Κατοχή

Λαϊκή και αντιλαϊκή αυτοδιοίκηση στην Κατοχή και τον Εμφύλιο

Η δημιουργία μέσω του αντάρτικου αγώνα μεγάλων χώρων αυτονομημένων από την κατοχική εξουσία έφερε το ζήτημα του διοικητικού κενού και την ανάγκη κάλυψής του. Την πρώτη περίοδο λειτουργίας του χώρου της Ελεύθερης Ελλάδας, θα δοθούν διαφορετικές απαντήσεις, σε σύγκρουση μεταξύ τους, πάνω στο βαθμό ριζοσπαστικότητας της νέας εξουσίας, σύγκρουση που θα απασχολήσει αναγκαστικά και την ηγεσία του ΚΚΕ.

Του Γιάννη Σκαλιδάκη*. Αναδημοσίευση από την εφημερίδα Δρόμος της Αριστεράς.

Οι χώροι για τους οποίους μιλάμε, δεν ήταν ξένοι προς την ιδέα της αυτοδιοίκησης ούτε οι δεσμοί τους με την κεντρική κρατική διοίκηση της χώρας ήταν ποτέ ιδιαίτερα στενοί. Στην Ευρυτανία, στην απομονωμένη Λάκα του Φουρνά δημιουργήθηκε το φθινόπωρο κιόλας του 1942 ο πρώτος γραπτός κώδικας λαϊκής αυτοδιοίκησης, ο γνωστός «Κώδικας Ποσειδώνα» από την τοπική υπαχτιδική επιτροπή του ΚΚΕ.

Μέσω του κώδικα αυτού, οι ευρυτάνες κομμουνιστές, ουσιαστικά απαντούσαν στο πιεστικό ζήτημα της οργάνωσης ενός χώρου εντελώς αυτονομημένου από κάθε κεντρική εξουσία, οργάνωσης που έπρεπε να συμβαδίζει με τις ανάγκες του ένοπλου αγώνα και μιας κλειστής αυτάρκους οικονομίας.

Όταν επιπλήχτηκαν από την ανώτερη οργάνωση του ΚΚΕ στην Ευρυτανία, ότι κινούνται εκτός της εθνικοαπελευθερωτικής γραμμής του ΕΑΜ, η απάντηση του Γεωργούλα Μπέικου ήταν ενδεικτική: «Εμείς, θα πεις, δεν τα ξέραμε αυτά; Και τα παραξέραμε; Μα ξέραμε κι επιπλέον την συγκεκριμένη κατάσταση που αντιμετωπίζαμε στο χώρο της ευθύνης μας, χώρο που απελευθερώθηκε και δεν μπορούσε να περιμένει την ολική απελευθέρωση της χώρας για να λυθεί το πρόβλημα εξουσιών – αυτό δεν το είχαμε προβλέψει στην Αθήνα. Και πιστεύαμε: μια κι είμαστε ελεύθεροι, μα κι υποχρεωμένοι να συγκροτήσουμε εξουσίες, τότε γνώμονας πρέπει να είναι το βασικό ντοκουμέντο του κόμματος, η 6η του 1934 – κάνουμε επανάσταση».

Οι διατάξεις του Κώδικα Ποσειδώνα εγκαθίδρυαν τους θεσμούς της λαϊκής αυτοδιοίκησης και της λαϊκής δικαιοσύνης. Σύμφωνα με αυτούς εκλέγονταν σε κάθε χωριό πενταμελείς επιτροπές Λαϊκής Αυτοδιοίκησης από Γενική Συνέλευση.

Οι συνελεύσεις αυτές ήταν όργανα της λαϊκής εξουσίας και επιλαμβάνονταν όλων των προβλημάτων του χωριού. Η δικαιοσύνη γινόταν λαϊκή και απονέμονταν από λαϊκά δικαστήρια. Συγκροτούνταν για τα διάφορα ζητήματα υποεπιτροπές, επισιτιστική, λαϊκής ασφαλείας, σχολική, εκκλησιαστική. Οριζόταν ως ανώτερο σώμα η Γενική Συνέλευση του χωριού, που θα συνερχόταν τακτικά ανά μήνα.

Ξεκινώντας από την ανάγκη οργάνωσης και διοίκησης του χώρου, οι δημιουργοί των πρώτων αυτών θεσμών εφαρμόζουν και μια συγκεκριμένη, ριζοσπαστική σύλληψη των πραγμάτων. Οι ίδιοι οι θεσμοί δεν αποτελούν μια ουδέτερη μορφή για την αυτοδιοίκηση των ελευθερωμένων περιοχών αλλά εισάγουν πολλά ριζοσπαστικά μέτρα, τα οποία, αλλού λιγότερο αλλού περισσότερο, θα επηρεάσουν τις συλλογικές πρακτικές και νοοτροπίες.

Μερικά από τα μέτρα αυτά ήταν και η ανάδειξη της γενικής συνέλευσης ως κυρίαρχου οργάνου, της δημοκρατικής εκλογής, ελέγχου και ανακλητότητας των αντιπροσώπων, που ήταν άμισθοι, η πολιτική ισοτιμία γυναικών και ανδρών αλλά και η επιδίωξη επίτευξης συμβιβασμού στα λαϊκά δικαστήρια, με διαδικασίες δωρεάν για τους διαδίκους και η επιβολή ποινών με σκοπό τη βελτίωση του υπαίτιου.

Λίγο πιο βόρεια, στη Θεσσαλία, στα χωριά που απελευθερώνονται, διατηρούνται τα μεταξικά κοινοτικά συμβούλια. Αντικαθίστανται μόνο όσοι από τους τοπικούς άρχοντες έχουν επιβαρυνθεί με συνεργασία με τον κατακτητή. Σύμφωνα με τον ιστορικό Λ. Αρσενίου, η κατάργηση των παλιών κοινοτικών συμβουλίων θα αποτελούσε αντίφαση με την πολιτική της εθνικής ενότητας.

Όμως, όπως χαρακτηριστικά περιέγραφε ο αξιωματικός του ΕΛΑΣ Μπουκουβάλας, «το σύστημα [των παλιών κοινοτικών συμβουλίων] είχε σαπίσει, έλυωνε κάτω από το κλίμα που δημιουργούσε ο απελευθερωτικός αγώνας». Πολλοί παλιοί πρόεδροι πέρασαν με το ΕΑΜ και άλλοι είχαν αποσυρθεί για να μην αναγκάζονται να υπηρετούν τους κατακτητές.

Ανάπτυξη και δράση της λαϊκής αυτοδιοίκησης

Η ανάπτυξη της ένοπλης Αντίστασης οδηγεί εκ των πραγμάτων στην ανάγκη διοίκησης των περιοχών στις οποίες βασίζεται για τη συντήρηση και τη στελέχωσή της. Σε αυτές τις περιοχές δεν συντρέχει πλέον λόγος διατήρησης τοπικών εξουσιών της τεταρτοαυγουστιανής περιόδου και ο δρόμος είναι ανοιχτός για την εδραίωση της λαϊκής αυτοδιοίκησης και δικαιοσύνης.

Είχε ήδη τεθεί σε εφαρμογή από το Κοινό Γενικό Στρατηγείο Ανταρτών, (ΚΓΣΑ) από τις 10 Αυγούστου 1943 η Απόφαση 6 για τα ζητήματα αυτοδιοίκησης. Η Απόφαση 6 του ΚΓΣΑ ρύθμιζε με γενικό τρόπο, τη λειτουργία της αυτοδιοίκησης και της δικαιοσύνης στις ελεύθερες περιοχές.

Όρισε τιμές για τα βασικά είδη διατροφής, επέβαλε εισφορά για την ενίσχυση των αντάρτικων δυνάμεων, των πολεμοπαθών και του ορεινού πληθυσμού και παρακράτημα στη διακίνηση εμπορευμάτων και κυρίως τροφίμων. Συγκρότησε κοινά φρουραρχεία σε περιοχές οπού δρούσαν πάνω από μια οργανώσεις και επόπτευσε τις διαδικασίες σχετικά με τις εκλογές των επιτροπών και υποεπιτροπών.

Με την de facto κατάργηση του ΚΓΣΑ, η διοίκηση της Ελεύθερης Ελλάδας, έπρεπε να οργανωθεί θεσμικά ενιαία εξαρχής. Αυτήν την ανάγκη κάλυψε η διαταγή 2929 του Γενικού Στρατηγείου του ΕΛΑΣ την 1η Δεκεμβρίου 1943, που έθετε σε ισχύ από την 1η Ιανουαρίου 1944 τις «Διατάξεις για την Αυτοδιοίκηση και Λαϊκή Δικαιοσύνη».

Η εισαγωγή θεσμών, όπως το Ακυρωτικό δικαστήριο και το Επαρχιακό και Νομαρχιακό Συμβούλιο, έδειχναν ότι πλέον ετίθετο με επίταση το ζήτημα της διοίκησης μεγάλων ενιαίων περιοχών και δεν ήταν πλέον ζήτημα αυτοοργάνωσης αποκλεισμένων ορεινών κοινοτήτων ή κάλυψης βασικών αναγκών του ένοπλου αγώνα. Η πολιτική διοίκηση της Ελεύθερης Ελλάδας, που οδήγησε και στο σχηματισμό της Πολιτικής Επιτροπής Εθνικής Απελευθέρωσης (ΠΕΕΑ), δεν ήταν πλέον απλά ένα στοιχείο πολιτικής τακτικής, ήταν μια αναγκαιότητα.

Από τις 13 Μαρτίου, με την Πράξη 4 η ΠΕΕΑ επικύρωνε την ισχύ των «Διατάξεων για την αυτοδιοίκηση και τη λαϊκή δικαιοσύνη», του Γενικού Στρατηγείου του ΕΛΑΣ, οι οποίες ίσχυαν για τις περιοχές δικαιοδοσίας του από την 1η Ιανουαρίου 1944. Οι Διατάξεις αποτελούσαν συστηματοποίηση του πρότερου Κώδικα Στερεάς Ελλάδας και αποτελούνταν από 146 άρθρα.

Κάθε κοινότητα, δήμος, επαρχία και νομός διοικούνταν από συμβούλια και κάθε κοινότητα και δήμος είχε λαϊκές επιτροπές (λαϊκής ασφάλειας, σχολική, εκκλησιαστική, κοινωνικής πρόνοιας, επισιτισμού καθώς και εξελεγκτική). Σε κάθε κοινότητα και δήμο λειτουργούσε και λαϊκό δικαστήριο και σε κάθε έδρα παλιού ειρηνοδικείου αναθεωρητικό δικαστήριο. Η ΠΕΕΑ επιπρόσθετα διόριζε έναν διοικητικό αντιπρόσωπο σε κάθε επαρχία, με αρμοδιότητα την «καθοδήγηση και παρακολούθηση των οργάνων της αυτοδιοίκησης».

Μια ημέρα μετά την θέσπιση της Πράξης 4 για την αυτοδιοίκηση, η Γραμματεία Εσωτερικών της ΠΕΕΑ με την Εγκύκλιο 1 «προς όλα τα όργανα Τοπικής Αυτοδιοίκησης» ανακοίνωνε τους σκοπούς της για το θεσμό. Περιέγραφε την αυτοδιοίκηση ως «θεμέλιο της αυριανής μεταπολεμικής αναδημιουργίας», που έπρεπε από τώρα να φροντίσει τις ανάγκες του λαού της Ελεύθερης Ελλάδας που τόσο επιβαρυνόταν από τις ανάγκες του πολέμου.

Σύμφωνα με την Εγκύκλιο, η τοπική αυτοδιοίκηση για να αποδώσει, έπρεπε να ολοκληρωθεί με τη συγκρότηση των Επαρχιακών και Νομαρχιακών Συμβουλίων. Ζητούσε δε από τα όργανα όλων των βαθμίδων να στείλουν στη Γραμματεία Εσωτερικών τους προϋπολογισμούς τους και να υποδειχτούν μέτρα για τη βελτίωση των οικονομικών των δήμων, επαρχιών και κοινοτήτων.

Η αυτοδιοίκηση ασχολήθηκε με την ίδρυση ή την εξασφάλιση λειτουργίας σχολείων και μονάδων περίθαλψης, μικρά νοσοκομεία και φαρμακεία. Αυτή η προσπάθεια περιλάμβανε και την πληρωμή των δασκάλων και των γιατρών από την αυτοδιοίκηση. Επενέβη και στο ζήτημα της αγοράς εργασίας, καθορίζοντας σε ορισμένες περιπτώσεις ημερομίσθια και ορίζοντας εκ περιτροπής εργασία σε κοινοτικά έργα.

