαν οι πολιτικοί από τη Μακρόνησο, μας χάρισαν τα κρεβατάκια τους, διότι αυτοί ως μη στρατιώτες είχαν περισσότερο ελεύθερο χρόνο, το δικαίωμα να ετοιμάζουν το φαγητό τους και να κάνουν κατασκευές. Ένα βράδυ λοιπόν καθόμαστε σ’ αυτά τα κρεβατάκια, είχαμε οικονομήσει και δυο παγούρια κρασί και τα είχαμε πιει. Είχε σημάνει το σιωπητήριο αλλά εμάς μας είχε πιάσει το κρασί κι αρχίσαμε το τραγούδι. Μαζί μας είχαμε τον Νίκο Χατζηνικολάου που έκανε καριέρα τενόρου αργότερα. Με τον Θανάση, που ήταν θεατρόφιλος και γνώστης της θεατρικής κουλτούρας από τον πατέρα του, τραγουδούσαν κάτι από τον «Βαφτιστικό». Κι επάνω εκεί που τραγουδούσαν ντουέτο άνοιξε η μπάντα της σκηνής και φάνηκε ένα ζευγάρι αρβύλες σε πολύ καλή κατάσταση. Ήταν ξεκάθαρο πως έμπαινε μέσα αξιωματικός.

Ο Θανάσης σταμάτησε αυτόματα το τραγούδι και λες κι είμαστε σε γύρισμα ταινίας, έκανε με τα μάτια του ένα κατακόρυφο πλάνο από τις μπότες ως το κεφάλι, συνοδεύοντάς το με τον ανάλογο ήχο. Είχε μπει μέσα ο Τριανταφύλλου, ο επονομαζόμενος και Σάμπας, διότι είχε ζητήσει από τον συνστρατιώτη Νίκο Παπαδόπουλο να του μάθει σάμπα. Ήταν κι αυτός στρατιώτης, αλλά είχε γίνει εξ απονομής ανθυπολοχαγός. Εννοείται πως δρούσε υπέρ της εξουσίας και όπως ήταν φυσικό μας έβγαλε στην αναφορά. Εγώ είπα πως ευχάριστα παρακολουθούσα το τραγούδι γιατί ήταν πολύ ωραίο. Και με απάλλαξαν. Ο Βέγγος δικαιολογήθηκε πως ήθελε να γίνει ηθοποιός και πως είχε καλή φωνή και παρασύρθηκε. Τον απάλλαξαν επίσης. Ο Χατζηνικολάου ένα παιδί που είχε σπουδάσει με υποτροφία του Δήμου Αλεξανδρούπολης στο Ωδείο, λίγο πιο φοβισμένος είπε πως τραγουδούσε γιατί είχε πεθάνει ο πατέρας του πριν σαράντα μέρες και είχε μέσα του ένα πλάκωμα. Του λέει ο διοικητής, ο Θεολογίτης: «Πέθανε ο πατέρας σου και τραγούδαγες; Είκοσι μέρες φυλακή».

Ο Θεολογίτης μετέπειτα έγινε φίλος μας. Όταν έκανε τις «Ταινίες γέλιου»  ο Θανάσης, στην αρχή της χούντας, τον είχαν αποστρατεύσει λόγω δημοκρατικών φρονημάτων. Πήγε τότε και τον βρήκε και ζήτησε να γίνει διευθυντής παραγωγής αφού όπως είπε ήξερε να διοικεί. Ο Θανάσης, εγώ κι ο Κούνδουρος μπορώ να πω ότι αόριστα δεθήκαμε με κάτι. Ο Κούνδουρος έλεγε πως ήθελε να κάνει ταινίες κι εγώ είχα αρχίσει να δουλεύω στο θέατρο ενώ ήξερα πως ο κινηματογράφος ήταν η συνέχειά του. Όσο για τον Θανάση, με τα καμώματά του, με το πώς μιλούσε, με το πώς έτρωγε, με το πώς έτρεχε, με πώς έλεγε ότι πεινούσε, και με το πώς αντιδρούσε στα αφηγήσεις του Νίκου Παπαδόπουλου που μας ξενυχτούσε τρία βράδια λέγοντάς μας ιστορίες, φαινόταν πως θα γίνει ηθοποιός. […]

