Μεταπολίτευση, Σινεμά

Εμμανουέλλα: Περιπέτειες μιας «άτακτης Γαλλιδούλας»

Πριβέ προβολή για τους δικαστές, δημόσια όμως η αντιπαράθεση για την «Εμμανουέλα», προτού αυτή απαγορευτεί ως επιβλαβής για τα εγχώρια χρηστά ήθη

Επιμέλεια: Τάσος Κωστόπουλος

Aπρίλιος του 1975. Λίγους μήνες μόνο μετά την τομή της Μεταπολίτευσης η ταινία «Εμμανουέλα» αποτέλεσε ένα πραγματικά παράδοξο θέμα συζήτησης για την ελληνική κοινωνία, προκαλώντας συζητήσεις για το «άσεμνο περιεχόμενό» της αλλά και για τον κίνδυνο που δυνητικά αποτελούσε για τις γυναίκες και τη νεολαία, τις δύο ακόμη θεωρούμενες ως «ευπαθείς» ομάδες που έχρηζαν προστασίας και καθοδήγησης.

Ας πιάσουμε όμως πρώτα τον σφυγμό της εποχής ξεκινώντας από τα απολύτως προφανή.

Ιούλιο του 1974 καταρρέει η χούντα βυθισμένη στα κρίματα και τα εγκλήματά της. Η εισβολή στην Κύπρο φέρνει στα πρόθυρα του πολέμου την Ελλάδα και την Τουρκία, ενώ τον Δεκέμβριο του ’74 λύνεται με δημοψήφισμα το πολιτειακό ζήτημα.

Πίσω από τα αυτά τα μεγάλα γεγονότα που συνιστούν το κάδρο, μια σειρά από άλλα, λιγότερο γνωστά σήμερα, υφαίνουν την κοινωνική και πολιτισμική πραγματικότητα της εποχής: νεοφασιστικές οργανώσεις επιτίθενται σε φοιτητές και καταστρέφουν βιβλιοπωλεία, νεαροί συλλαμβάνονται και σύρονται σε δίκη για αφισοκολλήσεις, αστυνομικοί ασκούν βία ακόμη ανενόχλητοι, ωσάν τίποτα να μην έχει αλλάξει.

Ο φόβος για ένα νέο πραξικόπημα είναι διάχυτος, τα «σταγονίδια» δεν έχουν απομακρυνθεί από το στράτευμα, ενώ η διαδικασία της αποχουντοποίησης στα πανεπιστήμια και τον κρατικό μηχανισμό είναι ακόμη εν εξελίξει.

Εν μέσω λοιπόν καταιγιστικών γεγονότων που συνθέτουν ένα γλυκόπικρο στην αίσθησή του κλίμα ελπίδας και ματαίωσης, σε μια πολιτική συγκυρία που (σήμερα ξεχνάμε ότι) γεννάει ανησυχία (να θυμίσω απλά την αποφυλάκιση λίγο αργότερα, κορυφαίων βασανιστών της χούντας), η ταινία «Εμμανουέλα», με το σκάνδαλο που προκάλεσε και το λογοκριτικό περιστατικό που υποκίνησε, φαντάζει, αν μη τι άλλο, κάτι το πραγματικά περίεργο.

Ενα γεγονός που εξελίσσεται στο περιθώριο των μεγάλων, καθοριστικών τομών οι οποίες λαμβάνουν χώρα στην πρώιμη Μεταπολίτευση, αλλά εντός μιας κοινωνίας που συντηρεί τις δικές της νοοτροπίες εν πολλοίς απαράλλαχτες, βασανιστικά ακλόνητες, απρόσβλητες από τα τεκταινόμενα στην πολιτική σκηνή (η μορφή του Χριστού που «εμφανίστηκε» σε… ξύλινη σκάλα στην Καλλιθέα ας πούμε, είναι βασικό θέμα των ημερών τον Απρίλη του ’75 συνθέτοντας μαζί με την «Εμμανουέλα» μια πραγματικά μετανεωτερική στη σύλληψή της δημοσιογραφική αφήγηση).

Η ιστοριογραφική προσέγγιση στην περίπτωση της ταινίας αυτής εκκινεί ως συνήθως από ένα ερώτημα.

Είναι γνωστό ότι στη διάρκεια της δικτατορίας αλλά και στα χρόνια που ακολούθησαν το πορνό, τόσο στη σκληρή εκδοχή του (η γνωστή «τσόντα») όσο και στις πιο λάιτ προσεγγίσεις του (το «σοφτ πορνό» στο οποίο ιδίως οι Ιταλοί παραγωγοί εντρύφησαν συστηματικά), δεν υπήρξε ένα περιθωριακό κινηματογραφικό είδος.

Επιπρόσθετα οι διαφημίσεις του κατέκλυζαν τις σελίδες όλων των έγκυρων εφημερίδων της εποχής, της «Αυγής» μη εξαιρουμένης (αλλά όχι και του «Ριζοσπάστη»), καθώς αποδεικνύουν διαφημίσεις σαν «Το Κορίτσι με τις προκλητικές καμπύλες» και το «Πάμελα η Μαιτρέσσα μου», υποδεικνύοντας μια ευρύτερη αποδοχή του από την ελληνική κοινωνία και μια αίσθηση καλλιτεχνικής, έστω άρρητης, νομιμοποίησής του.

