Θεσσαλονίκη

Θεσσαλονίκη: Το σταυροδρόμι των πρακτόρων

129262-idea133

Πενήντα χρόνια μετά την πιο σημαντική πολιτική δολοφονία στη μεταπολεμική ιστορία της Ελλάδας, της δολοφονίας Λαμπράκη στις 22 Μαΐου 1963, το Ρεπορτάζ Χωρίς Σύνορα ρίχνει φως στην πολύκροτη υπόθεση με νέες ανέκδοτες μαρτυρίες και ντοκουμέντα. Στον φακό της εκπομπής μιλά ο Γιώργος Μπέρτσος, ένας εκ των τριών δημοσιογράφων που άνοιξαν τον φάκελο της υπόθεσης και αποκάλυψαν το σκοτεινό παρακράτος που δρούσε στη Θεσσαλονίκη, το σταυροδρόμι των πρακτόρων, όπως τη χαρακτηρίζει. Ο δημοσιογράφος εξιστορεί τα γεγονότα όπως τα είδε ως δημοσιογράφος και μετέπειτα ως σύμβουλος της ΚΥΠ και παρουσιάζει το υφαντό των κρυφών συναντήσεων και των μυστικών υπηρεσιών που διασυνδέονταν με ΗΠΑ, κυβερνήσεις και χούντα.

Στ.Κούλογλου: Πως μπήκατε στη Φωλιά του Φιδιού;

Γιώργος Μπέρτσος: Όταν ο ανακριτής του τρίτου τμήματος του πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης έκλεινε τον φάκελο Λαμπράκη, τον Μάρτιο του ’64 στα χείλη του πλανιόταν ένα φοβερό ερώτημα: εάν όλα αυτά τα αποβράσματα που είχε μπροστά του λειτουργούσαν ως σκεύη της ηγεσίας της αστυνομίας Θεσσαλονίκης, όλο αυτό το σκηνικό όπως λειτουργούσε, ποιός ήταν από πίσω. Με εντολές ποιου λειτούργησε όλο αυτό το σκηνικό. Αυτό ήταν ένα αγωνιώδες ερώτημα του Σαρτζετάκη που το απηύθυνε με προσωπικό απόρρητο έγγραφο στον υπουργό δικαιοσύνης τον Πολυχρόνη Πολυχρονίδη, όταν η Ένωση Κέντρου έγινε η πρώτη κυβέρνηση.

Μπαίνοντας στη Φωλιά του Φιδιού είχα μία πρώτη απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα: ότι το «ποιός;» έκρυβε πίσω του μια χούντα, κάτι ανώμαλο, που ήταν η κορυφή του παρακράτους. Τρία χρόνια αργότερα είχα πια την οριστική απάντηση στο ερώτημα του «ποιος» χωρίς να έχω όμως και το «γιατί». Το ποιος λοιπόν ήταν ότι το τρίκυκλο ήταν της χούντας της 21ης Απριλίου. Πιο συγκεκριμένα στοιχεία για το ποιος σήκωσε το τηλέφωνο και έδωσε την εντολή «Σκοτώστε τον Λαμπράκη» δεν μάθαμε και ίσως περάσουν και πολλά χρόνια μέχρι να αποχαρακτηριστεί το σχετικό απόρρητο έγγραφο και μέχρι τότε η υπόθεση θα παραμένει ανοιχτή.

Σ.Κ.: Ποιός μπορεί να είναι αυτός…

Γ.Μπ.: Μέχρι τώρα το τρίκυκλο ήταν της χούντας, εκεί φτάσαμε. Από κει και πέρα μου λείπει το συγκεκριμένο πρόσωπο. Αυτό δεν το έχουμε μάθει ακόμα, είναι ένα ερώτημα που παραμένει ανοιχτό μαζί με τον φάκελο ύστερα από μία δίκη που έγινε κάτω από μία σκοπιμότητα εκείνης της εποχής: αποστασία, ανεβοκατεβαίνουν κυβερνήσεις, σε ένα θολό πολιτικό σκηνικό και έρχεται πολύ γρήγορα η χούντα και οι ερπύστριες των τανκς που θα σέρνονται στην Ελλάδα δίνουν μια οριστική απάντηση για το ποιος και γιατί.

Σ.Κ.: Πως εσείς εμπλέκεστε στην υπόθεση; Πως από δημοσιογράφος γίνεσαι επικεφαλής της ΚΥΠ;

Γ.Μπ.: Μπήκα λοιπόν στην υπηρεσία αυτή, ήταν ένα κτίριο γωνιακό πολυόροφο στη γωνία 3ης Σεπτεμβρίου και Βαλαωρίτου. Απέναντι ήταν τα γλυκά του ζαχαροπλαστείου «Λαύριον» και μέσα ήταν τα πικρά για ό,τι δημοκρατικό υπήρχε σ’ αυτόν τον τόπο.

Το πρώτο μέρος της έκθεσης που έβγαλα με εντολή του προϊσταμένου μου υπό την διοίκηση του υφυπουργού προεδρίας, του Γιώργου Μυλωνά, έκανε πάταγο γιατί έδειχνε αίμα στα χέρια του Θωμόπουλου. Ο Θωμόπουλος ήταν ένας παρακρατικός τον οποίο κάποια στιγμή η συμμορία και οι συνένοχοι τον έπιασαν να ασχολείται με τον Γρίβα, ενώ τον είχαν δικό τους. Έδωσαν λοιπόν εντολή στον Γωγούση «κομμένα τα λεφτά που παίρνει από δω, από τα μυστικά κονδύλια». Ο Θωμόπουλος εξαγριώθηκε και στέλνει ένα έγγραφο στον Γωγούση λέγοντας: «καλά, μου κόβετε τα λεφτά; Εγώ που και τα χέρια μου έβαψα και στο αίμα για την υπόθεση αυτή;» Πάνω σ’ αυτό το υλικό λειτουργώ και συγκεντρώνω ένα μέρος αποδεικτικό του τι συνέβαινε μέσα στην υπηρεσία.

Σε ένα άλλο έγγραφο κάποιος σοβιετολόγος, ο οποίος ήταν στην ομάδα Γεωργαλά, λέει στον Γωγούση ότι κινδυνεύει από τον κομμουνισμό η πατρίδα εκείνη την στιγμή. Αργότερα μαθαίνουμε ότι φτάνει στην πρεσβεία ντιρεκτίβα από την Ουάσινγκτον «δεν υπάρχει κίνδυνος κομμουνισμού. Κόψτε τα λεφτά και πιο ήρεμα. Να αποθαρρύνετε όσους σχεδιάζουν πραξικοπήματα και εκτροπές». Εκείνη την στιγμή λοιπόν ο Γραμματικόπουλος προτείνει στον Γωγούση ότι μπορούμε να πάμε σε μια προοδευτική δικτατορία.

Αυτά ήταν κάποια από τα πιο κραυγαλέα στοιχεία που υπήρχαν μέσα στην έκθεσή μου.

Μετά ήταν ο φάκελος 1193. Εκεί ο θεωρητικός του παρακράτους, ο Γεωργαλάς, έδινε λύση τι θα γίνει με τις συγκεντρώσεις των αριστερών, τι θα γίνει με τις συγκεντρώσεις για την ειρήνη: θα μαζεύουμε ορισμένους δικούς μας, βλέπε «Συμμορία της Καρφίτσας», οι οποίοι θα παίρνουν τον ρόλο των αγανακτισμένων πολιτών μ’ αυτά που λέει ο ομιλητής και θα γίνονται επεισόδια και δεν θα τα χρεώνουμε αυτά ούτε στον στρατό, ούτε στην χωροφυλακή, ούτε στον δικαστή, ούτε στον ιερέα αλλά θα εμφανίσουμε τους αγανακτισμένους πολίτες. Έτσι το καθεστώς θα είναι έξω από αυτή την υπόθεση.

Αυτό ήταν και ο κωδικός του εγκλήματος: αγανακτισμένοι πολίτες ήταν το σκηνικό γύρω απ’ τον Λαμπράκη. Όταν δημιουργείς αυτήν την κατάσταση με ένα τρίκυκλο και έναν άλλον με ένα γκλομπ από πάνω, δεν μπορείς να του πεις τόσο θα χτυπήσεις ή τόσο θα πατήσεις τον Λαμπράκη. Τον τελειώνεις.

Ο Γραμματικόπουλος εθίχθη γιατί τον χαρακτήρισα «φασίστα» ή «φασιστικής νοοτροπίας άτομο» που εισηγείται μέσα σε μια κρατική υπηρεσία δικτατορία και μου κάνει μήνυση. Και κάθομαι στο σκαμνί να απολογηθώ ως σύμβουλος της Προεδρίας για τα τέρατα και σημεία τα οποία βρήκα μέσα σ’ αυτήν την υπηρεσία.

Βέβαια οι συνήγοροι υπεράσπισης Νικηφόρος Μανδηλαράς, Σταύρος Κανελλόπουλος, Αλέξανδρος Λυκουρέζος κονιορτοποιούν όλο το κατηγορητήριο, ενώ συγχρόνως ο Γιώργος Μυλωνάς καταθέτοντας σαν μάρτυρας υπεράσπισης αποκαλύπτει κάτι συγκλονιστικό: ότι Γωγούσης και Γεωργαλάς τον επισκέπτονται στο γραφείο του και του αφήνουν και γράμμα το οποίο έχει στα χέρια του και το επιδεικνύει λέγοντάς του «Είμαστε μαζί σας, είμαστε κι εμείς ανένδοτοι».

