Τάγματα

Τάγματα Ασφαλείας: Ίδρυση, πολιτικό πλαίσιο και ανάπτυξη

Τάγματα Ασφαλείας ονομάστηκαν οι μονάδες που συγκροτήθηκαν το 1943-1944 από τις κατοχικές αρχές για την καταπολέμηση του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Σκοπός της δημιουργίας τους, εκτός από την εξοικονόμηση γερμανικού δυναμικού, ήταν, σύμφωνα με τον τότε στρατιωτικό διοικητή της Ελλάδας, Αλεξάντερ Λέερ, να χρησιμοποιηθεί πλήρως η αντικομμουνιστική μερίδα του ελληνικού λαού, για να εκδηλωθεί φανερά και να εξαναγκαστεί σε απροκάλυπτη εχθρότητα κατά της κομμουνιστικής μερίδας. Στόχος ήταν η διεύρυνση, των κατά τόπους συμμαχιών του κατοχικού μηχανισμού και η μετατροπή του πολέμου κατά της Αντίστασης σε εμφύλιο.Το εγχείρημα υλοποιήθηκε με Ευζωνικά Τάγματα, οργανωμένα από
την δοσίλογη κυβέρνηση, συνολικής δύναμης 5.725 ανδρών, και  από 22 εθελοντικά τάγματα, ως επί το πλείστον αυτοτελώς συγκροτημένα, συνολικής δύναμης 16.625 ανδρών. Όλα τα τάγματα τελούσαν υπό τις διαταγές του  αντιστράτηγου των Waffen SS, Walter Schimana
Στον ίδιο το Σιμάνα οφείλουμε και τον τελικό απολογισμό της δράσης των Ταγμάτων Ασφαλείας, λίγο μετά την αποχώρηση των Γερμανών από την Ελλάδα. Σε αναφορά του προς το Γενικό Επιτελείο των SS, στις 2 Νοεμβρίου 1944, εκτιμά ότι τα μεν εθελοντικά τάγματα «ήταν πολύτιμες βοηθητικές μονάδες στην ενεργή καταπολέμηση των συμμοριών» από τη Βέρμαχτ, τα δε ευζωνικά τμήματα «πολέμησαν τον Κομμουνισμό και τις συμμορίες του ΕΛΑΣ με αξιοσημείωτη επιτυχία». Την εκτίμησή του θα συμμεριστεί, στην υπηρεσιακή του απάντηση, στις 10 Νοεμβρίου 1944, και ο αρχηγός των SS, Χάινριχ Χίμλερ:
«Σας εκφράζω τα συγχαρητήριά μου, επειδή κατορθώσατε να οργανώσετε τα υγιή και νομοταγή στοιχεία του Ελληνικού λαού στα τμήματα των Ελλήνων εθελοντών καθώς και των Ευζώνων, και να τα οδηγήσετε -σε αγαστή συνεργασία με τα δικά μας γερμανικά τμήματα- στον αγώνα κατά των μπολσεβίκων συνωμοτών μέχρι την τελευταία μέρα».

Με πυρήνα αυτές τις οργανώσεις, οι Γερμανοί προσπάθησαν, χωρίς μεγάλη επιτυχία, να δημιουργήσουν ένα ενιαίο ιδεολογικό και πολιτικό μέτωπο, ικανό να προπαγανδίσει την Νέα Ευρώπη του  Ράιχ, αλλά και έναν κρατικό μηχανισμό στελεχωμένο από πιστούς , αποσκοπώντας στον καλύτερο δυνατό έλεγχο της κοινωνίας. Έτσι, αρχικά οι εθνικοσοσιαλιστές διεισδύουν στον κρατικό μηχανισμό, όπου ασκούνται σε εκβιασμούς, καταχρήσεις και κλοπές τροφίμων, προσπαθώντας έτσι να πλουτίσουν αλλά και να δημιουργήσουν ένα πελατειακό δίκτυο, χρήσιμο για τις φιλοδοξίες τους.
Οπως ήταν αναμενόμενο, οι ταγματασφαλίτες ταυτίστηκαν με την πιο σκοτεινή πλευρά της δράσης των κατοχικών στρατευμάτων: μπλόκα, κάψιμο χωριών, μαζικές εκτελέσεις αμάχων. Συχνά, μάλιστα, αποδείχθηκαν βασιλικότεροι του βασιλέως – κατηγορώντας λ.χ. τους εκπροσώπους του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού σαν «τροφοδότες των συμμοριτών» ή διαμαρτυρόμενοι για την «επιείκεια» των Γερμανών απέναντι στους αιχμάλωτους «κομμουνιστές».

Η εικόνα που αποτυπώθηκε ως εκ τούτου στη συλλογική μνήμη για τα Τάγματα ήταν τέτοια, ώστε η Πολιτεία ουδέποτε τόλμησε να προχωρήσει στην επίσημη πολιτική αποκατάστασή τους. Μολονότι τα επιζήσαντα στελέχη τους τιμήθηκαν ποικιλότροπα από το μεταπολεμικό κράτος των εθνικοφρόνων, αυτό έγινε με κάθε δυνατή διακριτικότητα

Συγκρότηση Ταγμάτων Ασφαλείας

Τον Μάϊο του 1941, με την κατάληψη της Ελλάδας από τους Γερμανούς  οι  στρατιωτικές δυνάμεις κυρίως του Στρατού ξηράς, παρέδωσαν τον οπλισμό και διαλύθηκαν .Αντιθέτως παρέμειναν τα  Σώματα Ασφαλείας, που ήταν η Βασιλική Χωροφυλακή, με έδρα την Αθήνα και υποδιοικήσεις σ΄ όλη τη Χώρα, η Αστυνομία Πόλεων, που είχε την ευθύνη ασφάλειας των πόλεων Αθήνας, Πειραιά, Πάτρας και Κέρκυρας, στην οποία Χωροφυλακή μεταξύ άλλων καθηκόντων είχε προστεθεί και η δίωξη των κομμουνιστών, το Λιμενικό Σώμα, στο οποίο διατήρησαν τη θέση τους μόνο οι αξιωματικοί και οι υπαξιωματικοί, με έδρα τον Πειραιά και τα άοπλα σώματα της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας και  της  Αγροφυλακής, η οποία ήταν ειδική δημόσια υπηρεσία, με καθήκον την τήρηση της δημόσιας τάξης και την πρόληψη του εγκλήματος σε αγροτικές περιφέρειες.

Οι Γερμανοί κατακτητές αποφάσισαν, σύμφωνα με το δίκαιο του πολέμου, την διατήρησή τους για την εσωτερική ασφάλεια με μειωμένη όμως δύναμη. Η πρώτη κατοχική κυβέρνηση με πρωθυπουργό τον αντιστράτηγο Γεώργιο Τσολάκογλου, πρώην διοικητή του Γ΄ Σώματος Στρατού, μέσα σε δύο χρόνια έχασε σταδιακά τον έλεγχο της υπαίθρου καθώς άρχισαν ν΄ αναπτύσσονται ομάδες ανταρτών που δρούσαν στις ορεινές περιοχές. Οι Ιταλοί και οι Βούλγαροι, που κατείχαν υπό έλεγχο το μεγαλύτερο μέρος της Χώρας, εξανάγκασαν την κυβέρνηση να μεταθέσει δυνάμεις της Χωροφυλακής στις μεγάλες πόλεις.