Έγιναν έτσι μια σειρά μικρά και μεγαλύτερα δημόσια έργα, επισκευές γεφυρών και δημόσιων δρόμων αλλά και νέα έργα όπως ο ηλεκτροφωτισμός των κοινοτήτων. Σε ορισμένες περιοχές, εφαρμόστηκε και ο θεσμός του λαϊκού πρατηρίου το οποίο διέθετε σε φτηνές τιμές εμπορεύματα όπως αλάτι, σταφιδίνη και τσιγαρόχαρτα. Με πόρους από το δημοτικό ταμείο και από τους συνεταιρισμούς αγόραζε προϊόντα σε μεγάλες ποσότητες και τα πουλούσε με μικρό κέρδος.

Ένα από τα πιο σημαντικά έργα της αυτοδιοίκησης, μέσα στα πλαίσια της πολιτικής και των αποφάσεων του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ, ήταν και η ενίσχυση των πιο αδύναμων περιοχών της Ελεύθερης Ελλάδας, είτε αυτές ήταν παραδοσιακά άγονες περιοχές όπως στην Ήπειρο ή θύματα των εκκαθαριστικών επιχειρήσεων των Γερμανών, οι οποίοι από το φθινόπωρο του 1943 μεθοδικά κατέστρεφαν εξολοκλήρου χωριά με αλλεπάλληλες επιχειρήσεις.

Αυτή η κατάσταση, εκτός από την άμεση τρομοκρατία αποτελούσε και μια μορφή οικονομικού πολέμου καθώς, καταστρέφοντας όλες τις παραγωγικές υποδομές (ζώα, σοδειές, αποθηκευτικούς χώρους, δέντρα), οι Γερμανοί διέλυαν την παραγωγική βάση της Ελεύθερης Ελλάδας και υπονόμευαν πολλαπλά τις δυνατότητες δράσης του ΕΛΑΣ. Το ότι σε αυτήν την κατάσταση, δεν είχαμε μια κατάρρευση του αντιστασιακού πλέγματος ούτε μια σοβαρή επισιτιστική κρίση, πρέπει να οφείλεται σε ένα σημαντικό δίκτυο αλληλοστήριξης των περιοχών της Ελεύθερης Ελλάδας.

Εκτός από τη φορολογία και τα αποθέματα που διαχειριζόταν κεντρικά η Επιμελητεία του Αντάρτη (ΕΤΑ) και που μπορούσε να διανείμει στη μια ή την άλλη περίπτωση, εκτεταμένες ήταν οι πρωτοβουλίες εράνων υπέρ των «πυροπαθών», που συγκέντρωνε κυρίως η Εθνική Αλληλεγγύη και προωθούσε στη συνέχεια η ΕΤΑ προς τους έχοντες ανάγκη. Η αυτοδιοίκηση διοργάνωσε κινητοποιήσεις και συλλαλητήρια από τις αποκλεισμένες περιοχές για την απόσπαση βοήθειας από τις επιτροπές του Ερυθρού Σταυρού.

Η κατεχόμενη χώρα

Ποιος θα μπορούσε να είναι ο ρόλος της αυτοδιοίκησης σε μια χώρα κατεχόμενη, με μια δωσίλογη κεντρική εξουσία και τρεις διαφορετικούς κατακτητές; Οι ιδιαίτερες συνθήκες της Ελλάδας επεφύλαξαν ένα σημαντικό ρόλο για τις τοπικές εξουσίες, που ολοένα και μεγάλωνε μέχρι την απελευθέρωση. Η Κατοχή της χώρας την είχε βρει με το καθεστώς Μεταξά, ένα ολοκληρωτικό καθεστώς που είχε καταργήσει και τις αιρετές τοπικές διοικήσεις.

Στη θέση τους τοποθέτησε ανθρώπους διορισμένους από το καθεστώς και υπόλογους σε αυτό. Η στάση τόσο των ίδιων όσο και του περίγυρού τους ποίκιλε κατά τη διάρκεια της κατοχικής περιόδου. Πολλοί διατήρησαν τις θέσεις τους και ανάμεσά τους άλλοι συντάχθηκαν στην υπηρεσία του νέου αφέντη, ενώ άλλοι συνεργάστηκαν με τις αντιστασιακές δυνάμεις προσφέροντας ένα προκάλυμμα νομιμότητας.

Στην πρώτη κατοχική περίοδο, χάος και αποδιοργάνωση προκλήθηκε από την τριχοτόμηση της χώρας, την επίταξη βασικών αγαθών και υπηρεσιών από τους κατακτητές και ουσιαστικά την αφαίρεση κάθε εξουσίας και κύρους από τον εγχώριο δωσιλογισμό.

Το κράτος φάνταζε μακρινό, άδικο και υπόλογο για την ήττα της χώρας και τα πάθη της κατοχής. Αναβίωναν τα φαινόμενα ληστείας και η απειλή του λιμού σκιάζει τη χώρα. Σε αυτό το σκηνικό, η τοπική αυτοδιοίκηση ήταν ένας πόλος συνοχής της τοπικής κοινωνίας, εξαιρετικά εύθραυστος όμως. Χωρίς κανένα ουσιαστικό μέσο καλούνταν να υλοποιήσει τις διαταγές των κατοχικών φρουραρχείων και τις δωσίλογες πολιτικές της «Ελληνικής Πολιτείας».

Καλούνταν να μαζέψει τα όπλα που είχαν φυλάξει οι πολίτες από τον πρόσφατο πόλεμο, να εφαρμόσει ανεδαφικές αποφάσεις για διατίμηση αγαθών, να καταγράψει τους δημότες, να κάνει κοινωνική πολιτική μέσω εράνων και διορισμών, και το κυριότερο ίσως, να συμβάλλει στην υποχρεωτική πλέον συγκέντρωση της αγροτικής παραγωγής. Μετατρεπόταν δηλαδή σε εκτελεστή της κατοχικής πολιτικής. Είδαμε πως με βάση αυτήν την κατάσταση ένα μεγάλο μέρος της χώρας απελευθερώθηκε από την ένοπλη Αντίσταση, όπου και άλλαξε εντελώς ο ρόλος της αυτοδιοίκησης.

Το μεγαλύτερο όμως μέρος της χώρας και ιδιαίτερα τα αστικά κέντρα, παρέμειναν υπό κατοχή και η τοπική αυτοδιοίκηση στην υπηρεσία των κατακτητών και της δωσίλογης κυβέρνησης των Αθηνών. Ο ρόλος όμως της αυτοδιοίκησης θα αναβαθμιζόταν γρήγορα με την τακτική από ένα σημείο και έπειτα άφιξη της ξένης βοήθειας του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού (ΔΕΣ).

Αυτή η βοήθεια, περίπου 15.000 τόνοι τροφίμων μηνιαίως, έφτανε με πλοία στο λιμάνι του Πειραιά και διανεμόταν σε όλη τη χώρα μέσω της Επιτροπής Διαχείρισης Βοηθημάτων του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού. Το φθινόπωρο του 1942 η Επιτροπή ήταν σε θέση να καταρτίσει ένα Γενικό Πρόγραμμα, βάσει του οποίου θα γίνονταν οι διανομές πανελλαδικά.

Ουδέτεροι αντιπρόσωποι του ΔΕΣ με απεριόριστη εξουσία πάνω στις τοπικές επιτροπές τοποθετούνται στη Θεσσαλονίκη για την περιοχή της Μακεδονίας, στη Μυτιλήνη και τη Χίο, στην Τρίπολη για το μεγαλύτερο μέρος της Πελοποννήσου, στο Ηράκλειο για την Κρήτη και στον Βόλο για τη Θεσσαλία. Συγκροτούνται 45 Κεντρικές Επιτροπές Διανομών στις πρωτεύουσες των νομών και των επαρχιών, με επικεφαλής στις περισσότερες περιπτώσεις τους κατά τόπους μητροπολίτες.

Οι Κοινοτικές Επιτροπές γίνονται πλέον περίπου 3.000. Οι 3.000 επιτροπές διανομής, ένας ισχυρός μηχανισμός που τελούσε υπό την έγκριση όχι μόνο του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού αλλά και των Αρχών Κατοχής, ήταν εν πολλοίς μια ανασύσταση του προπολεμικού κράτους με ανανεωμένο κύρος, που το καρπωνόταν εν μέρει η κατοχική κυβέρνηση.

Σύμφωνα με τον τότε πρόεδρο της Επιτροπής, σουηδό Πωλ Μον: «Τα κύρια στηρίγματά μας ήταν οι επιτροπές που σχηματίσαμε σε κάθε τόπο όπου γίνονταν διανομές. Κεντρικές επιτροπές, εξαρτημένες από την επιτροπή μας, έδρευαν στις μεγαλύτερες πόλεις και αυτές είχαν την εποπτεία εκατοντάδων τοπικών επιτροπών. Στα μεγαλύτερα κέντρα ως πρόεδρο ορίζαμε συνήθως τον μητροπολίτη και ως μέλη τον νομάρχη της περιοχής ή τον δήμαρχο, διευθυντές τραπεζών, γιατρούς, βιομηχάνους και εκπροσώπους εργατών. Στα λιγότερο σημαντικά κέντρα, μέλη των επιτροπών ήταν κυρίως αγρότες και εργάτες, που ήταν πιο πολυάριθμοι, με τη συμπαράσταση του σταθμάρχη χωροφυλακής, του παπά και του δασκάλου. Τα μέλη των τοπικών επιτροπών έπρεπε να τα εγκρίνουμε εμείς και μέχρι ένα βαθμό οι Αρχές Κατοχής».

Με αυτόν τον τρόπο, οι δήμαρχοι και οι κοινοτάρχες αποκτούν μια υλική βάση γύρω από την οποία μπορούν να κτίσουν την επιρροή τους. Αρκετοί θα χρησιμοποιήσουν αυτήν την εξουσία για να ενισχύσουν ή και να δημιουργήσουν τοπικές δωσιλογικές μονάδες και κοινωνικές συμμαχίες ενάντια στο εαμικό στρατόπεδο.

Η επικράτηση του ΕΑΜ σε όλη σχεδόν την ύπαιθρο την περίοδο της απελευθέρωσης θα οδηγήσει αυτές τις δυνάμεις στο παρασκήνιο για να ξεπροβάλουν και πάλι μετά την παράδοση των όπλων και τη συμφωνία της Βάρκιζας, το Φεβρουάριο 1945 και να ξεκινήσουν κατά τόπους την τρομοκράτηση των αριστερών και ευρύτερα δημοκρατικών δυνάμεων.

Η αυτοδιοίκηση στον εμφύλιο πόλεμο

Η Συμφωνία της Βάρκιζας ουσιαστικά σήμαινε το τέλος της «εαμικής αυτοδιοίκησης» ξηλώνοντας τις αρχές που είχαν εγκατασταθεί από τις πολιτικές οργανώσεις ή και εκλεγεί από το λαό και εγκαθιστώντας νέες, πιστές στη νέα κυβέρνηση. Η παράδοση της εξουσίας από το ΕΑΜ γινόταν στις μονάδες της Εθνοφυλακής που προωθούνταν με τη συνοδεία βρετανικών στρατευμάτων και στις νέες αρχές που ακολουθούσαν τις στρατιωτικές δυνάμεις, σύμφωνα με τη Συμφωνία της Βάρκιζας και τα πρωτόκολλα που τη συνόδευαν.

Οι νέες αρχές διέλυαν τους εαμικούς θεσμούς και σύντομα περνούσαν στο στάδιο καταδίωξης των μελών και οπαδών του ΕΑΜ και στη συντριβή της υποδομής των οργανώσεων. Ο νέος νομάρχης Λαμίας, για παράδειγμα, έπαυσε τα επαρχιακά συμβούλια του ΕΑΜ και στο δήμο Λαμιέων επανέφερε το τελευταίο διοικητικό συμβούλιο που είχε διοριστεί από την κατοχική κυβέρνηση του Ιωάννη Ράλλη. Δεν άργησαν οι διώξεις όσων είχαν συνδεθεί με το εαμικό κίνημα και η εκκαθάριση των υπηρεσιών από αυτούς ενώ από την άλλη απελευθερώθηκαν όσοι κρατούνταν από την Εθνική Πολιτοφυλακή κατηγορούμενοι για δωσιλογισμό, όπως ο κατοχικός νομάρχης Τρικάλων Πιπιλιάγκας.

Οι θεσμοί της λαϊκής αυτοδιοίκησης και δικαιοσύνης καταργήθηκαν, οι φορείς τους κυνηγήθηκαν ενώ ακόμα και τα υλικά τους ίχνη καταστράφηκαν. Η αυτοδιοίκηση σε όλη τη χώρα πλέον υπαγόταν στην κεντρική εξουσία, και οι τοπικές εξουσίες γίνονταν κύτταρα του αγώνα ενάντια στον «συμμοριτισμό».