Προς τι λοιπόν αυτή η άνευ προηγουμένου έκρηξη ακατάσχετης ηθικολογίας που μεταβάλλει στις αρχές του Απριλίου του 1975 την «Εμμανουέλα» σε απόλυτο (viral θα λέγαμε σήμερα) θέμα των ημερών;

Μία απάντηση στο ερώτημα τούτο φαίνεται πως έχει την αφετηρία της στην τομή που έφερνε η «Εμμανουέλα» στα κινηματογραφικά πράγματα.

Οπως επισημαίνει εύστοχα ο Γιάννης Σολδάτος, οι διαφόρων εκδοχών ταινίες πορνό που προβάλλονταν έως τότε, κατά βάση χαμηλού μπάτζετ και ακόμη χαμηλότερης αισθητικής, απευθύνονταν σε ένα αμιγώς αντρικό στη σύνθεσή του κοινό αποβλέποντας στην ικανοποίηση των ηδονοβλεπτικών ενστίκτων του.

Αντιθέτως, η «Εμμανουέλα» αποτελούσε μια πολυδιαφημισμένη παραγωγή, οι χώροι που την «φιλοξενούσαν» δεν ανήκαν στο γνωστό πέριξ της Ομονοίας κύκλωμα των κακόφημων κινηματογράφων (τσοντάδικα), κοντολογίς φιλοδοξούσε να επιβληθεί ως μια «κανονική» ταινία που με τον εστέτ κοσμοπολιτισμό της και το μπαράζ γυναικείων (;) φαντασιώσεων εισήγαγε μια θηλυκή ματιά στα ερωτικά πράγματα ή, ακόμη χειρότερα, τη γυναίκα ως θεατή σε ερωτικές ταινίες.

Επιπλέον· ξετσίπωτη, «τσούλα», σεξουαλικά ακόρεστη και «ανήθικη» η ηρωίδα «έφερνε» ένα, διαφορετικό των ήδη εμπεδωμένων, μοντέλο γυναικείας συμπεριφοράς, κάτι που προκαλούσε τουλάχιστον αμηχανία, αν όχι δυσφορία.

Αδιάφορη για οτιδήποτε πέραν της απόλαυσης που μπορούσε να λάβει από το σεξ, η Σίλβια Κριστέλ εκπροσωπούσε μια ταυτότητα που βρισκόταν υπό συγκρότηση, μια γυναίκα πέραν του δίπολου καλή χριστιανή-μητέρα-ηθική νοικοκυρά από τη μία και αφοσιωμένη αριστερή ακτιβίστρια από την άλλη.

Η Εμμανουέλα σοκάρει καθότι προοιωνίζεται κάτι το οποίο δεν είναι ακόμη σαφές, είναι όμως σίγουρα σαφές ότι δεν αρέσει καθόλου. Είναι η γυναίκα των καιρών, η γυναίκα του Studio 54, της ντίσκο και της ηδονιστικής αυτοπραγμάτωσης.

Ανθρωπολογικά θα λέγαμε ότι αντιστοιχεί σε ένα νεοφιλελεύθερο στον πυρήνα του πρότυπο (όπως το γνωρίσαμε τις επόμενες δεκαετίες), που προτείνει την «ολοκλήρωση» της γυναίκας μέσα από τη σεξουαλική απόλαυση, την επαγγελματική «επιτυχία», τον ακατάσχετο καταναλωτισμό και την επιδεικτική αδιαφορία για τα μεγάλα πολιτικά και κοινωνικά ζητήματα.

Ως εκ τούτου η Εμμανουέλα μένει μετέωρη, κανένας λόγος περί ελευθερίας του λόγου δεν διατυπώνεται υπέρ αυτής πειστικά, πέραν ανθρώπων που δεν εκφράζουν όμως παρά τον εαυτό τους.

Δημοσίευμα της εφ. Βραδυνής για την ταινία «Εμμανουέλα»

 

Παρά το σκάνδαλο (ίσως βέβαια και εξαιτίας αυτού), οι Εληνες θεατές συνέρρευσαν μαζικά στους κινηματογράφους για να παρακολουθήσουν τις «ερωτικές περιπέτειες της άτακτης Γαλλιδούλας», καθώς μόνο την πρώτη βδομάδα προβολής της, μέχρι δηλαδή να απαγορευτεί με δικαστική απόφαση ως «άσεμνη» (16/4/1975), η ταινία είχε κόψει περισσότερα από τριακόσιες χιλιάδες εισιτήρια και μάλιστα με αρκετά «τσουχτερό» για τα δεδομένα της εποχής εισιτήριο.

Σε μια εποχή έντονης πολιτικοποίησης το γεγονός αυτό δεν μπορεί παρά να υποδεικνύει πως η ιστορική πραγματικότητα είναι πάντοτε πολύ πιο σύνθετη από ό,τι συνήθως τείνουμε να πιστεύουμε.

Ή, όπως ακούγεται συχνά στις ταινίες, η πραγματικότητα είναι συνήθως πιο απρόβλεπτη και από το πιο ευφάνταστο σενάριο.

 

*Ο Κώστας Κατσάπης (katsapius@gmail.com) είναι ιστορικός στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και συγγραφέας των βιβλίων «Ηχοι και Απόηχοι. Κοινωνική ιστορία του ροκ εν ρολ φαινομένου στην Ελλάδα», 1956-1967 (Αθήνα 2007) και «Το «πρόβλημα νεολαία». Μοντέρνοι νέοι, Παράδοση και Αμφισβήτηση στη μεταπολεμική Ελλάδα, 1964-1974 (Αθήνα 2013).

 

Πηγή: Περιπέτειες μιας «άτακτης Γαλλιδούλας» | Η Εφημερίδα των Συντακτών

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s