Στο τέλος του πρώτου χρόνου κατοχής οι κατακτητές είχαν προσπαθήσει ν΄ αναθέσουν στα σώματα ασφαλείας, ιδίως στη Βασιλική Χωροφυλακή, αντιανταρτικά καθήκοντα που υπήρξαν όμως ανεπιτυχή. Τον Μάρτιο του 1942, υπό την πίεση των Ιταλών η ελληνική κυβέρνηση δια των Νομαρχών άρχισε να χορηγεί άδειες οπλοφορίας σε ειδικά επιλεγμένα άτομα, τα οποία θα ενίσχυαν τους κατά τόπους Σταθμούς Χωροφυλακής, που είχαν αποδυναμωθεί, με κύρια αποστολή την καταστολή του κομμουνισμού και την προστασία από επιθέσεις ανταρτών. Αυτά τα άτομα ήταν οι λεγόμενοι τότε «άνευ θητείας χωροφύλακες», τα οποία συγκρότησαν περίπου 19 τμήματα Ελλήνων εθελοντών και εντάχθηκαν αργότερα στη δύναμη της Χωροφυλακής.

Τον Δεκέμβριο του 1942 η Ανώτατη Διοίκηση των Καραμπινιέρων στη Καρδίτσα εξέδωσε διαταγή συνδρομής των δυνάμεων της τοπικής Χωροφυλακής στις επιχειρήσεις κατά των ανταρτών. Τότε το Υπουργείο Εσωτερικών, στην αρμοδιότητα του οποίου υπάγονταν η Χωροφυλακή και η Αστυνομία Πόλεων, διαμαρτυρήθηκε έντονα στην Ανώτατη Διοίκηση των Ιταλών χωρίς αποτέλεσμα. Αλλά και αργότερα η γερμανική διοίκηση με απόφασή της, στις 10 Οκτωβρίου του 1943, ενέταξε τα Σώματα αυτά στη διοίκηση των Ες-Ες παρά την επίσης έντονη αντίδραση του υπουργείου, που προσπάθησε πλέον αυτή τη φορά ν΄ ανασυγκροτήσει την Πολιτοφυλακή, η οποία υφίστατο κατά την περίοδο του πολέμου 1940-1941.
Για τους Γερμανούς αποδείχθηκε πολύ πιο εύκολο και πιο αποτελεσματικό, αντί να πολεμούν οι ίδιοι τους αντάρτες, να διαμορφώσουν συνθήκες, που θα οδηγούσαν Έλληνες να χτυπούν Έλληνες. Κατέφυγαν σε δόλια μέσα. Και τη διαδικασία αυτή τους την εξασφάλισαν τα  Τάγματα Ασφαλείας.

Το 1943 υπήρξε έτος καμπής τόσο για την εξέλιξη του πολέμου στα μεγάλα μέτωπα της ανατολικής Ευρώπης και της Βορείου Αφρικής, μετά τις μεγάλες νίκες των συμμάχων έναντι των δυνάμεων του Άξονα, όσο και για την ανάπτυξη του εγχώριου αντιστασιακού κινήματος.
Στις αρχές του  1943, οι διεθνείς και εσωτερικές συνθήκες είχαν αρχίσει να αλλάζουν ουσιαστικά σε βάρος του Αξονα.Διεθνώς συντελείτο ριζική στροφή στην πορεία του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, μετά τη συντριβή των γερμανικών δυνάμεων στο Στάλινγκραντ. Από την άλλη, διαφαινόταν ότι από μήνα σε μήνα η Ιταλία θα κατέρρεε. Πράγματι, σττις 8 Σεπτεμβρίου του 1943 η Ιταλία συνθηκολό- γησε. Παράλληλα, στην Ελλάδα, το ΕΑΜ αναπτυσσόταν και ο ΕΛΑΣ είχε συγκροτηθεί, ενώ τα πρώτα σημάδια μιας θυελλώδους ανάπτυξης και των δύο ήταν πλέον ορατά.
Στην Αθήνα, το πρώτο τρίμηνο του 1943 σημαδεύτηκε από τις συνεχείς και μαζικές διαδηλώσεις των κατοίκων ενάντια στο μέτρο της πολιτικής επιστράτευσης, που στόχευε στην αποστολή χιλιάδων Ελλήνων πολιτών προς εργασία στις παραγωγικές μονάδες της Γερμανίας. Μετά από τις αντιδράσεις αυτές το μέτρο αποσύρθηκε δίνοντας στην οργανωμένη αντίσταση τη μεγαλύτερη μέχρι τότε νίκη, γεγονός που κατέστησε το ΕΑΜ ως την ισχυρότερη αντιστασιακή δύναμη. Κάτω από αυτήν την επικίνδυνη εξέλιξη, οι γερμανικές και οι ιταλικές αρχές Κατοχής δέχτηκαν τον βασικό όρο του Ιωάννη Ράλλη, να δημιουργηθούν τα Τάγματα Ασφαλείας.

Ο διορισμός του Ιωάννη Ράλλη σηματοδότησε την έναρξη των διαδικασιών για τη δημιουργία ελληνικής ένοπλης δύναμης, με στόχο την αναχαίτιση του ΕΑΜ. Τον Απρίλιο του 1943 δημιουργήθηκαν τα Τάγματα Ασφαλείας. Ο λόγος που οδήγησε στη δημιουργία τους καταγράφεται σε επιστολή του Ιωάννη Ράλλη προς το διοικητή της Βέρμαχτ στην Ελλάδα, στρατηγό Σπάιντελ, στις 20 Δεκεμβρίου 1943:

«Γνωρίζετε, Εξοχότατε, ότι η κυβέρνησή μου ανέλαβε με θάρρος τον αγώνα εναντίον του κομμουνιστικού επαναστατικού κινήματος. Οι συνεχείς  προσπάθειές μου για στρατολόγηση και εξοπλισμό πιστών σωμάτων ασφαλείας, τα οποία χρησιμοποιούνται ήδη εναντίον των κομμουνιστών στην πρωτεύουσα, σας είναι επίσης γνωστές […]
Η κυβέρνησή μου δεν θα διστάσει να χρησιμοποιήσει μέσα, όσο σκληρά και αν πρέπει να είναι, εναντίον των οπλισμένων αναρχοκομμουνιστικών στοιχείων, που πίστεψαν ότι βρήκαν ήδη την ευκαιρία για να μπορέσουν να επιβάλουν με τις αιματηρές και δολοφονικές τους ενέργειες τις φριχτές αρχές τους στον άτυχο και χειμαζόμενο ελληνικό λαό.»

