Βιβλία, Σινεμά, Χωρίς κατηγορία

Νίκος Γκατζογιάννης: «Ελένη»

eleni

«Στις 28 Αυγούστου 1948, μια ζεστή αποπνιχτική μέρα, γύρω στις δωδεκάμισι, μερικές χωριάτισσες ζαλωμένες ξύλα κατέβαιναν ένα απόκρημνο μονοπάτι πάνω από το χωριό Λια, έναν οικισμό με σταχτιά λιθόχτιστα σπίτια σε μια βουνοπλαγιά κάτω ακριβώς από τα ελληνοαλβανικά σύνορα. Όπως οι γυναίκες αντίκρισαν το χωριό στα πόδια τους, απάντησαν μια φριχτή συνοδεία.

Μπροστά και πίσω, κρατώντας τουφέκια, ήσαν κάμποσοι από τους κομμουνιστές αντάρτες, που κατείχαν το χωριό τους τελευταίους εννιά μήνες —ο εμφύλιος πόλεμος στην Ελλάδα συνεχιζόταν. Φρουρούσαν δεκατρείς δεσμώτες, που βάδιζαν για εκτέλεση ξυπόλυτοι, τα πόδια τους μαύρα και πρησμένα από το φάλαγγα. Κάποιος, ανήμπορος από το ξύλο να βαδίσει ή έστω ν’ ανακαθίσει, ήταν δεμένος πάνω σ’ ένα μουλάρι.

Ανάμεσα στους κατάδικους ήσαν και πέντε χωριανοί του Λια: Τρεις άντρες και δύο γυναίκες. Η πιο ηλικιωμένη σκουντούφλαγε με το χαμένο βλέμμα της τρέλας. Ήταν η θεία μου Αλέξω Γκατζογιάννη, πενήντα έξι χρονών. Η νεότερη, με καστανωπά μαλλιά, γαλανά μάτια και ξεσκισμένο λουλακί φουστάνι, έπιασε το βλέμμα από τις συγχωριανές της και κούνησε το κεφάλι της. Ήταν η μάνα μου, Ελένη Γκατζογιάννη, σαράντα ενός χρονών…».
Απόσπασμα από το βιβλίο «Ελένη»

«Είχα τρεις στόχους που έγραψα αυτό το βιβλίο. Ήθελα να γράψω για τα γεγονότα των πέτρινων χρόνων, ήθελα επίσης να περιγράψω τη ζωή του ελληνικού χωριού τότε. Ο σημαντικότερος όμως λόγος που το έγραψα ήταν για την οικογένειά μου, για τις αδελφές μου, για τα παιδιά μου, για τ’ ανίψια μου. Για να γνωρίζουν ποια ήταν η Ελένη Γκατζογιάννη. Η έρευνα που έκανα με πλήγωσε πολύ, αλλά μου χάρισε και πολλές ανταμοιβές…».
Νίκος Γκατζογιάννης, συγγραφέας-δημοσιογράφος
Διαβάστε περισσότερα: Ελένη (Νίκος Γκατζογιάννης) | Πάρε-Δώσε http://www.pare-dose.net/3551#ixzz4WhhnOGDy

*

Για τον συγγραφέα:

Γεννήθηκε το 1939 στον Λιά (πρώην «Λειάς») χωριό του δήμου Φιλιατών Θεσπρωτίας και το 1949 διέφυγε στις ΗΠΑ με τις τρεις αδελφές του, κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου.

Σπούδασε με υποτροφία στη Σχολή Δημόσιας Επικοινωνίας του πανεπιστημίου της Βοστόνης. Το 1964 πήρε μεταπτυχιακό τίτλο από το πανεπιστήμιο Κολούμπια και ξεκίνησε τη δημοσιογραφια από το πρακτορείο Associated Press και τις εφημερίδες The Boston Herald Traveller, The Wall Street Journal και The New York Times. Έγραψε τρία βιβλία για το οργανωμένο έγκλημα και δύο μυθιστορήματα. Του απονεμήθηκαν τα βραβεία Hearst, Page One Award της Newspaper Guild και Sigma Delta Chi.  Το 1983 έγραψε την αυτοβιογραφία του με τον τίτλο «Ελένη».

Η «Ελένη» μεταφράστηκε σε είκοσι έξι γλώσσες, προτάθηκε για καλύτερη βιογραφία από την Εθνική Ένωση Βιβλιοκριτικών και έλαβε το βραβείο Heinemann ως το καλύτερο βιβλίο του 1984, από τη Βασιλική Λογοτεχνική Εταιρεία της Μεγάλης Βρετανίας, το 1985 μεταφέρθηκε στον κινηματογραφο με πρωταγωνιστές τους Τζον Μάλκοβιτς και Κέιτ Νέλιγκαν. Είναι μέλος του Συμβουλίου Απόδημου Ελληνισμού, ενώ το 1988 τιμήθηκε από τον πατριάρχη Βαρθολομαίο με τη διάκριση του Άρχοντα, Διδάσκαλου του Γένους.

Έχει υπάρξει πρόεδρος της Πανηπειρωτικής Ομοσπονδίας.

https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9D%CE%AF%CE%BA%CE%BF%CF%82_%CE%93%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B6%CE%BF%CE%B3%CE%B9%CE%AC%CE%BD%CE%BD%CE%B7%CF%82

Η ταινία:

Στο συνοδευτικό διαβάζουμε:

Η ταινία του 1985 που πολεμήθηκε από τη μεγαλύτερη μερίδα του τύπου στην «σοσιαλιστική» Ελλάδα του Ανδρέα Παπανδρέου και του Χαρίλαου Φλωράκη και αγαπήθηκε από την πλειοψηφία του τύπου στο εξωτερικό.

Στις 28 Αυγούστου 1948 η Ελένη Γκατζογιάννη, σαρανταενός ετών, με την γυναικαδέλφη της Αλέξω, πενήνταέξι ετών, τουφεκίστηκαν από τους κομμουνιστοσυμμορίτες ύστερα από καταδίκη τους σε θάνατο από το ανταρτοδικείο, με την κατηγορία ότι »κατέστρωσε την απόδραση από το χωριό τεσσάρων παιδιών της (καθώς και της μάνας της, της αδελφής της) και της ανιψιάς της» για να γλυτώσουν από το παιδομάζωμα των κομμουνιστοσυμμοριτών.

