Κατοχή

Τέσσερα παράλληλα συστήματα νομιμότητας στην Ελλάδα της Κατοχής 

6f112c156bcac389b786e2c32f240e79-744x529του Νέστορα Κουράκη

Στην περίοδο της γερμανοϊταλικής κατοχής (1941-1944), η Ελλάδα βρέθηκε κάτω από την παράλληλη ισχύ τεσσάρων διαφορετικών εννόμων τάξεων: του δικαίου των κατακτητών (Γερμανών, Ιταλών και Βουλγάρων), του δικαίου των Κατοχικών κυβερνήσεων, του δικαίου της εξόριστης Ελληνικής κυβέρνησης και του δικαίου των ένοπλων αντιστασιακών οργανώσεων, αργότερα δε της κυβέρνησης του Βουνού.

Ι. Στις περιοχές τις οποίες ήλεγχαν στρατιωτικά οι κατακτητές, ίσχυσε αποκλειστικά και μόνο το δίκαιο που εκείνοι επέβαλαν, δεδομένου ότι, σύμφωνα και με επίσημη γνωμοδότηση του τότε Αντιεισαγγελέως του Αρείου Πάγου, οι υπήκοοι του ηττηθέντος κράτους όφειλαν να υποκύπτουν στις διαταγές του στρατού κατοχής[1]. Το δίκαιο που επιβλήθηκε με τον τρόπο αυτό και που θεσπιζόταν από τους εκάστοτε Γερμανούς στρατιωτικούς διοικητές της Βέρμαχτ (γερμανικού στρατού) υπερίσχυε υποχρεωτικά έναντι οποιωνδήποτε άλλων εντόπιων νόμων. Οι τελευταίοι διατηρήθηκαν σε ισχύ μόνο “καθ’ όσον δεν αντιλέγουν εις τους σκοπούς κατοχής”[2]. Οι εντόπιες υπηρεσίες που ήταν επιφορτισμένες με την ποινική δίωξη, όφειλαν να παραπέμπουν στο πλησιέστερο γερμανικό στρατοδικείο όλες τις δικογραφίες που αφορούσαν σε αξιόποινες πράξεις κατά του γερμανικού στρατού ή των συμμάχων του και γενικώτερα σε “πράξεις στρεφομένας εναντίον της ασφαλείας της υπολήψεως ή του συμφέροντος του γερμανικού Ράϊχ, ή του γερμανικού Λαού ή εναντίον Γερμανών υπηκόων” (κυρίως κατασκοπία, δολιοφθορά, χειρισμός πομπών)[3]. Κατά την εκδίκαση των υποθέσεων αυτών από τα γερμανικά στρατοδικεία εφαρμοζόταν, κατά τα προαναφερθέντα, ο γερμανικός ποινικός νόμος και οι σχετικές διατάξεις των αρχών κατοχής. Οι διατάξεις αυτές άφηναν μεγάλα περιθώρια διακριτικής ευχέρειας στους στρατοδίκες, που μπορούσαν να επιβάλουν φυλάκιση, κάθειρξη ή και θάνατο ανάλογα με το αν η συγκεκριμένη περίπτωση χαρακτηριζόταν ως “ελαφρά”, “συνήθης” ή “βαρειά”.

Συνήθως όμως τα γερμανικά στρατοδικεία, στα οποία επιτρεπόταν και η παράσταση Έλληνα συνηγόρου, εφάρμοζαν μια δικαιοσύνη σκοπιμότητας, που στόχευε στην τρομοκρατία και που οδηγούσε στην επιβολή θανατικών ποινών ακόμη και για ελαφρές περιπτώσεις κλοπής γερμανικού υλικού[4]. Εάν μάλιστα κάποιος στρατοδίκης φαινόταν να επηρεάζεται από τις αγορεύσεις των Ελλήνων συνηγόρων και να κρίνει με ηπιότητα, αποκλειόταν εφ’ εξής από την σύνθεση του Στρατοδικείου και έπαιρνε, στην καλύτερη περίπτωση, δυσμενή μετάθεση έξω από τα ελληνικά σύνορα[5]. Αλλά και η κατ’ επίφαση αυτή λειτουργία των γερμανικών στρατοδικείων, που γινόταν άλλωστε πολλές φορές αντικείμενο οικονομικής συναλλαγής[6], εγκαταλείφθηκε βαθμιαία μετά την ανατροπή του Μουσσολίνι (8.9.1943) και την ανάληψη του ελέγχου της κατάστασης στην Ελλάδα από τα Ες-Ες, τη στρατικοποιημένη δηλαδή αστυνομία της ναζιστικής Γερμανίας. Οι μονάδες αυτές, όπως και η αντίστοιχη ιταλική Υπηρεσία Αντικατασκοπίας (C.S.), ασκούσαν ήδη και πρωτύτερα ανακριτικά καθήκοντα σε διάφορες σοβαρές υποθέσεις, εφαρμόζοντας στυγνές μεθόδους βασανιστηρίων (στρατόπεδο οδού Μέρλιν 6)[7]. Επίσης είχαν την δικαιοδοσία να εκτελούν πολίτες για αδικήματά τους κατά του στρατού κατοχής ή και για αντίποινα, χωρίς δίκη και απολογία. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση εκτελέσεων που έγιναν στην Σαλαμίνα τον Ιανουάριο 1943 ως αντίποινα για τη δολιοφθορά ενός προβολέα: “…Οι Γερμανοί ζήτησαν από τους κατοίκους να τους υποδείξουν τα ονόματα μερικών από τους ευπορότερους κατοίκους. Ξεχώρισαν τρεις: έναν Μήτσο Βελλιώτη, τριάντα χρονών πάνω – κάτω, που είχε εμπορικό, κάποιον Ρούκα, κελευστή, και Πόντο, κτηματία. Τους έβαλαν να σκάψουν τον λάκκο τους. Τους τουφέκισαν. Κατόπι τους κρέμασαν στην πλατεία και τους άφησαν κρεμασμένους την Παρασκευή και το Σάββατο για να παραδειγματιστούν οι Κουλουριώτες. Η πράξη παίρνει όλη της τη σημασία όταν προστεθεί ότι είναι φανερό πως οι δράστες του σαμποτάζ είχαν έλθει από τη θάλασσα – δεν ήταν δηλαδή Κουλουριώτες – και πως αυτό το ήξερε καλά ο Γερμανός αξιωματικός πριν γίνει η εκτέλεση…”[8] . Στο ίδιο πλαίσιο, αξίζει να αναφερθεί και η μαρτυρία του Ηλία Βενέζη[9], κατά τον οποίο ”Πέρασα στη ζωή μου κι’ άλλες δύσκολες ώρες, σκλάβος στην Ανατολή ενός άλλου εξαγριωμένου Ασιατικού λαού που τον λέγαμε βάρβαρο. Ε, λοιπόν, ο φοβερότερος Ασιάτης είναι άγγελος αντίκρυ στον τελευταίο στρατιώτη των Ες-Ες”. Με παρόμοιο πνεύμα, η δημοσιογράφος Ελένη Βλάχου[10] σημειώνει στο ημερολόγιό της: “Χθες ξημερώματα, οι δολοφόνοι εκτέλεσαν επτά αθώους ομήρους, αντίποινα για ασήμαντα σαμποτάζ – πραγματικά για τρομοκρατία (…). Αλλά ο θάνατός τους μας ζωντάνεψε άλλη μια φορά την πεποίθηση ότι άνθρωποι που διαπράττουν τέτοια εγκλήματα είναι καταδικασμένοι κάποτε, αργά ή γρήγορα, στην τιμωρία, την ταπείνωση. Το μίσος όλου του κόσμου θα τους εξοντώσει. Δεν τους αξίζει οίκτος. Πρέπει να το θυμηθούμε!”