Στις αρχές του 1943 οι ζυμώσεις μεταξύ των Γερμανών και των Ιταλών για το διάδοχο του Κωνσταντίνου Λογοθετόπουλου βρίσκονταν στο αποκορύφωμα τους. Όλα έδειχναν ότι οι κρούσεις που είχαν γίνει στον Ιωάννη Ράλλη για την ανάληψη της πρωθυπουργίας θα είχαν ευτυχή κατάληξη παρά τους όρους που ο τελευταίος είχε θέσει για να δεχτεί. Μεταξύ των όρων αυτών σημαντική θέση κατείχε η πρόταση-απαίτηση του Ράλλη για την άμεση συγκρότηση τουλάχιστον τεσσάρων ευζωνικών ταγμάτων, από τα οποία τα δύο θα παρέμεναν στην Αθήνα και τα άλλα θα εγκαθίσταντο στη Θεσσαλονίκη. Ο Ι.Ράλλης θεωρούσε επιβεβλημένη κίνηση το σχηματισμό  αυτών ταγμάτων:

« Παρακληθείς παρά ταύτα επιμόνως να εκθέσω τους όρους μου, ανέφερον τα εξής
[…]
4ον) Θα μοι επετρέπετο η άμεσος συγκρότησις δύο ευζωνικών ταγμάτων εν Αθήναις πρώτον και δύο αμέσως κατόπιν εν Θεσσαλονίκη, ως σύμβολον της ελληνικής κυριαρχίας και ίνα χρησιμεύσουν,όταν θα έπαυεν η κατοχή, ως πυρήν του μέλλοντος στρατού.Δεδομένου δ’ότι είχεν κατασχεθή ως λεία πολέμου, όλον το πολεμικόν υλικόν, θα μοι έδιδον το μέρος εκείνο του υλικού, το οποίονθα ήτο απαραίτητον δια τον εξοπλισμόν της δυνάμεως ταύτης. Ωμίλησα απεριφράστως όσον αφορά τους σκοπούς εις ούς απέβλεπον δια της συγκροτήσεως της μικράς αυτής δυνάμεως, διότι αμφότεροι οι πληρεξούσιοι μοι είχον, ευθύς εξ αρχήςτης συνομιλίας μας, δηλώση, ότι ούτε η Ιταλία, ούτε η Γερμανία απέβλεπον εις κατακτητικούς σκοπούς εν Ελλάδι και ότι η κατοχή ήτο απλώς συνέπεια της πολεμικής δράσεως, η οποία θα ήρετο ολοσχερώς ευθύς ως ήθελον εκλείψη οι προκαλέσαντες ταύτην απολύτως στρατηγικοί λόγοι

5ον) Θα μοι εδίδετο ο αναγκαίος οπλισμός δια την χωροφυλακήν, ήτις είχε κατά το μέγιστον αυτής μέρος αφοπλισθή.»

« Η συγκρότησις των Ταγμάτων εβασίσθη αρχικώς επί της εθελουσίας κατατάξεως. Επειδή όμως παρετηρήθη ότι δι’αυτής επέτυχον να διεισδύσουν στοιχεία επικίνδυνα και τινες κομμουνισταί (κατ’εντολήν των αρχηγών των) ηθελήσαμεν να εφαρμόσωμεν το σύστημα των ατομικών προσκλήσεων. Εκεί όμως ευρέθημεν πρό της επιμόνου αρνήσεως των Γερμανών, κατηγορούντων ημάς ότι ηθέλαμεν ούτω επιτηδείως να παρασκευάσωμεν επιστράτευσιν, υπούλους κατ’αυτών έχοντες σκοπούς. Ήρχισαν μάλιστα απεριφράστως να μας θέτουν το ερώτημα τί θα έπραττον τα Τάγματα εν περιπτώσει αγγλικής αποβάσεως. Εννοείται ότι η απάντησίς μας ήτο ότι δεν θα ελαμβάνομεν εις τοιαύτης φύσεως επιχείρησιν κατά των Άγγλων,αφού ούτοι, εάν δεν ήσαν σύμμαχοί μας, πάντως δεν ήσαν εχθροί μας και ότι ουδεμίαν κατά των Γερμανών εχθρικήν πράξιν θα προεβαίνωμεν, καθότι κατά την γνώμην μας,ήτο εντροπή να στρέψωμεν τα όπλα τα οποία μας είχον δοθή υπ’αυτών, κατ’αυτών.Και τέλος μετά πολλάς συζητήσεις και υπαναχωρήσεις, εδέησε να μας επιτρέψουν την δια των στομικών προσκλήσεων κατάταξιν. Αλλά νέον τότε παρουσιάσθη εμπόδιον. Η εξέγερσις των κληθέντων Ελλήνων και των οικείων των, οι οποίοι, των Γερμανών αληθή δια τούτο επιδεικνυόντων ενθουσιασμόν, διεμαρτύροντο εντόνως κατά του μέτρου μας, λέγοντες, ότι ούτω εκτίθενται οι οικείοι των ευπόρων κυρίως νέοι (δεν εκάλεσα απόρους ίνα μην τους στερήσω των οικογενειών των) διότι παρουσιάζονται θέλοντες, χάριν των περιουσιών των, τον εμφύλιον σπαραγμόν. Ηναγκάσθην τότε να απευθύνω δριύτατας παρατηρήσεις εις τους κυρίους αυτούς. Ίσως σήμερον να δικαιολογούν την επιμονήν μου και την αξίωσιν ήν είχον όπως οι εύποροι, ως απολάβοντες και μεγαλυτέρων αγαθών, σπεύσουν προς τας επάλξεις όχι δια να διατηρήσουν τας περιουσίας των, αλλά δια να σώσουν την Ελλάδα.»

Στις 7 Απριλίου 1943 η κυβέρνηση του Ιωάννη Ράλλη αρχίζει τη συγκρότηση των Ταγμάτων Οι Γερμανοί, είχαν ανάγκη από ένοπλα σώματα, που θα τους βοηθούσαν στην καταστολή της Αντίστασης, γι αυτό και η Βέρμαχτ έδωσε την έγκρισή της δια του Νόμου 260/1943, που εκδόθηκε στις 18 Ιουνίου του 1943 και δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ 180 Α’. Τα Τάγματα εξοπλίστηκαν αποκλειστικά από τους κατακτητές και αμέσως μόλις συγκροτήθηκαν, έφτασαν στη Θεσσαλονίκη.
Οι Γερμανοί δεν εμπιστεύονταν ούτε ότι η Χωροφυλακή είναι καθαρή από κομμουνιστές, γι αυτό και ο Ιωάννης Ράλλης  εξόπλισε τους Εύζωνες, τους τσολιάδες των Ανακτόρων, που μέχρι τότε ήταν άοπλοι και τους παραχώρησε στους Γερμανούς1.

Στις 21 Ιουνίου 1943, τρεις ημέρες μετά τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως του Νόμου 260 «περί συγκροτήσεως τεσσάρων Ευζωνικών Ταγμάτων», οι αστυνομικές αρχές της Θεσσαλονίκης έλαβαν μέσω του τοπικού ελληνικού Φρουραρχείου το σχετικό έγγραφο του Υπουργείου Εθνικής Αμύνης «περί κατατάξεως εθελοντών οπλιτών εις τα Ανεξάρτητα Τάγματα Ευζώνων κατόπιν της διαταχθείσης συγκροτήσεως τεσσάρων Ανεξαρτήτων Ταγμάτων Ευζώνων (δύο εν Αθήναις και δύο εν Θεσσαλονίκη)».
Ανάμεσα στα απαιτούμενα δικαιολογητικά κατάταξης περιλαμβανόταν η προσκόμιση του πιστοποιητικού κοινωνικών φρονημάτων, ενώ οι υποψήφιοι δεν θα έπρεπε να είχαν συμμετάσχει σε οργανώσεις ή ενέργειες αντεθνικές «στρεφομένας κατά του κρατούντος Κοινωνικού Καθεστώτος».