Παρέα έκανα με τον κολέγα μου τον Πατραμάνη με τον οποίο κοιμόματε αρχικά στην ίδια σκηνή. Είμαστε πολύ επιφυλακτικοί, γιατί δεν ήξερες ποτέ ποιος ήταν ο ρουφιάνος. Μαζί κοιμόμαστε και όταν έφεραν τις μεγάλες αμερικάνικες σκηνές. Και μαζί μας είχαμε τον Νίκο Χατζηνικολάου, έναν τενόρο της Λυρικής και τον Θανάση Βέγγο. Εννοείται πως αδελφός ήταν ο Κούνδουρος. Ο Βέγγος ήταν όπως είναι και τώρα. Μανιώδης με την καθαριότητα, δεν είχαμε νερό να πιούμε κι αυτός κοίταζε πώς να ξεσκονίσει και να γυρίσει τις τσέπες του ανάποδα μην έχουν μέσα χνούδι. Εννοείται τσέπες αμεταχείριστες, παρθένες, γιατί δεν είχαμε δα να βάλουμε κάτι μέσα.

Όταν ήρθε ο Θανάσης, ο Γιάννης Γκούμας μου είπε πως είχε έρθει ένα γειτονάκι του που είχε μεγάλη πλάκα. Πρόσθεσε ακόμα ότι ο Θανάσης ήθελε να γίνει ηθοποιός και πως έπρεπε να του βρίσκουμε ψωμί γιατί δεν χόρταινε με τίποτα. Κι έτσι ό,τι περίσσευε από του καθενός την κουραμάνα το δίναμε στον Βέγγο. Ο οποίος ήταν όπως και τώρα αεικίνητος, πρωταθλητής ανώμαλου δρόμου στη Μακρόνησο, έκανε το νησί πάνω κάτω τρέχοντας. Δεν κάπνιζε κιόλας όπως οι περισσότεροι από μας. Τα πακέτα τα μικρά τότε είχαν έντεκα τσιγάρα και τα μεγάλα είκοσι δύο. Η Φρειδερίκη έκοψε ένα τσιγάρο από τα μικρά και δύο από τα μεγάλα για να τα δίνουν στο στρατό. Τα παίρναμε τζάμπα. Και μέχρι να φτιάξουν καινούρια πακέτα έβαζαν στα υπάρχοντα τυλιγμένο μέσα ένα χαρτονάκι για να μην κουνιούνται τα τσιγάρα. Παίρναμε κι εμείς καθημερινά, τα δέκα τσιγάρα που έδιναν σ’ όλους τους στρατιώτες. Ο Βέγγος μας τα μοίραζε και του δίναμε ψωμί.»

Από τις αναμνήσεις του σκηνογράφου – εικαστικού καλλιτέχνη Τάσου Ζωγράφου, όπως καταγράφηκαν στο βιβλίο του Χρήστου Σιάφκου «ΤΑΣΟΣ ΖΩΓΡΑΦΟΣ – ΣΚΗΝΙΚΟ ΖΩΗΣ – ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ», εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2009.

Πηγή:http://e-oikodomos.blogspot.gr

Advertisements

3 thoughts on “Τάσος Ζωγράφος: Η Μακρόνησος του Θανάση Βέγγου ”

  1. Πέθανε πριν λίγες μέρες σε ηλικία μόλις 67 χρονώ και κηδεύτηκε ο Αντώνης Παπαδόπουλος, ηθοποιός, αγωνιστής κατά της δικτατορίας.