Η αρχή της συλλογικής ευθύνης επικράτησε σε όλη την διάρκεια της κατοχής, κυρίως όμως κατά τα έτη 1943 και 1944, οπότε σημειώνονται ομαδικές σφαγές αθώων κατοίκων και καταστροφές χωριών (Καλάβρυτα, Δίστομο κ.λπ.)[11], ως αντίποινα για τον φόνο Γερμανών στρατιωτών. Η ίδια αρχή δεσπόζει και στην μεταχείριση κρατουμένων στα στρατόπεδα συγκεντρώσεως. Η δραπέτευση ενός καταδίκου από το στρατόπεδο έχει ως επακόλουθο την απαγόρευση λήψεως δεμάτων για όλους τους άλλους καταδίκους[12], ή και την εκτέλεση των άλλων κρατουμένων, στην ομάδα των οποίων ανήκε αυτός που απέδρασε[13] .

  1. Έξω από τα αστικά κέντρα της χώρας, στα οποία κυριαρχούσε ο στρατός κατοχής, αναπτύχθηκε βαθμιαία από τα μέσα του 1941, κυρίως στις ορεινές περιοχές, μια άλλη έννομη τάξη. Πρόκειται για το δίκαιο που εφαρμόσθηκε από τις ένοπλες αντιστασιακές οργανώσεις,[14] και αργότερα (Μάρτιος 1944) από την λεγόμενη Κυβέρνηση του Βουνού (“Πολιτική Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης” – ΠΕΕΑ), στις εκτεταμένες υπό τον έλεγχό τους περιοχές της λεγόμενης “Ελεύθερης Ελλάδας”. Οπωσδήποτε, οι έκτακτες περιστάσεις υπό τις οποίες τελούσε τότε η χώρα δεν επέτρεπαν την άρτια οργάνωση και απονομή της δικαιοσύνης. Πολλές φορές μάλιστα σημειώθηκαν αυθαιρεσίες και κινδύνευσαν ν’ αφανισθούν αθώοι με βάση “ομολογίες” τους που είχαν αποσπασθεί έπειτα από ξυλοδαρμούς και εικονικές εκτελέσεις[15]. Υπήρξαν πάντως και αξιόλογες προσπάθειες για την σύνταξη νομοθετικών κειμένων θεμελιακού χαρακτήρα, προ πάντων σε σχέση με θεσμούς που σχεδιάσθηκαν να ασκούνται άμεσα από τον λαό, ως μηχανισμός “λαϊκής εξουσίας” δηλαδή σε σχέση με τους θεσμούς της “λαϊκής αυτοδιοίκησης” και της “λαϊκής δικαιοσύνης”[16].