Το σχέδιο Ράλλη εφαρμόστηκε μόνο κατά το ήμισυ, καθώς μέχρι τα τέλη του χρόνου είχε ολοκληρωθεί η συγκρότηση των ταγμάτων στην περιοχή των Αθηνών, ενώ στη συνέχεια το μέτρο αυτό επεκτάθηκε και στην επαρχία. Αντιθέτως, το σχέδιο που προέβλεπε τη συγκρότηση δυο επιπλέον ταγμάτων στη Θεσσαλονίκη ματαιώθηκε. Οι λόγοι της ματαίωσης δεν οφείλονταν στην επιδίωξη εφαρμογής μιας άλλης πολιτικής από τους Γερμανούς στη Μακεδονία. Ο σχεδιασμός για την αντιμετώπιση του εαμικού κινήματος ακολούθησε μια ενιαία γραμμή παρά τις κατά τόπους διαφοροποιήσεις. Στην περίπτωση της Μακεδονίας οι Γερμανοί δεν επιθυμούσαν την κρατική συμμετοχή, γεγονός που ενδεχομένως θα δυσαρεστούσε τους συμμάχους Βουλγάρους. Εκτός αυτού, δεν είχαν λόγο να προστρέξουν στη βοήθεια των «αναξιόπιστων» αξιωματικών και να θέσουν σε κίνδυνο τις ισορροπίες στην περιοχή, τη στιγμή που υπήρχαν από ελληνικής πλευράς προτάσεις συνεργασίας, κάποιες από τις οποίες συνδύαζαν το αντικομμουνιστικό μένος με την εμμονή στην εθνικοσοσιαλιστική προοπτική της Ελλάδας.

Το πιο αποφασιστικό βήμα για τη συγκρότηση των Ταγμάτων Ασφαλείας έγινε με την έκδοση της υπ’ αριθμ. 15111 διαταγής, στις 16 Ιανουαρίου 1944, του Γενικού Διοικητή του Στρατού Ξηράς του Υπουργείου Εθνικής Ασφαλείας, η οποία φέρει την υπογραφή του Ιωάννη Ράλλη ως προέδρου του συμβουλίου και υπουργού Εθνικής Άμυνας. Στα τέλη Οκτωβρίου του 1943, σε μυστική σύσκεψη που πραγματοποίησαν μεγαλοβιομήχανοι και μεγαλομαυραγορίτες, αποφασίστηκε να χρηματοδοτηθεί ο Ράλλης με μεγάλα χρηματικά ποσά για να εξοπλίσει τα Τάγματα Ασφαλείας

Η διαταγή έλεγε:

«Η κυβέρνηση, αποφάσισε να χρησιμοποιήσει τις δυνάμεις Ασφαλείας του κράτους, για να αντιμετωπήσει με σθένος όλα τα αναρχικά στοιχεία που είναι η μάστιγα τόσο των πόλεων όσο και της υπα θρου. Έχοντας αυτόν τον στόχο σκοπεύει να αυξήσει τις δυνάμεις της με τη δημιουργία αλλων ταγματων ευζώνων, έτσι ώστε να ανταπεξέλθει στο έργο της διαλυσης του κομμουνισμού. Οι Έλληνες αξιωματικοί θα πρέπει να είναι οι πρώτοι που θα συνεισφέρουν σε αυτό το εθνικό έργο της κυβέρνησης». Στη συνέχεια καλούσε «όλους τους μόνιμους αξιωματικούς να δεχθούν να συμμετάσχουν στην εθνική δέσμευση της κυβέρνησης»

Διέταζε δε:

«Αμέσως, με τη λήψη αυτής της εντολής, να καλέσετε όλους τους μόνιμους αξιωματικούς υπό τις διαταγές σας και εκείνοι που είναι διατεθε ιμένοι να καταταγούν στα Τάγματα Ασφαλείας να υποβάλουν σχετικές δηλώσεις. Οι δηλώσεις αυτές πρέπει να υποβληθούν αμέσως σε εμάς (Γεν ική Διεύθυνση Δυνάμεων Ξηράς) πριν από την 23η του τρέχοντος μηνός».

Το πρώτο Τάγμα Ασφαλείας, ή 1ο Τάγμα Ευζώνων, συγκροτήθηκε τον Μάιο του 1943 και διοικητής του ανέλαβε ο Φωκίων Διαλέττης. Όμως περί τα μέσα Ιουνίου αποφασίστηκε η συγκρότηση τεσσάρων ακόμη ταγμάτων. Έτσι τον Ιούνιο, Σεπτέμβριο, Οκτώβριο και μέχρι τον Δεκέμβριο του 1943 δημιουργήθηκαν στην Αθήνα άλλα τέσσερα Ευζωνικά Τάγματα, με δυναμικό 300 οπλίτες και 20 αξιωματικούς έκαστο.Η επάνδρωσή τους γινόταν με αξιωματικούς του στρατού, με υποχρεωτική κλήτευση νέων σειρών και αποστράτων αξιωματικών. Η φρουρά του Αγνώστου αποτέλεσε το φυτώριο και για τα επόμενα τακτικά Ευζωνικά Τάγματα, καθώς η βασική εκπαίδευση δινόταν εκεί και στη συνέχεια τα Τάγματα έφευγαν για την ύπαιθρο, κυρίως δυτική Ελλάδα και Πελοπόννησο, όπου επιμέρους τμήματά τους ίδρυσαν τοπικά Τάγματα. Για κάθε τάγμα ευζώνων προβλεπόταν δύναμη 600 ανδρών και 50 αξιωματικών, καθώς και ενός Γερμανού αξιωματικού

Η πρώτη μεγάλη επιχείρηση των Αθηναϊκών Ταγμάτων διεξάγεται το Νοέμβριο του 1943 εναντίον των αναπήρων του Ελληνοιταλικού πολέμου.
Πάνω από 15.000 ήταν οι ανάπηροι πολέμου 1940-1941 που έμειναν στα δεκαεννιά νοσοκομεία της Αθήνας. Ήταν η μεραρχία της Κρήτης που απομονώθηκε στην Αθήνα, αλλά και από άλλες περιοχές της Ελλάδας που δεν μπορούσαν να πάνε στα σπίτια τους γιατί τα τραύματά τους ήταν τέτοια που απαιτούσαν περίθαλψη νοσοκομειακή.
Στην πλειοψηφία τους, οι ανάπηροι που είναι εγκατεστημένοι σε διάφορα νοσοκομεία της Αθήνας, είναι οργανωμένοι στο Ε.Α.Μ δρώντας επικουρικά, και ως κάλυψη των ενόπλων τμημάτων του Ε.Λ.Α.Σ. Πολλοί από αυτούς συλλαμβάνονται και οδηγούνται στις φυλακές Χατζηκώστα.2 Οι μισοί από τους συλληφθέντες αναπήρους, θα εκτελεστούν τμηματικά ως το τέλος της Κατοχής. Παρόμοιες επιθέσεις διεξάγονται και αργότερα με επιδρομές των Ταγμάτων στην Κοκκινιά και στην Καλογρέζα τον Μάρτιο του 1944. Οι επιδρομές αυτές καταλήγουν σε συλλήψεις ή και σε επι τόπου εκτελέσεις. Σε γενικές γραμμές η κατάσταση στην Αθήνα, από την άνοιξη του 1944 έως την .Απελευθέρωση, χαρακτηρίζεται από συγκρούσεις των δυνάμεων του Ε.Λ.Α.Σ με τα Τάγματα Ασφαλείας, που είτε διενεργούν αυτόνομες επιχειρήσεις, είτε συνεπικουρούν τις Γερμανικές δυνάμεις στις δικές τους επχειρήσεις.

