Ενδιαφέροντα

Ο Καζαντζάκης και το Πανεπιστήμιο Αθηνών

Του Γεράσιμου Ζώρα

Με τη συμπλήρωση 130 χρόνων από τη γέννηση του

Μέσα από επιστολικά κείμενα του Καζαντζάκη πληροφορούμεθα για το πώς ένιωθε ως πρωτοετής φοιτητής, καθώς ετοιμαζόταν να πάει στο Πανεπιστήμιο για να παρακολουθήσει ένα από τα πρώτα μαθήματά του στη Νομική.

Φοιτητής στη Νομική Σχολή (1902-1906)

Μέσα από επιστολικά κείμενα του Καζαντζάκη πληροφορούμεθα για το πώς ένιωθε ως πρωτοετής φοιτητής, καθώς ετοιμαζόταν να πάει στο Πανεπιστήμιο για να παρακολουθήσει ένα από τα πρώτα μαθήματά του στη Νομική. Έγραφε τότε, στις 19 Νοεμβρίου 1902, στον φίλο του Αντώνη Ανεμογιάννη στο Ηράκλειο: «Και να σκέπτωμαι πως σε λιγάκι πρέπει να πάω στο Πανεπιστήμιο ν’ ακούσω ενοχικόν δίκαιον! Θεέ μου! Δικηγόρος λοιπόν;». Κι ένα μήνα αργότερα, στις 19 Δεκεμβρίου, εξομολογείτο στον ίδιο φίλο: «Βράδυ… τώρα γύρισα πό το Πανεπιστήμιο. Παρέδιδεν ο Δημαράς περί νομής. Μια πό τες πλειό παράξενες στιγμές μου είναι όταν κάθωμαι στα θρανία της Νομικής Σχολής με τα μάτια στηλωμένα στον καθηγητήν και με τον νου φτερουγίζοντα σε χίλια δυο: στην Πατρίδα μου, στους φίλους μου, παντού… παντού εκτός του μαθήματος. Και προσπαθώ ν’ αγαπήσω τα Νομικά, γιατί νιώθω μέσα μου τόση φιλοδοξία, πούναι ανάγκη –ανάγκη αδυσώπητη, να τ’ αγαπήσω. Και προσπαθώ να διώξω τους ποιητές από το γραφείο μου, την ποίηση από την καρδιά μου». Ωστόσο σύντομα άρχισε να παρακολουθεί τις παραδόσεις των καθηγητών του και κρατούσε επιμελώς σημειώσεις. Έγραφε, πάλι στον Ανεμογιάννη, τριτοετής πλέον φοιτητής, στις 30 Νοεμβρίου 1904: «Είναι Κυριακή 5 μ.μ. Δεν βγήκα έξω γιατί είχα πολλά να γράψω. Φαντάσου οι περισσότεροι καθηγηταί δεν έχουν συγγράμματα και αναγκάζεσαι να κρατής σημειώσεις και να τας αντιγράφης κατόπιν στο καθαρόν».

Αριστούχος πτυχιούχος (16 Δεκεμβρίου 1906)

Ιδιαίτερο όμως ενδιαφέρον παρουσιάζει η εξιστόρηση που κάνει ο Καζαντζάκης στην Αναφορά στον Γκρέκο, σχετικά με το επιστέγασμα των σπουδών του: τις πτυχιακές εξετάσεις, που εκείνη την εποχή ήσαν ταυτόχρονα και εξετάσεις επί διδακτορία. Έγραφε πως δεν δίστασε να πάει να εξετασθεί μισομεθυσμένος μαζί με έναν επίσης πανέξυπνο συμφοιτητή του, τον Γεώργιο Μαρή (1882-1949), μετέπειτα πολιτευτή και Υπουργό Οικονομικών του Ελευθερίου Βενιζέλου. Το σχετικό χωρίο έχει ως εξής:

«Ο πατέρας μού ’χε υποσχεθεί ένα χρόνο ταξίδι, όπου θέλω, αν έπαιρνα με άριστα το δίπλωμά μου• μεγάλη η αμοιβή, ρίχτηκα με τα μούτρα στη μελέτη• ένας φίλος μου Κρητικός, με σατανικό μυαλό, θά ’δινε μαζί μου εξετάσεις. Έφτασε η κρίσιμη μέρα, κινήσαμε για το Πανεπιστήμιο, ήμασταν κι οι δυο ανήσυχοι• όλα τά ’ξερα κι όλα τώρα τά ’χα ξεχάσει• η μνήμη άδειασε, τρόμαξα. –Θυμάσαι τίποτα; με ρωτάει ο φίλος μου. –Τίποτα. – Μήτε εγώ. Πάμε στην μπιραρία, να πιούμε, νά ’ρθουμε στο κέφι, να λυθεί η γλώσσα μας• ο πατέρας μου έτσι πήγαινε στον πόλεμο, μεθυσμένος. –Πάμε. Ήπιαμε, ξανάπιαμε, ήρθαμε στο κέφι. –Πώς σου φαίνεται ο κόσμος; με ρώτησε ο φίλος μου. –Διπλός. –Και μένα. Μπορείς να περπατήσεις; Σηκώθηκα, έκαμα μερικά βήματα. –Μπορώ, αποκρίθηκα. –Τότε πάμε• τρέμε, Ρωμαϊκό Δίκαιο! Κινήσαμε στην αρχή χεραγκαλιά, ύστερα ξεθαρρευτήκαμε, καθένας κι απάνω του. –Γεια σου, Βάκχε λεβέντη, φώναξα, βάλε τρικλοποδιά, στρώσε κάτω τον Ιουστινιανό και τις Νεαρές του. –Τι φωνάζεις το Βάκχο; μού κάνει ο φίλος μου, δεν ήπιαμε κρασί, ήπιαμε μπίρα. –Είσαι βέβαιος; –Δεν το πιστεύεις; Πάμε πίσω να ρωτήσουμε. Γυρίσαμε. –Μπίρα, μπίρα, μας αποκρίθηκε ο καταστηματάρχης κι έσκασε στα γέλια. Πού πάτε, βρε παιδιά; –Να δώσουμε εξετάσεις, νομικά. –΄Ερχουμαι μαζί σας, να κάμω χάζι. Έβγαλε την ποδιά του, μας πήρε ξοπίσω. Σκνίπες μας φάνηκαν οι καθηγητές έτσι που θρόνιαζαν αράδα και μας περίμεναν, το μυαλό μας πετούσε σπίθες. Με κέφι μεγάλο, με άνεση λίγο αυθάδη, ανακατεύοντας κάθε τόσο λατινικά ρητά, απαντήσαμε, πήγαινε η γλώσσα μας ροδάνι, πήραμε κι οι δυο άριστα».

Στο Ιστορικό Αρχείο του Πανεπιστημίου σώζεται το πρακτικό των εξετάσεων του Καζαντζάκη, από το οποίο προκύπτει ότι αυτές διενεργήθηκαν στις 16 Δεκεμβρίου 1906. Οι δέκα καθηγητές τον εξέτασαν και «λαβόντες υπ’ όψιν τάς τε εγγράφους και προφορικάς εξετάσεις αυτού, εξήγαγον το γενικόν πόρισμα της βαθμολογίας, αποβάν ίσον τη σημειώσει Άριστα».

 

http://edopanepistimio.uoa.gr/index.php?p=university-history&id=495

Υποψήφιος στους Δραματικούς Διαγωνισμούς του Πανεπιστημίου (1907-1910)