Οι προσπάθειες αυτές εκδηλώνονται κατά χρονολογική σειρά κυρίως[17]: 1) στον “Κώδικα Ποσειδώνα” ή “Έντολαί διά την Λαϊκήν Αυτοδιοίκησιν και την Λαϊκήν Δικαιοσύνην”, 14.12.1942[18], 2) στην “Εγκύκλιο 4” της Περιφερειακής Επιτροπής Φθιωτιδοφωκίδος-Ευρυτανίας του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδος (Απρίλιος 1943), με την οποία ετέθησαν σε εφαρμογή στην περιφέρεια αυτή οι θεσμοί της λαϊκής αυτοδιοίκησης και λαϊκής δικαιοσύνης[19], 3) στον βραχύβιο αλλά νομοτεχνικά αρτιώτερο και σημαντικό για την μετέπειτα επίδρασή του “Κώδικα Αυτοδιοίκησης και Λαϊκής Δικαιοσύνης για την Στερεά Ελλάδα” (Αύγουστος 1943)[20], 4) στην γενικώτερης αποδοχής και εφαρμογής “Απόφαση υπ’ αρ. 6” του “Κοινού Γενικού Στρατηγείου Εθνικών Ομάδων Ανταρτών”, δηλαδή ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, ΕΔΕΣ και ΕΚΚΑ, που επίσης υπήρξε βραχύβια (Αύγουστος – Οκτώβριος 1943), 5) στις διατάξεις για την «Αυτοδιοίκηση και την Λαϊκή Δικαιοσύνη»” του Γενικού Στρατηγείου του ΕΛΑΣ (Δεκέμβριος 1943), που αφορούσε στο σύνολο της “Ελεύθερης Ελλάδας” υπό τον έλεγχο του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, και τέλος, 6) στις κατά καιρούς Πράξεις και Αποφάσεις (ιδίως Πράξη 57: Κώδικας Λαϊκής Δικαιοσύνης της 21/25.8.1944) της κυβέρνησης του Βουνού (ΠΕΕΑ), που συγκροτήθηκε στην Ευρυτανία από αριστερές πολιτικές δυνάμεις[21].

Στα περισσότερα από τα νομοθετικά αυτά κείμενα εμπεριέχονται ορισμένες βασικές αρχές και κατευθύνσεις, που αντιπροσωπεύουν άλλωστε και το γενικώτερο κλίμα της τότε εποχής. Ειδικώτερα στον χώρο της Δικαιοσύνης, οι βασικές αρχές ήσαν: (α) η απονομή της δικαιοσύνης από αιρετούς και ανακλητούς μη επαγγελματίες δικαστές, με άμεση εκλογή τους από την κοινότητα, και πάντοτε συλλογικά, (β) η ουσιαστική αναζήτηση της αλήθειας στις αστικές όπως και στις ποινικές δίκες (εξομοίωση αστικής και ποινικής δικονομίας), (γ) η επιδίωξη μίας συμβιβαστικής λύσης για τις περιπτώσεις των αστικών και των ελαφρότερων ποινικών αδικημάτων[22], (δ) η παροχή ελευθερίας (σε αρκετές περιπτώσεις) στον λαϊκό δικαστή να δικάζει “κατά συνείδηση” και σύμφωνα με την τοπική παράδοση, έχοντας υπ’ όψιν του “ό,τι όλος ο κόσμος νομίζει ίσο, δίκαιο και ορθό” (ά. 32 του Κώδικα για την Στερεά Ελλάδα), (ε) η θέσπιση ειδικών ρυθμίσεων για την ταχεία και ανέξοδη απονομή της δικαιοσύνης[23], και μάλιστα στην δημοτική γλώσσα. Πέρα από τις γενικές αυτές αρχές, που, όπως προαναφέρθηκε, παρουσιάζονται κοινές στα περισσότερα από τα νομοθετήματα της “Ελεύθερης Ελλάδας”, υπήρξαν και σοβαρές διαφοροποιήσεις μεταξύ τους σε ορισμένα άλλα κεφαλαιώδη θέματα, όπως: η αναγνώριση ή μη ισχύος στην παλαιότερη αστική και ποινική νομοθεσία, ώστε η εκδίκαση των υποθέσεων σε περίπτωση κενών της αντιστασιακής νομοθεσίας (π.χ. ως προς την έννοια των ποινικών αδικημάτων) να μην επαφίεται στην αυθαίρετη κρίση των δικαστών, η διατήρηση ή μη της αρμοδιότητας των παλαιών τακτικών δικαστηρίων για ορισμένες υποθέσεις, η δυνατότητα κατάργησης των οργάνων του λαϊκού δικαστηρίου με απόφαση λαϊκής συνέλευσης, η δυνατότητα ανάδειξης σε δικαστές ατόμων που ασκούσαν παράλληλα εκτελεστική εξουσία, κ.λπ.[24]

Ανάλογες διαφοροποιήσεις παρατηρούνται και στο ζήτημα των ποινικών κυρώσεων. Σε πολλά από τα νομοθετήματα για την λαϊκή δικαιοσύνη προβλέπονται έτσι ως ποινές για τα ελαφρότερα αδικήματα η αποζημίωση ή ικανοποίηση του παθόντος από τον υπαίτιο και σε εξαιρετικές περιπτώσεις ανάλογο πρόστιμο σε χρήμα ή είδος (“Κώδικας Ποσειδώνα”, ά. 5.δ “Απόφασης 6”), ενώ σε άλλα, μεταγενέστερα νομοθετήματα, προστίθενται και κάπως ανεφάρμοστες για την περίοδο εκείνη ποινές, όπως η φυλάκιση, η εκτόπιση, η εργασία σε κοινωφελή έργα, η δημόσια επίπληξη και η στέρηση πολιτικών δικαιωμάτων (ά. 59 “Κώδικα Στερεάς “, ά. 110 “Διατάξεων”). Στα νομοθετήματα, τέλος, της ΠΕΕΑ και κυρίως στον “Κώδικα της Λαϊκής Δικαιοσύνης” (Πράξη 57 της 21/25.8.1944, ά. 11) και στις “Προσωρινές Διατάξεις για τα αδικήματα και τις ποινές”, που τέθηκαν για προσωρινή αντικατάσταση του Ποινικού Νόμου (Πράξη 63 της 29.8/15.9.1944, ά. 2), οι προβλεπόμενες ποινές ευθυγραμμίζονται σε μεγάλο βαθμό με τις αντίστοιχες της ποινικής νομοθεσίας που ίσχυε τότε, αλλά χωρίς κατώτατο όριο ποινής για επί μέρους εγκλήματα (φυλάκιση έως 5 χρόνια ή χρηματική ποινή για τα πλημμελήματα, κράτηση έως 1 μήνα ή πρόστιμο για τα πταίσματα˙ επίσης στέρηση πολιτικών δικαιωμάτων και βαθμών).