Το 2ο Ευζωνικό Τάγμα, που συγκροτήθηκε τον Ιούνιο, μετακινήθηκε στην Πάτρα προκειμένου να αποτελέσει τον πυρήνα του 2ου Συντάγματος Ευζώνων. Τα υπόλοιπα τέσσερα Ευζωνικά Τάγματα στην Αθήνα συγκρότησαν το 1ο Σύνταγμα Ευζώνων Αθηνών, επικεφαλής του οποίου τέθηκε ο Ι. Πλυτζανόπουλος. 
Οι μονάδες αυτές καθώς και όσες δημιουργήθηκαν στη συνέχεια τέθηκαν υπό την Ανωτάτη Διοίκηση Ευζωνικών Ταγμάτων του υπουργείου Εθνικής Αμύνης. Επικεφαλής όλων των ταγμάτων αυτών ανέλαβε στις 25 Νοεμβρίου ο προαχθείς σε υποστράτηγο Βασίλειος Ντερτιλής.

Τον Φεβρουάριο του 1944 ένας νέος νόμος προέβλεψε τη δυνατότητα επέκτασής τους στην επαρχία – πρακτική που είχε ήδη αρχίσει να εφαρμόζεται στην πράξη, με την αποστολή των πρώτων οργανωμένων στρατιωτικών πυρήνων από την πρωτεύουσα στη Χαλκίδα στις 29 Δεκεμβρίου 1943 και την Πάτρα στις 20 Ιανουαρίου 1944. Το ίδιο σχέδιο θα χρησιμοποιηθεί στη συνέχεια για τη δημιουργία παρόμοιων μονάδων στο Αγρίνιο στις 18 Φεβρουαρίου 1944, την Κόρινθο στις Απριλίου 1944, τον Πύργο στις 19 Μαϊου 1944 και τη Ναύπακτο στις 22 Ιουνίου 1944.Τελικά ιδρύθηκαν 9 ευζωνικά τάγματα, συνολικής δύναμης 5.725 ανδρών 3.

Οι πρώτες μονάδες που δημιουργήθηκαν το Φθινόπωρο του 1943 στη Λακωνία και σε μικρότερο βαθμό στην Καλαμάτα, την Ηλεία και την Πάτρα, «κεχωρισμένως και τοπικιστικώς», ενοποιήθηκαν την άνοιξη του 1944, ύστερα από ζυμώσεις «πατριωτικών κύκλων» της Αθήνας με την κυβέρνηση Ράλλη, σε μια ενιαία οργανωτική δομή η οποία «τυπικώς μόνον» υπαγόταν στο Υπουργείο Ασφαλείας της δοσίλογηςς κυβέρνησης.
Η ονομασία της ήταν «Β’ Αρχηγείον Χωροφυλακής Πελοπονήσου», έδρα της ορίστηκε η Τρίπολη και επικεφαλής της ανέλαβε στις 23 Μαρτίου του 1944 ο βασιλόφρων συνταγματάρχης Διονύσιος Παπαδόγγονας.
Ο Διονύσιος Παπαδόγγονας, ήδη από το καλοκαίρι του 1943 είχε πραγματοποιήσει επανειλημμένα διαβήματα προς τις ιταλικές και γερμανικές κατοχικές αρχές, εισηγούμενος τον εξοπλισμό μιας δύναμης 1.000 «έμπιστων εθνικοφρόνων» υπό τις διαταγές του για την καταπολέμηση του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, οι οποίες απερρίφθηκαν αρχικά, εξ αιτίας του φόβου ότι αυτή η δύναμη γρήγορα θα αφοπλιζόταν από το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ.

Συνολικά οργανώθηκαν πέντε τέτοια Τάγματα Ασφαλείας, με έδρες την Τρίπολη, τη Σπάρτη, το Γύθειο, το Μελιγαλά και τους Γαργαλιάνους, συνολικής δύναμης 4.000 ανδρών, με επι μέρους μονάδες ή φρουρές εγκαταστημένες σε  πόλεις, κωμοπόλεις και χωριά..

Επι μέρους εκδοχή αυτής της κατηγορίας θα πρέπει να θεωρηθεί το «Τάγμα Χωροφυλακής Χανίων» που συγκροτήθηκε στις 17 Φεβρουαρίου 1944 με απόφαση των τοπικών δοσιλογικών αρχών, διοικητή τον ταγματάρχη Δημήτριο Παπαγιαννάκη και αποστολή, τυπικά μεν την καταστολή της ζωοκλοπής, ουσιαστικά όμως την καταδίωξη των ανταρτών. Το «ελληνικό τμήμα διώξεως ανταρτών Παπαγιαννάκη», όπως αναφέρεται στα γερμανικά έγγραφα της εποχής, αποτελούνταν από 180-200 εθελοντές «χωροφύλακες άνευ θητείας» και ήταν η μοναδική περίπτωση επιτυχίας των προσπαθειών που κατέβαλαν οι κατακτητές για τη δημιουργία μιας ένοπλης, αντιαντάρτικης Αντικομμουνιστικής Οργανώσεως Κρήτης (ΑΟΚ) σε όλο το νησί.

«Εθελοντικές» αντιεαμικές ένοπλες ομάδες συγκροτήθηκαν αυτόνομα κυρίως στην Αττική, σε στενή συνεργασία με τα ευζωνικά τάγματα και την Ειδική Ασφάλεια αλλά χωρίς υπαγωγή τους σε κάποιον ενιαίο διοικητικό μηχανισμό. Τέτοιες περιπτώσεις ήταν η 40μελής «ομάδα ασφαλείας» κάποιου Κώνστα, που έδρασε στην περιοχή Ασπρόπυργου-Χασιάς από τον Ιούλιο του 1944 και μετά, η ομάδα των αδερφών Παπαγεωργίου στο Παγκράτι και η «Οργάνωσις Εθνικών Δυνάμεων Ελλάδος» (ΟΕΔΕ) των Μανιάτη και Νικολάου στα Ιλίσσια.
Ανάλογες ομάδες θα δημιουργηθούν και σε διάφορα επαρχιακά κέντρα. Ενα τυπικό παράδειγμα αποτελεί η «Πατριωτική Οργάνωσις Κεφαλληνίας», ΠΟΚ, η οποία ιδρύθηκε στην Κεφαλονιά την Άνοιξη του 1944 από «τους πιο γνωστούς κοινωνικούς παράγοντες του νησιού» κι άλλους «υπεύθυνους πολίτες», με κεντρικό πυρήνα «μια ομάδα επιστημόνων κι επαγγελματικών του Αργοστολίου», και διέθετε «μαχητικά τμήματα» από «ομάδες χωρικών», σύμφωνα με μια απολογητική διατύπωση,  ή «έξαλλα στοιχεία», που «έλαβαν όπλα από τους Γερμανούς σε αγώνα ζωής ή θανάτου με τους ΕΛΑΣίτες με σκληρά αντίποινα». Μια άλλη παρόμοια περίπτωση ένοπλης συνεργασίας ήταν αυτή των «Ενόπλων Δυνάμεων Νοτίου Νήσου» (ΕΟΝΝ) στη Λευκάδα.