Γυρίστηκε και ταινία η οποία προβλήθηκε μόνο για λίγες ημέρες στην Ελλάδα αλλά λόγω ‘δημοκρατικών’ απειλών , βομβιστικών επιθέσεων, ξυλοδαρμών και προπηλακισμών των θεατών από τους οργανωμένους οπαδούς του ΚΚΕ, τελικώς η προβολή της διεκόπη με εντολή της κυβέρνησης του «σοσιαλιστή» Ανδρέα Παπανδρέου….

Το γύρισμα των κυρίων σκηνών του έργου στο χωριό Λιά της Ηπείρου, όπου διεδραματίσθησαν τα δραματικά γεγονότα της εκτελέσεως της μητέρας του Ελένης και της Θείας του Αλέξως από τους κομμουνιστές και που περιγράφονται στο βιβλίο »Ελένη» του Νίκου Γκατζογιάννη, απαγορεύτηκαν υπό της κυβερνήσεως του ΠΑΣΟΚ και τελικά η ταινία γυρίστηκε στην.. Ισπανία!!!!!

*

Σχόλιο:

Ποτέ δεν κατάλαβα τις αντιδράσεις σε μια ταινία ή ένα βιβλίο. Ειδικά τις αντιδράσεις από ένα χώρο ο οποίος υποτίθεται είναι κατά της δίωξης των ιδεών. Στην Ελλάδα υπάρχει μια σημαντική παράδοση κατά του «κακού» στον κινηματογράφο, είτε από τους φανατισμένους θρησκόπληπτους (πχ κατά της ταινίας του Σκορτέζε «ο τελευταίος πειρασμός») είτε από τους φανατισμένους ιδεοληπτικούς του ΚΚΕ (πχ για την – αριστερή – ταινία του Βούλγαρη «ψυχή βαθιά» – https://greekcivilwar.wordpress.com/2016/03/01/gcw-55/ ) Η ταινία «Ελένη» είχε και μιαν άλλη πρωτιά: ήταν ίσως η πρώτη πολιτική μη αριστερή ταινία που απαγορεύτηκε (ή παρεμποδίστηκε)  όχι μόνο η προβολή της αλλά και το γύρισμά της στην Ελλάδα: γυρίστηκε στην Ισπανία, επί ΠΑΣΟΚ. Ακριβώς όπως είχε γυριστεί παλιότερα το «Ζ» του Κώστα Γαβρά (για τη δολοφονία του Λαμπράκη) στην Αλγερία!

Αυτές οι υστερικές αντιδράσεις των θρησκόληπτων ή των ιδεοληπτικών το μόνο που καταφέρνουν συνήθως είναι να διαφημίζουν το «κακό» έργο, ακόμα κι αν πετυχαίνουν την προσωρινή παρεμπόδισή του. Σε ότι αφορά την «Ελένη» το μόνο που πέτυχαν είναι να δημιουργήσουν έναν μύθο γύρω από την ταινία (η οποία ήταν μάλλον μέτριο σινεμά) Το βιβλίο, στο μεταξύ, είχε κάνει μια πολύ πετυχημένη πορεία, σε όλο τον κόσμο.

Αυτό που μας ενδιαφέρει είναι το αξιοπερίεργο (και απαράδεκτο) να θέλει κάποιος να απαγορεύσει μια άποψη – αφήγηση που τον ενοχλεί. Στην προσπάθεια αυτή χρησιμοποιούνται συνήθως χτυπήματα κάτω από τη ζώνη («πράκτορας της CIA ο συγγραφέας») ακριβώς όπως λίγο παλιότερα καταγγέλλονταν μετά βδελυγμίας οι «προδότες εαμοβούλγαροι» – από εξίσου ανεγκέφαλους τύπους της άλλης πλευράς.

Η αφήγηση που «δεν έπρεπε» να ακουστεί, τελικά όχι μόνο ακούστηκε αλλά διαφημίστηκε κιόλας από αυτούς που επιχείρησαν να την εκμηδενίσουν, ως αυτόκλητοι υπαρασπιστές του «καλού» ενάντια στο «κακό». Όπως συμβαίνει συχνά – δυστυχώς όχι πάντοτε.

 

 

Advertisements

9 thoughts on “Νίκος Γκατζογιάννης: «Ελένη»”

  1. 08.01.2017
    Η ιστορία μιας μάνας, μιας χώρας

    ΗΛΙΑΣ ΜΑΓΚΛΙΝΗΣ
    Τρεις γενιές της οικογένειας Γκατζογιάννη: ο Νίκος Γκατζογιάννης, η κόρη του Ελένη Γκέιτζ Μπαλτοντάνο και η εγγονή του, κόρη της Ελένης, Αμαλία. Πίσω τους, η πόρτα του πατρικού όπου έζησε και βασανίστηκε η Ελένη. Την ανακαίνιση του σπιτιού επέβλεψε η Ελένη Γκέιτζ, εμπειρία που μετέφερε στο βιβλίο της «Βόρεια της Ιθάκης».

    Τρεις γενιές της οικογένειας Γκατζογιάννη: ο Νίκος Γκατζογιάννης, η κόρη του Ελένη Γκέιτζ Μπαλτοντάνο και η εγγονή του, κόρη της Ελένης, Αμαλία. Πίσω τους, η πόρτα του πατρικού όπου έζησε και βασανίστηκε η Ελένη. Την ανακαίνιση του σπιτιού επέβλεψε η Ελένη Γκέιτζ, εμπειρία που μετέφερε στο βιβλίο της «Βόρεια της Ιθάκης».