Για τις βαρύτερες μορφές αδικημάτων ιδιωτικής ή στρατιωτικής φύσης, όπως εγκλήματα πολέμου και εσχάτης προδοσίας, ληστείας, βιασμού, φόνου, ζωοκλοπής, λιποταξίας, κατασκοπίας, συνεργασίας με τον εχθρό κ.λπ.,[25] η εκδίκαση ανατίθεται όχι σε λαϊκά δικαστήρια, αλλά σε στρατιωτικά δικαστήρια (αρχικά τα «ανταρτοδικεία» και στην συνέχεια τα «στρατοδικεία»), που συντίθενται, επομένως, κατά πλειοψηφία ή και εξ ολοκλήρου, κατά περίπτωση, από στρατιωτικούς[26]. Οι ποινές που επιβάλλει το δικαστήριο αυτό (θανατικές, στερητικές της ελευθερίας, χρηματικές, δήμευση περιουσίας κ.λπ.[27]) απαγγέλλονται “κατά την ελευθέραν κρίσιν του” και έχουν ως μοναδικό κριτήριο το “λαϊκόν περί δικαίου αίσθημα” (ά. 11 “Προσωρινών Διατάξεων” της 2.10.1943). Μολονότι, δε, ως λόγος για την ανεξέλεγκτη αυτή εξουσία επιβολής ακόμη και θανατικών ποινών, προβάλλονται, όχι αδικαιολόγητα, “οι ανώμαλες και εξαιρετικά κρίσιμες περιστάσεις που περνούμε και το συμφέρον του Εθνικού αγώνα” [28], όμως δύσκολα μπορεί ν’ αποφύγει κανείς την σκέψη ότι με τόσο γενικά κριτήρια, όπως το λαϊκό αίσθημα του δικαίου, καταλύεται πλέον κάθε έννοια Δικαιοκρατίας και Ασφάλειας του Δικαίου. Στην πράξη, πάντως, κατά κανόνα οι ποινές που επέβαλλαν τα Στρατοδικεία ήσαν θανατικές μόνον για όσους θεωρούνταν ως συνεργάτες του εχθρού (π.χ. στρατολογημένοι στην ιταλική “Λεγεώνα” ή στα «Τάγματα Ασφαλείας», καταδότες), ενώ για άλλα κακουργήματα (π.χ. ανθρωποκτονία από πρόθεση αλλά χωρίς προμελέτη, υπεξαίρεση στρατιωτικών ειδών, λιποταξία) η αντιμετώπιση είναι ηπιότερη και σπάνια υπερβαίνει την πενταετή φυλάκιση[29]. Είναι άλλωστε προφανές ότι, εάν κανείς γλίτωνε τότε από την θανατική εκτέλεση (λόγω αναβολής, χάριτος ή λόγω χορήγησης του ιδιόμορφου ευεργετήματος της “αναστολής μέχρις απελευθερώσεως της Ελλάδος”), δύσκολα μπορούσε να υποβληθεί για μακρό χρονικό διάστημα σε οποιαδήποτε άλλη ποινή, έτσι ώστε κατ’ ουσίαν η θανατική ποινή ν’ αποτελεί κατά την εποχή εκείνη τη μόνη σοβαρή κύρωση[30].

III. Οι άλλες δύο έννομες τάξεις που διεκδίκησαν ισχύ κατά την περίοδο της κατοχής, δηλαδή το δίκαιο των κατοχικών κυβερνήσεων της Αθήνας που είχαν διορίσει οι κατακτητές, και το δίκαιο της αυτοεξόριστης κυβέρνησης του Καΐρου, που είχε διορίσει ο Βασιλέας, δεν μπορούν να θεωρηθούν ότι άσκησαν ουσιώδη ρόλο στην διαμόρφωση των τότε δικαιϊκών θεσμών της Ελλάδας[31]. Και στις δύο περιπτώσεις έλειπαν, εξ άλλου, ουσιώδη συστατικά στοιχεία της έννοιας του Κράτους (λαός, αυτοδύναμη εξουσία, έδαφος)[32]. Ειδικώτερα μάλιστα η νομιμότητα της κυβέρνησης των Αθηνών είχε αμφισβητηθεί από μειοψηφία του Συμβουλίου Επικρατείας ήδη κατά την περίοδο της Κατοχής, με το θαρραλέο σκεπτικό ότι “υφισταμένης έν τινι χώρα ξένης στρατιωτικής κατοχής, αιτία πολέμου, η διαληφθείσα προϋπόθεσις της πραγματικής και ακωλύτου ασκήσεως πάσης της κρατικής εξουσίας εν αυτή ελλείπει”[33]. Υπό τα δεδομένα αυτά, σε πολλές περιπτώσεις η απονομή της (ποινικής) δικαιοσύνης από τα ελληνικά δικαστήρια της κατεχόμενης Ελλάδας έγινε συχνά κατά παραγνώριση των κανόνων εκείνων δικαίου που είχαν πολιτικό χαρακτήρα, τούτο, δε, έστω και αν η επιβολή των κανόνων αυτών επιδιωκόταν συστηματικά από τις κατοχικές κυβερνήσεις. Ο τότε δικαστικός Παύλος Δελαπόρτας αναφέρει χαρακτηριστικά την περίπτωση ενός νεαρού κομμουνιστή, που είχε συλληφθεί διότι συγκέντρωνε χρήματα για το κόμμα του πουλώντας μικρές εικόνες του Στάλιν. Το δικαστήριο στο οποίο παραπέμφθηκε απέρριψε την κατηγορία για παράβαση του ν. 1075/38 “περί μέτρων ασφαλείας του κοινωνικού καθεστώτος”, με την αιτιολογία ότι, διαρκούσης της εχθρικής κατοχής, δεν υφίσταται κανένα κοινωνικό καθεστώς προστατεύσιμο από τον Νόμο[34]. Πάντως, δεν φαίνεται να συνέβαινε το ίδιο και με τις διωκτικές αρχές των κατοχικών κυβερνήσεων, που δεν δίσταζαν να συλλαμβάνουν τους πατριώτες και να τους παραδίδουν για εκτέλεση[35]. Επίσης, μορφές μαζικής βίας ασκούνταν από τις δυνάμεις κατοχής και τα Σώματα Ασφαλείας στους χώρους εγκλεισμού (στρατόπεδο Χαϊδαρίου, φυλακές)[36], αλλά και εξ αφορμής αντεκδικήσεων ανάμεσα στα Σώματα Ασφαλείας και τον ΕΛΑΣ ή τον ΟΠΛΑ[37]