Τάγματα Ασφαλείας δημιουργήθηκαν  και σε άλλες περιοχές όπως στην Εύβοια 4, στην Ηπειρο, στην Αιτωλοακαρνανία, στη Φθιώτιδα και αλλού. Σύμφωνα με έκθεση του Γενικού Στρατηγείου του ΕΛΑΣ, που καλύπτει την περίοδο του Αυγούστου 1944, ο αριθμός των Ταγματασφαλιτών έφθανε τις 14.475, αριθμός που υπολειπόταν του πραγματικού, ενώ, όταν η Κατοχή τελείωνε, ήταν κατά πολύ περισσότεροι.
Ωστόσο δημιουργήθηκαν διάφορες ποικιλώνυμες οργανώσεις των Ταγματασφαλιτών στη Μακεδονία και στη Θράκη, όπου κρατικός εκπρόσωπος ήταν ο συνταγματάρχης Αθανάσιος Χρυσοχόου, γενικός επιθεωρητής των Νομαρχιών της Βόρειας Ελλάδας, με έδρα τη Θεσσαλονίκη, που εκτός των άλλων καθοδηγούσε τα Τάγματα Ασφαλείας, σε συνεργασία με τους Γερμανούς.

Άλλη μια κατηγορία ήταν οι αντιεαμικές πολιτικοστρατιωτικές οργανώσεις μειονοτικών πληθυσμών, συγκροτημένες σε εθνική βάση και με αλυτρωτικό-αποσχιστικό πρόγραμμα. Η κατηγορία αυτή περιλαμβάνει τους κομιτατζήδες της «Οχράνα» και τους Τσάμηδες παραστρατιωτικούς της KSILIA
Οι πρώτοι σχημάτισαν το καλοκαίρι του 1944 τρία «Εθελοντικά Τάγματα Ασφαλείας», από 2.500-3.500 ένοπλους Σλαβομακεδόνες των νομών Πέλλας, Φλώρινας και Καστοριάς, με αρχικούς πυρήνες συγκροτημένους εκτός Ελλάδας από το ΒΜΡΟ και πολιτικό πρόγραμμα τη δημιουργία μιας ενιαίας ανεξάρτητης Μακεδονίας στα πλαίσια του Γ” Ράιχ. Ο απολογισμός του Σιμάνα θεωρεί αυτά τα «τάγματα Βέρνερ», από το όνομα του γερμανού καθοδηγητή τους, Βέρνερ Χάϊντε, ως κανονικά τάγματα ασφαλείας, ενώ παραλείπει να κάνει το ίδιο για τις ένοπλες μονάδες της άτυπης «Εθνικής Αλβανικής Διοίκησης της Τσαμουριάς» (Keshill Kombetar Shqiptar te amerise ή «Ξίλια») που είχε συσταθεί το 1942-1944 στη Θεσπρωτία. Η τελευταία διέθετε οργανωμένη πολιτοφυλακή, η οποία συμμετείχε στις επιχειρήσεις της Βέρμαχτ κατά των ανταρτών και η δύναμή της υπολογιζόταν από τα  στελέχη του ΕΑΜ μεταξύ 2.500 και 3.200 ενόπλων.
Μολονότι δημιουργημένα από την ιταλική κι όχι τη γερμανική στρατιωτική διοίκηση, τα ένοπλα σώματα του «Αξονικού Μακεδονοβουλγαρικού Επαναστατικού Κομιτάτου» της Καστοριάς, περίπου 1.600 άντρες, απ’ τους οποίους το ένα τρίτο ήταν ενταγμένο σε «κινητά αποσπάσματα» καταδίωξης των ανταρτών, ενώ οι υπόλοιποι σε στατικές πολιτοφυλακές και της βλάχικης «Λεγεώνας», θα μπορούσαν επίσης να υπαχθούν στην ίδια κατηγορία.
Αρκετά διαφορετική φαίνεται πως υπήρξε, από την άλλη, η περίπτωση των -ως επί το πλείστον τουρκόφωνων- χωριών της Μακεδονίας που πήραν τα όπλα στο πλευρό της Βέρμαχτ, αρχικά ως τμήματα της Π.Α.Ο κι εν συνεχεία ως «Εθνικός Ελληνικός Στρατός». Η διαφορά δεν βρίσκεται τόσο στην επίσημη πολιτική και ιδεολογία της κίνησης,  της οποίας ηγετικά στελέχη ήταν οι Μιχάλαγας και Κιτσά Μπατζάκ, που ταξίδεψαν το καλοκαίρι του 1944 στη Βιέννη ταυτιζόμενοι δημόσια με τη συνολική πολεμική προσπάθεια του Γ’ Ράιχ, όσο στην υπαρκτή διασύνδεσή της με έναν ευρύτερο κοινωνικό και πολιτικό περίγυρο. Μια πτυχή αυτής της διασύνδεσης ήταν η διατήρηση των σχέσεων εκπροσώπησης και διαμεσολάβησης στην εκάστοτε κεντρική κρατική εξουσία των βαθιά συντηρητικών και κοινωνικοπολιτικά περιχαρακωμένων τουρκόφωνων προσφυγικών κοινοτήτων από την παραδοσιακή τους ηγεσία, που σε μεγάλο βαθμό ταυτίστηκε με την καθοδήγηση του ΕΕΣ. Μια άλλη πτυχή της υπήρξε η διατήρηση των δεσμών της ηγεσίας του ΕΕΣ με το βασικό πλέγμα της αντιεαμικής βορειοελλαδικής εθνικοφροσύνης (υπηρεσίες της Γενικής Διοικήσεως Μακεδονίας, Εκκλησία, τοπικά δίκτυα του ΕΔΕΣ και υπολείμματα της ΠΑΟ) και -μέσω αυτών- με τους Βρετανούς. Οι Βρετανοί θα ενσωματώσουν, την τελευταία κυριολεκτικά στιγμή, το Τάγμα Ασφαλείας Νιγρίτας του αποκηρυγμένου από την «επίσημη» Π.Α.Ο, ταγματάρχη Σπυρίδη, στις δυνάμεις του Συμμαχικού Αρχηγείου Μ. Ανατολής,προνομιακή μεταχείριση που δεν επιφύλαξαν σε κανέναν άλλο ένοπλο δοσίλογο μηχανισμό.

Η κυριότερη διαφορά των Ταγμάτων Βόρειας Ελλάδας  από τα  Τάγματα Ασφαλείας, που ιδρύθηκαν από την κατοχική κυβέρνηση Ράλλη στην υπόλοιπη Ελλάδα, έγκειται στην οργανωτική τους δομή:  Παρά το γεγονός ότι ιδρύονται κι αυτά για να ελέγξουν τις πόλεις και, ιδίως, την Επαρχία και να πολεμήσουν τον ΕΛΑΣ, μοιάζουν περισσότερο με ασκέρια. Υπακούουν πιστά στον αρχηγό τους ο οποίος, ακόμα κι αν είναι πρώην αξιωματικός του στρατού, συμπεριφέρεται ως οπλαρχηγός, μοιράζοντας θέσεις και αξιώματα και, προπάντων, την εκάστοτε λεία. Αυτό είναι το κοινό χαρακτηριστικό με τις συμμορίες που δρουν στη Θεσσαλονίκη, τους κατόχους θέσεων στον διοικητικό μηχανισμό, τους πράκτορες και διάφορους πολεμιστές : Οι υπόγειες διαδρομές πλουτισμού, η μαύρη αγορά, οι επιτάξεις προϊόντων, η λεηλασία περιουσιών, το πλιάτσικο, οι εκβιασμοί, ο χρηματισμός, η απομύζηση των κρατικών υπηρεσιών και των εσόδων του και, φυσικά, η ιδιοποίηση των περιουσιών των Εβραίων της Θεσσαλονίκης, φανερώνουν τους πραγματικούς σκοπούς της στράτευσης, πίσω από τις ιδεολογικές διακηρύξεις.