Όσον αφορά τον Γωγούση ο Γαρουφαλλιάς, ο οποίος εν αγνοία του Γ. Παπανδρέου είχε γίνει πλέον συμμέτοχος των σκευωριών των στρατιωτικών και του παλατιού, υπέγραψε μια απόφαση ως υπουργός Εθνικής Άμυνας, επαναφοράς του Γωγούση, που ήταν συνταξιούχος, στο στράτευμα για να συμπληρώσει χρόνια και να βελτιώσει την σύνταξή του. Αυτά σε μια εποχή που περνούσαν εκατομμύρια από τα χέρια του και τα σκόρπιζε δεξιά κι αριστερά.

Στα δύο χρόνια που ήμουνα εκεί 77 εκατομμύρια ήταν μυστικά κονδύλια. Εγώ παρέδωσα 154 εκατομμύρια διαλύοντας την υπηρεσία χωρίς να φύγει από τα χέρια μου ούτε μία δραχμή. Αυτό ήταν και το επιχείρημά μου να πείσω τον πρωθυπουργό ότι πρέπει να διαλύσουμε την υπηρεσία. Το περίεργο ήταν ότι όταν ο Ανδρέας Παπανδρέου έμαθε ότι σκέπτομαι να διαλύσω την υπηρεσία με κάλεσε έχοντας αντίρρηση – κάτι που μου έκανε εντύπωση. Μου λέει «αν έχεις διάθεση για κάποια άλλη θέση να το δούμε, να το τακτοποιήσουμε». Λέω «δεν έχω καμία άλλη διάθεση, ούτε για θέση, ούτε για πολιτική. Όμως με τον πατέρα σας έχω κάνει μια συμφωνία: ότι ήρθα εδώ να ξεκαθαρίσω αυτή τη κατάσταση, να βγάλουμε στο φως την εγκληματική δράση αυτής τη υπηρεσίας και να αποφασίσουμε εάν χρειάζεται να διαλυθεί». «Καλά, καλά, θα το δούμε».

Δεν μου άρεσε αυτή η ιστορία κι εγώ δεν είχα καμία διάθεση να παραμείνω εκεί ως παρακράτος της δημοκρατίας. Με εξόργισε ακόμα περισσότερο όταν έμαθα ότι είχε ήδη σχεδιάσει ποιον θα έβαζε αντικαταστάτη μου στη διατήρηση αυτής της υπηρεσίας. Κάποιον απόστρατο ταγματάρχη Αθανασίου, ο οποίος ήταν συγγενής ενός υψηλότατου στελέχους του ΙΔΕΑ – ενός στρατηγού, ο οποίος ήταν στο ίδιο επίπεδο με τον Γωγούση. Δεν μπορούσα να εξηγήσω πώς ο αριστερός Ανδρέας έπαιρνε μια τέτοια απόφαση κι είχε μια τέτοια διάθεση. Τότε δεν μπορούσα να το εξηγήσω, ίσως αργότερα θα μπορούσα να δώσω μία άλλη εξήγηση σ’ αυτήν την υπόθεση.

Αποφασίζω λοιπόν να δράσω κι εγώ συνωμοτικά. Δεν λέω τίποτα στον γέρο, που του είχε αδυναμία του Ανδρέα και άρχισε να την εκδηλώνει επικίνδυνα την αδυναμία του για την ενότητα του κόμματος εξοργίζοντας όλους του άλλους. Σε αυτό συμφωνεί μαζί μου και ο Μυλωνάς, ο οποίος κάποτε ήταν συμμαθητής του Ανδρέα στο κολέγιο. «Όχι» μου λέει, «έχεις δίκιο, η υπηρεσία αυτή πρέπει να διαλυθεί και θα έρθω μαζί σου στον πρόεδρο να το ζητήσω κι εγώ».

Πάμε στον πρόεδρο, πανευτυχής ο πρόεδρος που σώσαμε τα 154 εκατομμύρια, υπογράφει την διάλυση της υπηρεσίας και ο Ανδρέας το μαθαίνει διαβάζοντας την εφημερίδα της κυβερνήσεως. Έξαλλος με παίρνει τηλέφωνο, τα λέμε χοντρά, εμένα δεν με ενδιέφερε να πω αυτά που πίστευα…

Σ.Κ.: Η υπηρεσία αυτή πότε δημιουργείται;

Γ.Μπ.: Η παγίδευση του Καραμανλή οδήγησε στην δημιουργία αυτής της υπηρεσίας. Οι εκλογές του 1958 έφεραν σαν αξιωματική αντιπολίτευση την ΕΔΑ. Ένα εκλογικό αποτέλεσμα που ταρακούνησε τα θολά νερά της εποχής εκείνης και ανησύχησε ιδιαίτερα τον Καραμανλή. Ο Καραμανλής τότε έμενε τα Σαββατοκύριακα σε ένα σπίτι στην Κηφισιά. Κάλεσε λοιπόν μια ομάδα φίλων του και άλλων προσωπικοτήτων και τους έθεσε το ερώτημα: ποια ήταν η γνώμη τους γι αυτή την κατάσταση που διαμορφώνεται. Είπαν διάφορα πράγματα ο καθένας από την σκοπιά του. Από τον Σάββα τον Κωνσταντόπουλο μαθαίνουμε ότι στη σύσκεψη εκείνη ο ίδιος πρότεινε να δημιουργηθεί μια υπηρεσία αφανής, χωρίς τίτλους μεγάλους και χωρίς να είναι γνωστή προς τα έξω. Μια υπηρεσία η οποία θα αναλάβει υλικό αντικομμουνιστικού αγώνα. Αυτό ήταν το χάπι για τον Καραμανλή που είπε αμέσως ναι.

Όμως είχαν έτοιμα τα σχέδια. Ο Σάββας ο Κωνσταντόπουλος λειτουργούσε μέσα στην ομάδα των συνωμοτών που από τον ΙΔΕΑ κλωνοποίησαν τον νέο ΙΔΕΑ, που ήταν η ομάδα των κατώτερων αξιωματικών με επικεφαλής τον Παπαδόπουλο. Για τον Παπαδόπουλο που ήταν και αυτός στην σύσκεψη, ο Προκοπίου απεφάνθη ότι «το μυαλό αυτού του ανθρώπου είναι ξυράφι, κάποτε θα πάει πολύ ψηλά».

Σ.Κ.: Στη σύσκεψη του Καραμανλή ήταν και ο Παπαδόπουλος;

Γ.Μπ.: Ναι, ήταν και ο Παπαδόπουλος. Τον έφεραν οι στρατιωτικοί για να δώσει κι αυτός την άποψή του. Έτσι λοιπόν ξεκινάει να δημιουργείται το στρατιωτικό παρακράτος. Με βάση την Υπηρεσία Πληροφοριών που είπε ο Γωγούσης ότι έχει έτοιμη. Ο Νάτσινας είπε: «Εγώ είμαι προετοιμασμένος». Ο Κοντόπουλος είπε: «Εγώ είμαι προετοιμασμένος». Ο Καραχάλιος από την αστυνομία είπε: «Εγώ είμαι προετοιμασμένος». Και από κει άρχισε να στήνεται μέσα στο κράτος το παρακράτος. Ανέλαβαν όλες αυτές οι υπηρεσίες να συντονιστούν μεταξύ του και έφτιαξαν κι έναν μηχανισμό εκλογικού πραξικοπήματος.

Ήταν το σχέδιο «Περικλής» το οποίο αξίζει τον κόπο να το δει κανείς και να αιφνιδιαστεί για τον τρόπο με τον οποίο όλοι αυτοί οι συνωμότες είχαν τόσο καλά οργανώσει την υπόθεση ώστε να μπερδεύεται η ιστορία και να φαίνεται ως άσκηση και όχι ως παρακρατική επιχείρηση.

Σ.Κ.: Άρα, η υπηρεσία αυτή ιδρύεται μετά το ’58; Πώς την έλεγαν επίσημα;

Γ.Μπ.: Ιδρύεται το 1958 και ονομαζόταν Υπηρεσία Πληροφοριών. Αξίζει να πούμε, γυρίζοντας τώρα στον Γραμματικόπουλο, ότι στην δίκη που οδηγήθηκα γιατί με μήνυσε καθώς εθίγη «δια την φασιστικήν νοοτροπίαν» που χαρακτήρισα στα γραπτά του δεν αποκαλύπτονται μόνο αυτά που λέει ο Μυλωνάς, αλλά και ότι σε μένα ο Γεωργαλάς παρέδωσε στα χέρια μου κάτι πιο σημαντικό.

Επειδή άρχισε να προαισθάνεται ότι θα κλείσουν οι κρουνοί των μυστικών κονδυλίων από τα οποία σιτιζόταν πλουσιοπάροχα έρχεται μια μέρα στο γραφείο μου και μου λέει: «Κύριε σύμβουλε, θα σας δώσω μία σκέψη μου και ένα κείμενο οργάνωσης ενός προοδευτικού κόμματος κεντροαριστερού μήπως πάθει στο μέλλον κάποια ζημιά η Ένωση Κέντρου. Αυτό λοιπόν το κόμμα μπορεί να λειτουργήσει έτσι, με πρώην κομμουνιστές μέσα, με δημοκρατικούς κλπ κλπ και μπορείτε να το προτείνετε στον Ανδρέα Παπανδρέου που φαίνεται ότι είναι ένας προοδευτικός άνθρωπος, έχει αριστερές τάσεις, δεν είναι κομμουνιστής».

Σ.Κ.: Τα μυστικά κονδύλια που πήγαιναν εκτός από τον Γεωργαλά;

Γ.Μπ.: Είχανε ξεφυτρώσει σαν μανιτάρια διάφοροι σύλλογοι. Διάφορες σταυροφορίες αντικομμουνιστικές, ανδρών, γυναικών, παιδιών, χιλιάδες ονόματα.