[1] Εφημερίς Ελλήνων Νομικών (ΕΕΝ), ι΄ 1943, 372-373

[2] β’ παράγρ. της υπ’ αριθμ. 4 Διατάξεως του Ανωτάτου Διοικητή του Στρατού Κατοχής, στο φύλλο 2 του “Υπηρεσιακού Φύλλου Διατάξεων δια το Καταληφθέν Ελληνικόν Έδαφος” -πρβλ. ΕιρΠειρ 44/1943, ΕΕΝ ι’ 1943, 137-139

[3] ά. 4 της Διατάξεως από 17.6.1943 του Ανώτερου Στρατιωτικού Διοικητή Νοτιοανατολής “περί εφαρμογής του Γερμανικού Ποινικού Δικαίου και περί προστασίας της εσωτερικής Ειρήνης και των Αρχών Κατοχής”, που δημοσιεύθηκε στο υπ’ αριθμ. 18 “Υπηρεσιακόν Φύλλον Διατάξεων διά το κατεχόμενον Ελληνικόν έδαφος” -πρβλ. αναδημοσίευση της διατάξεως στο περιοδ. Ιστορικόν Αρχείον Εθνικής Αντιστάσεως, τεύχος 35, Ιούλιος 1961, σελ. 78-85, στο περιοδικό Τότε, τεύχ. 2, Ιούνιος 1983, σελ. 72 επ. και στο περ. Εικονογραφημένη Ιστορία, τεύχ. 460, Οκτ. 2006, σελ. 78-91, με επιμ. Ιωάνν. Σ. Παπαφλωράτου. Στο πλαίσιο αυτό, χαρακτηριστική είναι η εγγραφή που έκανε στο ημερολόγιό του ένας μορφωμένος μουσικολόγος της εποχής, ο Μίνως Δούνιας: «7 Μαϊου ’41. Από σήμερα εισάγεται στην Ελλάδα το Γερμανικόν ποινικόν δίκαιον: σαμποτάζ τιμωρείται δια θανάτου, απαγορεύονται: “αι συναθροίσεις, η διανομή εντύπων, τα συλλαλητήρια, αι εκδηλώσεις κατά της Γερμανίας, η μετάδοσις δυσμενών δια την Γερμανίαν ειδήσεων, η δημοσία ακρόασις, η εις κοινήν λήψιν “εχθρικών” εκπομπών. Όστις λεηλατεί τιμωρείται με θάνατον» –βλ. Έπειτα από 120 χρόνια ελεύθερης ζωής είμεθα πάλι σκλάβοι. Το Ημερολόγιο Κατοχής του Μίνου Δούνια, με επιμ. Κυρ. Ντελόπουλου, Αθήνα: Βιβλιοπωλείον της “Εστίας”, 1987, σελ. 30-31. Επίσης μνείας αξίζουν εδώ και οι διατάξεις του ποινικού δικαίου των ιταλικών δυνάμεων κατοχής στην Ελλάδα: περ. Εικονογραφημένη Ιστορία τεύχ. 472, Οκτ. 2007, σελ. 80-93.

[4] Η πράξη αυτή θεωρείτο ως δολιοφθορά -βλ. σχτ. το μοναδικό στο είδος του βιβλίο του δημοσιογράφου Κωνσταντίνου Κουκκίδη Η δικαιοσύνη τους!, Αθήναι 1946, σελ. 7 έπ., 38-39. Επίσης, ως δολιοφθορά (σαμποτάζ) χαρακτηρίζονταν και οι απεργιακές κινητοποιήσεις, απειλούμενες ακόμη και με ποινή θανάτου –βλ. Χάγκεν Φλάισερ, «Γερμανικές Στρατηγικές Επιδιώξεις και οι Εξελίξεις στην Κατεχόμενη Ελλάδα έως το 1943», εις: Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. ΙΣΤ΄, Αθήνα: Εκδοτική Αθηνών, 2000, 8-57:27 και του ιδίου, Στέμμα και Σβάστικα. Η Ελλάδα της Κατοχής και της Αντίστασης 1941-1944, Αθήνα: Παπαζήσης, 1995 τ. Α’, τ. Β’, passim.