    Στις αρχές της δεκαετίας του 2000, καταξιωμένος Ελληνας σκηνοθέτης μού είχε εξομολογηθεί πόσο πολύ το είχε μετανιώσει που συμμετείχε στις διαδηλώσεις κατά της κινηματογραφικής προβολής της διασκευής της «Ελένης» του Νίκου Γκατζογιάννη. «Αλλα μυαλά τότε… άλλο και το πνεύμα της εποχής». Μιλάμε για τα μέσα της δεκαετίας του ’80 και η πολύκροτη «Ελένη» όχι μόνον δεν μπόρεσε να γυριστεί στα χωριά της Ηπείρου, όπου και διαδραματίστηκαν τα τραγικά γεγονότα του Εμφυλίου, αλλά ομάδες διαδηλωτών προσπάθησαν να παρεμποδίσουν την προβολή της ταινίας στις αίθουσες. Για την ιστορία, πρωταγωνιστής στην κινηματογραφική «Ελένη» ήταν ο πολύς Τζον Μάλκοβιτς.

    Το περιστατικό εξέπληξε μονάχα εν μέρει τον ίδιο τον συγγραφέα, τον Νίκο Γκατζογιάννη (ή Νικ Γκέιτζ). Οταν συναντηθήκαμε στα Γιάννενα, θυμήθηκε ότι, ενώ το βιβλίο είχε σαρώσει διεθνώς (κυκλοφόρησε σε 26 γλώσσες και τιμήθηκε με πολλά και σημαντικά βραβεία), όταν μεταφράστηκε στα ελληνικά (από τον σπουδαίο πεζογράφο Αλέξανδρο Κοτζιά) και κυκλοφόρησε, στη συνέντευξη Τύπου προσήλθαν ελάχιστοι δημοσιογράφοι. Ουσιαστικά, η Ελλάδα σνόμπαρε και εκδίωξε το διεθνές μπεστ σέλερ.

    Η «Ελένη» είχε κυκλοφορήσει για πρώτη φορά το 1983. Τριάντα τρία χρόνια αργότερα, πάρα πολλά έχουν αλλάξει στη χώρα μας και το σίγουρο είναι πως τα γεγονότα που περιγράφονται στο βιβλίο αποτελούν λίγο-πολύ κοινό τόπο σήμερα: αριστεροί αντάρτες που βασανίζουν και εκτελούν αμάχους – μεταξύ αυτών και τη μητέρα του συγγραφέα, την Ελένη του τίτλου. Τότε όμως κάτι τέτοιο ήταν θέμα ταμπού· στην Ελλάδα της δεκαετίας του ’80 εγκλήματα πολέμου είχε διαπράξει αποκλειστικά και μόνον το στρατόπεδο της Δεξιάς…

    Επιτόπια έρευνα

    Προϊόν συστηματικής και ενδελεχούς επιτόπιας δημοσιογραφικής έρευνας από τον συγγραφέα (έμπειρο ερευνητικό ρεπόρτερ στους New York Times και στη Wall Street Journal, μεταξύ άλλων), βασισμένη σε δεκάδες συνεντεύξεις με επιζώντες και μάρτυρες, θεμελιωμένη πάνω στην αυτοψία και γραμμένη με τη μαεστρία ενός χαρισματικού αφηγητή, η «Ελένη» παρουσιάζει όλα εκείνα τα βασικά χαρακτηριστικά ενός δυνατού, αμερικανικού non-fiction novel: ιστορική τεκμηρίωση και διασταύρωση πραγματολογικών γεγονότων, δοσμένα όλα με τις συμβάσεις της απαιτητικής λογοτεχνίας.

    Η «Κ», αρχής γενομένης από την προσεχή Κυριακή, θα προσφέρει στους αναγνώστες της το εξαιρετικό αυτό αφήγημα σε δύο τόμους (15.1 και 22.1).

    Η «Ελένη» θα μπορούσε να ιδωθεί και σαν την έκφραση πόνου ενός γιου που έχασε τη μητέρα του σε τρυφερή ηλικία. Τελευταία στιγμή, κατάφερε να φυγαδεύσει τα παιδιά της, δύο κορίτσια κι ένα αγόρι (ο Γκατζογιάννης ήταν τότε 9 ετών), τα οποία διασώθηκαν στη συνέχεια από τμήματα του Στρατού και αργότερα ενώθηκαν με τον πατέρα τους, ο οποίος ζούσε μετανάστης στην Αμερική.

    Με τον Νίκο Γκατζογιάννη συναντηθήκαμε αξημέρωτα στα Γιάννενα για να με οδηγήσει με το αυτοκίνητό του στα χωριά της παιδικής του ηλικίας, κυρίως στον Λια. Εκεί έχει δύο σπίτια: ένα που αγοράστηκε και διαμορφώθηκε σχετικά πρόσφατα και το πατρικό όπου εκτυλίχθηκαν τα δραματικά γεγονότα του 1948. Και αυτό το πρώτο σπίτι (χτίστηκε αρχικά το 1856) έχει ανακαινισθεί. «Ερείπιο ήταν. Ηρθε η κόρη μου και στην ουσία το έχτισε από την αρχή. Εγώ έβαλα τα χρήματα, εκείνη επέβλεπε. Μου είπε, αν χαθεί το σπίτι, θα σβήσει η μνήμη όλης της οικογένειας», μου τονίζει.

    «Με τις αδελφές μου είχαμε αποφασίσει αρχικά να το εγκαταλείψουμε, είχαμε τόσο κακές αναμνήσεις». Κομπιάζει. «Οποτε έρχομαι εδώ, κοιμάμαι στο καινούργιο σπίτι. Αποφεύγω να κοιμηθώ στο παλιό. Αν δεν πάρω μισό Βάλιουμ δεν μπορώ. Εδώ, σε αυτό το σπίτι, βασάνισαν τη μάνα με μου με φάλαγγα. Είχαν φυλακισμένα 23 άτομα, το είχαν επιτάξει όλο οι αντάρτες. Τους 13 τους πήραν στις 28 Αυγούστου και τους εκτέλεσαν, μαζί με τη μάνα μου. Ενα παιδί 17 χρονών το είχαν δέσει σε ένα ξύλο κάτω απ’ τον ήλιο, καλοκαίρι ήταν, το πήραν μαζί με τη μάνα μου και τον θείο μου και το εκτέλεσαν με τους υπόλοιπους. Οταν το ξαναφτιάχναμε, βρήκαμε θαμμένες βόμβες, χειροβομβίδες κι ένα πολυβόλο. Ισως είναι αυτό με το οποίο έγιναν οι εκτελέσεις. Στον μικρό κήπο υπήρχε ομαδικός τάφος εκτελεσμένων.