Σ.Κ.: Άρα εκεί ήταν και η οργάνωση του Γιοσμά;

Γ.Μπ.: Και η οργάνωση του Γιοσμά και οι Εγγυηταί του Βασιλέως και… απίθανα ονόματα, μοιάζουν πάρα πολύ με τις Μ.Κ.Ο. που κάποιες εποχές, πολύ πρόσφατες, έπεσαν στο σκηνικό να κατασπαράξουν εκατομμύρια των εκατομμυρίων. Μέχρι και Μ.Κ.Ο. που μάθαινε κολύμβηση στις καλόγριες υπήρχε. Δεν είναι αστείο αυτό, το είχε δηλώσει επίσημα ο Κεφαλογιάννης ως υπουργός εμπορικής ναυτιλίας. Κάτι τέτοιο ανάλογο ήταν και οι εταιρείες αυτές και οι σύλλογοι: λεφτά υπάρχουν, να τα φάμε. Και οι Αμερικάνοι στα έγγραφά τους γράφουν ότι ο αντικομμουνισμός έχει γίνει πια για ένα μεγάλο μέρος των Ελλήνων εμπορική επιχείρηση. Το ξέρανε και κάποια στιγμή είπαν να σταματήσουν να δίνουν τα λεφτά.

Σ.Κ.: Πως έμαθε ο Παπανδρέου για την κατάσταση και πως αντέδρασε;

Γ.Μπ.: Ο Παπανδρέου συμφωνεί να διαλυθεί η υπηρεσία. Και μάλιστα μου ζητάει να μην παραιτηθώ αμέσως, να τελειώσω κάτι δουλειές που μου είχαν αναθέσει. Φεύγω εγώ από την Βερανζέρου και μου δίνουν ένα γραφείο στη Ζαλοκώστα. Εκείνη την στιγμή βγαίνουν οι εφημερίδες. Ο Ανδρέας επιμένοντας να διατηρήσει την υπηρεσία παρά το γεγονός ότι είχε δημοσιευτεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως βάζει μέσα τον Αναστασίου. Βγαίνουν οι εφημερίδες και γράφουν: καλά δεν διαλύθηκε η υπηρεσία; Τι είναι αυτά; Ποιός είναι ο Αναστασίου, τι ρόλο παίζει; Τι κάνει;

Με παίρνει ο Πρόεδρος μου λέει «την διαλύσαμε την υπηρεσία;» «Ναι κύριε Πρόεδρε, με την υπογραφή σας την διαλύσαμε». «Τότε ποιος είναι αυτός που γράφουν οι εφημερίδες;» «Λέω ρωτήστε τον Αντρέα». Βέβαια την δεύτερη μέρα έφυγε από το παράθυρο ο Αναστασίου και βγήκε ο Ανδρέας και είπε: «Τελικώς την διαλύουμε αυτή την υπηρεσία». Και έτσι διαλύθηκε οριστικά η υπηρεσία.

Σ.Κ.: Η υπηρεσία αυτή είχε πράκτορες; Είχε πληροφοριοδότες;

Γ.Μπ.: Η υπηρεσία αυτή είχε απλώσει τα δίχτυα της σε όλη την Ελλάδα. Είχε μια σχολή διαφώτισης που ο Γεωργαλάς δίδασκε σε ομάδες που θα μοιράζονταν σε όλη την επικράτεια. Μάθαιναν τι έπρεπε να λένε και πώς να κινούνται. Πώς να παίρνουν ένα κρυφό γκάλοπ για τις διαθέσεις του κόσμου.

Ο Κωστάκος λοιπόν ήταν ένας απόστρατος ταγματάρχης, ο επικεφαλής της υπηρεσίας Βορείου Ελλάδος. Κάποια στιγμή ο Ρωμαίος ανακάλυψε ένα έγγραφο από την δραστηριότητα αυτής της υπηρεσίας λειτουργίας της υπηρεσίας στη Βόρειο Ελλάδα με υπογραφή Κωστάκου. Μας το έδειξε, το δημοσίευσε και από κει άνοιξε ένα παραθυράκι και μπήκε λίγο φως για το ποιος ήταν πίσω από όλα αυτά τα αποβράσματα.

Άρπαξα εγώ την ευκαιρία και το προχώρησα παραπέρα όταν ζήτησα από τον Παπανδρέου να μπω στην υπηρεσία μέσα. Αφού θέλεις κάπου να με βάλεις, να μπω εκεί, να δούμε τι γίνεται εκεί πέρα μέσα. Κι έτσι ξεσκεπάστηκε όλο το παρακράτος και με την έκθεσή μου και με όλες τις δίκες που κατέθεσα που με σύρανε και στην επταετία, και πριν, για να λογοδοτήσω. Στις δίκες με έσυραν οι συνωμότες που εθίγησαν γιατί αποκάλυψα ότι πήγαιναν για δικτατορία και όλα τα σχέδια του πώς θα πάνε για δικτατορία και κανένας δεν ενδιαφέρθηκε για το τι κάνει ο Παπαδόπουλος στον Έβρο.

Η μεγαθυμία του Γαρουφαλλιά να βάλει τον Γωγούση να εξυπηρετήσει τη συμπλήρωση της συντάξεώς του, συνοδεύτηκε από μια άλλη μεγαθυμία του Γ. Παπανδρέου, που επειδή γνώριζε τον πατέρα του Παπαδόπουλου και πήγε ο πατέρας και του είπε «σώσε το παιδί μου, είναι τρελός», εκείνος δεν έδωσε σημασία και έκλεισε την υπόθεση. Προφανώς από κει ξεκίνησε και το γνωστό τραγούδι «Άσ’ τον τρελό στη τρέλα του»

Με το έγγραφο του Ρωμαίου, λοιπόν, ανοίγει ένα μικρό παραθυράκι σ’ αυτήν την υπόθεση και αρχίζουμε και συνειδητοποιούμε ότι πίσω απ’ αυτά τα αποβράσματα υπάρχει το παρακράτος του κράτους. Το κειμενάκι αυτό μας άναψε το φως για αυτή την τεράστια υπόθεση.

Σ.Κ.: Εσείς πώς βρίσκετε τους παρακρατικούς της Θεσσαλονίκης;

Γ.Μπ.: Εκεί ήταν καθαρά μία δημοσιογραφική δουλειά χωρίς σύνορα. Καταρχήν ο Λαμπράκης ήταν προσωπικός μου φίλος, γιατί την δημοσιογραφία την ξεκίνησα από τον τομέα του αθλητικού ρεπορτάζ και ένα από τα πρώτα κομμάτια που είχα γράψει στο παλιό Έθνος ήταν μία συνέντευξη με τον Λαμπράκη ως παλιό πρωταθλητή Βαλκανιονίκη, ο οποίος στο χωριό του ανακαλύφθηκε ως αθλητικό ταλέντο γιατί στο άλμα εις μήκος πηδώντας βγήκε έξω από το σκάμμα και τον χαρακτήρισαν ως «ταλέντο υπέρ των εσκαμμένων».

Αυτό λοιπόν μου έδωσε την ευκαιρία να γνωρίσω έναν παλιό πρωταθλητή και νυν επιστήμονα. Έτσι γνωρίστηκα με τον Λαμπράκη, ήταν ένας ωραίος άνθρωπος, ευχάριστος, του άρεσαν οι συζητήσεις, δημιουργήσαμε μια καλή σχέση, τον έβλεπα τακτικά, μιλούσαμε και κάποια στιγμή, χτυπάει το τηλέφωνο στο σπίτι. Ήταν ο αρχισυντάκτης της Ελευθερίας, ο Ανδρουλάκης και μου λέει «Γιώργο, σκότωσαν τον φίλο σου στη Θεσσαλονίκη, τον Λαμπράκη». «Τι;». Ήξερα ότι θα πήγαινε πάνω να μιλήσει κάπου. «Σήκω και πήγαινε επάνω» μου λέει.

Έτσι ξεκίνησε η δουλειά μου επάνω όπου είχαν συγκεντρωθεί καμιά 30αριά δημοσιογράφοι απ’ όλες τις εφημερίδες και οι τοπικοί ανταποκριτές των εφημερίδων και οι τοπικοί δημοσιογράφοι των τοπικών εφημερίδων. Εγώ αποφάσισα να δουλέψω μόνος μου, δεν ήθελα να μπω στην ομάδα που σχημάτισαν όλοι αυτοί που κάθε βράδυ κοίταζαν τι έβγαλε ο καθένας και το μοιράζανε.

Μου λένε «είμαστε 30 δημοσιογράφοι, την εφημερίδα που εκπροσωπείς θα την κάνουμε σκόνη. Κάθε μέρα θα βγάζουμε κάτι». Λέω «κοιτάξτε να δείτε, μέσα στο γκρουπ είναι ο ανταποκριτής της Ελευθερίας, ο Δουργουτζής. Άμα δεν έχει το υλικό που θα έχετε θα απολυθεί ο Δουργουτζής. Εγώ δουλεύω ως ελεύθερος σκοπευτής».

Και μου άρεσε επειδή ήταν ένα σκηνικό τρόμου στην Θεσσαλονίκη. Ένα σκηνικό ενός απελπισμένου ανακριτή ο οποίος πατούσε τα κουμπιά και ζητούσε πληροφορίες και όλοι τον είχαν απομονώσει και κανένας δεν του έφερνε τα στοιχεία που ζητούσε. Άρχισε λοιπόν να μύριζε η υπόθεση ότι εδώ κάτι παίζεται. Εδώ η χωροφυλακή έχει παίξει κάποιο ρόλο σ’ αυτή την υπόθεση, εδώ κρύβει κάποιους ανθρώπους. Και αν ο Γκοτζαμάνης και ο Εμμανουηλίδης δεν είχαν συλληφθεί με το επεισόδιο του Χατζηαποστόλου που πήδηξε στο τρίκυκλο και έγινε η σύλληψη κανένας δεν θα είχε ασχοληθεί για το ποιος τρελός πέρασε με το τρίκυκλό του και δημιουργήθηκε το «τροχαίο», που έμεινε ως η επίσημη αιτία της δολοφονίας Λαμπράκη.