[5] Πρβλ. Κ. Κουκκίδη, ανωτ., σελ. 134

[6] Πρβλ. Φοίβου Ν. Γρηγοριάδη, Γερμανοί, Κατοχή, Αντίστασις, Αθήνα: εκδ. Νεόκοσμος, 1973, σελ. 412

[7] Στα βασανιστήρια και τις δολοφονίες Ελλήνων πολιτών, αντιστασιακών και μη, συμμετείχαν επίσης, από Ελληνικής πλευράς, η Υπηρεσία της Ειδικής Ασφάλειας του Κράτους και τα Τάγματα Ασφαλείας –βλ. Βάϊου Καλογρηά, «Η κατοχική κυβέρνηση Γεωργίου Τσολάκογλου», περιοδικό Εικονογραφημένη Ιστορία, τεύχ. 552, Ιούνιος 2014, 14-26: 24 και σημ. 33. Εξ άλλου, ως προς τις τακτικές αντιποίνων των Γερμανών βλ. π.χ. Μάριου Κοκκώνη, «Η καθημερινότητα της Κατοχής, 1941-1944», Αθήνα: “Ιδέες για Συλλογές”, Μέρος II, 2011, σελ. 75 επ και 93 επ.

[8] Χ. Χρηστίδη, Χρόνια Κατοχής 1941-1944, Μαρτυρίες Ημερολογίου, Αθήνα, 1971, σελ. 348

[9] Στα Ελεύθερα Γράμματα της 2.6.1945, τεύχ. 5, σελ. 3.

[10] Στο έργο της Δημοσιογραφικά Χρόνια. Πενήντα και κάτι…, τ. Α΄, (1935-1951), Αθήνα: Ελευθερουδάκης, 2008, σελ. 145.

[11] Βλ. αναλυτικώτερα: Παν. Ι. Φαναριώτη, Η Ελλάδα στις φλόγες του πολέμου, 1940-1944, Αθήνα: εκδ. Σταμούλη, 2012, σελ. 529 επ.

[12] Π.χ. Στρατόπεδο Ασφαλείας Τατοϊου: Στ. Καλογιάννη, Ημερολόγιον ενός στρατιώτου, Αθήναι: Αετός, 1945, σελ. 115, όπου εκτίθενται και όλα τα σχετικά με τη σύλληψη, ανάκριση και κράτησή του από τους Γερμανούς.

[13]  Π.χ. Στρατόπεδο Ομήρων Χαϊδαρίου: Έκθεση του μελλοθάνατου ταγματάρχη Ζαμπέτα προς το Υπουργείο Στρατιωτικών για τα όσα συνέβησαν στο στρατόπεδο αυτό κατά τα δύο τελευταία χρόνια της κατοχής -βλ. αναδημοσίευσή της από τον Δημ. Γατόπουλο στο εμπεριστατωμένο έργο του Ιστορία της Κατοχής, Αθήναι [19652, 19461], σελ. 217-222: 218. Για το στρατόπεδο Χαϊδαρίου βλ. και την συγκλονιστική μαρτυρία του εκεί ιατρού Αντώνη Ι. Φλούντζη στην εφημ. Αυριανήτης 29.8.1984, σελ. 7.

[14] Κυρίως του ΕΑΜ – ΕΛΑΣ, ο οποίος βαθμιαία ενδυναμώνεται και γίνεται η κυριώτερη αντιστασιακή δύναμη -βλ. Κομν. Πυρομάγλου, Η Εθνική Αντίστασις ΕΑΜ-ΕΛΑΣ-ΕΔΕΣ-ΕΚΚΑ, Αθήνα: Δωδώνη, 19752 (19471), σελ. 283 επ. και C. M. Woodhouse, Το μήλο της Έριδος. Η Ελληνική Αντίσταση και η Πολιτική των Μεγάλων Δυνάμεων, Αθήνα: Εξάντας, 1976, σελ. 211 επ.

[15] Βλ. σχτ. δραματική μαρτυρία του δημοσιογράφου Γ. Μπέϊκου, Η λαϊκή εξουσία στην Ελεύθερη Ελλάδα, Αθήνα: Θεμέλιο, 1979, τ. Α΄, σελ. 349 επ. και τ. Β΄, σελ. 259 επ.

[16] Για την “προϊστορία” των θεσμών της λαϊκής δικαιοσύνης, με πρώτο χαρακτηριστικό παράδειγμα την ίδρυση της Συμβιβαστικής Επιτροπής στο Καροπλέσι Αγράφων Ορεινής Ευρυτανίας το καλοκαίρι του 1933, βλ. Προκόπη Παπαστρατή,ΕΑΜ, 70 χρόνια από την ίδρυσή του, 27 Σεπτεμβρίου 1941, απάνθισμα από τεύχη του “Ε – Ιστορικά”, έκδ. της εφημερίδας Ελευθεροτυπία, Αθήνα, Σεπτέμβριος 2011, σελ. 159-176: 170.

[17] Βλ. Μαν. Γλέζου, Εθνική Αντίσταση 1940-1945, τ. Β΄, Αθήνα: Στοχαστής, 2006, σελ 815 επ. 823 επ. και Θαν. Τσουπαρόπουλου, Οι λαοκρατικοί θεσμοί της Εθνικής Αντίστασης. Ιστορική και Νομική Προσέγγιση, Αθήνα: Γλάρος, 1989, ιδίως σελ. 109 επ., όπου παρατίθενται τα βασικά κείμενα.