Η βοήθεια του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού είχε αντικατασταθεί από αυτήν της βρετανικής οργάνωσης Εμ-Ελ και αυτή με τη σειρά της με εκείνη της ΟΥΝΡΑ των Ηνωμένων Εθνών και ουσιαστικά των ΗΠΑ. Σε συνθήκες ακραίας φτώχειας, η πολιτική καταπίεση θα περνούσε μέσα από τα όργανα της αυτοδιοίκησης που θα αποφάσιζαν ποιοι ήταν αρκετά εθνικόφρονες ώστε να λάβουν την αναγκαία βοήθεια.

Ο πρόεδρος της κοινότητας, που συνήθως ήταν το ίδιο πρόσωπο με τον επικεφαλής της τοπικής Οργάνωσης Εθνικοφρόνων, ήταν ένας «μικρός άρχοντας» που είχε πολλές φορές εξουσία ζωής και θανάτου πάνω στους συγχωριανούς του.

Αυτός καθόριζε όχι μόνο ποιοι θα δουλέψουν και σε ποιους θα κατευθυνθούν τα αγαθά της ξένης βοήθειας, αλλά και ποιος θα εκτοπιστεί στην εξορία και ποιος θα εκτελεστεί ακόμα. Στην κοινότητα απευθύνονταν και τα γράμματα των μακρονησιωτών με τις δηλώσεις μετανοίας και ανάνηψης από τον κομμουνισμό.

Η ήττα της Αριστεράς στον εμφύλιο καθόρισε σε τοπικό επίπεδο τη μορφή και το περιεχόμενο της αυτοδιοίκησης. Θα έπρεπε να τελειώσει ο εμφύλιος για να ξαναπιαστεί το νήμα της λαϊκής συμμετοχής μέσα σε νέες οπωσδήποτε συνθήκες.

* Ο Γιάννης Σκαλιδάκης είναι υποψήφιος διδάκτορας στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών ΑΠΘ

Πηγή: Λαϊκή και αντιλαϊκή αυτοδιοίκηση στην Κατοχή και τον Εμφύλιο

Advertisements

9 thoughts on “Λαϊκή και αντιλαϊκή αυτοδιοίκηση στην Κατοχή και τον Εμφύλιο”

  1. Απόσπασμα από το βιβλίο του Γιάννη Σκαλιδάκη «Η Ελεύθερη Ελλάδα. Η εξουσία του ΕΑΜ στα χρόνια της Κατοχής (1943-1944)» (εκδόσεις Ασίνη, Αθήνα, 2014).

    Η Ελεύθερη Ελλάδα συγκροτήθηκε σε αντίθεση και αντιπαράθεση με την κατεχόμενη ζώνη και κυρίως με το στρατό Κατοχής και τις ένοπλες δυνάμεις της κυβέρνησης συνεργασίας (αρχικά Χωροφυλακή και αργότερα Τάγματα Ασφαλείας και αντικομμουνιστικές ομάδες). Ο διαχωρισμός των δύο χώρων παγιώθηκε με τον οικονομικό αποκλεισμό της Ελεύθερης Ελλάδας από τη διανομή της διεθνούς βοήθειας που αναβάθμισε οικονομικά την κατεχόμενη ζώνη και απεξάρτησε την κυβέρνηση συνεργασίας από την αναγκαιότητα οικονομικής εκμετάλλευσης της εγχώριας αγροτικής παραγωγής. Περαιτέρω, η εξέλιξη αυτή –σε συνδυασμό με την απόσυρση των Ιταλών και την ενίσχυση της γερμανικής παρουσίας– οδήγησε σε μια προσπάθεια επανακατάληψης της υπαίθρου με στόχο την αποδιάρθρωση της οικονομικής βάσης της Αντίστασης. Το αποτέλεσμα μπορεί να μην ήταν η εξουδετέρωση του ΕΛΑΣ αλλά ήταν σίγουρα ένα είδος κρίσης της Ελεύθερης Ελλάδας που διατάραξε όχι μόνο τις οικονομικές αλλά και τις κοινωνικές και πολιτικές ισορροπίες του χώρου αυτού το 1944.

    Μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι το εύθραυστο των ισορροπιών αυτών και οι ενδείξεις εξάρτησης του πληθυσμού από τους μηχανισμούς του αντίπαλου χώρου (κυρίως της διανομής της διεθνούς βοήθειας σε επαρχιακά αστικά κέντρα) επηρέασαν καθοριστικά τις πολιτικές επιλογές και την επεξεργασία των αντίστοιχων τακτικών στο πολιτικό επίπεδο. Ο χρόνος δεν ήταν σύμμαχος για το ΕΑΜ και την ΠΕΕΑ καθώς παρατεινόταν το χρονικό διάστημα μέχρι την αναμενόμενη απελευθέρωση και τα πολιτικά οφέλη από την υπεράσπιση του αγροτικού χώρου και της παραγωγής του διακυβεύονταν από την ανατροπή των οικονομικών ισορροπιών. Μέσα στο πλαίσιο αυτό, πάρθηκαν τόσο οι κεντρικές πολιτικές αποφάσεις όσο και οι πολιτικές και νομοθετικές πρωτοβουλίες της ΠΕΕΑ, με το βλέμμα μετά την απελευθέρωση της χώρας.

    Εξετάζοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο τις εξελίξεις, μπορούμε να πούμε πως, «σε τελική ανάλυση» πάντα, οι οικονομικές παράμετροι υπήρξαν καθοριστικές και η κατανόησή τους είναι εντελώς απαραίτητη για την ερμηνεία αυτών των εξελίξεων. Η δε υποτίμησή τους –τόσο συνολικά, όσο και ειδικά, σε κάθε αλλαγή της συγκυρίας– έχει οδηγήσει ως τώρα την ιστοριογραφία σε μια ατέρμονη και αλυσιτελή ερμηνεία των πολιτικών επιλογών της ΠΕΕΑ με βάση τις επιθυμίες των διεθνών παραγόντων, των σχεδιασμών του ΚΚΕ και των συμμάχων του και άλλων υποκειμενικών όρων.

    Το ίδιο συμβαίνει όταν υποτιμούνται οι οικονομικοί παράγοντες στην αναζήτηση των αιτιών της κυριαρχίας των θεσμών του ΕΑΜ στην ύπαιθρο και αντίθετα υπερτονίζεται, κατά περίπτωση, η πολιτική πειθώ ή η βία, ενώ παρουσιάζονται σε αντίθεση μεταξύ τους οι προθέσεις μιας κεντρικής εξουσίας με τις τοπικές ιδιαιτερότητες ή και η πολιτική του ΕΑΜ στο εσωτερικό και το εξωτερικό.

    […]

    Η οικονομική λειτουργία της Ελεύθερης Ελλάδας, και ο έλεγχός της από τις δομές του ΕΛΑΣ και της ΠΕΕΑ αφορούσε μια σειρά στρώματα, που έτσι κι αλλιώς είχαν οικονομικές σχέσεις μεταξύ τους. Στη βάση του, το ΕΑΜ στηρίχτηκε όχι μόνο στους μικρούς αλλά και στους μεσαίους και μεγάλους παραγωγούς, που είδαν την ένοπλη Αντίσταση να προστατεύει την παραγωγή τους από την υποχρεωτική συγκέντρωση και το παρακράτημα που ήθελε να επιβάλει η κυβέρνηση συνεργασίας. Επίσης, οι πληθυσμοί των ορεινών χωριών, μικροί γεωργοί και κτηνοτρόφοι, ταύτισαν τις τύχες τους με τον ΕΛΑΣ και δέχτηκαν κρίσιμη βοήθεια από τις εαμικές δομές μετά τις καταστροφικές γερμανικές επιχειρήσεις. Αλλά και ένα μέρος των επαρχιακών ελίτ, στα αστικά κέντρα γύρω και ανάμεσα από την Ελεύθερη Ελλάδα τάχτηκε με το ΕΑΜ και στελέχωσε τα ανώτερα κλιμάκια του διοικητικού μηχανισμού της ΠΕΕΑ (διοικητικοί αντιπρόσωποι, αναθεωρητικά δικαστήρια, επαρχιακά και νομαρχιακά συμβούλια, αυτοδιοικητικές θέσεις μετά την απελευθέρωση στις πόλεις) ενώ όλος αυτός ο κόσμος συνδέθηκε με τα εργατικά αλλά και τα μικροαστικά και μεσοαστικά στρώματα των μεγάλων πόλεων, που στήριζαν το ΕΑΜ. Πολλά στελέχη από τις πόλεις «ανέβηκαν στο βουνό» το 1944 και στελέχωσαν τις διοικητικές υπηρεσίες της ΠΕΕΑ, τις Γραμματείες και τους κατά τόπους μηχανισμούς. Η σύνθεση του Εθνικού Συμβουλίου περιγράφει αυτήν την κοινωνική βάση.

    […]

    Εν τέλει, η ΠΕΕΑ, υπολογίζοντας τις οικονομικές και κοινωνικές παραμέτρους και λαμβάνοντας υπόψη τις ραγδαίες εξελίξεις που έφερνε το επικείμενο τέλος του πολέμου, προχώρησε μέχρι τέλους στην κατεύθυνση υπεράσπισης της γραμμής της εθνικής ενότητας συμμετέχοντας στην κυβέρνηση Εθνικής Ενώσεως του Γ. Παπανδρέου. Σε αυτήν την απόφαση συνέβαλαν οι παρόμοιες εξελίξεις «ενωτικών» κυβερνήσεων σε άλλες κατεχόμενες χώρες και η στάση των Μεγάλων Συμμάχων. Ακολουθήθηκε λοιπόν μια τακτική ενότητας «από τα πάνω» με τη συμμετοχή στην κυβέρνηση, που ιδανικά θα απομάκρυνε την απειλή σύγκλισης του πολιτικού κόσμου και των κοινωνικών του στηριγμάτων με μηχανισμούς και δομές της κυβέρνησης συνεργασίας που εκπροσωπούσαν τον κόσμο του οικονομικού δωσιλογισμού. Αυτή δε η συμμετοχή μπορούσε να νομιμοποιήσει και να περιβάλλει με το κύρος της κυβέρνησης τους θεσμούς που είχε εγκαταστήσει η ΠΕΕΑ στην Ελεύθερη Ελλάδα. Συνεχίστηκε λοιπόν ως το τέλος η συγκρότηση θεσμών και μηχανισμών που θα μπορούσαν να εδραιώσουν και να κατοχυρώσουν την εαμική εμβέλεια. Αυτοί οι θεσμοί ήταν η αυτοδιοίκηση σε διάφορους βαθμούς μαζί με τη λαϊκή δικαιοσύνη, η Εθνική Πολιτοφυλακή στη θέση της Χωροφυλακής, ιδανικά ο εθνικός στρατός-ΕΛΑΣ στη θέση του παλιού στρατού και οι κάθε είδους συλλογικές μορφές διεκδίκησης, επιτροπές, ανασύσταση συνδικάτων και κυρίως οι συνεταιρισμοί (παραγωγικοί, καταναλωτικοί, προμηθευτικοί) ως μια ειδική μορφή κατοχύρωσης του οικονομικού ρόλου της εγχώριας παραγωγής και της σύνδεσης πόλης και υπαίθρου.

    Φαίνεται πως υπήρχε η εκτίμηση ότι αυτή η συσσώρευση και συγκρότηση δύναμης σε κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο θα οδηγούσε σε αλλαγή των προπολεμικών συσχετισμών δύναμης και θα ξεπερνούσε την αναμενόμενη αντίδραση του πολιτικού κόσμου. Στόχος ήταν μια ανατροπή του πολιτικού σκηνικού με την αφαίρεση της μοναρχίας από την πολιτική εξίσωση και τον εξαναγκασμό τόσο του πολιτικού κόσμου όσο και των Βρετανών, στους οποίους αναγνωριζόταν ιδιαίτερος ρόλος, να συμβιβαστούν με ένα νέο πολιτικό σκηνικό, στο οποίο θα κατοχυρωνόταν η πολιτική συμμαχία του ΕΑΜ. Στην κατεύθυνση αυτή οδηγούσε και η παρακολούθηση εξελίξεων όπως η κυβέρνηση Τίτο-Σούμπασιτς στη Γιουγκοσλαβία με παραμερισμό της μοναρχίας. Στους υπολογισμούς αυτούς υπήρξε υποτίμηση και των δυνατοτήτων και των προθέσεων της αντιεαμικής συμμαχίας αλλά κυρίως της απόφασης των Βρετανών να παλινορθώσουν το πρότερο καθεστώς, έστω και με μεγάλο κόστος. Γενικότερα, υπερτιμήθηκε η πλευρά της ενότητας των Μεγάλων Συμμάχων και των διακηρύξεων τους, εν καιρώ πολέμου βέβαια, και αντίστοιχα υποτιμήθηκαν οι αντιθέσεις που αναπόφευκτα θα προέκυπταν και οι ιδιαίτεροι στόχοι κάθε δύναμης.