    Γι’ αυτό σας λέω, όταν έρχομαι με φιλοξενούμενους, τους φέρνω εδώ κι εγώ κοιμάμαι στο άλλο σπίτι. Εδώ, όποτε κοιμάμαι, έχω εφιάλτες. Είμαστε όλοι δέσμιοι της παιδικής μας ηλικίας – αυτός ήταν ο τίτλος και ενός άρθρου που έγραψα στους New York Times».

    Η τελευταία φορά

    Και στο νέο σπίτι όμως, ο Νίκος Γκατζογιάννης «σπάει» για μια στιγμή, καθώς θυμάται τη στιγμή που είδε για τελευταία φορά τη μητέρα του. Με οδηγεί και στο ακριβές σημείο, στις παρυφές του χωριού, όπου αποχωρίστηκε την Ελένη, προτού αυτή διώξει τα παιδιά της προς τους αγρούς, και με κατεύθυνση τα τμήματα του Στρατού, χωρίς να γίνουν αντιληπτοί από τους αντάρτες. «Χωρίς να το ξέρω τότε», λέει σήμερα, «έγινα ερευνητής ρεπόρτερ (σ.σ.: με σπουδές στο Κολούμπια) για να μπορέσω κάποτε να ερευνήσω και να αφηγηθώ την ιστορία της μάνας μου: πώς θυσιάστηκε τότε για να σώσει εμάς».

    Του ζητώ να μου σχολιάσει την επικαιρότητα, πρώτα το φαινόμενο Τραμπ. «Νομίζω ότι ο Τραμπ κατάλαβε ότι η Χίλαρι Κλίντον και το Δημοκρατικό Κόμμα επικεντρώθηκαν σχεδόν αποκλειστικά στους μαύρους, στους ισπανόφωνους, στους φιλελεύθερους και στη νεολαία, αγνοώντας τη μεσαία και την εργατική τάξη. Ο Τραμπ κέρδισε αυτούς τους ψηφοφόρους σε συνδυασμό με τους συντηρητικούς που είχε με το μέρος του, τις θρησκευτικές ομάδες και τους παραδοσιακούς Ρεπουμπλικανούς. Εχει κάνει μερικές καλές επιλογές όπως τον Ράινς Πρίμπους ως διευθυντή του επιτελείου του στον Λευκό Οίκο, με προβληματίζει όμως η επιλογή του στρατηγού Μάικλ Φλιν ως διευθυντή του Εθνικού Συμβουλίου Ασφαλείας, ο οποίος είναι ένθερμος υποστηρικτής της Τουρκίας».

    Και πώς βλέπει την κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ; «Θα έλεγα πως εύκολα κερδίζει τον τίτλο της χειρότερης κυβέρνησης που είχε ποτέ η Ελλάδα απ’ όσο μπορώ να θυμηθώ και ίσως σε όλη τη νεότερη ιστορία της χώρας. Ο ελληνικός λαός και έξυπνος είναι και δημιουργικός.

    Ποτέ μου δεν περίμενα ότι θα μπορούσε να επιλέξει τόσους πολλούς ανίκανους, άπειρους και γεμάτους άγνοια ανθρώπους του κομματικού σωλήνα και να τους παραδώσει τη μοίρα της χώρας. Με πληγώνει βαθύτατα όταν βλέπω τι γίνεται στην πατρίδα μου».

    http://www.kathimerini.gr/890716/article/epikairothta/politikh/h-istoria-mias-manas-mias-xwras

    Μου αρέσει!

  2. Η «ΕΛΕΝΗ» (1983) είναι ένα πολυβραβευμένο βιβλίο-σταθμός τού Ελληνοαμερικανού Νίκου Γκατζογιάννη (Nicholas Gage), ρεπόρτερ, ερευνητή και ανταποκριτή τών TIMES της Νέας Υόρκης επί πολλά έτη, γεννημένου το 1939 στο χωριό Λιά τής Θεσπρωτίας, κοντά στα Ελληνοαλβανικά σύνορα.
    Κεντρικό θέμα του είναι ο ελληνικός εμφύλιος πόλεμος. Ειδικότερα, ο Γκατζογιάννης περιγράφει τα παθήματα της (θεωρούμενης από τους κομμουνιστές ως «αντιδραστικής») μητέρας του Ελένης Γκατζογιάννη, γνωστής και ως «Αμερικάνας», στην ανταρτοκρατούμενη περιοχή τού Λιά Μουργκάνας, τον απάνθρωπο βασανισμό και τελικά την εκτέλεσή της (Αύγουστος 1948), επειδή απέτρεψε τη βίαιη μεταφορά τών παιδιών της (εν οις και ο συγγραφέας) στις τότε σοσιαλιστικές χώρες, και τέλος την αναζήτηση, τον εντοπισμό και την τελική αντιμετώπιση από τον ίδιον τον συγγραφέα, (Θεσσαλονίκη, αρχές τής δεκαετίας του ’80) του πρωταιτίου για τον θάνατο της κομμουνιστή αξιωματούχου.