[18] Βλ. το αποκαταστημένο κείμενό του στο ανωτέρω έργο του Γ. Μπέϊκου, (τ. Β,΄ σελ. 133-152), που υπήρξε και ο εισηγητής του.

[19] Πρβλ. ως προς το περιεχόμενό της το έργο του Γ. Μπέϊκου, ανωτ., τ. Β΄, σελ. 352 επ.

[20] Πρβλ. Αντρέα Κέδρου, Η Ελληνική Αντίσταση (1940-1944), Αθήνα: Θεμέλιο 2004 (α΄ γαλλ. έκδ. 1966), τ. Β΄, σελ. 146.

[21] Πρβλ. πιο αναλυτικά: Θ. Παπαθανασόπουλου, Λαϊκό Δημόσιο Δίκαιο, 1941-1945, Αθήνα: Φιλιππότης, 1982, σελ. 13 έπ. και ιδίως Δημ. Ι. Ζέπου, Λαϊκή Δικαιοσύνη εις τας ελευθέρας περιοχάς της υπό κατοχήν Ελλάδος, Αθήναι, 1945, σελ. 1 έπ., με παράρτημα κειμένων, και επανέκδοση του έργου αυτού το 2009 από το Μορφωτικό Ίδρυμα Εθν. Τραπέζης. Το γεγονός, πάντως, ότι τα νομοθετικά αυτά κείμενα αλλά και τα ίδια τα λαϊκά δικαστήρια εκπορεύονταν και ελέγχονταν από τις εν λόγω αριστερές πολιτικές δυνάμεις, και ιδίως το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, που και αυτό με την σειρά του ελεγχόταν από το ΚΚΕ, έδωσε λαβή σε ορισμένους συγγραφείς να διατυπώσουν την άποψη ότι το σύστημα των λαϊκών δικαστηρίων στην λεγόμενη “Ελεύθερη Ελλάδα”, έστω και αν εμφανιζόταν ως λαϊκή εξουσία, στην πραγματικότητα “αποτελούσε ένα ακόμη όργανο έμμεσης εξουσίας του ΚΚΕ” –βλ. Σόλωνος Ν. Γρηγοριάδη, Ιστορία της Σύγχρονης Ελλάδας 1941-1974, τ. 2, Αθήνα: Χ.Κ. Τεγόπουλος Εκδόσεις Α.Ε., 2011 (19731), σελ. 72.

[22] Το στοιχείο αυτό της συμβιβαστικής επίλυσης των διαφορών ορθά θεωρείται από τον Βασ. Καρύδη ως ένα ακόμη στοιχείο της εν λόγω νομοθεσίας που παραπέμπει στην σύγχρονη εγκληματολογική τάση για αποκαταστατική δικαιοσύνη (restorative justice) –βλ. Βασ. Καρύδη, όπ. π., σημ. 1, σελ. 1187 επ., 1190 επ.

[23] Πρβλ. την Αιτιολογική Έκθεση του Ηλία Τσιριμώτιου στην Πράξη 12 της ΠΕΕΑ “Διατάξεις για την λαϊκή δικαιοσύνη”, στο: Αρχείο Εθνικής Αντίστασης, τ. 1, τεύχ. α΄, Απρίλης 1946, σελ. 16 και Κείμενα της Εθνικής Αντίστασης, τ. Β΄, Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή, 1981, σελ. 43-44. Επίσης, κατά την άποψη του Βρεταννού ιστορικού David H. Close στο έργο του Οι ρίζες του εμφυλίου πολέμου στην Ελλάδα, Αθήνα: Φιλίστωρ 2003 (α΄ αγγλ. έκδ. 1995) σε μτφρ. Ρένας Χρυσοχόου, “Τα εκλεγμένα λαϊκά δικαστήρια κάλυψαν μια πάγια ανάγκη για δίκες που να είναι ταχείες, ελεύθερες, προσιτές και κατανοητές, αφού χρησιμοποιούσαν την δημοτική γλώσσα”. Επίσης, κατά τον Mark Mazower στην μελέτη του «Τρεις μορφές πολιτικής δικαιοσύνης στην Ελλάδα, 1944-45», εις: του ιδίου (επιμ.), Μετά τον Πόλεμο, Αθήνα: Αλεξάνδρεια, 20042, 33-51: 39, «Τα Λαϊκά Δικαστήρια είχαν αποτελέσει μεγάλο επίτευγμα του ΕΑΜ από τις πρώτες κιόλας μέρες της εμφάνισής του στα βουνά της Κεντρικής Ελλάδας στις αρχές του 1943». Πρβλ. του ιδίου, Inside Hitler’s Greece. The Experience of Occupation, 1941-1944, New Haven & London: Yale Univ. Press, 2001, ιδίως σελ. 271 επ.

[24] Για τις λύσεις που δόθηκαν στα ζητήματα αυτά από διάφορα νομοθετήματα, πρβλ. τις αναπτύξεις του K. Γκικόπουλου, συντάκτη της “Απόφασης 6” των Ανταρτικών Ομάδων, στο περ. Ιστορική Επιθεώρησις, τεύχ. 3, 1964, σελ. 107-139, με τίτλο “Η Λαϊκή Δικαιοσύνη και η Αυτοδιοίκησις 1941-1944” και του Αντώνη Καστρινού, διευθυντή Δικαστικού του Γενικού Στρατηγείου του ΕΛΑΣ, στο ίδιο περ., τεύχ. 1, 1963, σελ. 132-160, τεύχ. 2, 1963, σελ. 96-141 και τεύχ. 3, 1964, σελ. 139 [γράφτηκε το 1945] με τίτλο: ”Η λαϊκή δικαιοσύνη και αυτοδιοίκησις εις την Ελεύθερη Ελλάδα 1941-1945”.