    Κλείνοντας, όσον αφορά το σκέλος των πολιτικών παραμέτρων, μένει ως ερώτημα το εύρος αντιστοίχισης των πολιτικών επιλογών με τα όρια που έθεταν οι οικονομικές πραγματικότητες και η εκτίμηση της κοινωνικής διαθεσιμότητας. Η πρωτοτυπία του ΕΑΜ, ως επιτυχημένη πολιτική και κοινωνική συμμαχία, συνδυάστηκε με τον επίσης καινοφανή σχηματισμό της Ελεύθερης Ελλάδας οδηγώντας στη δυνατότητα αλλά και στην αναγκαιότητα συγκρότησης μιας εξουσίας όπως η ΠΕΕΑ.

    Ήταν όμως η τελευταία και ένα φαινόμενο της εποχής της. Στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, σε αρκετές περιπτώσεις, η αντίσταση στον Άξονα πήρε τη μορφή της απόσχισης από τον κορμό της Νέας Ευρώπης και, από διαφορετικές αφετηρίες, απελευθερωμένες περιοχές από την ένοπλη Αντίσταση βρέθηκαν μπροστά στην πρόκληση της αυτοδιοίκησής τους πριν την απελευθέρωση του συνόλου της χώρας τους. Η ύπαρξη απελευθερωμένων περιοχών, μικρών ή μεγαλύτερων οδήγησε με τη σειρά της σε μορφές προσωρινής διακυβέρνησής τους, όπου συνυπήρχε η ανάγκη οργάνωσης του αντιστασιακού αγώνα με την ευκαιρία διακήρυξης έστω ή και προσπάθειας βηματισμού προς μια άλλου τύπου κοινωνική οργάνωση.

    http://rednotebook.gr/2015/01/exousia-tou-eam-sta-chronia-tis-katochis-tou-gianni-saklidaki/

    Μου αρέσει!

  2. «Είχε ήδη τεθεί σε εφαρμογή από το Κοινό Γενικό Στρατηγείο Ανταρτών, (ΚΓΣΑ) από τις 10 Αυγούστου 1943 η Απόφαση 6 για τα ζητήματα αυτοδιοίκησης. Η Απόφαση 6 του ΚΓΣΑ ρύθμιζε με γενικό τρόπο, τη λειτουργία της αυτοδιοίκησης και της δικαιοσύνης στις ελεύθερες περιοχές.

    Όρισε τιμές για τα βασικά είδη διατροφής, επέβαλε εισφορά για την ενίσχυση των αντάρτικων δυνάμεων, των πολεμοπαθών και του ορεινού πληθυσμού και παρακράτημα στη διακίνηση εμπορευμάτων και κυρίως τροφίμων. Συγκρότησε κοινά φρουραρχεία σε περιοχές οπού δρούσαν πάνω από μια οργανώσεις και επόπτευσε τις διαδικασίες σχετικά με τις εκλογές των επιτροπών και υποεπιτροπών».

    Από το ποστ. Έχει ενδιαφέρον ότι όταν λέμε ΚΓΣΑ εννοούμε ΕΛΑΣ + ΕΔΕΣ + ΕΚΚΑ + η Βρετανική Αποστολή. Ωστόσο, λίγες βδομάδες αργότερα ξέσπασαν οι συγκρούσεις ΕΛΑΣ- ΕΔΕΣ και το ΚΓΣΑ διαλύθηκε.

    Μου αρέσει!

  3. Η αυτοδιοίκηση στην ελεύθερη Ελλάδα της κατοχής
    28/03/2014

    Γράφει ο Ευάγγελος Πάλλας
    Δημοσιογράφος ΑΠΕ-ΜΠΕ
    Η τοπική αυτοδιοίκηση πάντα ήταν στόχος των αστικών κομμάτων διαχρονικά. Όπως καταλαβαίνεται και οι επερχόμενες αυτοδιοίκητες εκλογές (Καλλικράτης) θα τύχουν πολιτικής εκμετάλλευσης από όλα τα κοινοβουλευτικά κόμματα. Ας θυμηθούμε πως λειτούργησε η αυτοδιοίκηση στην Ελεύθερη Ελλάδα της κατοχής.

    1942–2014: Από τον λαογέννητο θεσμό της Εθνικής Αντίστασης στην «απολιτικοποίηση» των Δήμων και Κοινοτήτων

    Μέσα από τον μεγάλο αντιστασιακό αγώνα τον ελληνικού λαού κατά της φασιστικής κατοχής ξεπήδησε, με όλα τα γνωρίσματα του άγραφου δικαίου, στις ανταρτοκρατούμενες περιοχές της χώρας μας η αυτοδιοίκηση, ενωμένη με τη λαϊκή Δικαιοσύνη. Δυο μέρες μετά την κατάλυση από τον Άρη Βελουχιώτη, στο χωριό Φουρνά της Ευρυτανίας, των αρχών που εκ­προσωπούσαν το κράτος των κουΐσλιγκ της Αθήνας, και συγκεκριμένα στις 11 Οκτώβρη 1942, οι χωρικοί των γύρω χωριών, Κλειτσός πρώτα κι ύστερα της Βράχας, Περάνθης, Μολόχας, Σαρανταπόρου κ.λπ., με την πρωτοβουλία των υπεύθυνων του ΕAM συγκρότησαν λαϊκές συνελεύσεις και εξέ­λεξαν τοπικές κοινοτικές επιτροπές για την τήρηση της τάξεως, την απονομή της δικαιοσύνης και τη διοίκηση γενικότερα. Η άσκηση της εξουσίας απ’ ευθείας από τον ίδιο τον Λαό και η ενεργός συμμετοχή του στις διαδικασίες για τη θεμελίωση μιας «διευρυμένης» δημοκρατίας με ελεύθερους θεσμούς απε­τέλεσε μέγα ιστορικό γεγονός. Πολύ περισσότερο και γιατί ήταν μια συνέ­χεια με ρίζες βαθύτατα ελληνικές, που χάνονταν μέσα στους αιώνες και τις παραδόσεις της εθνικής μας ιστορίας.

    Η γένεση της αυτοδιοίκησης και της λαϊκής δικαιοσύνης καταχωρήθηκε αργότερα στα επίσημα κείμενα του ΕΛΑΣ και της ΠΕΕΑ και η πρακτική τους συστηματοποιήθηκε και κω­δικοποιήθηκε. Η αρχή έγινε πάλι από τους ίδιους χωρικούς της Ευρυτανίας (Βράχα, Φουρνάς, Περάνθη, Μολόχα, Σαραντάπορο) στις 4 Δεκεμβρίου 1942, με επικεφαλής τους υπεύθυνους του ΕΑΜ. Τότε αποφασίστηκε από τη λαϊκή συνέλευση τους, που συνήλθε μέσα σε μια καλύβα στο δάσος, όπως οι υπαί­θριες εθνοσυνελεύσεις του 1821, η σύνταξη ενός κώδικα για την αυτοδιοί­κηση και για τη λαϊκή δικαι­οσύνη. Έτσι είδε το φως ο αυτοσχέδιος και υποτυπώδης – ο χαρακτηρισμός ανήκει στον Δημ. Ι. Ζέπο (Λαϊκή δικαιοσύνη εις τας ελευ­θέρας περιοχάς της υπό κατοχήν Ελλάδος, Αθήναι 1945, παράγραφος 2 σελ. 3) – «Κώδι­κας Ποσειδώνα» που εφαρμόστηκε στους Δή­μους Κτημενίων και Δολώπων και στη Δυτική Θεσσαλία. Το πέρασμα από το άγραφο δίκαιο στο γραπτό ήταν κι αυτό μια ιστορική δημι­ουργία που ολοκληρώθηκε με τις πράξεις του ΕΛΑΣ και της ΠΕΕΑ.

    Δυστυχώς η οργανική ανάπτυξη του θε­σμού, που είναι κυριολεκτικά το πιο ζωντανό και χυμώδες κύτταρο της Δημοκρατίας, ανεκόπη βίαια με την αντεπανάσταση που άρχισε στη χώρα μας ύστερα από το Δεκέμβρη του 1944 και που, χάρις στις ξένες επεμ­βάσεις, διατηρείται ως τις μέρες μας.

    Η πολιτική των «κατεστημένων» της δεξιάς στόχο της είχε πάντοτε την «απολιτικοποίηση» των δήμων και κοινοτήτων και την αστυνόμευση τους από το κράτος. Αυτή η πο­λιτική κορυφώθηκε μέσα στη δικτατορική επταετία (1967-1974). Με τις διορισμένες δι­οικήσεις τους οι δήμοι και οι κοινότητες υπη­ρέτησαν δουλικά τη χούντα. Το ΝΔ 222/1973 κωδικοποίησε ακριβώς την υποδούλωση της αυτοδιοίκησης στο χουντικό κράτος.

    Θα περίμενε κανείς πώς το άνοιγμα προς τη Δημοκρατία της 23-7-1974 θα οδηγούσε στην απελευθέρωση της από τη χουντική δουλεία. Οι συζητήσεις που έγιναν όμως στη Βουλή για το νομοσχέδιο περί εκλο­γής δημοτικών και κοινοτικών άρχων και η απόρριψη από την Κυβέρνηση των τροπολο­γιών που πρότεινε η Αντιπολίτευση έδειξαν καθαρά πως ο στόχος παραμένει ο ίδιος: η «απολιτικοποίηση» των δήμων και κοινοτήτων. Ο υπουργός των εσωτερικών το δήλωσε χωρίς υπεκφυγές. Η κυβέρνηση «φι­λοδοξεί» να καταστήσει τους δήμους και τις κοινότητες: «αμέτοχους των πολιτικών αντι­θέσεων και της πολιτικής διαμάχης». Αυτό σημαίνει πως το νέο κατεστημένο που στήθηκε μετά τις 23 Ιουλίου 1974, και κάθε μέρα κάνει όλο και περισσότερο αισθητή την παρουσία του στο δημόσιο βίο της χώρας μας, δεν θέλει να αναγνωρίσει στην τοπική αυτοδιοίκηση το να δικαίωμα αναφαίρετο που το κατέκτησε με τους επικούς αντιστασιακούς αγώνες του ο Ελληνικός λαός- να συμμετέχει ενεργώς στις διαδικασίες ενός ουσιαστικού εκδημοκρατισμού.

    Επιδίωξη του κατεστημένου είναι η απονεύρωση ενός θεσμού που προσφέρει στο Λαό τη δυνατότητα να ασκήσει την εξουσία του, αφού άλλωστε αυτός και μόνον αυτός είναι η πηγή κάθε εξουσίας- απευθείας ο ίδιος, ό,τι δηλ. δεν φέρει ούτε και η Βουλή. Η πραγματοποίηση αυτού του στόχου με ένα τρόπο μπορεί να επιτευχθεί με την αστυνόμευση των δήμων και κοινοτήτων από το κράτος.

    Έτσι η αναδρομή στις νεώτερες παραδόσεις που δημιούργησε η λαϊκή αυτοδιοίκηση στην ελεύθερη Ελλάδα της φασιστικής κατοχής, εν όψει των εκλογών της 30-3-1975, πέρα από την επικαιρότητα της αποτελεί και χρέος μας. Στους δήμους και τις κοινότητες πρέπει να εκλεγούν μόνο όσοι πιστεύουν στη δημοκρατική αποστολή των οργάνων της τοπικής αυτοδιοίκησης .

    ΤΑ ΕΠΙΣΗΜΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΗΣ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ ΩΣ ΤΙΣ ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΗΣ ΠΕΕΑ

    Η διοίκηση των ανταρτοκρατουμένων περιοχών διαμορφώθηκε σε θεσμό μέσα από τις πρακτικές ανάγκες του αντιστασιακού αγώνα. Υπήρξε εκ καταβολής λαϊκός θεσμός.

    Πιο κάτω έγινε ήδη λόγος πως γεννήθηκε ως ιστορικό γεγονός.