Μετά την ίδια δουλειά άρχισε να την κάνει και ο Βούλτεψης και ο Ρωμαίος. Σμίξαμε οι 3 μας και προσφυώς ο συνάδελφος ο Κώστας ο Παπαϊωάννου στο βιβλίο του που μας το έχει αφιερώσει μας χαρακτηρίζει «το τρίκυκλο της δημοσιογραφίας». Η κύρια αποκάλυψη όλου αυτού του παρακρατικού σκηνικού οφειλόταν στα ρεπορτάζ που δημιουργήσαμε δουλεύοντας έξω από κάθε λογική να στέλνουμε τις επίσημες ανακοινώσεις, σε ένα πρωτογενές ερευνητικό υλικό. Και βέβαια έχει 2 στοιχεία χαρακτηριστικά του πόση αγωνία είχαμε τροφοδοτήσει τους ανθρώπους που λειτουργούσαν από αστυνομικής πλευράς μέσα στο παρακράτος. Εμένα παρακολουθούσαν το τηλέφωνο, του Βούλτεψη παρακολουθούσαν το τηλέφωνο, του Ρωμαίου παρακολουθούσαν το τηλέφωνο.

Εγώ κι ο Βούλτεψης έχουμε 2 χαρακτηριστικές περιπτώσεις που είναι να γελάει κανείς. Όταν μέσα στα πρόσωπα που φωτογράφισα, ο Τσαρουχάς αναγνώρισε τον Πιτσώκο, τον γίγαντα μικροπωλητή της στοάς Μοδιάνο, «αυτός είναι» μου λέει και δίνω το ρεπορτάζ μου μιλώντας το βράδυ στον Μιχάλη τον Στυλιανού. Ο Στυλιανού ήταν ο μόνος που του μιλούσα εγώ και διαμόρφωνε το ρεπορτάζ της Ελευθερίας. Το τηλέφωνο παρακολουθείτο. Η αστυνομία λοιπόν, ειδοποιεί τον Πιτσώκο: «Αύριο η Ελευθερία θα έχει ένα ρεπορτάζ που θα σε κατηγορεί. Η εφημερίδα έρχεται με το αεροπλάνο στις 9.30 ώρα στη Θεσσαλονίκη. 9.31 θα αρχίσεις να φωνάζεις, να βρίζεις, που γράφουν οι δημοσιογράφοι το ένα και το άλλο και θα έρθεις μετά στην αστυνομία να καταγγείλεις αυτή την υπόθεση».

Εγώ λοιπόν, πηγαίνοντας τυχαία πια, τυχαία πια, αφού τον είχα φωτογραφίσει πολλές φορές τον Πιτσώκο, κάθομαι σε ένα καφενεδάκι απέναντι από τη στοά Μοδιάνου και περιμένω να δω τις αντιδράσεις του Πιτσώκου όταν θα μάθει από την εφημερίδα που θα έρθει το ρεπορτάζ. 9.30 ώρα λοιπόν, ο Πιτσώκος άρχισε να ωρύεται, να βρίζει, να κάνει… Του λέει ο αδερφός του: «πήγαινε να τα πεις στην αστυνομία όλα αυτά τα πράγματα» και φεύγει ο Πιτσώκος. Πάω κι εγώ στα γραφεία της Ολυμπιακής που ήταν τα δέματα, να πάρω μια εφημερίδα να διαβάσω και μου λέει «το αεροπλάνο δεν ήρθε σήμερα». Το αεροπλάνο δεν είχε έρθει, αλλά κανένας δεν ειδοποίησε τον Πιτσώκο «μην φωνάζεις στις 9.30 ώρα, η Ελευθερία δεν έχει έρθει, λόγω ομίχλης δεν προσγειώθηκε το αεροπλάνο». Αυτό ήταν η μία περίπτωση.

Η άλλη του Βούλτεψη ήταν τρελή. Κάποιο βράδυ μας παίρνουν από την Αυγή και ρωτούν: «Πού είναι ο Βούλτεψης;». «Εδώ είναι ο Βούλτεψης». «Δεν έχει πάρει τηλέφωνο, δεν έχει δώσει το ρεπορτάζ του». «Ε πώς δεν έχει δώσει, αυτός μας είπε ότι μίλησε μαζί σας και έδωσε την ανταπόκριση». «Δεν έχει το ρεπορτάζ, δεν έχει μιλήσει, βρείτε τον και πείτε του να πάρει αμέσως τηλέφωνο».

Ψάχνουμε όλοι,ο Ρωμαίος, εγώ, πού είναι ο Βούλτεψης, έτρεχε ο Βούλτεψης, τελικά τον βρίσκουμε. «Γιάννη, δεν πήρες την εφημερίδα να δώσεις το ρεπορτάζ στην Αυγή!» «Πώς, μίλησα!» «Με ποιόν μίλησες;» «Με έναν καινούριο που είχε η εφημερίδα εκεί, έναν Τουτουτζίδη». «Πάρε τηλέφωνο». Παίρνει τηλέφωνο, τι είχε συμβεί: μόλις σήκωσε το τηλέφωνο ο Βούλτεψης, αντί να μιλήσει με την Αυγή, τον συνέδεσαν με την ΚΥΠ και έλεγε το ρεπορτάζ ολόκληρο, ο άλλος του έλεγε «λέγε, γράφω». «Ποιός είσαι;» του λέει, «ένας καινούριος». «Πώς σε λένε;». «Τουτουτζίδη». Γίνεται ο Βούλτεψης έξαλλος, αρχίζει λοιπόν να ψάχνει να βρει πού είναι ο Τουτουτζίδης. Μου λέει «ψάξε στους Πόντιους εσύ, το όνομά του θυμίζει Πόντιο, μήπως είναι». «Δεν είναι». Νύχτα μέρα του την είχε δώσει του Βούλτεψη και έλεγε «πού θα βρούμε τον Τουτουτζίδη να τον σκίσω».

Στο τέλος λοιπόν, για να τελειώσει αυτή η ιστορία λέω στον Ρωμαίο «άσε να δεις τι θα του κάνω του Τουτουτζίδη». Σηκώνω το τηλέφωνο στο ξενοδοχείο Κοσμοπολίτ που έμενε ο Βούλτεψης και λέω «τον κύριο Βούλτεψη». Λέει «ένα λεπτό σας συνδέουμε». Μας συνδέει, λέω «ο κύριος Βούλτεψης;» «Μάλιστα». «Αστυνομική διεύθυνση Θεσσαλονικής, Τουτουτζίδης εδώ, μήπως με ζητάτε;» Έγινε μεγάλη πλάκα.

Σ.Κ.: Εσύ πώς ανακαλύπτεις τον Πιτσώκο για να τον φωτογραφίσεις; Πώς φτάνεις σ’ αυτόν;

Γ.Μπ.: Ένα βράδυ λοιπόν, κάποιοι Καλαμαριώτες φίλοι της οικογένειάς μου που με θυμούνταν παιδί ακόμα που ήμουν στη Θεσσαλονίκη πριν κατέβω στην Αθήνα, ζήτησαν να με δουν και διαβάζοντας τα ρεπορτάζ της Ελευθερίας μου λένε «Όλο το μυστικό είναι ο ανακριτής να μπορέσει να έχει ένα υλικό γύρω από τα πρόσωπα που λειτουργούν σ’ αυτό το τρομοκρατικό παρακράτος εδώ στη πόλη μας. Εμείς θα σου πούμε μερικά, ψάξε εσύ και ψάξε κι άλλους ανθρώπους οι οποίοι ξέρουν να σου υποδείξουν άλλα πρόσωπα».

Μέσα σ’ αυτά τα πρόσωπα ήταν κι ένας λιμενεργάτης, ένας Μίτσης, ο οποίος μου έδωσε και τον χαρακτηρισμό της «Συμμορίας της Καρφίτσας». Όλο αυτό το σκηνικό η αστυνομία Θεσσαλονίκης του παρακρατικού εσμού που ο Σαρτζετάκης λέει «αποβράσματα» τον είχε οργανώσει η αστυνομία για να τον χρησιμοποιήσει στα μέτρα φύλαξης του Ντε Γκολ όταν πήγε στη Θεσσαλονίκη. Και για να γνωρίζει ο ένας τον άλλον και για να γνωρίζουν και οι αστυνομικοί που είναι στα μέτρα φύλαξης ότι είναι συνεργάτες δικοί τους, πρόσωπα δικά τους κλπ, τους έδωσαν από μία καρφίτσα να βάλουν κάτω από το πέτο τους για να αναγνωρίζονται. Έτσι λοιπόν βγήκε η ονομασία από μένα η «συμμορία της καρφίτσας».

Ο Μίτσης λοιπόν μου έδωσε ένα υλικό, κάποιοι άλλοι μου έδωσαν ένα άλλο υλικό και σχηματίστηκε ένας αριθμός 30 ατόμων που έπρεπε και να ψάξω και να φωτογραφίσω. Αυτός λοιπόν ήταν ο ρόλος του Ζακ Περέν στο «Ζ» του Γαβρά που με εμφανίζει με μια φωτογραφική μηχανή σ’ αυτή τη δουλειά, να μπαίνω μέσα στο παρακράτος, στις γειτονιές, στα καπηλειά,στα λιμάνια και να φωτογραφίζω. Μέσα σ’ αυτούς λοιπόν ήταν και ο Πιτσώκος, έτσι φωτογράφισα και τον Πιτσώκο. Τώρα πού θα εμφάνιζα το φιλμ αυτό; Πού θα εμφανίσω αυτό το πράγμα; Πάω στον Κυριακίδη τον «Φωτογιάννη».