Ο αντικομουνιστικός αγώνας, βέβαια, θα διασώσει πολλούς από αυτούς, μετά την αποχώρηση των Γερμανών από την Ελλάδα. Κάποιοι, είτε από πίστη είτε από φόβο, έχοντας υποπέσει στις μεγαλύτερες βαρβαρότητες, φεύγουν μαζί τους, παραμένουν στο πλευρό τους και συνεχίζουν μέχρι το τέλος του πολέμου τον «αγώνα τους». Κάποιοι εξαφανίζονται στη μεταπολεμική Ευρώπη ή τη Νότια Αμερική. Οι περισσότεροι επιστρέφουν απλώς στον τόπο καταγωγής τους, ούτε καν κρύβονται – αντίθετα, προστατεύονται από την αστυνομία, κι έπειτα κατατάσσονται στην Εθνοφυλακή, στις ΜΑΥ, στις ΜΑΔ 5 και αργότερα στον Εθνικό Στρατό.

 Σημειώσεις

1.Έτσι, προέκυψε και ο χαρακτηρισμός Γερμανοτσολιάδες. Οι οπλίτες των Ταγμάτων Ασφαλείας και των Ευζωνικών Ταγμάτων ονομάζονταν “ταγματασφαλίτες“. Στα μισητά τους πρόσωπα, η σοφή λαϊκή λεξιπλασία μεγαλούργησε. Δεν είναι μόνο το ευφυέστατο “Γερμανοτσολιάδες” για εκείνους που ντρόπιαζαν τη στολή του Εύζωνου, ούτε εκείνο το ενοχλητικό ήτα που αντικαθιστά το γιώτα, ώστε η λέξη να γράφεται “ταγματασφαλήτες” ταγματαλήτες, ώστε και οπτικά ακόμα να δείχνεται η απέχθεια και το μίσος του λαού για τους προδότες με την ελληνική στολή που σιτίζονταν από  την γερμανική μισθοτροφοδοσία (και το πλιάτσικο). Η κοινή γνώμη τους ονόμασε, επίσης, και “Ράλληδες“, από το όνομα του τρίτου και τελευταίου κατοχικού πρωθυπουργού, Ιωάννη Ράλλη

Ο Ιωάννης Ράλλης, δημιουργός και ηθικός αυτουργός της συγκρότησης των Ταγμάτων Ασφαλείας, με κύριο μέλημα τη “διατήρηση της τάξεως” και την “αντιμετώπιση των αναρχικών“, είχε δηλώσει στην Παναθηναϊκή Παλλαϊκή Επιτροπή, αποτελούμενη από Μητροπολίτες, Καθηγητές Πανεπιστημίων και προέδρους πνευματικών σωματείων και επαγγελματικών συλλόγων, που τον επισκέφτηκε για να του παραδώσει διάβημα διαμαρτυρίας για το διάταγμα επιστράτευσης, τον Αύγουστο του 1944:

«Εγώ έχω προσφέρει την μεγαλυτέραν υπηρεσίαν εις τον τόπον με την σύστασιν των Ταγμάτων Ασφαλείας, διά την οποίαν υπερηφανεύομαι και διά την οποίαν θα ζητήσω να τρέφομαι εφ’ όρου ζωής εις το Πρυτανείον. Μάλιστα, κύριοι, να τρέφομαι εφ’ όρου ζωής εις το Πρυτανείον, διότι εγώ έχω μεγαλύτερα δικαιώματα και από αυτόν τον Σωκράτην […] Εγώ δεν πρόκειται, βέβαια, να ανακαλέσω την διαταγή περί επιστρατεύσεως. Λυπάμαι μόνο διότι τα μέσα μου δεν μου επιτρέπουν να συγκροτήσω και “άλλον στρατόν” και να τους συντρίψω και εδώ και εις την ύπαιθρον και να επιβάλω το κράτος του Νόμου».

 2. Το Ορφανοτροφείο Γεωργίου και Αικατερίνης Χατζηκώνστα συστήθηκε με διάταγμα του Όθωνα το 1853. Χρηματοδοτήθηκε από την δωρεά του Γεωργίου Χατζηκώνστα. Παρείχε εξατάξια εκπαίδευση και τεχνικό προπαρασκευαστικό τμήμα των επαγγελμάτων της ξυλουργίας, υποδηματοποιίας, σιδηρουργίας, ραπτικής, ενώ προετοίμαζε και για το Πολυτεχνείο.Το ίδρυμα Χατζηκώνστα ξεκίνησε την λειτουργία του ως ορφανοτροφείο αρρένων με έδρα το κτίριο όπου σήμερα βρίσκεται η εκκλησία του Αγ. Γεωργίου στην Πειραιώς. Το 1940 επιτάχθηκε και λειτούργησε ως στρατόπεδο Χωροφυλακής , εν συνεχεία στρατόπεδο της ιταλικής φρουράς της Αθήνας και έπειτα ως φυλακές. Το κτίριο ανατινάχθηκε κατά την περίοδο των Δεκεμβριανών.

3. Ο Δ. Ζαφειρόπουλος, υποστράτηγος, στο βιβλίο του  «Αντισυμμοριακός Αγών 1945 – 1949», γράφει:
«Αι κυριώτεροι ένοπλοι ομάδες εθνικοφρόνων οργανώθηκαν:
α) Εις την Πελοπόννησον
Εις Λακωνίαν: Μαγγανάς. Εις Καλάμας: Κατσαρέας και μετά τον θάνατόν του Γερακάρης και Καμαρινέας.
β) Εις την Στερεάν Ελλάδα και Θεσσαλίαν
Εις την Α. Θεσσαλίαν: Σούρλας. Εις την Δ. Θεσσαλίαν: Καλαμπαλίκης, Βελέντζας, Ταμπούρος, Τσαντούλας. Εις περιοχάς Καλαμπάκας, Τρικάλων, Κόζιακα: Κουκουμτζής, Μαϊμάνης, Μπίζης. Εις περιοχήν Φθιώτιδος: (Λαμία) Βουρλάκης.
γ) Εις την Ηπειρον
Εις Λάκα Σούλι: Καλιοδημήτρης. Εις Θεσπρωτίαν: Μπαλούμπας, Κάτσιος, Πανταλέων.
δ) Εις την Μακεδονίαν: Εις την περιοχήν Δράμας: Αντών Τσαούσης (Φωστηρίδης). Εις την περιοχήν Χρυσουπόλεως – Καβάλας: Κάπας και Βαγγέλης.