    Στο βιογραφικό του που δημοσιεύτηκε/ανέβηκε παντού με πανομοιότυπο copy paste τρόπο, αναφέρεται το εξής: «Πολιτικοποιημένος καλλιτέχνης, εξορίστηκε στη Μακρόνησο κατά τη δικτατορία ενώ συμμετείχε ενεργά στην εξέγερση του Πολυτεχνείου».

    Μόνο που καμιά Μακρόνησος δε λειτούργησε ποτέ στη δικτατορία.

    Η Μακρόνησος σα χώρος «πειθαρχημένης διαβίωσης» στρατιωτικών κι αργότερα ιδιωτών εξορίστων (= απόσπασης δηλώσεων νομιμοφροσύνης, με απειλές ή και βασανιστήρια) άνοιξε το 1947, στο ξεκίνημα σχεδόν του εμφύλιου πολέμου, άρχισε να φθίνει το 1953 κι έκλεισε οριστικά το 1958. Μιλάω «μετά λόγου γνώσεως», γιατί μελέτησα πολύ το θέμα γράφοντας το μυθιστόρημά μου «Η Νιλουφέρ στα χρόνια της κρίσης» («Εστία» 2015).

    Ο αρχικός συντάκτης, αν δεν έγραψε με δημιουργική φαντασία, προφανώς μπέρδεψε στο μυαλό του τη Μακρόνησο με τα Γιούρα/Γυάρο. Από κει και πέρα, όμως, όλος ο κόσμος το αντέγραψε αβασάνιστα και έτσι το λάθος αναπαράχτηκε εκθετικά. (Αυτό, μεταξύ άλλων, δείχνει κι ένα ορισμένο είδος δημοσιογραφίας που ασκείται στις μέρες μας.)

    Αν μου πει κανείς/καμιά «Έλα μωρέ, τι Μακρόνησος τι Γυάρος, τι εμφύλιος τι χούντα, όλα ίδια είναι, τι ψάχνεις να βρεις τώρα περιδιαγραμμάτου με καλλιγραφίες στης μυλωνούς τον κώλο», δε θα μπω καν στον κόπο να απαντήσω.

    Άλλωστε ζούμε στη χώρα όπου το έθνος είναι αδιάσπαστο από την αρχαία Ελλάδα και το Βυζάντιο μέχρι τις μέρες μας, όπου οι Έλληνες προσχώρησαν αυτόβουλα και ειρηνικά στο χριστιανισμό αναγνωρίζοντας την ανωτερότητά του, όπου η ορθόδοξη εκκλησία ήταν πάντα στο πλευρό του έθνους, όπου τους Τούρκους τους έδιωξαν το 1829 οι Έλληνες, όπου τους Γερμανούς τους έδιωξε το 1944 ο αγώνας του ΕΑΜ, όπου ο Κανελλόπουλος είχε αποκαλέσει τη Μακρόνησο «Νέο Παρθενώνα», όπου ο Νόβας είχε γράψει το «Είχες τα στήθια άσπρα σα γάλατα / και μου ’λεγες γαργάλα τα», όπου τη χούντα την έριξε το 1974 το Πολυτεχνείο, όπου τον Κωστάκη Καραμανλή τον έριξαν οι δυτικοί το 2009 γιατί προσέγγιζε τη Ρωσία, όπου οι Εβραίοι δημιούργησαν και οικειοποιήθηκαν το Ολοκαύτωμα, όπου η ελληνική εμποδίζεται να γίνει γλώσσα των υπολογιστών και είναι η ανώτερη γλώσσα του κόσμου κι όπου τα Μνημόνια επιβλήθηκαν από μηχανορράφους ξένους που μας επιβουλεύονται γιατί έχουμε μακρά Ιστορία, ήλιο και καλό σεξ (ξεχνάμε τη δήλωση Κίσιντζερ;). Γιατί λοιπόν να μη λειτούργησε και η Μακρόνησος το 1967-74;

    Ακόμα ένας εθνικός μύθος, μικρός στο ξεκίνημά του κι ύστερα κυρίαρχος.