Ο Γιάννης θέλει να ξέρει τι είναι αυτό που θα τυπώσει, «μη με βάλεις σε κάνα μπελά» μου λέει. Λέω «δεν είναι τίποτα, είναι κάποια πρόσωπα» του έδωσα μια δικαιολογία καθώς δεν ήθελα να ξέρει τι ακριβώς είναι. Όμως ο Κυριακίδης εμφανίζοντας αυτά και βλέποντας τα πρόσωπα, μου λέει «Μπέρτσο θα μας βάλουν φυλακή! Ποιούς βρήκες; Πού τους βρήκες αυτούς;» Μου λέει «Άφησε τα αρνητικά σε μένα». «Όχι» λέω. Τα παίρνω όλα, τα μαζεύω, τα βάζω σε μια σακούλα, μου δίνει και τις φωτογραφίες, τον πληρώνω και φεύγω. Αυτές τις φωτογραφίες είδε και ο Τσαρουχάς, αυτές κατέθεσα και στον Σαρτζετάκη και οι περισσότεροι απ’ αυτούς, δεν ήταν όλοι στη συνάντηση Λαμπράκη, στη συγκέντρωση των αγανακτισμένων πολιτών, ήταν όμως μερικοί βασικοί, οι οποίοι και κάθισαν και στο σκαμνί. Αυτή ήταν η ιστορία.

Σ.Κ.: Όταν πήγατε στον Τσαρουχά, σε τι κατάσταση τον βρήκατε;

Γ.Μπ.: Ο Τσαρουχάς είναι τραυματισμένος, είναι στο ΑΧΕΠΑ, τον νοσηλεύουν εκεί και πάω στο κρεβάτι του. Το θέμα είναι ακόμα δεν λειτουργούσαμε σαν ομάδα, ο καθένας ήθελε να βγάλει τα δικά του θέματα. Ο Τσαρουχάς ήταν βουλευτής της ΕΔΑ. Το πρώτο που έπρεπε να κάνει είναι να του πει, βάση κομματικής δεοντολογίας ότι ο Μπέρτσος μου έφερε και μου έδειξε αυτά τα πράγματα και του είπα αυτό. Ο Τσαρουχάς κρατάει τον λόγο του. Του λέω «μην πείτε σε κανέναν τίποτα, γιατί η υπόθεση είναι πολύ σοβαρή και πολύ δύσκολη. Δεν ξέρουμε πώς ακριβώς θα αντιδράσει η αστυνομία. Αφήστε θα το δούμε. Ούτε κομματικά, ούτε τίποτα, μου δίνετε τον λόγο σας;» Λέει «ναι». Του βγάζω τις φωτογραφίες, τις κοιτάει, τις κοιτάει, «αυτός είναι» λέει. Λέω «σε κανέναν, συνεννοηθήκαμε;»

Κάποια στιγμή λοιπόν, όταν εγώ βγάζω την υπόθεση και κυκλοφορεί η Ελευθερία με μια τεράστια φωτογραφία του Πιτσώκου στην σελίδα, αρχίζω και νιώθω ότι κάτι δεν πάει καλά από δημοσιογραφική συνεργασία με τον φίλο μου τον Γιάννη και παίρνω όμως τηλέφωνο και λέω «τι ώρα κλείνει η τελευταία σελίδα της Αυγής;» Μου λένε «στις 5». Στις 4:30 λοιπόν ξυπνάω τον Βούλτεψη. Λέω «Γιάννη, σήκω!» «Τι έγινε;» μου λέει. Λέω «Σήκω, κάτι πάρα πολύ σοβαρό να σου πω». Έρχεται τρεχάλα στο ξενοδοχείο ο Βούλτεψης, του λέω το και το». Άρχιζε να με βρίζει «είναι δυνατόν ο Τσαρουχάς να μη μιλήσει σε μένα για την υπόθεση αυτή; Τι θα πω εγώ στον Ευφραιμίδη αύριο που θα βγει με οκτάστηλο η Ελευθερία;» Λέω «Πρόσεξε, άσε τα λόγια αυτά, σου είπα τι είναι, πάρε τηλέφωνο». Λέει «θα έχουνε κλείσει». Λέω «εντάξει, δεν είναι ακριβώς, στις 5 κλείνετε». «Α ξέρεις και τι ώρα κλείνουμε!» «Πάρε τηλέφωνο». Παίρνει τηλέφωνο, είχαν φύγει οι ελληνοτύπες της Αυγής και στο χέρι,σχημάτισαν ένα μονόστηλο για την υπόθεση Πιτσώκου, το έβαλαν υστάτη στιγμή, στη τελευταία σελίδα της Αυγής την ημέρα εκείνη.

Σ.Κ.: Δεν φοβηθήκατε όταν τραβούσατε τις φωτογραφίες του Πιτσώκου;

Γ.Μπ.: Είχα αποφασίσει να κάνω αυτή τη δουλειά. Βλέποντας σήμερα τα πράγματα δεν ξέρω αν θα το έκανα. Είχα την άγνοια του κινδύνου στην ηλικία που ήμουν, να πω και κάτι άλλο, δεν ήμουνα πολιτικοποιημένος. Ο Λαμπράκης ήταν φίλος μου. Πολλές φορές πηγαίναμε σε κάποιες ταβερνούλες… Το έφερα βαρέως ότι στην πατρίδα μου σκότωσαν έναν φίλο μου. Κάπως έτσι το έβλεπα και είχα αφηνιάσει μ’ αυτήν την ιστορία.

Λοιπόν θυμάμαι όταν αποφάσισα να πάω για δεύτερη φορά να φωτογραφίσω τον Πιτσώκο, ένας υπάλληλος του ξενοδοχείου με ειδοποιεί «Απ’ αυτά που λες στα τηλέφωνα έχει γεμίσει αστυνομικούς το ξενοδοχείο. Και είναι εδώ, στον 1ο όροφο, είναι κάτω στην έξοδο, είναι στο σαλόνι και σε περιμένουν να δουν τι κάνεις, ποιούς βλέπεις κλπ.» «Ωχ» λέω, «σήμερα πρέπει να πάω να κάνω τις άλλες φωτογραφίες». «Θα σε πάρουν από πίσω, πού θα πας…» Λέω «δε μου λες, τα ρούχα που πλένετε απ’ αυτούς» – ήταν μια ομάδα με Αμερικάνους – «σας έχουν αφήσει ρούχα για πλύσιμο;» Λέει «ναι». Λέω «υπάρχει κανένα τρελό πουκάμισο απ’ αυτά τα παλαβά που φοράνε;» «Να ψάξουμε». Ψάχνουμε λοιπόν, βρίσκουμε ένα εκπληκτικό πουκάμισο και μάλιστα ήταν φαρδύ, με μία αλογοκεφαλή επάνω, το φοράω, παίρνω και ένα ψαθάκι που είχε ο ιδιοκτήτης του ξενοδοχείου που πήγαινε για ψάρεμα, το φοράω, βάζω και τα γυαλιά, κρεμάω και την φωτογραφική μηχανή στο στήθος κι όπως κατεβαίνει ένα γκρουπ να μπει στο λεωφορείο να πάει στους Φιλίππους, κατεβαίνω κι εγώ μαζί τους, κανένας δεν με γνώρισε, μπαίνω μέσα κι όταν ξεκινάει το λεωφορείο και πάει πιο κάτω στη Μοναστηρίου λέω «πού πάτε;» λέει «ποιός είσαι εσύ; Δεν είσαι με το γκρουπ των Αμερικάνων;» «Όχι» λέω, «είδες; Μπήκα σε λάθος λεωφορείο. Σταμάτα να κατέβω».

Σταματάει το λεωφορείο, κατεβαίνω κι από κει πάω και κάνω τις τελικές φωτογραφίες του Πιτσώκου. Έτσι λειτουργούσαμε για να βγάλουμε τα στοιχεία αυτά τα οποία κατέληγαν στον Σαρτζετάκη. Ο δε Σαρτζετάκης μας δεχόταν πολύ σοβαρός: «Βάλε το χέρι στο Ευαγγέλιο, ορκίσου ότι τα στοιχεία αυτά…» «Τι να ορκιστώ; Εγώ σου φέρνω ένα υλικό, τι να ορκιστώ; Εάν σου κάνει το υλικό αυτό εσύ θα το κρίνεις». «Εγώ δεν είμαι δικαστής, δεν είμαι ανακριτής». Αυτή ήταν και η σχέση μας με τον Σαρτζετάκη, ο οποίος προσπαθούσε κάποια στιγμή να δει αν υπάρχουν υπηρεσίες, αν υπάρχει κράτος να του φέρει το υλικό που ζητούσε για να επιβεβαιώσει ή να διαψεύσει κάποια πράγματα και κανένας δεν του έδινε αυτή την ευχέρεια και ήταν πελαγωμένος στην δουλειά αυτή που είχε αναλάβει.