    1) Παραθέτω εδώ απόσπασμα από το πρώτο (εισαγωγικό) μέρος τού βιβλίου, αρκετά εκτενέστερο από αυτό που κυκλοφορεί στο διαδίκτυο:

    «Στις 28 Αυγούστου 1948, μιά ζεστή αποπνιχτική μέρα, γύρω στις δωδεκάμισι, μερικές χωριάτισσες ζαλωμένες ξύλα κατέβαιναν ένα απόκρημνο μονοπάτι πάνω από το χωριό Λιά, έναν οικισμό με σταχτιά λιθόχτιστα σπίτια σε μια βουνοπλαγιά κάτω ακριβώς από τα ελληνοαλβανικά σύνορα. Όπως οι γυναίκες αντίκρισαν το χωριό στα πόδια τους, απάντησαν μια φριχτή συνοδεία.
    Μπροστά και πίσω, κρατώντας τουφέκια, ήσαν κάμποσοι από τους κομμουνιστές αντάρτες, που κατείχαν το χωριό τους τελευταίους εννιά μήνες -ο εμφύλιος πόλεμος στην Ελλάδα συνεχιζόταν. Φρουρούσαν δεκατρείς δεσμώτες, που βάδιζαν για εκτέλεση ξυπόλυτοι, τα πόδια τους μαύρα και πρησμένα από το φάλαγγα. Κάποιος, ανήμπορος από το ξύλο να βαδίσει ή έστω ν’ ανακαθίσει, ήταν δεμένος πάνω σ’ ένα μουλάρι.
    Ανάμεσα στους κατάδικους ήσαν και πέντε χωριανοί του Λιά: Τρεις άντρες και δύο γυναίκες. Η πιο ηλικιωμένη σκουντούφλαγε με το χαμένο βλέμμα της τρέλας. Ήταν η θειά μου Αλέξω Γκατζογιάννη, πενήντα έξι χρονών. Η νεότερη, με καστανωπά μαλλιά, γαλανά μάτια και ξεσκισμένο λουλακί φουστάνι, έπιασε το βλέμμα από τις συγχωριανές της και κούνησε το κεφάλι της. Ήταν η μάνα μου, Ελένη Γκατζογιάννη, σαράντα ενός χρονών.
    Μιά από τις χωριανές άρχισε να κλαίει, βλέποντας τον αδελφό της ανάμεσα στους κατάδικους. Ένα δεκατριάχρονο αγόρι, που ’χε σταματήσει για να πιεί σε μια βρύση, παρακολούθησε τους δεσμώτες να σκαρφαλώνουν το βουνό· γρήγορα χαθήκανε πίσω από τον ορίζοντα. Σε μερικά λεπτά ακούστηκε μια ομοβροντία από τουφεκιές, κατόπιν σκόρπιες πιστολιές καθώς αποτελειώναν κάθε θύμα με μιά σφαίρα στο κεφάλι. Όταν οι αντάρτες ξαναπέρασαν από τον ίδιο δρόμο κατηφορίζοντας, ήσαν μόνοι. Είχαν παρατήσει τους εκτελεσμένους στη ρεματιά όπου έπεσαν, τα κουφάρια σκεπασμένα με κοτρώνια.
    Δεκάξι μέρες αργότερα, όταν φάνηκε πως οι αντάρτες χάνουν τον πόλεμο εναντίον τού Ελληνικού Εθνικού Στρατού, συγκέντρωσαν όσους κατοίκους είχαν απομείνει στο χωριό και δια της βίας τους οδήγησαν σαν κοπάδι πέρα από τα σύνορα στην Αλβανία. Το Λιά κατάντησε στοιχειωμένος τόπος, τα κοράκια ρίχνονταν πάνω στα κουφάρια που είχαν απομείνει εκεί. Ένα χωριό που κατοικήθηκε πάνω από εικοσιπέντε αιώνες, είχε πάψει να υπάρχει.
    Έμαθα την εκτέλεση της μάνας μου είκοσι τρεις μέρες αργότερα σ’ ένα καταυλισμό προσφύγων στα παράλια του Ιονίου, όπου τρεις από τις αδερφές μου κι εγώ είχαμε καταφύγει αφού καταφέραμε να το σκάσουμε από το χωριό μας. Μολονότι η μάνα μας μας είχε καταστρώσει το φευγιό μας, αναγκάστηκε την τελευταία στιγμή να μείνει εκεί μαζί με την τέταρτη αδερφή μου. Έξι μήνες αφότου μάθαμε την είδηση, πήραμε το καράβι για την Αμερική να συναντήσουμε τον πατέρα μου, που ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος και η επακόλουθη επανάσταση τον είχε αποκόψει από την Ελλάδα. Ήμουν εννιά χρονών όταν τον πρωτοαντίκρισα.
    Η μάνα μου ήταν μία από τους 600.000 Έλληνες που σκοτώθηκαν στα χρόνια τού πολέμου που αφάνισε τη χώρα από τα 1940 ως τα 1949. Όπως πολλά από τα θύματα, έτσι και εκείνη πέθανε επειδή ο τόπος της βρέθηκε στο διάβα τών εχθρικών στρατών, όμως θα ’χε γλιτώσει αν δεν είχε αψηφήσει εκείνους που καταλάβανε το χωριό της για να σώσει τα παιδιά της.
    Εγώ ήμουν το χαϊδεμένο της παιδί, το φως τής ζωής της, και μ’ αγαπούσε μ’ όλη την παραφορά που μια Ελληνίδα χωριάτισσα κρατάει για το μοναχογιό της. Γνώριζα πως εξαιτίας μου κυρίως διάλεξε εκείνο που διάλεξε. Κανένας δεν είχε αμφιβολία πως πέθανε για να ζήσω εγώ».
    …………………………………………………………………………………………………………………

    2) Παραθέτω επίσης ολόκληρο το «Σημείωμα του συγγραφέα» με το οποίο κλείνει το βιβλίο:

    «Ο κόσμος όπου έζησε και πέθανε η Ελένη αναπλάστηκε στο βιβλίο αυτό όχι μόνον από τις δικές μου αναμνήσεις και των αδερφάδων μου, αλλά και από τις θύμησες πάμπολλων ανθρώπων που ζουν τώρα σκορπισμένοι σε καμιά δεκαριά χώρες. Όλα τα ονόματα, οι τόποι και οι ημερομηνίες είναι πραγματικά. Κάθε περιστατικό που περιγράφεται στο βιβλίο και που δεν το είδα με τα μάτια μου, μου το έχουν περιγράψει τουλάχιστον δύο μάρτυρες με τους οποίους μίλησα χωριστά. Όλες οι συνομιλίες έχουν μαγνητοφωνηθεί -κρυφά στην περίπτωση δύστροπων μαρτύρων. Οι απομαγνητοφωνημένες συνομιλίες και τα ντοκουμέντα που συγκέντρωσα -εφημερίδες, ημερολόγια, επιστολές, στρατιωτικές εκθέσεις, φωτογραφίες, χάρτες επιχειρήσεων- γεμίζουν ένα τοίχο με φακέλους στο σπίτι μου.
    Μερικοί από ’κείνους με τους οποίους μίλησα διαθέτουν σπουδαία μνήμη και μπόρεσαν να μου περιγράψουν όχι μόνο περιστατικά αλλά και τι φορούσαν οι αναφερόμενοι σ’ αυτά, τι κινήσεις έκαναν και πώς μιλούσαν με κάθε λεπτομέρεια. Σε άλλες περιπτώσεις πάντως, μου έδωσαν μόνο τα στοιχειώδη από μιά συζήτηση, και ακολουθώντας το παράδειγμα του Θουκυδίδη ‘έγραψα όπως μου φαινόταν πιο φυσικό να έχει μιλήσει ο καθένας ώστε ν’ αρμόζει καλύτερα στην περίσταση και προσεγγίζοντας, όσο το δυνατόν, τη γενική έννοια των όσων πραγματικά είπαν’.
    Για να ζωντανέψω τα πρόσωπα του βιβλίου, περιγράφω ενίοτε τις σκέψεις τους και τα αισθήματά τους όπως και τις πράξεις τους. Οι πιο πολλές σκέψεις τής Ελένης και άλλων που έχουν πεθάνει έχουν συναχθεί από όσα είπαν σε συγγενείς και φίλους, που ζουν ακόμα και μου τ’ αφηγήθηκαν. Σε πολύ λίγες περιπτώσεις όταν δεν υπήρχαν πληροφορίες –όπως οι τελευταίες εικόνες που είδε η Ελένη πριν από την εκτέλεση- πήγα στις πραγματικές τοποθεσίες και προσπάθησα να φανταστώ τον εαυτό μου στη θέση της.
    Όσα μυστικά τής δουλειάς διδάχθηκα και ανέπτυξα στα είκοσι χρόνια μου ως ρεπόρτερ ερευνητής, τα χρησιμοποίησα στη δυσκολότερη και σημαντικότερη έρευνα της ζωής μου· γι αυτό κατά πρώτο λόγο έγινα δημοσιογράφος. Από τις μαρτυρίες ηλικιωμένων χωρικών, ανδρών και γυναικών· παλιών κομμουνιστών, εθνικοφρόνων και Βρετανών αξιωματικών· συγγενών, φίλων και εχθρών –από τις ατέρμονες πυκνογραμμένες απομαγνητοφωνήσεις συνομιλιών και από τα κιτρινισμένα ντοκουμέντα που βρίσκονται στους φακέλους μου- κέρδισα προς μεγάλη μου ικανοποίηση, ένα αυθεντικό όραμα του ανθρώπου που υπήρξε η Ελένη Γκατζογιάννη και του κόσμου που έπλασε τη ζωή και το θάνατό της»

    3)Ο πασίγνωστος στην Ελλάδα C.M. WOODHOUSE, έγραψε για την «ΕΛΕΝΗ»:

    #…Στην Ελλάδα το βιβλίο θα χαρακτηρισθεί «συκοφαντικό» από την άκρα αριστερά, που δεν θα το διαβάσει, κι από τους «καλοπροαίρετους φιλελεύθερους», που δεν θα πατήσουν ποτέ στα βουνά. Η κατηγορία τής «συκοφαντίας» σημαίνει ότι το βιβλίο λασπολογεί, καθώς επίσης κι ότι είναι όλο φανταστικό. Αν η «Ελένη» ήταν ένα βιβλίο φαντασίας, θα είχε όλα τα σημάδια τής μεγαλοφυίας. Υπάρχει μιά κατηγορία φανταστικής λογοτεχνίας, που διατηρεί όλη την αυταπόδεικτη αυθεντικότητα των πραγματικών γεγονότων. Όταν διαβάζουμε ένα σπουδαίο έργο φαντασίας, βλέπουμε ότι σε κάθε σελίδα λέμε στον εαυτό μας: «Ναι, βέβαια, έτσι πρέπει να έγινε –ναι, ακριβώς αυτά θα έγιναν!» Το ίδιο συμβαίνει με την «Ελένη»· όμως, η «Ελένη», αν και είναι ένα βιβλίο γραμμένο με φαντασία, δεν είναι ένα βιβλίο φαντασίας.
    Από την πλευρά μου, δέχομαι χωρίς ενδοιασμό την ιστορία τού Γκατζογιάννη. Κατά τη διάρκεια της εποχής που περιγράφει, γνώριζα τα ελληνικά βουνά καλύτερα από κάθε άλλο ξένο, ίσως και καλύτερα από τους περισσότερους Έλληνες. Ο Γκατζογιάννης έχει δύο πλεονεκτήματα: Γεννήθηκε Έλληνας, και υπήρξε ένα ιδιαίτερα εύστροφο και ευαίσθητο παιδί. Μπορεί να περιγράψει με εντυπωσιακή εμβάθυνση στις λεπτομέρειες όσα συνέβησαν σε ένα μικρό χωριό. Έχοντας το πλεονέκτημα είκοσι περισσότερων ετών και μιας πολύ πλατύτερης άποψης της ελληνικής σκηνής, μπορώ να βεβαιώσω ότι η περιγραφή του ταιριάζει απόλυτα με την ευρύτερη ιστορία τού ελληνικού εμφυλίου πολέμου………………………………………………………………………………………………………
    Αν ζήσει μέχρι τα εκατό του, σαν έναν από τους θείους του στο Λιά, δεν θα καταφέρει ποτέ μάλλον να γράψει τίποτε που να ξεπερνά αυτό το βιβλίο. Με επαγγελματική δεξιοτεχνία, το έχει δομήσει προσεκτικά, έτσι που να αποφεύγει την παγίδα τού υπερβολικού συναισθηματισμού. Το πρώτο και το τελευταίο κεφάλαιο περιγράφουν την αναζήτηση των στοιχείων και την αποκάλυψη των ανθρώπων που πρόδωσαν και σκότωσαν την μητέρα του. Βρήκε τον επιζώντα «δικαστή», και η συνάντηση μαζί του είναι αλησμόνητη: Αν και οπλισμένος με ένα πιστόλι και αποφασισμένος να τον σκοτώσει, ο Γατζογιάννης ανακάλυψε πως δεν μπορούσε να κάνει τίποτε περισσότερο από το να τον φτύσει κατά πρόσωπο. Κι αυτό ήταν πράγματι αρκετό.
    Όμως το επίκεντρο του βιβλίου είναι η ιστορία τών παθών τής Ελένης, που διαδραματίζονται μπροστά στο σκληρό, συναρπαστικό σκηνικό τής ζωής τών χωρικών τών ελληνικών βουνών. Και μόνον η αναδημιουργία από τον Γκατζογιάννη του σκηνικού θα έφτανε για να κάνει φημισμένον έναν επιστήμονα κοινωνιολόγο, και να του γλιτώσει πέντε ετών εργασία.
    Τα ξεχωριστά νήματα της πλοκής οδηγούν σε μιά συγκλονιστική κλιμάκωση, που κάνει την «Ελένη» να είναι ένα από τα λίγα βιβλία, στα οποία η δύναμη της τέχνης αναπλάθει ολόκληρη την ιστορική αλήθεια#