    Καβαφιστί, «λαμπρά ταιριάζουν όλα».

    http://www.athensvoice.gr/politiki/h-makronisos-kai-i-hoynta

    Δημήτρης Φύσσας

    Μου αρέσει!

  2. Παραθέτουμε το σύντομο απόσπασμα του κειμένου στο οποίο ο συγγραφέας αναφέρεται στον Μάνο Κατράκη:

    […] «Το διοικητήριο είχε συστηματοποιήσει τις αγγαρείες. Ήταν αγγαρείες βαριές. Αυτή ήταν η σκληρή πλευρά. Είχαν όμως και την τραγική όταν σε βάζανε να κάμεις ανώφελη και περιττή δουλειά, κι έμενες με τα χέρια τσακισμένα και με την ψυχή στιφή. Σ’ έβαζε π.χ. να φορτωθείς βαριές πέτρες, να τις μεταφέρεις σε μια απόσταση ως 1.000 μέτρα, κι ύστερα να τις γυρίσεις και να τις αφήσεις και πάλι στο μέρους απ’ όπου τις πήρες. Έτσι σ’ έπειθε πως είσαι ανδράποδο, δούλος του, και σε κάνει ό,τι θέλει αυτός. Πολλές φορές μ’ αυτό το είδος της ανώφελης αγγαρείας, αγγαρεύαν ολόκληρο κλωβό. Διαμαρτυρίες δε χωρούσανε. Φέρναν αντίθετο αποτέλεσμα.

    Οι άλλες, οι τρέχουσες αγγαρείες, γινόντουσαν κατά τον ακόλουθο τρόπο. Κάθε πρωί, πριν ο υπαξιωματικός διαλύσει τον κλωβό που ήτανε παρατεταγμένος για να καταμετρηθεί, έλεγε να βγουν 6, ή να βγουν 10, και να περάσουν από δω για αγγαρεία! Αν δεν υπήρχε τόση προθυμία, τότε ο αξιωματικός διάλεγε και φώναζε κατά προτίμηση.

    Πάντα, όμως, χωρίς εξαίρεση, έβγαινε αυθόρμητα πρώτος και καλύτερος ο Μάνος Κατράκης, γνωστός αστέρας του θεάτρου και του κινηματογράφου. Υψηλός, αδύνατος σαν καλαμιά, μ’ ένα σορτ, και τα γόνατα γυμνά, προχωρούσε, έβγαινε από τις γραμμές του κλωβού κι αναλάμβανε την αγγαρεία. Ήτανε γεμάτος χαρά και πόθο, ω! αν μπορούσε να βάλει τα καλαμένια πόδια του και να σηκώσει όλα τα φορτία όλου του κλωβού! όλων των κλωβών!

    Αυτό δεν εμπόδιζε τον ευγενικό και σεμνό αυτόν ήρωα να καλλιεργεί και την τέχνη του, να συγκλονίζει με τις απαγγελίες του τους φίλους, και να μαθαίνει εγγλέζικα. Ξαφνικά πάνω από το άξιο παλικάρι, άπλωσε τα μαύρα φτερά του ένα κακό υποχόνδριο. Όπως όλα τ’ άλλα, έτσι και οι νευρασθένειες δε μοιάζαν με κείνες που γνωρίζει ο ελεύθερος κόσμος. Ένας βραχνάς έπνιγε το θύμα και δούλευε μέσα του το θανατερό σκουλήκι. Του φάνηκε πως κάτι έχει ο λαιμός του κι εξασθενεί καθημερινά η φωνή του… Σε λίγο θα τη χάσει! Εκλεχτοί γιατροί και φίλοι του διαβεβαίωναν πως όλα αυτά είναι νευρικά και πως η φωνή του ήτανε καλύτερη κι από πριν. Μόνο τα αστεία ανέκδοτα και κάθε τι που προκαλούσε το γέλιο τον έκανε να χαμογελάσει, συντελούσε στην αισθητή βελτίωση της υγείας του Μάνου, ώσπου ένα πρωινό ξύπνησε θεόκαλα, πήγε πρόθυμος στην αγγαρεία και από τη χαρά του όταν επέστρεψε φίλεψε όλους με καλαμαράκια κονσέρβες».