Στην αρχή νομίζω ο Σαρτζετάκης δεν είχε καταλάβει για τι ακριβώς πρόκειται. Εγώ νομίζω ότι ως Κρητικός, με κρητική καταγωγή, νόμιζε ότι είχε μπροστά μια ζωοκλοπή. Μετά κατάλαβε ότι είχε πέσει στα πολύ βαθιά νερά, όταν πια άρχισαν να του κάνουν επιθέσεις οι ανώτεροι δικαστικοί που είχαν άμεση σχέση και με το παλάτι και με τους συνωμότες. Απέναντί του στάθηκε ιδιαίτερα ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, ο Κόλλιας, ο οποίος τον πήρε και τον πέρασε γενεές 14, ότι εκθέτει την χωροφυλακή. Ο Κόλλιας, ο οποίος ήταν ο πρώτος πρωθυπουργός της 21ης Απριλίου.

Σ.Κ.: Το κλίμα στη Θεσσαλονίκη ήταν πολύ τρομοκρατικό τότε;

Γ.Μπ.: Η Θεσσαλονίκη έχει περάσει από πολύ άσχημες δύσκολες μέρες. Δεν ήταν η πρώτη φορά που γινόταν ένα πολιτικό έγκλημα. Ακόμα σέρνεται η υπόθεση της γυναίκας του Σταχτόπουλου να κάνει αναψηλάφηση της δίκης του Πολκ και ακόμα ο φάκελος είναι κλειστός και ανοιχτός. Πέντε αποφάσεις του Αρείου Πάγου που απορρίπτουν την αίτηση ενώ αποδείχτηκε σε όλους ότι ο Σταχτόπουλος ο φουκαράς έκατσε τζάμπα χρόνια ολόκληρα φυλακή, καταδικασμένος σε ισόβια ως δολοφόνος ή συνεργάτης δολοφόνων του Πολκ.

Θυμάμαι τον Βάσο τον Τσιμπιδάρο όταν είχε πάει ένα ταξίδι στην Αμερική και είχε διηγηθεί την ιστορία του Πολκ στον Σπύρο τον Σκούρα, τον κινηματογραφιστή της Φοξ. «Καταπληκτικό σενάριο μπορεί να γίνει» του λέει, «κάτσε γράψε μου την υπόθεση και από κει και πέρα θα στήσω εγώ ένα καταπληκτικό φιλμ για την υπόθεση του Πολκ». Αμερικάνος δολοφονείται στην Θεσσαλονίκη στο κλίμα του εμφύλιου πολέμου τότε. Κάθεται ο Τσιμπιδάρος γράφει αυτό, την άλλη μέρα του λέει ο Σκούρας «αυτά που είπαμε χθες ξέχνα τα. Είδα τον Ντόνοβαν». Ο στρατηγός Ντόνοβαν ήταν ένα υψηλό πρόσωπο εμπιστοσύνης, που τον έστειλε η αμερικανική κυβέρνηση να είναι παρατηρητής της δίκης του Πολκ για να δει τι ακριβώς έγινε. Ο Σκούρας μιλάει με τον Ντόνοβαν και του λέει «ξεχάστε το αυτό το φιλμ».

Η Θεσσαλονίκη λοιπόν πέρασε απ’ αυτές τις καταστάσεις. Θα σου θυμίζω λοιπόν πριν από την υπόθεση του Ζεύγου, πολύ παλιά τη δολοφονια του ίδιου του Γεωργίου του Α’. Η Θεσσαλονίκη ήταν ένα σταυροδρόμι στα Βαλκάνια που ήταν ναρκοθετημένο από χίλιες δυο πλευρές. Ήταν ένα σταυροδρόμι πρακτόρων και διαφόρων καταστάσεων που τις σκέπαζε το σκοτάδι.

Πριν απ’ τον Μήτσου ήταν ο Μουσχουντής. Άντε να βρεις άκρη τώρα που έδερνε τον Σταχτόπουλο ο Μουσχουντής, για να πει ότι «ναι, εγώ δούλεψα για την δολοφονία του Πολκ».

Σ.Κ.:Ήταν δύσκολο να δουλέψετε μέσα σ΄αυτό το κλίμα τρομοκρατίας;

Γ.Μπ.: Όταν ξεκίνησα στην αρχή με αποθάρρυναν από αστυνομικής πλευράς ότι δεν είναι τίποτα, ένα τροχαίο είναι, οι κομμουνιστές δίνουν αυτές τις διαστάσεις. Εγώ δεν είχε καμιά κομματική γραμμή από κανέναν, δημοσιογραφικά το έβλεπα το θέμα και προσπαθούσα να δω τι κρύβεται πίσω απ’ αυτήν την υπόθεση που έχει ρίξει ένα συρματόπλεγμα γύρω απ’ το γραφείο του Σαρτζετάκη.

Όσο προχωρούσα βέβαια τους ενοχλούσε και η υπόθεση έφτασε σε υπονοούμενα, σε ψιλοαπειλές, αλλά ευθέως κανένας δεν με απείλησε να μου πει «πρόσεξε αυτό που κάνεις».

Βέβαια με ένα αυτοκίνητο που είχα νοικιάσει μέρα νύχτα ένα βράδυ κατεβαίνοντας από την Τριανδρία κάποιοι με πυροβόλησαν και μάλιστα η σφαίρα χτύπησε στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου. Ήμουν ένα παιδί 26 χρονών. Δεν ήμουν ούτε μαθημένος, ούτε οργανωμένος, ούτε ήθελα να γίνω ήρωας μιας πολιτικής ιστορίας. Μπορώ να σου πω ότι φοβήθηκα. Πήγα στο ξενοδοχείο λοιπόν και ήταν ένας γκρουμ ο οποίος ήταν πολύ φίλος και με εξυπηρετούσε. Του εξήγησα, του λέω «δεν μπορώ να κοιμηθώ» μου λέει «κοιμήσου και θα φυλάω εγώ έξω απ’ την πόρτα σου». Ήταν ο Λαζαρίδης, ο οποίος έγινε πρόεδρος των ξενοδόχων μετά.

Το θέμα βέβαια ξεφεύγει από το να απειληθούν κάποιοι δημοσιογράφοι όταν πια έχουν δουλέψει και έχουν μπει γερά μέσα σε μία υπόθεση να τους κλείσουν κάποιες πόρτες. Εκεί σε εμάς τους 3 δεν έπιαναν πια ούτε οι ψιλοαπειλές, ούτε τα υπονοούμενα. Είχαμε τελειώσει, είχαμε αποφασίσει ότι θα ολοκληρώσουμε την έρευνά μας και από όλους αυτούς βέβαια το δικό μου πείσμα ήταν να μπω στη Φωλιά του Φιδιού και να δω πώς ακριβώς ήταν οργανωμένη η υπηρεσία η οποία είχε οργανώσει όλοι αυτό το παρακράτος. Και δεν ήταν μόνο αυτό. Ήμουν και ο πρώτος Έλληνας, ο οποίος έχω διαλύσει μυστική υπηρεσία! Δεν ξέρω αν υπάρχει άλλος στην Ελλάδα.

Σ.Κ.: Εσείς έχετε καταλήξει ότι τον Λαμπράκη ήθελαν να τον σκοτώσουν ή ήθελαν να τον «τσαλακώσουν»;

Γ.Μπ.: Αυτά ήταν ιστορίες που έλεγε ο Βαρδουλάκης ο αρχηγός της χωροφυλακής, που τον έπιασε απ’ τα πέτα ο Καραμανλής στα Καμένα Βούρλα και κόντευε να του τα σκίσει φωνάζοντας «Πες μου ποιος κυβερνάει αυτόν τον τόπο».

Ο Βαρδουλάκης λοιπόν, όταν δεν έλεγε ότι θα αυτοκτονήσει, γιατί συνήθως απειλούσε ότι θα αυτοκτονήσει, έλεγε διάφορες ιστορίες ότι ναι, κάποιοι, οι οποίοι έκαναν αντικομμουνιστικό αγώνα και δεν μπορούσαν να ακούνε αυτά τα πράγματα, είχαν αποφασίσει να τρομοκρατήσουν τον Λαμπράκη, να τον στραπατσάρουν και όχι να τον δολοφονήσουν.

Δεν υπήρχε τέτοια εντολή, δεν θα το βρούμε ποτέ όπως σου είπα ποιός, ο ένας, ο επώνυμος σήκωσε ένα τηλέφωνο και είπε «Σκοτώστε τον Λαμπράκη». Αυτό δεν έχει βγει μέχρι τώρα και δεν το ήξερε ούτε ο Βαρδουλάκης και ίσως να μην το ήξερε κι ο Μήτσου. Ίσως να μην το ήξεραν ο Καπελώνης κι οι άλλοι, βέβαια δεν το ήξερε ούτε ο φον Γιοσμάς. Το ήξεραν οι συνωμότες. Όσοι απ’ αυτούς επέζησαν μπορεί να το ξέρουν. Οι άλλοι το πήραν στον τάφο μαζί τους.

Σου λέω ότι τυχαία ο ιστορικός του μέλλοντος θα πέσει επάνω στον αποχαρακτηρισμό ενός εγγράφου που θα λέει «τι είναι αυτό το πράγμα; Α, αυτός ήταν που έδωσε σινιάλο θανάτου;» Αλλά δεν ξέρουμε σε πόσα χρόνια θα γίνει αυτό.

Σ.Κ.: Ο σκοπός ήταν να δημιουργήσουν πολιτική αναταραχή;

Γ.Μπ.: Εγώ είπα ότι ήταν μία πρόβα τζενεράλε της Χούντας για να δημιουργήσουν μία ανωμαλία και να δουν αν θα μπορούσαν με μία τέτοια ανωμαλία να στήσουν την 1η μέρα της δικτατορίας. Γιατί όλες αυτές τις μέρες που σχεδιαζόταν το τι θα γίνει με τον Λαμπράκη, μαθαίνουμε εκ των υστέρων ότι πέρασαν απ’ τη Θεσσαλονίκη και ο Παπαδόπουλος, ο Καρύδας, ο Χολέβας και ήταν άλλα στελέχη της χούντας επάνω. Ο Χολέβας μετά ήταν γενικός γραμματέας του υπουργείου Βορείου Ελλάδος και τελικά βγήκε υπουργός της χούντας. Πολύ σημαντικό πρόσωπο μέσα στο παρακρατικό κύκλωμα, πρώτα της Θεσσαλονίκης, ύστερα της κυβέρνησης της δικτατορίας.