    Βασισμένη στο βιβλίο αυτό είναι και η ομότιτλη ταινία «ΕΛΕΝΗ» (1985).
    Προσωπικά βρίσκω την ταινία αυτήν συγκλονιστική ως προς την υπόθεση και την πλοκή, και καθόλου τυχαία ως αισθητική δημιουργία.
    Ολόκληρη την ταινία μπορεί να τη δει κανείς εδώ:

    Είναι μια ταινία που οι κομμουνιστές και οι «συνοδοιπόροι» τους μίσησαν, και οι αντίπαλοί τους λάτρεψαν. Το ίδιο ακριβώς είχε συμβεί λίγο νωρίτερα και με το βιβλίο «ΕΛΕΝΗ».
    Κανένα άλλο βιβλίο και καμία άλλη ταινία δεν αποδίδει με τόση ενάργεια και τόση ένταση το τι πέρασαν τα εφιαλτικά εκείνα χρόνια Έλληνες και Ελληνίδες σαν την άτυχη Ελένη από τους κομμουνιστές αντιπάλους τους.
    Το βιβλίο περισσότερο αλλά και η ταινία, θα μπορούσαν, κατά τη γνώμη μου, να προβληθούν ακόμα και ως μιας μορφής «επιτομή» τού «αφηγήματος» των νικητών τού Εμφυλίου.
    Όπως ήταν αναμενόμενο, η άλλη πλευρά τα κατηγόρησε ως ανυπόφορα μονόπλευρα, και φανατικά αντικομμουνιστικά.
    Ενώ η ταινία αυτή σημείωσε μεγάλη επιτυχία στο εξωτερικό, η προβολή της στους ελληνικούς κινηματογράφους διεκόπη ύστερα από μερικές ημέρες με εντολή τής τότε κυβέρνησης Παπανδρέου, λόγω οργανωμένων και εντονοτάτων αντιδράσεων από την πλευρά τού ΚΚΕ και των άλλων «δημοκρατικών δυνάμεων», (του «ΕΑΜογενούς» ΠΑΣΟΚ συμπεριλαμβανομένου).
    Μιλάμε για λυσσαλέα επίθεση όλου του φιλοκομμουνιστικού τύπου, για προπηλακισμούς και ξυλοδαρμούς ανθρώπων που είχαν πάει να τη δουν, ακόμα και για βομβιστικές επιθέσεις στους χώρους προβολής της…
    Στο διαδίκτυο κυκλοφορεί η πληροφορία ότι η ταινία αυτή γυρίσθηκε στην Ισπανία, διότι η τότε κυβέρνηση (ΠΑΣΟΚ) είχε απαγορεύσει να γυριστούν οι κύριες σκηνές της στην περιοχή του Λιά, εκεί δηλαδή όπου βασανίσθηκε και τελικά εκτελέσθηκε η Ελένη.

    Σκηνοθεσία: Peter Yates. Πρωταγωνιστούν: John Malkovich, Kate Nelligan, Linda Hunt και Glenne Headly.

    Τα έργα τού Γκατζογιάννη (και ιδίως η ΕΛΕΝΗ), ερμηνεύτηκαν από κάποιους ως προσπάθεια τού συγκεκριμένου συγγραφέα να προβάλει τον εαυτό του, τους δικούς του και γενικότερα όλους τους Ελληνοαμερικανούς, #ως «καλούς» (αντικομμουνιστές) Έλληνες, «καλούς» (δημιουργικούς) Ελληνο-Αμερικανούς μετανάστες, και συνακολούθως ως «καλούς» (πιστούς και πατριώτες) Αμερικανούς#.

    Δες Loring Danforth, «Η συλλογική μνήμη και η κατασκευή ταυτοτήτων στα έργα τού Nicholas Gage», στο (επιμέλ.) Μπούσχοτεν et al., «Μνήμες και λήθη τού ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου», ‘επίκεντρο’ 2008, σελ. 257-268.

    Προσωπικά, βρίσκω την προσέγγιση αυτή του καθηγητή Danforth φτηνή, μικρόψυχη και χοντρά προσβλητική όχι μόνο για τον Νίκο Γκατζογιάννη, αλλά και για τους Ελληνοαμερικανούς συνολικά.

    Μου αρέσει!