Τα νεανικά όμως βιώματα του Καζαντζάκη στο Πανεπιστήμιο Αθηνών δεν περιορίζονταν μόνον στις σπουδές του στη Νομική Σχολή. Την εποχή που πήρε το πτυχίο του με Άριστα, επιθυμώντας να δοκιμάσει και τη λογοτεχνική του δεινότητα, υπέβαλε ένα θεατρικό του πρωτόλειο, το ερωτικό δράμα Ξημερώνει, στον Παντελίδειο Δραματικό Αγώνα του Πανεπιστημίου, αποσπώντας όμως απλώς έπαινο. Ο ίδιος περιγράφει την προσπάθειά του αυτή ως εξής: «δεν ξέρω γιατί άναψε μια μέρα το αίμα μου κι έγραψα ένα φλογερό ερωτικό δράμα, όλο μελαγχολία και πάθος. Τό λεγα Ξημερώνει. Θαρρούσα, μαθές, πως έφερνα στον κόσμο ηθικότερη ηθική και πιο μεγάλη ελευτερία. Καινούριο φως. Ο Καθηγητής του Πανεπιστημίου [εννοεί τον Σπυρίδωνα Λάμπρο], που ήταν ο ελλανοδίκης, σοβαρός, καλοξουρισμένος, με αψηλό κολάρο, βρήκε πως απ’ όλα πού ’χαν υποβληθεί αυτό ήταν το καλύτερο μα τρόμαξε και καυτηρίασε τις τολμηρές φράσες του και τον αχαλίνωτο ερωτισμό. Δίνουμε στον ποιητή, είπε συμπεραίνοντας, το δάφνινο στεφάνι, μα αποπέμπομεν αυτόν εκ του σεμνού τούτου τεμένους. Ήμουν εκεί, στην επίσημη αίθουσα του Πανεπιστημίου, αμούστακος, αξέβγαλτος φοιτητάκος κι άκουγα κοκκίνισα ώς τ αυτιά, σηκώθηκα, αφήκα απάνω στο τραπέζι του ελλανοδίκη το δάφνινο στεφάνι κι έφυγα». Δεν μας εκπλήσσει το γεγονός ότι ο Καζαντζάκης τον επόμενο κιόλας χρόνο υποβάλλει πάλι στον διαγωνισμό του Πανεπιστημίου δύο θεατρικά, το Φασγά και το Έως πότε, τα οποία ωστόσο δεν βραβεύθηκαν ούτε κι αυτά. Ό,τι όμως δεν κατάφερε ο Καζαντζάκης στον Παντελίδειο Διαγωνισμό του 1907 και του 1908, το κατόρθωσε στον Λασσάνειο του 1910, αποσπώντας τότε το βραβείο με το έργο του Η Θυσία (γνωστότερο με τον τίτλο Πρωτομάστορας), του οποίου η υπόθεση βασιζόταν στο δημοτικό τραγούδι «Του Γεφυριού της Άρτας». Έτσι, τελικά κατάφερε να λάβει το βραβείο των 1000 δραχμών, για το έργο του αυτό που είλκυσε το ενδιαφέρον του Μανώλη Καλομοίρη που μετά λίγα χρόνια το διασκεύασε σε λιμπρέτο όπερας και το μελοποίησε.

Υποψήφιος Υφηγητής Φιλοσοφίας Δικαίου (1909)

Την ίδια εποχή που υπέβαλε προς βράβευση τα θεατρικά του έργα στο Πανεπιστήμιο, ο Καζαντζάκης σκόπευε να υποβάλει προς έγκριση στη Νομική Σχολή διατριβή επί υφηγεσία, με την υποστήριξη του καθηγητή του Νεοκλή Καζάζη (1849-1936), τον οποίο θαύμαζε βαθύτατα. Η συγκεκριμένη μελέτη που προόριζε για διατριβή επί υφηγεσία είχε τίτλο Ο Φρειδερίκος Νίτσε εν τη Φιλοσοφία του Δικαίου και της Πολιτείας και τη δημοσίευσε το 1909 στο Ηράκλειο (πρόσφατα επανεκδόθηκε με εκτενή εισαγωγή και επιμέλεια του Πάτροκλου Σταύρου). Ο Καζαντζάκης φαίνεται ότι ήταν έτοιμος να προχωρήσει στην υποβολή της εργασίας του προς κρίση ήδη από τις αρχές του 1909, και έγραφε –γεμάτος από ενθουσιασμό– στον πατέρα του: «θα γίνω υφηγητής, δηλαδή ευθύς ύστερα από τον Καζάζη, θα διδάσκω και εγώ στο Πανεπιστήμιο και όταν παραιτηθεί ο Καζάζης διορίζομαι Καθηγητής, διότι δεν υπάρχει άλλος». Σε άλλη επιστολή προς τη μητέρα του έγραφε σχετικά: «Η μελέτη διπλασιάστηκε τώρα, γιατί έγραψα του Καζάζη πως θέλω να μου ορίσει εποχή να δώσω εξετάσεις για υφηγητής του Πανεπιστημίου της Αθήνας στη Φιλοσοφία του Δικαίου. Κ έτσι όταν θάρθω να Σας βρω να έχω ένα τίτλο παραπάνω. Αν μείνω στην Αθήνα έπειτα θα διδάσκω στο Πανεπιστήμιο κ όταν πεθάνει ο Καζάζης θα γίνω καθηγητής του Πανεπιστημίου. Και γι’ αυτό εργάζομαι φοβερά τώρα…».Όμως η έδρα χήρευσε νωρίτερα από ό,τι υπολόγιζε ο Καζαντζάκης, γιατί το 1910 ο καθηγητής του εξελέγη βουλευτής. Έτσι ο Καζαντζάκης έμεινε χωρίς εισηγητή και δεν υποστήριξε ποτέ τη διατριβή του επί υφηγεσία.