Αι παρακρατικαί αύται οργανώσεις ήταν πρόσκαιροι στρατιωτικαί μονάδες ασύντακτοι, χωρίς πειθαρχίαν και συνοχήν. Απέφευγον τον αγώνα κατά των συμμοριακών μονάδων και κυρίως η δράσις των εστράφη κατά των οπαδών του Ε.Α.Μ. Ο απολογισμός του έργου των, κατά πλειονότητα, είναι αυθαιρεσίαι εις βάρος της τάξεως και αντιποίησις της εξουσίας των οργάνων της τάξεως.
Κατά τους συμμορίτας αι ομάδαι αυταί μεγάλως συνέβαλον εις την ανάπτυξιν του συμμοριτισμού: «Με τη σαδιστικήν των συμπεριφοράν είναι οι κύριοι στρατολόγοι του σημερινού Δημοκρατικού Στρατού».
Κατά την έκθεσιν της Κοινοβουλευτικής Αγγλικής Αποστολής Κωξ αι παρακρατικαί αύται οργανώσεις προσεπάθουν να παρεμποδίσουν την εξάπλωσιν του Κομμουνισμού. Εν τούτοις «είναι γεγονός ότι αύται ουδέποτε ήλθον εις μάχην με τους κομμουνιστάς, αλλ’ ασχολούνται με την τρομοκρατίαν των χωρικών και τον εκβιασμόν οιουδήποτε πλουσίου, ο οποίος θα είχε αρκετά να πληρώση».
Τα τμήματα της Χωροφυλακής έναντι των μη νόμιμων τούτων ενόπλων οργανώσεων ετήρουν στάσιν ανοχής ή συνεργάζοντο, ως αποδεικνύεται εκ των εκθέσεων:

α. Του Συν/ρχου Πεζικού Παπαδόπουλου Ν. διά τας παρανόμους ενεργείας του Μαγγανά εις Καλάμας τον Ιανουάριον του 1946: «Πρέπει να αντικατασταθούν αι δυνάμεις της Χωροφυλακής, διότι τα μέλη των εθνικών οργανώσεων προβαίνουν εις εκνόμους ενεργείας ελαφράς μορφής εναντίον ΕΑΜικών, αφ’ ενός διά λόγους αντεκδικήσεως, αφ’ ετέρου λόγω ανεκτικότητας των κατωτέρων οργάνων της Χωροφυλακής και τούτο διότι ταύτα έχουν συνδεθή με μέλη εθνικών οργανώσεων».
β. Του Αρχηγού Χωροφυλακής Συν/ρχου Μαλιράκη: «Η Χωροφυλακή, ενώ αμείλικτα και ακατάπαυστα εξετέλεσε το καθήκον της εναντίον των εγκληματιών της Αριστεράς, δεν εύρεν ακόμη την ψυχικήν διάθεσιν και δύναμιν να εκτελέση μετά του αυτού σθένους και της αυτής σταθερότητος το καθήκον της εναντίον των εγκληματιών της Δεξιάς».
γ. Του Στρατηγού Στανώτα: «Δυστυχώς η Πελοπόννησος και δη η Λακωνία, είχε το ατύχημα να διατηρή μίαν σοβαροτάτην τοιαύτην παρακρατικήν οργάνωσιν, η οποία ενώ μέχρι σήμερον ουδέν απολύτως συνεισέφερεν εις τον αγώνα, τουναντίον παρενέβαλε πλείστα όσα εμπόδια και απέβη κυριολεκτικώς μάστιξ της Λακωνίας διά των λεηλασιών, βιαιοπραγιών, του αναίτιου φόνου γερόντων και γυναικών και του εύκολου πλουτισμού των αρχηγών της»».

Ο Δ. Ζαφειρόπουλος στο ίδιο βιβλίο του, σελ. 84, αναφέρει επίσης για τη στάση της Χωροφυλακής απέναντι στις μοναρχοφασιστικές συμμορίες:
«Στάσις έναντι Παρακρατικών οργανώσεων: Τα κατώτερα στελέχη της Χωροφυλακής δεν ετήρησαν την αρμόζουσαν στάσιν έναντι των παρακρατικών τούτων οργανώσεων και διά της ανοχής των συνέτειναν εις την επιδείνωσιν της καταστάσεως και υπήρξαν υπαίτιοι φόνων αθώων πολιτών και ληστειών, διαπραχθησών υπό των παρακρατικών τούτων οργανώσεων».

– Ο αντιστράτηγος Γ. Καραγιάννης,  στο βιβλίο του «1940 – 1952. Το δράμα της Ελλάδος» γράφει:

«Ετέρα ενέργεια διά την παρεμπόδισιν της κομμουνιστικής προπαρασκευής, ήτο και η ενίσχυσις υπό των μικρών Αξιωματικών συγκεκαλυμμένως, των διαφόρων αντικομμουνιστικών ομάδων, ηθικώς, διά οπλισμού, πυρομαχικών και ελευθερίας ενεργείας, αίτινες έδρον αποτελεσματικώτερον των στρατιωτικών αποσπασμάτων, ως γνώσται του εδάφους, των τοπικών συνθηκών, των προσώπων και πραγμάτων. Η λύσις αύτη πολλάς παρουσίαζεν αδυναμίας και ιδία την έλλειψιν πειθαρχίας και την εκτροπήν εις τινάς περιπτώσεις εις αντεκδικήσεις, πλην όμως υπήρξεν αύτη μία μάχαιρα εις το κομμουνιστικόν υπογάστριον. Αι αντικομμουνιστικαί αύται ομάδες προσέφεραν μεγάλας εις την πατρίδαν υπηρεσίας και υπήρξαν οι πρόδρομοι των κατά τη διάρκειαν του συμμοριτοπολέμου δημιουργηθέντων εθελοντικών Λόχων και Ταγμάτων εξ ενόπλων πολιτών, εξελιχθέντων τελικώς εις Τάγματα Εθνοφυλακής Αμύνης (ΤΕΑ) τα οποία τόσον αποτελεσματικά συμβάλωσιν μέχρι σήμερον εις την Εθνικήν Ασφάλειαν».
ΙΟΥΝΗΣ 1945 – ΙΟΥΝΗΣ 1947, Οταν ο αστικός κόσμος δολοφονούσε λαϊκούς αγωνιστές Ριζοσπάστης ένθετο  30/6/2013

4. Για τη συγκρότηση και την ιστορία των Ταγμάτων Ασφαλείας Εύβοιας, καθώς και για την αντιμετώπισή τους από τον πληθυσμό στο: Γιάννης Δουατζής,» Οι Ταγματασφαλίτες: ντοκουμέντα από τα αρχεία τους που τεκμηριώνουν την εγκληματική τους δράση στην Εύβοια τα χρόνια της Κατοχής», πρόλογος Γιάννη Κάτρη, Αθήνα, εκδ.Τολίδης

5. Μ.Α.Υ Μονάδες Ασφαλείας Υπαίθρου. Από τον Φεβρουάριο του 1947 οι αριστεροί στρατεύσιμοι εκτοπίζονταν στο στρατόπεδο της Μακρονήσου, που δημιουργήθηκε γι’ αυτό τον σκοπό. Για την ανάληψη τοπικών αποστολών συγκροτήθηκαν οι Μονάδες Ασφαλείας Υπαίθρου (ΜΑΥ) και οι Μονάδες Αποσπασμάτων Διώξεως (ΜΑΔ), οι οποίες υπήρξαν εξέλιξη παραστρατιωτικών οργανώσεων που δρούσαν ήδη στην ύπαιθρο.

Πηγή: HISTORY: Τάγματα Ασφαλείας και ένοπλες ομάδες 1

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s