    Μέχρι τον Αύγουστο του 1943 η αυτοδιοίκηση γενικεύεται στις ελεύθερες περιοχές είτε ως γραφτό δίκαιο (κώδικας Ποσειδώνα) είτε με κάποιες τοπικές παραλλαγές ως άγραφο δίκαιο. Στις αρχές μάλιστα του 1943, η περιφερειακή επιτροπή του ΕΑΜ Φθιωτιδοφωκίδος -Ευρυτανίας, με εγκύκλιο που συνέστησε την εφαρμογή τής αυτοδιοίκησης Στερεά Ελλάδα. Η εθνική σημασία του θεσμού καταφαίνεται από το εξής χαρακτηριστικό περιστατικό. Το πρώτο επίσημο κείμενο για την αυτοδιοίκηση με τον τίτλο « επί του θέματος τής αυτοδιοικήσεως της ελευθέρα Ελλάδος» είναι ή No 6/10 Αύγούστου 1943 απόφαση του Κοινού Γενικού Στρατηγείου Εθνικών Ομάδων Ανταρτών. Εξεδόθη κατόπιν διαταγής των στρατηγών Ν. Ζέρβα και Άρη Βελουχιώτη» με βάση τις συμφωνίες της 5-7-1943 μεταξύ του αντιπροσώπου του Μέσης Ανατολής Έντυ – πρόκειται για τον Ταξίαρχο MAYERES – και των ΕΛΑΣ, ΕΔΕΣ και ΕΚΚΑ, Και φέρει τις υπογραφές-WOODHOUSE, Ραυτοπούλου για τον ΕΔΕΣ και Σ. Σαράφη για τον ΕΛΑΣ. Η απόφαση αυτή, που χρησιμοποίησε ως υπόδειγμα κατά βάσιν την αυτοδιοίκηση των περιοχών του ΕΛΑΣ Θεσσαλίας, δηλ. τον Κώδικα Ποσειδώνα, κοινοποιήθηκε προς εκτέλεσιν με το Ν. 712/17-8-1943 διαταγή του Γενικού Στρατηγείου του ΕΛΑΣ.

    Παράλληλα στην «Πρώτη Συνδιάσκεψη των αντιπροσώπων αυτοδιοίκησης Φθιώτιδος- Ευρυτανίας» που συνεκάλεσε το ΕΑΜ Στερεάς, ενεκρίθη την 8-8-1943 ο «Κώδικας Αυτοδιοίκησης και Λαϊκής Δικαιοσύνη­ς για τη Στερεά Ελλάδα- έργο επιτροπής 22 νομικών και αντιπροσώπων. Ο κώδικας αυτός έπειτα από πρόσθετη επεξεργασία που έγινε με πρωτοβουλία του ΕΛΑΣ και με νέο τίτλο: «Διατάξεις για την αυτοδιοίκηση και τη Λαϊκή Δικαιοσύνη» απετέλεσε τελικά το θετό δίκαιο στις «ελεύθερες περιοχές» που αποκαθιστούσε την ομοιομορφία στο νομικό καθεστώς αυτών των περιοχών, δηλ. ολόκληρης της ελεύθερης Ελ­λάδας. Έχει 146 άρθρα και τις υπογραφές του στρατηγού του ΕΛΑΣ Στεφ. Σαράφη και του Γενικού Γραμματέα του ΚΚΕ Γιωργή Σιάντου. Η ισχύς των «διατάξεων για την αυτοδιοί­κηση και τη Λαϊκή Δικαιοσύνη» διατηρήθηκε και με την No 4 Πράξη της ΠΕΕΑ (1-3-1944 Φ. 2 Δελτίον πράξεων και αποφάσεων).

    Όλη η εξέλιξη του θεσμού περιέχεται μέσα σ’ αυτά τα επίσημα κείμενα της εθνικής αντίστασης. Πρέπει να προσθέσω και το δεύτερο άρθρο του περίφημου ψηφίσματος Α΄ τής 27ης Μάιου 1944 του Εθνι­κού Συμβουλίου που συνήλθε στις Κορυσχάδες Καρπενησίου και επικύρωσε την ιδρυτική πράξη τής ΠΕΕΑ. Το ψήφισμα Α΄ διακηρύσσει πως:

    Όλες οι εξουσίες πηγάζουν από το λαό και ασκούνται από το λαό. Η αυτοδιοίκηση και η λαϊκή Δικαιοσύνη είναι θεμελι­ώδεις θεσμοί του δημοσίου βίου των Ελλήνων (άρθρο 2).

    Αυτά είναι τα βασικά και τα σπουδαιότερα επίσημα κείμενα της εθνικής αντίστασης για την αυτοδιοίκηση ως τις Πράξεις της ΠΕΕΑ. Δεν οφείλονται στη σοφία των νομομαθών. Ούτε αποτελούν νομικές κατασκευές ή ξένες απομιμήσεις. Γενικά η αυτοδιοίκηση εί­ναι έργο πηγαίο αυθόρμητων λαϊ­κών συνελεύσεων. Όλων των κειμένων της ή RATIO συνδέεται με τις ανάγκες τής αντιστασιακής πράξης και την ιστορική προοπτική της για τη θε­μελίωση μιας ευρείας πολιτικής και κοινωνι­κής δημοκρατίας με πραγματικό φορέα το Λαό. Αυτός είναι ο λόγος άλλωστε που δεν ευδοκίμησε λ.χ. στις περιοχές του ΕΔΕΣ, όπου ΜANUS MILITARI διατηρήθηκαν στις θέσεις τους όλες οι παλιές αρχές ακόμη και στα δι­ορισμένα από την 4η Αυγούστου δημοτικά και κοινοτικά συμβούλια με τους δημάρχους και τους προέδρους των. Ο ΕΔΕΣ δεν είχε τέτοια ιστορική προοπτική. Αυτή είναι ή αιτία που «δεν έθιξε το καθεστώς διοίκη­σε ως και δικαιοσύνης » (Δ. Ι. Ζέπος 22 και σημ. 1). Ας σημειωθεί πάλι πως στις ελεγχόμενες από το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ περιοχές, η λαϊκή δικαιοσύνη υπήρξε οργανικό τμήμα, «φασικός κλάδος» (άρθρο 2 Κώδικα Στερεάς και Διατάξεων) της αυτοδιοίκησης. Είχε η τελευταία τον ευρύ χαρακτήρα ενός δι­οικητικού συστήματος όπου «ο λαός παίρνει ενεργά μέρος στη διοίκησή του και χρησιμο­ποιούνται οι λαϊκές δυνάμεις για την άμεση ικανοποίηση των συμφερόντων των πολιτών» (άρθρο ί Κώδικα Στερεάς και Διατάξεων) και όπου το «δημοτικό ή κοινοτικό συμβούλιο, το τοπικό λαϊκό δικαστήριο και τα άλλα όργανα συνεδριάζουν μαζί και εξετάζουν όλα τα ζητήματα των κατοίκων και παίρνουν γενικότερες αποφά­σεις που αφορούν τον λαό» (άρθρο 19 Κώδικα Στερεάς και 23 Διατάξεων), όλα τους δε τα όργανα της αυτοδιοίκησης (Λαϊκές επιτροπές, δημοτικά και κοινοτικά Συμβούλια κ.λπ.) λογοδοτούν κάθε τρεις μή­νες σε Γενικές Συνελεύσεις των κατοίκων από τις όποιες παίρ­νουν τις «κατευθυντήριες γραμ­μές» (άρθρο 24 Διατάξεων).

    Η τέτοια κάλυψη από την αυτοδιοίκηση όλων των εκδηλώσεων του δημοσίου βίου χω­ρίς άλλο συνδέει απ’ ευθείας το δημόσιο δί­καιο της ελεύθερης Ελλάδας του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ με τις πιο γνήσιες εθνικές παραδόσεις του λαού μας, αφού παρουσιάζει σαφείς αναλογίες με τον ρόλο των ελληνικών κοινοτήτων στα χρόνια τής Τουρκοκρατίας και τής Παλιγγενεσίας του 1821.

    ΟΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΒΑΣΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΤΗΣ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ

    Ήδη με όσα είπαμε αμέσως πιο πάνω για την έννοια και τη σημασία της αυτοδιοίκησης, η αναφορά στον ορισμό και τις βασικές αρχές του θεσμού έγινε. Η μνεία του άρθρου 1 του Κώδικα Στερεάς και των Διατάξεων εξαντλεί το θέμα του ορισμού. Ουσιαστικά οι ορισμοί που δίνουν οι δυο κώδικες συμπίπτουν. Πάν­τως ο ορισμός των Διατάξεων είναι πληρέστε­ρος:

    Άρθρο 1. Ο θεσμός της αυτο­διοίκησης έχει τη σημασία ότι ο λαός παίρνει ενεργά μέρος στη διοίκηση του με σκοπό την άμεση και καλύτερη ικανοποί­ηση των κοινών συμφερόντων των πολιτών.

    Εδώ σκοπός της αυτοδιοίκησης δεν είναι απλώς η «άμεση», αλλά και η «καλύτερη» ικα­νοποίηση, και πάλι όχι αορίστως των συμφε­ρόντων των πολιτών, αλλά των «κοινών» συμφερόντων. Έτσι οι δυο κώδικες καθιερώ­νουν την αρχή της Λαϊκής κυριαρ­χίας. Η καθιέρωση όμως δεν έχει τον χαρα­κτήρα μιας τυπικής διακήρυξης. Είναι διά­ταξη δημοσίου δικαίου με συγκεκριμένο περι­εχόμενο άμεσης πρακτικής αξίας. Η ενεργός άσκηση της εξουσίας (διοίκηση) από τον λαό πραγματοποιείται: α) με τη διοίκηση των κοι­νοτήτων, δήμων, επαρχιών και νομών και β) με τη Λαϊκή Δικαιοσύνη. Το ψήφισμα Α’ του Εθνικού Συμβουλίου (Κορυσχάδες 27-5-1944) θα διακηρύξει στο άρθρο 2 ότι: -Όλες οι εξουσίες πηγάζουν από το λαό και ασκούνται από το λαό. Η αυτοδιοίκηση και η λαϊκή δικαιοσύνη είναι θεμελι­ώδεις θεσμοί του δημοσίου βίου των Ελλήνων.

    Ώστε η αυτοδιοίκηση και η λαϊκή δικαι­οσύνη αποτελούν ακριβώς την υλοποίηση της αρχής της λαϊκής κυριαρχίας. Μεθοδεύουν πρακτικά την άμεση άσκηση της λαϊκής εξουσίας. Για να ανταποκρι­θούν καλύτερα και αποτελεσματικότερα τα όργανα της αυτοδιοίκησης σ’ αυτή την απο­στολή, οι δυο κώδικες καθιερώνουν την αρχή της ανεξαρτησίας τους:

    Όλα τα όργανα της αυτοδιοίκησης είναι ανεξάρτητα και τελείως ελεύθερα στην άσκηση των καθηκόντων τους (άρθρα 11-12 Κώδικα Στερεάς και 34 Διατάξεων).

    Οι ορισμοί αυτοί αναφέρονται ευθέως και στην ανεξαρτησία της Λαϊκής Δικαιοσύνης. Είναι γεγονός ότι μέσα στον χώρο της αυτοδι­οίκησης κινείται και η Λαϊκή Δικαιοσύνη ως «βασικός κλάδος» της αυτοδιοίκησης. Εδώ η μνεία του όρου αυτοδιοίκηση γίνεται με την ευρεία έννοια. Περιλαμβάνει και τη Λαϊκή Δικαιοσύνη ως βασικό όργανο της αυτοδιοί­κησης. Άλλωστε η παράγραφος 2 του άρθρου 34 των Διατάξεων (άρθρο 12, παραγρ. 2 Κώ­δικα Στερεάς) είναι ρητή και σαφής: -Σε κα­μιά περίπτωση δεν μπορεί να γίνει επέμβαση στις πράξεις της αυτοδιοίκησης και στα έργα της Λαϊκής Δικαιοσύνης από καμιά πολιτική ή στρατιωτική οργάνωση.

    Η ΠΕΕΑ με τις πράξεις της (No 4, 12, 55 και 57, «Κώδικας της Λαϊκής Δικαιοσύνης») αυτήν την αρχή της ανεξαρτησίας της Λαϊκής Δικαιοσύνης διακηρύσσει και περιφρουρεί.