Αναζητώντας πανεπιστημιακή έδρα (1933)

Αρκετά χρόνια αργότερα, το 1933, όταν μετέφρασε τη Θεία Κωμωδία, ο Καζαντζάκης πάλι σκέφθηκε ότι θα μπορούσε ίσως να διεκδικήσει πανεπιστημιακή έδρα, αυτή όμως τη φορά όχι της Νομικής αλλά της Φιλοσοφικής. Θεώρησε ότι θα μπορούσε να καταλάβει έδρα μιας ξένης φιλολογίας, προφανώς ιταλικής (λόγω της μεταφράσεως του δαντικού έργου) ή της ρωσικής. Αυτό διαφαίνεται από επιστολή του προς την Ελένη Καζαντζάκη (18 Σεπτεμβρίου 1933), όπου σημείωνε: «Αν βρίσκομαι στην Ελλάδα και θελήσω, σίγουρα κάτι θα γίνει. Πιθανόν καθηγητής στο Πανεπιστήμιο των ξένων φιλολογιών». Τέτοια δυστυχώς δυνατότητα δεν του προσφέρθηκε τότε στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, όπου κατά τη δεκαετία του 30 υπήρχαν ξένοι επισκέπτες καθηγητές που δίδασκαν τα σχετικά μαθήματα: Ιταλική Φιλολογία ο Vincenzo Biagi, Γαλλική ο Henri Cottez, Γερμανική ο Rudolf Fahrner, και Αγγλική ο Laurence Binyon.

Πηγή: ΕΔΩ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ – http://edopanepistimio.uoa.gr/

Ο Καζαντζάκης πρόδρομος του Π.Ο.Φ.Π.Α.

Του ΓΕΡΑΣΙΜΟΥ ΖΩΡΑ

 

http://edopanepistimio.uoa.gr/index.php?p=university-history&id=269

Μεγάλη και πλούσια είναι η δραστηριότητα που αναπτύσσει ο Πολιτιστικός Όμιλος Φοιτητών του Πανεπιστημίου Αθηνών ήδη από το 1923, όταν πρωτολειτούργησε, έχοντας ως πυρήνα του τον Φοιτητικό Θεατρικό Όμιλο. Όμως αρκετά χρόνια νωρίτερα, το 1906, ένας τελειόφοιτος της Νομικής θέλοντας να εκδηλώσει την αγάπη του για το θέατρο, αποφάσισε να συγγράψει ένα δραματικό έργο και να το υποβάλει για κρίση στον Παντελίδειο Δραματικό Αγώνα του Πανεπιστημίου. Ο φοιτητής αυτός δεν ήταν άλλος από τον Νίκο Καζαντζάκη και το έργο που υπέβαλε ήταν το ερωτικό δράμα Ξημερώνει. Αξιοπερίεργο είναι το γεγονός ότι ο Καζαντζάκης, την ίδια εποχή που κρίθηκε με τον βαθμό Άριστα κατά τις πτυχιακές του εξετάσεις από τους καθηγητές της Νομικής (στις 16 Δεκεμβρίου 1906), δεν κρίθηκε άξιος βραβεύσεως για το θεατρικό του έργο από τρεις καθηγητές της Φιλοσοφικής (τους Σπυρίδωνα Λάμπρο, Νικόλαο Πολίτη και Σπυρίδωνα Σακελλαρόπουλο που αποτελούσαν τα μέλη της κριτικής Επιτροπής). Ο Καζαντζάκης θυμόταν αργότερα το γεγονός αυτό και το περιέγραφε ως εξής: «δεν ξέρω γιατί άναψε μια μέρα το αίμα μου κι έγραψα ένα φλογερό ερωτικό δράμα, όλο μελαγχολία και πάθος. Τό λεγα Ξημερώνει. Θαρρούσα, μαθές, πως έφερνα στον κόσμο ηθικότερη ηθική και πιο μεγάλη ελευτερία. Καινούριο φως. Ο Καθηγητής του Πανεπιστημίου [εννοεί τον Σπυρίδωνα Λάμπρο], που ήταν ο ελλανοδίκης, σοβαρός, καλοξουρισμένος, με αψηλό κολάρο, βρήκε πως απ όλα πού χαν υποβληθεί αυτό ήταν το καλύτερο· μα τρόμαξε και καυτηρίασε τις τολμηρές φράσες του και τον αχαλίνωτο ερωτισμό. Δίνουμε στον ποιητή, είπε συμπεραίνοντας, το δάφνινο στεφάνι, μα «αποπέμπομεν αυτόν εκ του σεμνού τούτου τεμένους». Ήμουν εκεί, στην επίσημη αίθουσα του Πανεπιστημίου, αμούστακος, αξέβγαλτος φοιτητάκος κι άκουγα κοκκίνισα ώς τ αυτιά, σηκώθηκα, αφήκα απάνω στο τραπέζι του ελλανοδίκη το δάφνινο στεφάνι κι έφυγα».