  3. Διαβασα την «Ελενη» σε ηλικια 15 ετων.Με συγκινησε γιατι επιβεβαιωνε το αφηγημα με τ’οποιο ειχα μεγαλωσει.Ειναι γραμμενη σε λιτη,περιγραφικη γλωσσα,διχως λογοτεχνικες φιοριτουρες κι υπερβολες.Σε μεγαλυτερη ηλικια επιδιωξα να γνωρισω και το αφηγημα των ηττημενων.Οσο περισσοτερο διαβαζω,τοσο περισσοτερο πειθομαι οτι κανεις δεν ειναι αποκλειστικος κατοχος της αληθειας.Κι οτι «Ελενες» υπηρξαν πολλες κι απο τις δυο πλευρες.Οπως και «Κατηδες».Η διαρκης μοχλευση των εμφυλιοπολεμικων εντασεων οφειλεται στο οτι ποτε δεν παραδεχτηκε η μια πλευρα τις «Ελενες» της αλλης…

    Μου αρέσει!

  4. «Ελενες» υπηρξαν πολλες κι απο τις δυο πλευρες.Οπως και «Κατηδες».Η διαρκης μοχλευση των εμφυλιοπολεμικων εντασεων οφειλεται στο οτι ποτε δεν παραδεχτηκε η μια πλευρα τις «Ελενες» της αλλης…»

    Απόλυτα εύστοχη επισήμανση Χρήστο.

    Μου αρέσει!

  5. Στο σπουδαίο βιβλίο τού (κορυφαίου ιστορικού τού καιρού μας) Γερμανοέλληνα Χάγκεν Φλάισερ, «Οι πόλεμοι της μνήμης», και ειδικότερα στην αρχή τού κεφαλαίου «Ανάμεσα στο παρελθόν και το μέλλον. Τάφρος ή γέφυρα; «, παρατίθενται δυο εντελώς χαρακτηριστικές εκφράσεις που με εντυπωσίασαν· γι αυτό και είπα να τις μεταφέρω και εδώ:

    1) «Το παρελθόν έχει μέλλον» (Στέφαν Ούλριχ)

    2) «Η ιστορία είναι το μέλλον τού παρόντος τού παρελθόντος» (Bernhard Schlink) (!!)

    (Χ. Φλάισερ, «Οι πόλεμοι της μνήμης», Νεφέλη 2009, σελ. 383)

    Αρέσει σε 1 άτομο

  6. http://users.uoi.gr/gramisar/prosopiko/bada/II4_Gia_Eleni_Gatzogianni.pdf

    Ο θάνατος της Ελένης στον Εμφύλιο. Η μνήμη και το γεγονός, η μνήμη ως ιστορία
    της καθηγητριας κοινωνικης λαογραφιας του πανεπιστημιου ιωαννινων Κωνσταντινας Μπαδα (αριστερη φυσικα)

    Ο Στ Καλυβας για το βιβλιο:

    «Μας προσφέρει παράλληλα μια αποτύπωση του Εμφυλίου από την οπτική ενός χωριού που βρέθηκε μέσα στη «κόκκινη» ζώνη, με τη διπλή έννοια της σχέσης του με το ΚΚΕ και της πρώτης γραμμής ενός πολέμου. Ο Λιας ήταν μια «μικρή Μόσχα», δηλαδή ένα φιλικά προσκείμενο στο ΚΚΕ χωριό γιατί τα χρόνια της Κατοχής, όταν κυριάρχησε το ΕΑΜ, υπήρξαν σχετικά εύκολα. Αντίθετα, τα μετακατοχικά χρόνια ήταν πολύ σκληρά με αποτέλεσμα το χωριό να διαιρεθεί, να εγκαταλειφθεί από την πλειοψηφία των κατοίκων του και να υποφέρει τα πάνδεινα. Η «Ελένη» μας επιτρέπει να καταλάβουμε το πώς ακριβώς τοπικές διαμάχες συμπλέκονται με υπερτοπικά, στρατιωτικά και πολιτικά διακυβεύματα μέσα σε ένα ζοφερό κλίμα, για να οδηγήσουν στην τραγωδία. Από την άποψη αυτή, το βιβλίο είναι σε αφηρημένο επίπεδο αντιπροσωπευτικό μιας πανεθνικής τραγωδίας. Συγχρόνως όμως, δεν πρέπει να ξεχνάμε πως κάθε εμπειρία έχει τις ιδιαιτερότητές της και πως ο Εμφύλιος ήταν ένα μεγάλο μωσαϊκό. Η «Ελένη» δεν μπορεί, και δεν επιδιώκει άλλωστε, να υποκαταστήσει την ιστορία του Εμφυλίου, ακόμη και στο μικροεπίπεδο των καθημερινών ανθρώπων. Ανοίγει προοπτικές, δεν κλείνει.

    Τέλος, η «Ελένη» είναι και η ιστορία της υποδοχής της – και του τι μας διδάσκει για τη δημόσια μνήμη του Εμφυλίου. Οι αντιδράσεις στη χώρα μας ήταν από αρνητικές έως εχθρικές (ιδιαίτερα όταν προβλήθηκε η ταινία που βασίστηκε στο βιβλίο). Στην Ελλάδα της Μεταπολίτευσης, η «Δεξιά» (δηλαδή το μη κομμουνιστικό στρατόπεδο, που ξεκινούσε από τις παρυφές του ΚΚΕ και πήγαινε ώς την πιο ακραία δεξιά) δεν είχε δικαίωμα ούτε να έχει, αλλά ούτε και να θρηνεί θύματα. Αντίστροφα, η Αριστερά μπορούσε να διεκδικεί (όλα) τα θύματα και να καλύπτει τους δικούς της θύτες»

    http://www.kathimerini.gr/891768/opinion/epikairothta/politikh/gia-thn-elenh-toy-emfylioy

    Αυτο που ενοχλει βεβαια τους αριστερους δεν ηταν τοσο η αναφορα στην εκτελεση της μητερας του Γκατζογιαννη, το γεγονος αυτο μπορει να το προσπερασει καποιος χρησιμοποιωντας την κλισε φραση εμφυλιος ηταν αγριοτητες εγιναν και απο τις δυο πλευρες κτλπ κτλπ. Το καυτο ζητημα (ταμπου που θα λεγε και ο καλυβας) που θιγει το βιβλιο ειναι αυτο του παιδομαζωματος και της βιαιης στρατολογιας ακομα και ανηλικων κοριτσιων απο το δσε.

    Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s