    Τώρα μια παραπέρα ανάλυση του τρό­που που μεθοδεύεται η άμεση άσκηση της λαϊκής εξουσίας μέσω της αυτοδιοίκησης LATO SENSU, ξεφεύγει από τα όρια αυτής της εργασίας και προσκρούει στην έλλειψη χώρου. Ήδη πιο πάνω έγινε λόγος για τις διατάξεις των δύο κωδίκων που αναφέρονται: α) στις κοινές συνεδριάσεις των οργάνων της αυτοδι­οίκησης, όπου «εξετάζονται όλα τα ζητήματα των κατοίκων και παίρνονται γενικότερες απο­φάσεις που αφορούν το λαό» (άρ­θρο 19 Κ. Στερεάς και 23 Διατάξεων), και β) στις Γενικές λαϊκές Συνελεύσεις όπου «λογο­δοτούν» τα όργανα της αυτοδιοίκησης και «παίρνουν τις κατευθυντήριες γραμμές» (άρθρο 24 Διατάξεων).

    Ενδιαφέρον παρουσιάζει για την επικαιρό­τητα της και η διαδικασία εκλογής των οργά­νων της αυτοδιοίκησης. Εκλέγονται με μυ­στική καθολική ψηφοφορία, με ψηφοδέλτιο και κατά σχετικό πλειοψηφικό σύστημα. Δι­καίωμα να εκλέγουν έχουν όλοι οι Έλληνες κάτοικοι (άντρες, γυναίκες, κληρικοί και στρατιωτικοί ακόμη εν ενεργεία) που έχουν συμπληρώσει τα 17 χρόνια τους, αλλά για να εκλέγονται πρέπει να έχουν συμπληρω­μένα τα 20 χρόνια τους (άρθρο 11, παράγρα­φοι 11 και 12 Διατάξεων).

    Όσο για τη θητεία των μελών των οργάνων της αυτοδιοίκησης -και της λαϊκής δικαιοσύ­νης- διαρκούσε μόνο ένα χρόνο από της εκλο­γής. Το λειτούργημα ήταν τιμητικό, υποχρε­ωτικό και κατά κανόνα άμισθο. Εξαιρετικά επιτρεπόταν η χορήγηση μισθού ή αποζημί­ωσης (άρθρο 33 Διατάξεων) και, το σπουδαι­ότερο, η εκλογή τους ήταν ανακλητή.

    Ο «ΚΩΔΙΚΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΟΠΙΚΗ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ» ΤΗΣ ΠΕΕΑ

    Στο άρθρο 9 του ψηφίσματος Α’ των Κορυσχάδων, ορίζεται πως η ΠΕΕΑ έχει την ανω­τάτη εποπτεία, την καθοδήγηση και τον έλεγχο της αυτοδιοίκησης και της Λαϊκής Δικαιοσύ­νης. Η ίδρυση της ΠΕΕΑ δημιουργεί την ανά­γκη διαρθρωτικών αλλαγών. Με την No 4 πράξη της αρχίζει ο διαχωρισμός της αυτοδι­οίκησης από τη λαϊκή δικαιοσύνη. Με τον δια­χωρισμό δεν θίγονται οι θεσμοί στις θεμελιώδεις αρχές τους. Έτσι φθάνουμε στην No 55 πράξη της ΠΕΕΑ που θεσπίζει τον «κώδικα της τοπικής αυτοδιοίκησης» -Το πιο βασικό νο­μοθέτημα και την πιο μεγάλη λαοκρατική προσφορά της ΠΕΕΑ στο αγωνιζόμενο έθνος. Εδώ ολοκληρώνεται ο θεσμός. Η λαϊκή δι­καιοσύνη δεν αποτελεί πια τον ένα από τους δυο βασικούς κλάδους της αυτοδιοίκησης. Ανεξαρτητοποιείται και τυπικά. Ευθύς αμέ­σως η ΠΕΕΑ με την No 57 πράξη της δημιουρ­γεί τον «Κώδικα της Λαϊκής Δικαιοσύνς».

    Το πρώτο άρθρο του «κώδικα τοπικής αυ­τοδιοίκησης» της ΠΕΕΑ προσφέρει ανάγλυφο το βάθος και το πλάτος του θεσμού: Η Το­πική Αυτοδιοίκηση, θεμελιώδης θεσμός του δημόσιου βίου των Ελλήνων, είναι η οργανωμένη λαϊκή εξουσία, που ασκείται με αιρετούς αντιπροσώπους και απ’ ευθείας από τις συνελεύσεις του λαού για τη διοίκηση του χωριού, της πόλης και της επαρ­χίας.

    Μια αληθινή επανάσταση στο χώρο των δη­μοσίων θεσμών ολοκληρώνεται. Οι δήμοι και οι κοινότητες αποτελούσαν άλλοτε μέσο κατα­πίεσης του λαού από τις κυρίαρχες τάξεις για να στηρίζουν ανελεύθερα καθεστώτα. Τώρα η αυτοδιοίκηση αναδείχνεται σε μορφή διακυβέρνησης του εργαζόμε­νου έθνους. Είναι μια πραγματική λαϊκή εξουσία. Ή «αυτοδιοίκηση» της ΠΕΕΑ, όπως και πιο πριν του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ δεν είχε τίποτε το κοινό με τον παλιό αποκεντρωτισμό που υπόσχονταν οι δήθεν προοδευ­τικοί στο παλιό κράτος.

    Οι αστικές επαναστάσεις διακηρύξανε πώς ο λαός είναι ο φορέας των εξουσιών και σ’ όλα τα δημοκρατικά συντάγματα χωριστήκανε οι εξουσίες σε νομοθετική, εκτελεστική και δικαστική. Πουθενά όμως δεν ορίστηκε πως ο λαός ο ίδιος αυτοπροσώπως ασκεί τις εξουσίες του.

    Μέσα στις φλόγες του τιτάνιου αγώνα κατά της φασιστικής κατοχής ο λαός για πρώτη φορά στη νεοελληνική ιστορία άρχισε, με τους θεσμούς της αυτοδιοίκησης, να κυβερνάει ο ίδιος. Έτσι ή αυτοδιοί­κηση δεν έχει τα μειονεκτήματα του αντιπρο­σωπευτικού πολιτικού και νομικού σχήματος. Τώρα ο λαός κάνει ολότελα δική του την πολι­τική ζωή του τόπου του. Και με το δίκιο του ονόμασε αυτόν τον λαογέννητο θεσμό « αγ­κωνάρι της δημοκρατίας» (ΚΟΜΕΠ της φασιστικής κατοχής – ανατύπωση ‘Οκτώβρης 1946, σ. 698).

    Δυστυχώς η ξενοκίνητη αντεπανάσταση που ξέσπασε μετά την απελευθέρωση στη χώρα μας και κλιμάκωσε με δραματικά επεισόδια τα τε­λευταία 70 χρόνια (1944-2014), γύρισε τους δείχτες της ιστορίας μας πίσω. ΗΗ αυτοδιοί­κηση της εθνικής αντίστασης δεν είχε συν­έχεια. Το νήμα της κόπηκε απότομα. Στον πολυβασανισμένο αυτόν τόπο νεκραναστήθηκαν όλα τα παλιά αντιλαϊκά σχήματα του δη­μοσίου βίου. Ο λαός έγινε και πάλι δούλος του «κατεστημένου» των κυριάρχων τάξεων. Η «απολιτικοποίηση» των Δήμων και Κοινο­τήτων και ή αστυνόμευση τους από το κράτος, που διακηρύσσεται μάλιστα φανερά και ως «ευγενής φιλοδοξία»(!!) του νέου κατεστημέ­νου, αποβλέπει ακριβώς στην πλήρη αποξέ­νωση και αλλοτρίωση του λαού από κάθε μορφή εξουσίας. Ο λαός όμως στις επικείμε­νες εκλογές του 2014 δεν πρέπει να ξεχά­σει τις ωραίες και μεγάλες παραδόσεις του γύρω από την αυτοδιοίκηση.

    http://agonaskritis.gr/%CE%B7-%CE%B1%CF%85%CF%84%CE%BF%CE%B4%CE%B9%CE%BF%CE%AF%CE%BA%CE%B7%CF%83%CE%B7-%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CE%B5%CE%BB%CE%B5%CF%8D%CE%B8%CE%B5%CF%81%CE%B7-%CE%B5%CE%BB%CE%BB%CE%AC%CE%B4%CE%B1-%CF%84/

    Μου αρέσει!

  4. Έβρος – απόσπασμα

    Οι επιχειρήσεις για την απελευθέρωση του Ν. Έβρου από τις ανταρτικές ομάδες του ΕΑΜ –ΕΛΑΣ και του 81ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ κράτησαν μια εβδομάδα από τις 28-Αυγούστου 1944 έως τις 3 Σεπτεμβρίου 1944 και ο Ν. Έβρου ήταν ο πρώτος Νομός της Ελλάδος που απελευθερωνόταν από τους φασίστες κατακτητές.-
    Στις 5 Σεπτεμβρίου 1944 τα ΙΙ/81 & ΙΙΙ/81 τάγματα του 81ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ υπό την διοίκηση του Αθηνόδωρου, εξοπλισμένα με γερμανικά λάφυρα και με ηθικό νικητή, κινήθηκαν από το Σουφλί προς την βουλγαροκρατούμενη ακόμη Αλεξ/πολη από την οποία ήδη στις 3 του Σεπτέμβρη είχαν αποχωρήσει οι Γερμανοί.

    Η υποδοχή που επιφύλαξε στις αντάρτικες μονάδες ο εξαθλιωμένος ελληνικός λαός της κατεστραμμένης πόλης, ήταν αρχικά συγκρατημένη λόγω της προηγηθείσης σκλαβιάς και των μαχών που μαίνονταν στην πόλη μεταξύ των βούλγαρων στρατιωτών. Στις 5 Σεπτέμβρη 1944 οι φιλοσυμμαχικοί Βούλγαροι στρατιώτες ύψωσαν στον ιστό του λιμεναρχείου την κόκκινη σημαία της εξέγερσης. Τότε υπήρξε αντίδραση και ξέσπασε ένοπλη σύρραξη μεταξύ βουλγάρων ναυτών και φιλοφασιστικών μονάδων με οδομαχίες γύρω από σπίτια και σταθμούς διοίκησης βουλγάρων πιστών στην φιλοναζιστική κυβέρνηση της Σόφιας, οι οποίες συνεχίστηκαν μέχρι τις 10 Σεπτέμβρη 1944, οπότε και το 81ο Σύνταγμα του ΕΛΑΣ μπήκε αμαχητι στην Αλεξ/πολη.

    Την ημέρα εκείνη στην πόλη μας συναντήθηκαν αξιωματικοί και οπλίτες του σοβιετικού Κόκκινου Στρατού της στρατιάς του Τολμπουχιν που όπως προαναφέραμε είχαν φθάσει στα Ελληνοβουλγαρικά σύνορα, με αξιωματικούς του Βρετανικού στρατού. Σε ανάμνηση του γεγονότος οι σύμμαχοι και μετέπειτα αντίπαλοι έβγαλαν αναμνηστική φωτογραφία στην οποία εμφανίζονται ο δάσκαλος Απόστολος Ευφραιμίδης, ο δάσκαλος από το Σουφλί Χρήστος Χρηστούδης, ο ιατρός Ιωάννης Χρυσαφη Μαδεμτζόγλου και ο εαμίτης Δήμαρχος Χρήστος Κωνσταντινίδης. Με αφορμή μάλιστα το γεγονός αυτό και προς τιμή της συνάντησης των δύο συμμάχων τότε στρατιωτικών εκπροσώπων έγινε γλέντι στο κέντρο της πόλης στο κτίριο της πρώην κτηματικής Τράπεζας των αδελφών Σπαθόπουλοι.

    Μετά την απελευθέρωση του νομού, το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ Έβρου εγκατέστησε Λαϊκή Τοπική Αυτοδιοίκηση (βλ. άρθρο Η δίκη των ηγετών του Ε.Α.Μ. Έβρου το Δεκέμβριο του 1945 στην Αλεξανδρούπολη στο alepakos.gr)
    Kαθήκοντα δημάρχου ανέλαβε το στέλεχος του ΕΑΜ Χρήστος Κωνσταντινιδης, αρτοποιός, ο οποίος είναι και ο πρώτος Δήμαρχος της απελευθερωμένης Αλεξ/πολης και ο οποίος εφάρμοσε την τοπική αυτοδιοίκηση στην πράξη. Διόρισε τοπικές επιτροπές για συσσίτια, εφοδιασμό με βασικά τρόφιμα, ζάχαρη, αλάτι, σαπούνι, ξυλεία για την επιδιόρθωση των κατεστραμμένων από τους βούλγαρους, σπιτιών, οργάνωσε Δημοτικό ιατρείο με τους εαμίτες ιατρούς Γιώργο Σκαύδη και Ιωάννη Μαδεμτζόγλου κ.α. Μέχρι το 1944, ο ιατρός Ιωάννης Χρυσάφη Μαδεμτζόγλου -ο οποίος γεννήθηκε στο Ακαλάν και σπούδασε δάσκαλος στην Αδριανούπολη, από όπου εξεδιώχθη από τους Τούρκους- ήταν καταδικασμένος στον δι΄αγχόνης θάνατο από τους «φασίστες» Βουλγάρους, και ήταν τότε κρατούμενος στο Κίρτζαλι. Το 1924 αποφοίτησε με άριστα από την Ιατρική του Πανεπιστημίου Αθηνών.