Ωστόσο ο Καζαντζάκης, πεισμωμένος, τον επόμενο κιόλας χρόνο, υποβάλλει πάλι στον διαγωνισμό του Πανεπιστημίου δύο θεατρικά, το Φασγά και το Έως πότε; τα οποία όμως δεν βραβεύθηκαν ούτε κι αυτά. Συγκεκριμένα, το πρώτο αποκλείσθηκε από τα μέλη της κριτικής Επιτροπής, γιατί ένα μέρος της τρίτης πράξεως «εδημοσιεύθη ενυπογράφως εν τω περιοδικώ συγγράμματι Πινακοθήκη του μηνός Νοεμβρίου 1907». Το Έως πότε; επαινέθηκε απλώς. Αλλα ό,τι δεν κατάφερε ο Καζαντζάκης στον Παντελίδειο Διαγωνισμό του 1907 και του 1908, το κατόρθωσε στον Λασσάνειο του 1910, αποσπώντας τότε το βραβείο με το έργο του Η Θυσία (γνωστότερο με τον τίτλο Πρωτομάστορας). Και είναι ενδιαφέρον το γεγονός ότι η κριτική Επιτροπή απαρτιζόταν από τα ίδια μέλη που τις προηγούμενες φορές είχαν στερήσει από τον Καζαντζάκη το βραβείο. H Επιτροπή μάλιστα επαίνεσε τη ρέουσα δημοτική γλώσσα του δράματος, γεγονός ιδιαίτερα σημαντικό για εκείνη την εποχή, και το αντιπαρέβαλε με το πρότυπό του, το δημοτικό τραγούδι Του Γεφυριού της Άρτας. Βέβαια οι εισηγητές δεν παρέλειψαν να τονίσουν κάποια, κατά τη γνώμη τους, ελαττώματα του έργου, επισημαίνοντας πως «κυριώτατον αυτού ελάττωμα είναι ότι εγράφη εις πεζόν λόγον. Το εντελώς φανταστικόν τούτο δημιούργημα έπρεπεν εξ άπαντος να έχη και την μορφήν ποιητικήν, έμμετρον. Ο πεζός λόγος είναι παντελώς ανάρμοστος εις έργον, το οποίον ίσως είχεν ανάγκην και υπό μουσικής να υποβαστάζηται». Ωστόσο, καταληκτικά οι εισηγητές εξήραν την αξία του έργου: «Λαβών ως βάσιν του δράματός του ο ποιητής το Γεφύρι της Άρτας, ένα εκ των αδαμάντων της δημοτικής ημών Μούσης, ηκολούθησε μεν αυτό τυπικώς και εξωτερικώς μετά πολλής τέχνης και μετά πολλής ποιητικής εμπνεύσεως, αλλ ηλλοίωσε τον χαρακτήρα αυτού τον εσωτερικόν. Το Γεφύρι βάσιν έχει την πρόληψιν εκείνην καθ ην παντός οιουδήποτε κτίσματος πρέπει να στοιχειωθώσι τα θεμέλια, και όσον δυσκολωτέρα είναι (η γέφυρα είναι δύσκολος ένεκα του ορμητικού ρεύματος του ποταμού) η θεμελίωσις, τόσον πολυτιμότερον πρέπει να είναι το θύμα. Έπειτα δε διαλάμπει εν τω τέλει του ποιήματος και εξαίρεται η αδελφική αγάπη, αίσθημα γνησιώτατα ελληνικόν». Δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχής μας ότι τα παραπάνω σχόλια έχουν προσυπογραφεί και από τον Νικόλαο Πολίτη, τον κράτιστο γνώστη της λαϊκής μούσας μας. Έτσι, τελικά ο Καζαντζάκης κατάφερε να λάβει το βραβείο των 1000 δραχμών, για το έργο του αυτό που τότε δημοσιεύθηκε αποσπασματικά στα Παναθήναια και παράλληλα εκδόθηκε ολόκληρο σε τευχίδιο. Αξίζει να τονισθεί ότι το δράμα είλκυσε το ενδιαφέρον του Μανώλη Καλομοίρη που μετά λίγα χρόνια το διασκεύασε σε λιμπρέτο όπερας και το μελοποίησε.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s