    Βλ. Λουκάς Καστανάκης, Ο ξερός βράχος, εκδόσεις Gutenberg, Αθήνα 1987, σελ. 47.

    http://tsak-giorgis.blogspot.gr/2016/11/blog-post_897.html

    Μου αρέσει!

  3. Η ΜΑΚΡΟΝΗΣΟΣ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΕΡΓΑ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΦΑΡΣΑΚΙΔΗ
    (+ ο Ρίτσος στη Μακρόνησο)

    *

    “Οι πρόσφυγες εις την Μακρόνησον”
    http://www.e-dromos.gr/oi-prosfuges-eis-tin-makronison/

    *

    Λεφτέρη Ραφτόπουλου, Το μήκος της νύχτας. Μακρόνησος ’48-’50 (απόσπασμα)

    […]

    Σε κάποια στιγμή της μέρας γινόταν στους συγκεντρωμένους λόχους η διανομή της αλληλογραφίας, που οι φαντάροι περίμεναν πώς και πώς. Στιγμή της επαφής τους με το σπίτι, τ’ αγαπημένα τους πρόσωπα, τους φίλους και γνωστούς. Κι εκείνη η αλληλογραφία ήταν μια ολόκληρη ιστορία, με λεπτομέρειες όχι γνωστές σε όλους, στην αρχή τουλάχιστο, τότε.

    Όταν πρωτοπήγαινες εκεί, είχες για δυο-τρεις μήνες το «δικαίωμα» να στέλνεις δυο, όλα κι όλα, ταχυδρομικά δελτάρια τη βδομάδα, με λίγες αράδες κείμενο, και χωρίς να τα βάζεις σε φάκελο. Αργότερα σου επέτρεπαν να στέλνεις γράμμα μιας μικρής σελίδας, που το ’δινες στο λοχία ή στον επιλοχία, μέσα σε φάκελο, ανοιχτόν όμως. Εκείνος πήγαινε τα γράμματα στο «γραφείο» της λογοκρισίας.

    Διάβαζαν τα γράμματα οι λογοκριτές, έσερναν πινελιές με μαύρο μελάνι πάνω σ’ ό,τι τους φαινόταν «ύποπτο» ή, γενικά, «απαγορεύσιμο», και κυρίως σε γράμματα νιόφερτων. Γιατί οι παλιότεροι είχαν μάθει τι γινόταν στη λογοκρισία και φρόντιζαν να γράφουν άχρωμες κι «αθώες» επιστολές. Οπότε οι λογοκριτές δεν είχαν να σβήσουν τίποτα: έκλειναν τον ανοιχτό φάκελο και τον έστελναν στον προορισμό του.

    Οι παραλήπτες, συγγενείς και φίλοι, που λάβαιναν τα γράμματα μέσα σε κλειστούς φακέλους, δε μπορούσαν να φανταστούν ότι αυτά είχαν περάσει από λογοκρισία, εκτός κι αν έβλεπαν διαγραμμένες φράσεις ή λέξεις. (Άσε που, όταν τα σβησίματα ήταν πολλά, η λογοκρισία καλούσε τον αποστολέα του γράμματος, του το ’δινε να το ξαναγράψει χωρίς βέβαια να περιλάβει και τις σβησμένες αράδες, κι έτσι το γράμμα έφευγε λαμπικαρισμένο και πεντακάθαρο.) Οπότε στις απαντήσεις τους προς τους φαντάρους έγραφαν ό,τι ήθελαν, ανυποψίαστοι. Δεν τους περνούσε απ’ το μυαλό ότι τα γραφτά τους περνούσαν από κόσκινο λογοκρισίας. Ρωτούσαν για πολλά, αλλά απάντηση δεν έπαιρναν, ή έπαιρναν απαντήσεις «τρα-λα-λά»! Άλλα λόγια βρε παιδιά! Κι αν επέμεναν να ρωτούν, τότε καλούσε η λογοκρισία τους φαντάρους και τους ζητούσε να γράψουν στους δικούς τους ότι περνούν θαυμάσια κ.λπ., για να σταματήσουν τις ερωτήσεις τους.