    Όμως η «μαρτυρική του ζωή» συνεχίσθηκε μετά την Κατοχή, με φυλακές, ξυλοδαρμούς, εξορίες για πολλά χρόνια από τους «Ελληνες» αυτή την φορά, λόγω πολιτικών πεποιθήσεων… και κατά κάποιον τρόπο η ζωή του ήταν παράλληλη με την ιστορία της πατρίδας μας.
    Παρά την έλλειψη νομίσματος, αποθεμάτων τροφίμων, μονίμων δημοσίων υπαλλήλων και αστυνομικών η Τοπική Αυτοδιοίκηση κατόρθωσε με τοπικά στελέχη και μέσα ν’ αντιμετωπίσει μ’ επιτυχία τα τεράστια κοινωνικά προβλήματα κατά τη διάρκεια της επτάμηνης – Σεπτέμβρης 1944 – Μάρτης 1945 – διοίκησής της, ως την ημέρα της εγκατάστασης των επίσημων Κυβερνητικών Αρχών.
    Όργανα της Λαϊκής Αυτοδιοίκησης ήταν η Νομαρχιακή Επιτροπή (15 μελής) Πρωτεύουσα του νομού έγινε πάλι η Αλεξανδρούπολη, όπου εγκαταστάθηκαν οι νομαρχιακές Υπηρεσίες. Ο Δ/ντής της Νομαρχίας, Γεωρ. Τζαβιδόπουλος, και οι άλλοι υπάλληλοι παρέμειναν στις θέσεις τους σε όλη την περίοδο της Λαϊκής Αυτοδιοίκησης. Υπεύθυνος λογιστικού ήταν ο Δημήτρης Μπρίκας, έμπορος από το Σουφλί. Τοπικές αρχές της αυτοδιοίκησης Αλεξανδρούπολης ορίστηκαν :1.Κωνσταντινίδης Χρήστος, Δήμαρχος (αρτοποιός) 2.Λογοθέτης Δήμος, Δ/ντής Δήμου 3.Αρβανιτίδης Κώστας (αρτοποιός) 4.Βολονάσης Χαρίλαος (δάσκαλος) 5.Λεριός Αντώνης (ναυτικός) 6.Μαρτίνης Δημήτριος (κτηματίας) 7.Εφραιμιδης Απόστολος, Αντιδήμαρχος (δάσκαλος) 8.Παγιώτας Κώστας (οικοδόμος) και 9.Πιτσιλαδής Παναγιώτης (λιμενεργάτης).
    Προβλήματα Διοίκησης, Δημόσιας Τάξης, Δικαιοσύνης, Εκπαίδευσης, Υγείας, Επισιτισμού, Οικονομίας, Συγκοινωνίας, Γεωργίας κλπ. αντιμετωπίστηκαν μ’ εκπληκτική δραστηριότητα και συγκινητική λαϊκή ομοψυχία και αλληλεγγύη, που χάρισε επτάμηνη δημιουργική εργασία και ομαλή διαβίωση.
    Το έργο που επιτέλεσαν οι τοπικές Αρχές της Λαϊκής Αυτοδιοίκησης στην Ανατ. Μακεδονία και Θράκη το αναγνώρισε η Αντιπροσωπεία της Κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας του Γεωρ. Παπανδρέου που είχε επισκεφθεί την περιοχή και είχε εκφράσει με το παρακάτω έγγραφο την ευαρέσκειά της:
    «Ολόκληρη η Κυβερνητική Αντιπροσωπεία εκφράζει την εκτίμησή της στα όργανα της Αυτοδιοίκησης για το έργο που έκαναν σ’ όλο αυτό το μικρό χρονικό διάστημα. Παράλαβαν ερείπια και κατόρθωσαν να εξασφαλίσουν την τροφοδοσία του λαού. Διαφύλαξαν την εθνική περιουσία και πήραν στοιχειώδη μέτρα περίθαλψης μέσα σε χιλιάδες δυσκολίες και εμπόδια και έλυσαν προβλήματα που μονάχα η ικανότητα των λαϊκών οργάνων και η προσήλωση στο λαϊκό συμφέρον τους έδωσε τη δυνατότητα να τα λύσουν. Η Κυβερνητική Αντιπροσωπεία εκφράζει την ευαρέσκειά της για το έργο τους αυτό και τους παρακαλεί να τη διαβιβάσουν στα κατώτερα όργανα της Αυτοδιοίκησης». Δράμα 27-10-1944
    Οι Υπουργοί ο Γεν. Γραμματέας
    Λ. Λαμπριανίδης / Μ. Πορφυρογένης Α. Κωστόπουλος»

    http://alepakos.blogspot.gr/2013/03/1944-1945.html

    Μου αρέσει!

  5. Η δομή της ελεύθερης Ελλάδας

    Λάζου Βασιλική
    26 Οκτωβρίου 2014 15:30
    Αποτέλεσμα μιας πολύχρονης ενασχόλησης με την Κατοχή και ειδικά με τη συγκρότηση της Ελεύθερης Ελλάδας και τη δράση της Πολιτικής Επιτροπής Εθνικής Απελευθέρωσης το βιβλίο του Γιάννη Σκαλιδάκη «Η Ελεύθερη Ελλάδα. Η εξουσία του ΕΑΜ στα χρόνια της Κατοχής (1943-1944)» αντανακλά το ανανεωμένο…

    Γ. Σκαλιδάκης, Η Ελεύθερη Ελλάδα. Η εξουσία του ΕΑΜ στα χρόνια της Κατοχής (1943-1944), Αθήνα: εκδόσεις Ασίνη, 2014

    Αποτέλεσμα μιας πολύχρονης ενασχόλησης με την Κατοχή και ειδικά με τη συγκρότηση της Ελεύθερης Ελλάδας και τη δράση της Πολιτικής Επιτροπής Εθνικής Απελευθέρωσης το βιβλίο του Γιάννη Σκαλιδάκη «Η Ελεύθερη Ελλάδα. Η εξουσία του ΕΑΜ στα χρόνια της Κατοχής (1943-1944)» αντανακλά το ανανεωμένο επιστημονικό και δημόσιο ενδιαφέρον για την ιστορία του Β Παγκοσμίου Πολέμου. Παράλληλα, καλύπτει ερευνητικά ένα κενό στην επιστημονική βιβλιογραφική παραγωγή για την περίοδο της Κατοχής καθώς παρά τη σημασία της συγκρότησης μιας ελεύθερης επικράτειας σε κατεχόμενη χώρα και την εφαρμογή πρωτοποριακών θεσμών τοπικής αυτοδιοίκησης και λαϊκής δικαιοσύνης ελάχιστα είναι τα έργα που αναφέρονται αμιγώς στην Ελεύθερη Ελλάδα και την πολιτική της έκφραση, την ΠΕΕΑ.

    Ξεκινώντας από τη διερεύνηση μιας σημαντικής αλλά παραγνωρισμένης παραμέτρου της ιστορίας της ένοπλης αντίστασης, της οικονομικής, ο συγγραφέας απαντά με επιτυχία σε δύο καίρια ερωτήματα: ποιες ήταν οι προϋποθέσεις που κατέστησαν δυνατή την απελευθέρωση ενός σημαντικού τμήματος της ελληνικής επικράτειας στην Κατοχή και ποια τα όρια της εξουσίας που συγκροτήθηκε ως ένα «κράτος εν κράτει» σε αντιπαράθεση με τους κατακτητές και τους συνεργάτες τους.

    Βαδίζοντας στα χνάρια του καθηγητή του, Γ. Μαργαρίτη, ο Σκαλιδάκης επεκτείνει την έρευνα στα έτη 1943-1944 και διερευνά την «οικονομία του πολέμου», τους μηχανισμούς δηλαδή εκείνους στήριξης του αντάρτικου στις απελευθερωμένες από τον ΕΛΑΣ περιοχές. Υπολογίζει, έργο καθόλα δύσκολο καθώς στηρίζεται σε δυσεύρετα και συχνά αντικρουόμενα στοιχεία, την εγχώρια παραγωγή ανά έτος, το μέγεθος της οποίας εξηγεί την απουσία λιμού από την ύπαιθρο, καθώς και την ανάπτυξη ενός δικτύου ανταλλαγών των εγχώριων προϊόντων. Βασικό του επιχείρημα είναι ότι η οικονομική αυτή βάση έδωσε τη δυνατότητα στον ΕΛΑΣ να αναπτυχθεί και να συντηρηθεί. Αυτό προϋπόθετε την ανάλογη διαχείριση των τοπικών πόρων και την οργανωμένη συμμετοχή της κοινωνίας στην πολεμική προσπάθεια των ανταρτών μέσω της φορολόγησης της παραγωγής και των εμπορικών συναλλαγών. Η τεκμηρίωση αυτής της άποψης έχει βαρύνουσα σημασία καθώς αποδεικνύει ότι η ανάπτυξη της ένοπλης ΕΑΜικής Αντίστασης βασίστηκε σχεδόν αποκλειστικά σε εγχώριες παραγωγικές δυνατότητες.

    Ο Σκαλιδάκης παρέχει στους αναγνώστες και μελετητές της περιόδου ένα κλειδί για να κατανοήσουν τόσο την περίοδο της Κατοχής όσο και τις εμφύλιες συγκρούσεις που ακολούθησαν: τη διαίρεση της χώρας σε γεωγραφικές ζώνες με ανταγωνιστικές οικονομικές λειτουργίες. Από τη μια ήταν οι περιοχές τις οποίες έλεγχαν οι κατακτητές και η Ελληνική κατοχική κυβέρνηση και από την άλλη η Ελεύθερη Ελλάδα που είχε δική της παραγωγική βάση αλλά και προσβάσεις στην παραγωγή της κατεχόμενης ζώνης.

    Στην πορεία της ύπαρξής της η Ελεύθερη Ελλάδα ήρθε σε αντίθεση και αλλά και σε αντιπαράθεση τόσο με τη κατεχόμενη ζώνη, το στρατό Κατοχής και τις ένοπλες κυβερνήσεις συνεργασίας όσο και με την εξόριστη κυβέρνηση και το Βρετανικό παράγοντα. Οι Γερμανοί με τρομοκρατικές εκκαθαριστικές επιχειρήσεις είχαν ως στρατιωτικό σκοπό την αποκοπή του αντάρτικου από τις βάσεις του και τη διακοπή υποστήριξής του από τους αγροτικούς πληθυσμούς μέσω της μεθοδικής καταστροφής της παραγωγής και της παραγωγικής υποδομής. Παράλληλα, η δωσιλογική κυβέρνηση της Αθήνας μέσω των κατασταλτικών μέτρων και των διακηρύξεων για πάταξη της «ανταρσίας» στόχευε στον οικονομικό επανέλεγχο και υποταγή του αγροτικού χώρου. Η διαχείριση της επισιτιστικής βοήθειας αποτέλεσε ένα σημαντικό πολιτικό εργαλείο που της έδινε την ευχέρεια να εφαρμόζει μία πιο ευέλικτη πολιτική αλλά και μια πιο συγκροτημένη και βίαιη καταστολή. Οι Βρετανοί προσπαθώντας να ελέγξουν και αυτοί τα δίκτυα της οικονομίας της Ελεύθερης Ελλάδας χρησιμοποίησαν ένα πιο αποτελεσματικό εργαλείο πολιτικής: τις αγγλικές χρυσές λίρες, χωρίς ωστόσο να πετύχουν το στόχο τους. Σε συνεννόηση ακόμα με την εξόριστη ελληνική κυβέρνηση του Καΐρου επιχείρησαν να μετριάσουν το «σεισμό» που προκάλεσε η συγκρότηση της Κυβέρνησης του Βουνού καταστέλλοντας βίαια τη «στάση» των ελληνικών στρατιωτικών δυνάμεων στη Μέση Ανατολή που ζητούσαν αναγνώριση της ΠΕΕΑ τον Απρίλιο 1944 και συγκροτώντας το εναλλακτικό πολιτικό μόρφωμα, αυτό της κυβέρνησης της Εθνικής Ενότητας, που τελικά επικράτησε.