Ακόμα όταν πια είχα εγκαταλείψει την υπηρεσία πληροφοριών και διεκπεραίωνα μία σειρά από δουλειές που μου είχε αναθέσει ο Πρόεδρος, μου λέει τον Φεβρουάριο του 1964: «Θα πάμε με τον Κωστόπουλο να δούμε θα πάμε να δούμε τον Τίτο και τον Στάμπολιτς. Και πέρα από το κυπριακό που θα μιλήσουμε, θέλουμε να τους κάνουμε και μία κουβέντα για την δράση των Σκοπιανών που αλωνίζουν πάνω στην Βόρειο Ελλάδα. Θέλω να πας να κάνεις μία έρευνα πάνω σ’ αυτή την υπόθεση».

Έτσι λοιπόν ξεκίνησα και πήγα στη Βόρειο Ελλάδα και μεταξύ των περιοχών απ’ τις οποίες πέρασα ήταν και η Φλώρινα. Στην Φλώρινα λοιπόν γνώρισα έναν καταπληκτικό αξιωματικό, τον Συνταγματάρχη Μαυραγάνη, ο οποίος ήταν επικεφαλής της ΚΥΠ. Στην αρχή με είδε λίγο κουμπωμένος, γιατί ήταν δεξιός. Αλλά του είπα ότι εγώ δεν λειτουργώ ούτε δεξιά, ούτε αριστερά, έχω αυτή την εντολή, θέλω να δούμε τι γίνεται εδώ και τι πληροφορίες έχεις να μου πεις. Ο Μαυραγάνης το εξετίμησε αυτό και κάναμε μία συνεργασία εκπληκτική.

Τρεις τέσσερις μέρες δουλέψαμε μαζί και είχε συγκεντρώσει ένα υλικό για όλη τη δράση των Σκοπιανών πρακτόρων στη Μακεδονία, από σπίτι σε σπίτι, από γειτονιά σε γειτονιά, από χωριό σε χωριό. Ένα υλικό καταπληκτικό που αποτέλεσε την βάση αυτής της έκθεσής μου. Πριν φύγω μου κάνει κι ένα τηλέφωνο ο υφυπουργός προεδρίας, ο Πάνος ο Βαρδινογιάννης και μου λέει «μια και είσαι εκεί δεν κάνεις και μια βόλτα να μου πεις γιατί τρώγονται Κυπραίος και Τοτόμης;».

Σ.Κ.: Τι είπε ο Παπανδρέου όταν έμαθε για την υπόθεση Λαμπράκης;

Γ.Μπ.: Με τα στοιχεία που έχω βγάλει από την υπηρεσία δεν βλέπω αυτόν τον ένα που να είπε το «σκοτώστε τον Λαμπράκη», έστω και από την θέση του ηθικού αυτουργού. Επίσης, ούτε τα ανάκτορα έβγαιναν, τα οποία εκείνη τη στιγμή η Φρειδερίκη ήταν αγκιστρωμένη επάνω στους συνωμότες πιστεύοντας ότι είναι οι πραγματικοι Ηρακλείς του στέμματος και αυτοί έπαιρναν πράσινο φως από τα ανάκτορα και έκαναν ό,τι ήθελαν. Παράδειγμα οι φωτογραφίες που διέρρευσαν στην Αυγή, που έδειχναν Φρειδερίκη και Παύλο και πίσω να χαιρετούν τον Εμμανουηλίδη σε μια προσκοπική κατασκήνωση. Ποιός τις είχε δώσει στην Αυγή; Από πού ήρθαν στην Αυγή; Μετά αποκαλύφθηκε ότι οι φωτογραφίες αυτές είχαν διοχετευτεί από την χούντα και είχαν δημοσιευτεί την εποχή εκείνη στην Αυγή. Δεν κάλεσε δίπλα του τον Κοτζαμάνη και τον Εμμανουηλίδη, ούτε ο Παύλος, ούτε η Φρειδερίκη. Η Φρειδερίκη όμως δεν είχε καταλάβει αυτό που έλεγε ο Λαγουδάκης, ο σύμβουλος του State Department, ότι η Φρειδερίκη μετά το φάγωμα του Καραμανλή θα φάει και τον Παπανδρέου. Μόνο που τότε η Φρειδερίκη δεν καταλάβαινε ότι η τρίτη που θα φαγωθεί θα είναι εκείνη. Γιατί αυτός ήταν ο προγραμματισμός της Χούντας Παπαδόπουλου.

Βλέποντας λοιπόν εγώ αυτά τα στοιχεία και έχοντας την πληροφορία ότι ο Καραμανλής το φέρει βαρέως στον ψυχοτραυματισμό του ότι βγήκε ο Παπανδρέου και του είπε «είσαι ο ηθικός αυτουργός της δολοφονίας Λαμπράκη», λέω «κύριε Πρόεδρε, Καραμανλής δεν υπάρχει. Είσαστε πανίσχυρος πρωθυπουργός. Βγείτε με μεγαλοψυχία και πείτε ότι είπα μία κουβέντα εν τη ρύμη του λόγου για όλο αυτό το σκηνικό που ήταν στημένο, για το οποίο κάποια από τα πρόσωπα αυτά ήταν επιλογές του Καραμανλή, άσχετα αν τον παγίδευσαν, ήταν επιλογές του, δεν μπορεί να το αρνηθεί αυτό. Και πέστε παγίδευσαν τον Καραμανλή, δεν ήταν ο ηθικός αυτουργός, το τρίκυκλο είναι της χούντας».

Ήταν καταπληκτικός ρήτορας ο Παπανδρέου, ήταν ο «μπαλκονάτος εραστής της μάζας» που λέγανε οι άλλοι που τον έριξαν ως αρχηγό της Ενώσεως Κέντρου, αλλά και κάπου-κάπου ήταν και λίγο μικροπολιτικός. Με κοίταξε, σκέφτηκε τι σημασία θα είχε αυτό να βγει ύστερα από τόσο καιρό με έναν ανύπαρκτο Καραμανλή και με έναν γέρο της δημοκρατίας πανίσχυρο να βγει και να πει ότι έκανα λάθος. «Άσ’ το να σέρνεται» λέει.

Εγώ σχολιάζω τότε στο δημοσίευμα των Επικαίρων ότι ήταν λάθος του Παπανδρέου, όχι μόνο αυτό, αλλά και το γεγονός ότι σχεδόν πανηγύρισε τον αντισυνταγματικό τρόπο με τον οποίον το παλάτι συνταξιοδότησε τον Καραμανλή την εποχή εκείνη. Με το ίδιο νόμισμα λειτούργησε το παλάτι και με τον Παπανδρέου στα Ιουλιανά. Όταν έγραψα αυτό το κείμενο αιφνιδιάστηκε ο Καραμανλής που το διάβασε στα Επίκαιρα. Του άρεσε πάρα πολύ πώς εγώ, για τον οποίον έλεγε στον πατέρα μου «το παιδί στο φάγαν οι κομμουνιστές», είχα αυτή την ειλικρίνεια όχι απλώς να το έχω πει στον γέρο, αλλά να το γράψω και δημοσίως. Και μου έστειλε τον Λιάπη στα Επίκαιρα για να με ευχαριστήσει και να μου πει ότι αυτό το κείμενό μου ο Καραμανλής έδωσε εντολή να περάσει στο αρχείο του.

Πέρασαν κάποια χρόνια, πτώση της δικτατορίας και περίοδος που ετοιμάζεται να καθίσουν στο σκαμνί οι χουντικοί. Είχα μια συζήτηση με τον Λαμπρία τον Τάκη, ήταν τότε το πιο κοντινό δημοσιογραφικά πρόσωπο στον Κωνσταντίνο Καραμανλή, του λέω «Τάκη, έχω μια ιδέα. Να πεις στον πανίσχυρο σήμερα Καραμανλή ο οποίος ήρθε λαοπρόβλητος και βάζει τα θεμέλια μιας πραγματικής δημοκρατίας, νομιμοποίηση του κομμουνιστικού κόμματος, δημοψήφισμα για το τέλος της βασιλείας και δίκη, να πληρώσουν οι συνωμότες. Να βρεθεί ένας νομικός τρόπος – επειδή όλες αυτές οι υποθέσεις, η δίκη Λαμπράκη, η υπόθεση του ΑΣΠΙΔΑ και η υπόθεση του σχεδίου «Περικλής» ήταν ενέργειες – δορυφόροι των συνωμοτών. Να ενσωματωθούν μέσα στη δίκη για την εσχάτη προδοσία. Δεν μπορεί να γίνει αναψηλάφηση όλων των υποθέσεων αυτών οι οποίες έκλεισαν μέσα σε ένα πολιτικό κλίμα προδικτατορικό το ’66. Κανένας δεν πλήρωσε για τον «Περικλή», κανένας δεν πλήρωσε για τον ΑΣΠΙΔΑ, κανένας δεν πλήρωσε για όλες αυτές τις υποθέσεις, ας μη φτάσω μέχρι την υπόθεση της αεροπορίας». Μου λέει «πολύ ωραία ιδέα. Θα την πω στον Καραμανλή».