    Κάποτε «ανακάλυψες» έναν τρόπο να βγάζεις έξω κάποιο μικρό μήνυμά σου, κάτω απ’ τα μάτια, κυριολεκτικά, της λογοκρισίας σας: Όταν ήθελες να πάει το γράμμα σου πιο γρήγορα (υποτίθεται) στον προορισμό του, κολλούσες στο φάκελό του ένα γραμματόσημο που η αξία του αντιπροσώπευε τη διαφορά της ταχυδρόμησής του «αεροπορικώς». Στο σημείο του φακέλου όπου θα κολλούσες το γραμματόσημο έγραφες με μολύβι το «μήνυμά» σου. Στους δικούς σου είχες γράψει νωρίτερα να σου κρατούν τα γραμματόσημα για τη συλλογή σου. Και τους έδινες κι οδηγίες πώς να τα ξεκολλούν βάζοντάς τα στο νερό, πώς να τα στεγνώνουν κ.λπ. Οι λογοκριτές δεν είχαν βρει τίποτα το ύποπτο σ’ αυτά, κι έτσι οι οδηγίες σου έφτασαν στον προορισμό τους.

    Οι δικοί σου τις πρόσεξαν περισσότερο απ’ όσο θα περίμενες. Ήξεραν πως εσύ δεν έκανες συλλογή γραμματοσήμων! Κάτι, λοιπόν, σκέφτηκαν, πρέπει να σήμαινε εκείνο το ξεκόλλημά τους στο νερό κ.λπ. Και δεν άργησαν να το διαπιστώσουν, κυριολεκτικά «ιδίοις όμμασιν»! Και κατόπιν όταν έβλεπαν στο φάκελο του γράμματός σου κολλημένο γραμματόσημο καταλάβαιναν πως κάτι σκέπαζε, και πάλι κυριολεκτικά!

    Για γράψιμο μεγαλύτερων κειμένων μπορούσες να χρησιμοποιήσεις την πίσω λευκή σελίδα της επιστολής σου, γράφοντας σ’ εκείνην ό,τι κι όσα ήθελες με μια από τις πρόχειρες «συμπαθητικές μελάνες»: χυμό λεμονιού ή κρεμμυδιού. Μόνο που σε τέτοια περίπτωση έπρεπε να ’χεις ολοκάθαρη πένα. Και το χαρτί σου να είναι «ματ», δηλαδή όχι γυαλιστερό, γιατί αλλιώς τα γραψίματα διαβάζονται αμέσως κι εύκολα, με κάποιον πλάγιο φωτισμό. Έπρεπε όμως, σ’ αυτήν την περίπτωση ο παραλήπτης, να ξέρει πώς «εμφανίζεται» ένα κείμενο γραμμένο με τέτοια «υλικά», δηλαδή μ’ ένα απλούστατο «σιδέρωμά» του! Αν τον είχες ενημερώσεις έγκαιρα, η γραπτή επαφή μαζί του, χωρίς παρεμβολή λογοκρισίας, ήταν εύκολη.

    […]

    [πηγή: Λεφτέρης Ραφτόπουλος, Το μήκος της νύχτας. Μακρόνησος ’48-’50. Χρονικό – Μαρτυρία, Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 21997, σ. 33-35]

    http://ebooks.edu.gr/modules/ebook/show.php/DSGL-C131/595/3928,17219/extras/activities/index_a_09_01_letters/raftopoulos.html

    *

    Η Μακρόνησος όπως την έζησε ο Μενέλαος Λουντέμης
    http://www.musicheaven.gr/html/modules.php?name=Blog&file=page&op=viewPost&pid=35317

    Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s