    Πολιτικό επιστέγασμα της Ελεύθερης Ελλάδας ήταν η ΠΕΕΑ η οποία συγκροτήθηκε στις 10 Μαρτίου 1944 για να λειτουργήσει ως όργανο διακυβέρνησης της απελευθερωμένης επικράτειας η οποία είχε μεγεθυνθεί και παγιωθεί εξαιτίας της Ιταλικής κατάρρευσης. Το εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα με τις μετωπικές οργανώσεις του μετεξελίχθηκε σε έναν μηχανισμό με κρατικά χαρακτηριστικά και τους δικούς του θεσμούς και σώματα.

    Τα πρώτα μέτρα που έλαβε η ΠΕΕΑ ήταν ένας συνδυασμός της διοίκησης και δειγμάτων πολιτικού προσανατολισμού και πρωτοβουλίας προς την επίτευξη της εθνικής ενότητας. Ωστόσο, κατά τον συγγραφέα, θα ήταν λάθος να θεωρήσουμε την ύπαρξή της απλά ως ένα διαπραγματευτικό χαρτί του ΕΑΜ για την επίσπευση των πολιτικών διαπραγματεύσεων. Η ΠΕΕΑ ήταν αναγκαία για τη διοίκηση ενός μεγάλου και οικονομικά αυτόνομου χώρου. Την όλη προσπάθεια διέτρεχε η αντίληψη της οικοδόμησης μιας νέας εξουσίας σε ένα ενιαίο πλέγμα μέσα από το σχήμα του ΕΑΜ, προπομπού για πολλούς της μεταπολεμικής λαοκρατίας.

    Η «Κυβέρνηση του Βουνού» πλαισιώθηκε από το Εθνικό Συμβούλιο εν είδει Κοινοβουλίου που επικύρωνε την εξουσία της. Ο Σκαλιδάκης καταδεικνύει το πρωτόγνωρο της εκλογικής διαδικασίας με την χωρίς όρους συμμετοχή των γυναικών αλλά και το αποτέλεσμα της που ήταν η πολιτική συγκρότηση της Ελεύθερης Ελλάδας με θεσμούς στελεχωμένους από εκλεγμένα μέλη του Εθνικού Συμβουλίου και άλλα στελέχη της ΠΕΕΑ. Μέσω αυτών εδραιώθηκαν οι κοινωνικές συμμαχίες του ΕΑΜ.

    Στο Παράρτημα του βιβλίου παρουσιάζονται τα πλήρη ονόματα και για πρώτη φορά τα βιογραφικά σημειώματα των μελών του Εθνικού Συμβουλίου. Η σημαντικότατη αυτή εργασία καταδεικνύει πέρα από κάθε αμφιβολία το πολιτικό εύρος της ΠΕΕΑ και του Εθνικού Συμβουλίου που ξεπερνούσε τόσο τις μεσοπολεμικές συμμαχίες του Παλλαϊκού Μετώπου όσο και το ΕΑΜ. Προσθέτει δε στην κατανόηση της σύνθεσης της κοινωνικής βάσης που στήριξε το ΕΑΜ και της κοινωνικής του απήχησης.

    Ο συγγραφέας διερευνά επιπρόσθετα τον τρόπο με τον οποίο η ΠΕΕΑ άσκησε την εξουσία στις απελευθερωμένες περιοχές. Παρέχει στοιχεία για τη δημοσιονομική της πολιτική εκτιμώντας κατά προσέγγιση το ποσοστό φορολογίας επί της παραγωγής ανά περιοχή της Ελεύθερης Ελλάδας, την αναγκαιότητα της έκδοσης ομολόγων, την αναδιανομή των πόρων και την άσκηση κοινωνικής πολιτικής καθώς και τα μέτρα προστασίας της παραγωγής και της εργασίας.

    Σκιαγραφεί με άλλα λόγια το πλαίσιο μέσα στο οποίο διαμορφώθηκαν οι πολιτικοί στόχοι του ΕΑΜ και μορφοποιήθηκε η γραμμή της εθνικής ενότητας. Και αυτό αποτελεί τη σημαντικότερη συνεισφορά του Γιάννη Σκαλιδάκη στην επιστημονική έρευνα: η ανάδειξη της σπουδαιότητας της κατανόησης των οικονομικών παραμέτρων στην ερμηνεία των πολιτικών εξελίξεων καθώς και η επισήμανση της ανάγκης και κατανόησης του οικονομικού πλέγματος ως σημαντικής πλευράς της εαμικής κυριαρχίας στην ύπαιθρο. Η κατάδειξη των ορίων και των δυνατοτήτων της Ελεύθερης Ελλάδας μας βοηθά να κατανοήσουμε την πολιτική γραμμή που με επιμονή και κόστος ακολούθησε και επιδίωξε το ΕΑΜ μέχρι τέλους: τη γραμμή της εθνικής ενότητας με σκοπό το ομαλό δημοκρατικό πέρασμα στην Απελευθέρωση.

    Μένει να διερευνηθεί, όπως επισημαίνει ο συγγραφέας στον επίλογο, το εύρος αντιστοίχισης των πολιτικών επιλογών με τα όρια που έθεταν οι οικονομικές πραγματικότητες και η εκτίμηση της κοινωνικής διαθεσιμότητας.

    * Η Βασιλική Λάζου είναι δρ. Ιστορίας

    http://www.avgi.gr/article/10812/4558575/e-dome-tes-eleutheres-elladas

    Μου αρέσει!

  6. «Από το ποστ. Έχει ενδιαφέρον ότι όταν λέμε ΚΓΣΑ εννοούμε ΕΛΑΣ + ΕΔΕΣ + ΕΚΚΑ + η Βρετανική Αποστολή. Ωστόσο, λίγες βδομάδες αργότερα ξέσπασαν οι συγκρούσεις ΕΛΑΣ- ΕΔΕΣ και το ΚΓΣΑ διαλύθηκε.»

    Οπως εγραψα και σε αλλο σχολιο εγιναν αυτοδιοικητικες εκλογες το αρχες φθινοπωρου του 43. (μεταξυ 15 αυγ και 15 σεπτ συμφωνα με το χατζη)
    Συμφωνα με τους εδεσιτες οι υποψηφιοι τους θριαμβευσαν
    Ο Φλαισερ γραφει οτι η συμπραξη ΕΔΕΣ-ΕΚΚΑ ειχε σαν αποτελεσμα το εαμ να χασει τις εκλογες και σε δικα του χωρια. Η εκκα δεν ξερω αν ειχε παρουσια εκτος φωκιδος.

    ο Χατζης (γγ του εαμ) υποστηριξε οτι η επιτυχια του εαμικου ψηφοδελτιου ηταν καταπληκτικη και μαλωνει τον παρτσαλιδη γιατι συμφωνει με τον πυρομαγλου πιο συγκεκριμενα:

    «Μετά τόν πόλεμο Ισχυρίστηκε ο Πυρομάγλου δτι σ’ δλη τήν Ελλάδα , δηλαδή στή Ρούμελη.
    τή Θεσσαλία καί τή Μακεδονία, δπου είναι γνωστό πώς μόνο ίχνη ζερβικών ύπήρχαν, ό
    ΕΔΕΣ πήρε τά 60% τών ψήφων καί ό ΕΛΑΣ τά 40%. Στίς δέ περιοχές τής Η πείρ ο υ , δπου
    έλέγχονταν άπό τό ΕΔΕΣ. τό ΕΑ Μ -ΕΛ Α Σ πήρε μόνο 30%, ένώ τό ψηφοδέλτιο τοϋ ΕΔΕΣ
    ψηφίστηκε άπό τά 70% καί στόν Παρνασσό ή ΕΚΚΑ πήρε τά 90% καί τό ΕΑΜ -ΕΛΑΣ
    μόνο τά 10%. Στοιχεία, φυσικά, ούτε καί άπό τόν τύπο τού ΕΔΕΣ έκείνης τής έποχής δέν
    παράθεσε γιά νά στηρίξει τόν Ισχυρισμό του, πού ά π ’ δλους δσους άσχολήθηκαν μ’ αύτό τό
    ζήτημα θεωρήθηκαν φαντασίωση τού ύπαρχηγού τής ΕΚΚΑ. Καταπληκτικό είναι δτι μόνο ό
    Παρτσαλίδης. πού έκείνη τήν περίοδο βρίσκονταν στό στρατόπεδο κρατουμένων τού Χαϊ-
    δαρίου. καί ‘έ ν μπορούσε νά έχει προσωπική άντιληψη τού τρόπου διεξαγωγής τών έκλογών
    καί τών άποτελεσμάτων. παραδέχτηκε τό «κατασκεύασμα» τού Πυρομάγλου, γιά νά άποδεί-
    ξει πώς στίς περιοχές πού έλέγχονταν άπό τό ΕΑ Μ -ΕΛ Α Σ έπικρατούσε άκρα τάξη καί άπό-
    λυτος σεβασμός τών δημοκρατικών δικαιωμάτων τοϋ λαού»

    Βεβαια με τον πυρομαγλου συμφωνουν ολοι οι εδεσιτες και ο Καρταλης τουλαχιστον για την περιοχη που ειχε σαν εδρα το 5/42. Απο το λογο του λιβανου:

    «Η απάντησιςτου ΕΑΜ ήτο ότι αν τολμήσουμε να στείλουμε τμήματα η πράξις θα θεωρηθή εχθρική και ότιπάσα άλλη ενέργεια πρέπει να θεωρηθή ύποπτος. Παρ’ όλα αυτά ο Λαός εψήφισεν υπέρ ημών εις τας εκλογάς.
    Ρούσος: Μήπως αυτό είναι εναντίον της δημοκρατικότητος;
    Καρτάλης: Καταργήσατε μίαν Επιτροπήν. Επήγατε και εσπάσατε στο ξύλο όλην την περιφέρειαν. Την παραμονήν των εκλογών εις την Άμφισσαν συνελάβατε τέσσερις υποψηφίους κοκ. Αυτό ήτο η δημοκρατικότης της οργανώσεως;»

    Μου αρέσει!

  7. 1) Για τη «Λαϊκή και αντιλαϊκή αυτοδιοίκηση στην Κατοχή και τον Εμφύλιο»,
    ο Σκαλιδάκης γράφει και η Λάζου κάνει κριτική.

    Η ιστορική αντικειμενικότητα στο αποκορύφωμάτης….

    2) Η απάντηση του Γεωργούλα Μπέικου (στην κριτική τών ανωτέρων κλιμακίων τού ΚΚΕ της περιοχής) ήταν ενδεικτική:
    «Εμείς, θα πεις, δεν τα ξέραμε αυτά; Και τα παραξέραμε; Μα ξέραμε κι επιπλέον την συγκεκριμένη κατάσταση που αντιμετωπίζαμε στο χώρο της ευθύνης μας, χώρο που απελευθερώθηκε και δεν μπορούσε να περιμένει την ολική απελευθέρωση της χώρας για να λυθεί το πρόβλημα εξουσιών – αυτό δεν το είχαμε προβλέψει στην Αθήνα. Και πιστεύαμε: μια κι είμαστε ελεύθεροι, μα κι υποχρεωμένοι να συγκροτήσουμε εξουσίες, τότε γνώμονας πρέπει να είναι το βασικό ντοκουμέντο του κόμματος, η 6η του 1934 – κάνουμε επανάσταση».

    Έτσι, μάλιστα!
    Οι άνθρωποι δεν έκαναν (μόνο ή κυρίως) αντίσταση· έκαναν επανάσταση.

    Μου αρέσει!

  8. Με τους εδεσιτες συμφωνουν και οι βρεττανοι μελη της ΒΣΑ Τομ Μπαρνς και Ουιλιαμ Τζορνταν
    Απο το blog ελληνικα χρονικα:

    Μιλώντας γενικά, οι περιοχές ΗΠΕΙΡΟΥ και ΑΓΡΙΝΙΟΥ ήταν και είναι πολύ υπέρ του ΖΕΡΒΑ. Αυτό φάνηκε πλήρως στις εκλογές στα χωριά λίγο πριν τον εμφύλιο πόλεμο. (απο εκθεση του μπαρνς)

    Κάνοντας λόγο για ψηφοδόχο ο Τζόρνταν αναφέρεται στις εκλογές που έλαβαν χώρα στην Ελεύθερη Ελλάδα την περίοδο Αυγούστου-Σεπτεμβρίου 1943, όπου απέδειξαν τη μικρή υποστήριξη του λαού στο ΕΑΜ ακόμη και σε περιοχές ολοκληρωτικά ελεγχόμενες από αυτό

    Βεβαια και οι δυο ηταν συνδεσμοι στον ΕΔΕΣ και φανατικα αντιεαμικοι.

    Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s