Είχε αντιρρήσεις ο Λαμπρίας και επιφυλάξεις ότι τώρα ο Καραμανλής βιάζεται να τελειώσει αυτή η ιστορία, να κάτσουν στο σκαμνί και να τελειώσει με τους χουντικούς. Να τους φυλακίσει και να τελειώσει η ιστορία. «Αλλά εγώ θα του το πω» μου λέει. Λέω «Τάκη, είναι κάτι που κλωτσάει στον χαρακτήρα του Καραμανλή, ξέρεις τι γράφει η Βλάχου, η οποία επίσης είναι φίλη του; Σχολιάζοντας για την ιδιοσυγκρασία του Καραμανλή είχε γράψει ένα κείμενο πάρα πολύ ωραίο και έλεγε ότι ο Καραμανλής λίγο από τον εγωισμό του και λίγο από το ότι ένιωθε ότι έχει το αλάθητο δεν δεχόταν καμία γνώμη άλλου που θα αποσταθεροποιούσε αυτή του την αδυναμία ότι έχει το αλάθητο. Πώς θα πει ο Καραμανλής τώρα ότι έκανα λάθος, με παγίδευσαν οι χουντικοί; Δεν θα κλωτσήσει σ’ αυτό το εγώ του;». «Έχεις δίκιο» λέει, «αλλά εγώ θα του το πω». «Εντάξει, πες του το». Σε μερικές μέρες με παίρνει τηλέφωνο και λέει «ξέχνα το, το απέρριψε». «Εντάξει, το απέρριψε».

Περνάνε κάποια χρόνια, είμαι στη «Μεσημβρινή», ο Καραμανλής έχει μπει στη δεύτερη διετία της προεδρικής του θητείας. Χτυπάει το τηλέφωνο, η γλυκύτατη φωνή της Λένας Τριανταφύλλη: «Κύριε Μπέρτσο, είστε ο μόνος διευθυντής αθηναϊκής καθημερινής εφημερίδας που δεν έχει ζητήσει να τον δεχθεί ο Πρόεδρος». Λέω «έτσι είναι». «Θέλει να σας δει». Ήταν Μάιος του 1991, πλησίαζε η 28η επέτειος του θανάτου της δολοφονίας του Λαμπράκη. Εγώ χαμογέλασα. Ήταν και η ευκαιρία αυτού που σερνόταν στο στόμα μου να του πω για το τι είχε πει στον πατέρα μου, λέω «να, θα μου δώσει κάποια ατάκα και θα του το πω». Λέω «εντάξει». Με υποδέχεται χαμογελαστός «τι γίνεται ο Γιάννης;» (ο πατέρας μου). Λέω «κύριε Πρόεδρε, δεν έχει μείνει ούτε κοκαλάκι του. Τον έχουμε χάσει εδώ και 16 χρόνια». Δαγκώθηκε. Το ξέχασε, είχε να τον δει πολύ καιρό γιατί όταν πήρε τη σύνταξή του ήταν και κατάκοιτος. Δεν ήθελα να δώσω προέκταση. Κάναμε διάφορες κουβέντες, πολιτική, επικαιρότητα, παραεπικαιρότητα, κουτσομπολιό, διάφορα πράγματα. Ήθελα να δω πώς σκέπτεται για το πώς είχε οργανώσει τότε ο Ανδρέας το άδειασμά του με τον Σαρτζετάκη. Τέλος πάντων, δεν ήταν εύκολος σε κουβέντες. Ήταν ολιγόλογος.

Κάποια στιγμή λοιπόν, αφού είπαμε διάφορα πράγματα αρχίζει τις παραινέσεις ότι εσείς οι δημοσιογράφοι έχετε πολύ μεγάλη δύναμη στα χέρια σας αρκεί να την χρησιμοποιείτε υπεύθυνα για το καλό και όχι για το κακό του τόπου. Και αφήνει κάποια στιγμή και μετά μου λέει «Εσύ με την υπόθεση Λαμπράκη λειτούργησες σωστά και ειδικά με την περίπτωση… εκείνο το εξωφρενικό του Παπανδρέου περί ηθικής μου αυτουργίας». «Τώρα μου έδωσες την ατάκα, λέω μέσα μου». Λέω «Κύριε Πρόεδρε δηλαδή θέλετε να πείτε ότι πέσατε έξω όταν ο πατέρας μου έφυγε πολύ στενοχωρημένος από την ζωή αυτή γιατί το παιδί του το φάγαν οι κομμουνιστές;» Με κοιτάζει βλοσυρός, λέει «τι εννοείς;». Λέω «αυτό που του είπατε». «Δεν θυμάμαι» λέει «να του έχω πει κάτι τέτοιο». Λέω «κύριε Πρόεδρε εκείνος είπε κάτι που έπρεπε να μην το πει. Εσείς έπρεπε να πείτε όμως κάτι άλλο που έπρεπε να το πείτε και δεν το είπατε». «Ποιό ήταν αυτό;» Λέω «σας θυμίζω την πρόταση που είχα κάνει στον Τάκη τον Λαμπρία να σας πει». «Την θυμάμαι» μου λέει αμέσως «σου είπε ο Τάκης».

Λέω «ναι, αλλά ήταν λάθος. Έπρεπε την στιγμή που όλος ο κόσμος φώναζε “δώστε τη χούντα στον λαό”, την στιγμή που ερχόσασταν λαοπρόβλητος και πανίσχυρος να θεμελιώσετε σε ισχυρές βάσεις τη δημοκρατία στην Ελλάδα, τη στιγμή που κάνατε δημοψήφισμα και ο λαός είπε “όχι” στη βασιλεία, τη στιγμή που νομιμοποιείτε το κομμουνιστικό κόμμα, τι σας εμπόδιζε να κάνετε μια συνολική επανεκτίμηση της δράσης των συνωμοτών σε ισόβια, σε θάνατο… Δεν έπαιζε ρόλο ποια θα ήταν η ποινή. Έπαιζε ρόλο ότι θα αγκάλιαζε όλες τις δορυφόρες συνωμοτικές δραστηριότητές τους που είχαν προηγηθεί και εκεί θα βγαίνατε και θα απευθύνατε στον ελληνικό λαό την ειλικρίνειά σας και την λεβεντιά σας. Ότι ναι, κάποιους απ’ αυτούς του είχα διαλέξει εγώ, αλλά με παγίδευσαν. Ότι θα κάνουν έναν αντικομμουνιστικό αγώνα που ήταν ένα πολιτικό θέμα της εποχής και τίποτα άλλο. Αλλά έπρεπε  να το πείτε».

Δεν με κοίταζε την ώρα που μιλούσα. Είχε στρέψει το βλέμμα του στο ανοιχτό παράθυρο που ήταν ένα κάδρο του Εθνικού Κήπου. Ξαφνικά γυρίζει στο πλάι, με κοιτάζει και μου λέει 5 λέξεις, 5 λέξεις πολύ σημαντικές: «Τα ισόβια ήταν για όλα. Και ήταν ισόβια», μου λέει. Καθυστέρησε λιγάκι και ξανά συνέχισε: «Δεν πιστεύω να τα γράψεις όλα αυτά τώρα». Μετά μετάνιωσε και μου λέει «καλά, γράψ’ τα αργότερα».

Ο μόνος που ήξερε το περιεχόμενο της συναντήσεώς μας αυτής, ήταν ο Βασίλης ο Παπαθανασόπουλος, καλός φίλος και συνάδελφος, ο οποίος ήταν ο διευθυντής του Γραφείου Τύπου και στις δύο θητείες του Καραμανλή στην Προεδρία και έβγαλε ένα καταπληκτικό βιβλίο, το «Ανατρέποντας τον Κωνσταντίνο Καραμανλή».

Όταν έφυγα από κει του είπα ότι «δεσμεύτηκα» στον Καραμανλή, δεν θα πω τίποτα για την υπόθεση, που ήταν για μένα πολύ μεγάλο να βγω να το πω. Θα βρω μια ιστορική στιγμή επετειακή για την υπόθεση Λαμπράκη και επειδή ήξερα ότι κάθε χρόνο με αναζητούν για να μιλήσω για την υπόθεση αυτή, λέω ότι σε μια σημαντική στιγμή θα την πω αυτή την υπόθεση.

Στο βιβλίο του ο Παπαθανασόπουλος μου κάνει μία συμβολική αφιέρωση με υπονοούμενα. Γράφει: «Αγαπητέ Γιώργο, τις θερμές ευχαριστίες και την εκτίμηση για όσα έκανες από χρέος για τον Μακεδόνα ηγέτη». Αυτή ήταν η υπόθεση με τον Καραμανλή. Ο Καραμανλής με την ιδιορρυθμία του απάντησε και στη Βλάχου. Ναι, έκανε λάθος. Αλλά το λάθος ήθελε να το περάσει με τον δικό του τρόπο. Δεν το επέτρεπε ο εγωισμός του, δεν του επέτρεπε το γεγονός του «αλάθητου» που τον είχε εμποτίσει ψυχολογικά, έστω και αν το πανηγύριζε ο ελληνικός λαός, να βγει και να πει, τότε πανίσχυρος «ναι, έκανα λάθος, με παγίδευσαν οι συνωμότες».

Θα ήταν πολύ μεγάλη κουβέντα αλλά δεν την είπε. Με τον τρόπο που ενήργησε, τα ισόβια ήταν για όλα. Τους πλήρωσε και αυτούς και το παλάτι και απάντησε για την ιδιορρυθμία του και για τον χαρακτήρα του στο ψυχογράφημα που του είχε κάνει η Ελένη η Βλάχου.

Πηγή: Θεσσαλονίκη: Το σταυροδρόμι των πρακτόρων

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s