[25] Κατά τον Διονύση Χαριτόπουλο, του οποίου σχετικό κείμενο παρατίθεται από την εφημερίδα Τα Νέα της 26.9.1981, “στην πραγματικότητα τα λαϊκά δικαστήρια είχαν τις αθωότατες αρμοδιότητες ειρηνοδικείου ή το πολύ πρωτοδικείου. Ήταν επιφορτισμένα να λύνουν διαφορές για τα κτήματα, για αγροζημίες και άλλες παρόμοιες διαφορές. Η δίωξη των αληθινά σοβαρών παραβάσεων στην ύπαιθρο – της ληστείας, της ζωοκλοπής – ανήκε στη δικαιοδοσία του ΕΛΑΣ, που τις πάτασσε με αμείλικτη αυστηρότητα” –βλ. Διον. Χαριτόπουλου, Άρης, ο αρχηγός των Ατάκτων,Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα, 2003, σελ. 338-339 και σχτ. βιβλιοκριτικό σημείωμα του Βασ. Καρύδη στην εφημερίδα Τα Νέα, 17-18.1.2004, σελ. 35.

[26] Βλ. ά. 1 των “Προσωρινών Διατάξεων δια την λειτουργίαν των Στρατοδικείων” της 2.10.1943, που εκδόθηκαν ως επί το πλείστον από την ομότιτλη Πράξη 37 ΠΕΕΑ της 10.5.1944. Το σύνολο των Πράξεων της Κυβερνήσεως του Βουνού εκυκλοφόρησαν σε φωτοτυπική επανέκδοση το 1976, Αθήνα: Ολκός.

[27]Βλ. ά. 233 των «Προσωρινών Διατάξεων».

[28] Οδηγίες του Γεν. Στρατηγείου ΕΛΑΣ για την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων.

[29] Για την όλη διαδικασία και το είδος των ποινών που επιβάλλονταν, βλ. και την σχτ. έκθεση του στελέχους της Αυτοδιοίκησης στον Νομό Λάρισας Γιώργου Δοξόπουλου στο έργο του Θαν. Τσουπαρόπουλου, όπ. π., σημ. 18, σελ. 241.

[30] Μιαν επιλογή αποφάσεων από Στρατοδικεία βλ. στην εφημερίδα του ΕΛΑΣ Το Φλάμπουρο της 22.12.1943.

[31] Χαρακτηριστικά ο Δημοσθένης Κούκουνας στο σημαντικό έργο του Ιστορία της Κατοχής, τ. Α΄, Αθήνα: Εκδ. Οργανισμός Λιβάνη, 2013, σελ. 265 αναφέρει: “ Το ελληνικό κράτος, στην καλύτερη περίπτωση, λειτουργεί πλημμελώς, ενώ υπάρχουν γκρίζες ζώνες και για το ίδιο”.

[32] Πράγματι, η μεν Ελληνική κυβέρνηση της εξορίας “ήταν κυβέρνηση χωρίς έδαφος και χωρίς λαό, στηριγμένη αποκλειστικά στην διπλωματική αναγνώριση από την Μεγάλη Βρεταννία και τα υπόλοιπα συμμαχικά κράτη”, ενώ και “οι χώροι επί των οποίων μπορούσε να ασκήσει την εξουσία της ήταν εξαιρετικά περιορισμένοι”, η δε Ελληνική κατοχική κυβέρνηση “διέθετε έδαφος και λαό, ήταν όμως συζητήσιμο κατά πόσον διέθετε εξουσία”, καθώς την μεγαλύτερη εξουσία στην χώρα ασκούσαν οι κατοχικοί στρατιωτικοί διοικητές, ο Γερμανός, ο Ιταλός και ο Βούλγαρος, ο καθένας στη δική του ζώνη –βλ. Γιώργου Μαργαρίτη, «Η Κατοχή 1941-1944», εις:Κατοχή & Αντίσταση, απάνθισμα από τεύχη του “Ε – Ιστορικά”, έκδ. της εφημερίδαςΕλευθεροτυπία, Αθήνα χ.χ., 37-38. Πάντως κατά τους Θ. Βερέμη και Γιάννη Κολιόπουλο, στο έργο τους Ελλάς. Η σύγχρονη συνέχεια. Από το 1821 μέχρι σήμερα, Αθήνα: Καστανιώτης, 2006, σελ. 395, η κατοχική κυβέρνηση δεν διέθετε ούτε και το προαπαιτούμενο του λαού, αφού «δεν είχε αναδειχθεί με την ελεύθερη βούληση του λαού, αλλά με την εντολή των δυνάμεων κατοχής».

[33] ΣτΕ 97 και 98/1942, “Θέμις”, ΝΣΤ΄ : 1945, 41-45: 42 επ. Για το θέμα αυτό βλ. και την εκτενή μονογραφία του δικηγόρου Μιχ. Α. Πεσμαζόγλου, Η νομική φύσις της υπό εχθρικήν στρατιωτικήν κατοχήν συγκροτηθείσης Ελληνικής Κυβερνήσεως. Από μίαν δίκην εις το Συμβούλιον της Επικρατείας [Αθήναι] 1942, passim, και ιδίως σελ. 98.

[34] Π. Δελαπόρτα, Το σημειωματάριο ενός Πιλάτου, Αθήνα: Θεμέλιο, 1977, σελ. 77 επ.

[35] Βλ. Γ. Πανούση, «Μικρό – πικρό οδοιπορικό σε χώρους/ χρόνους έκτακτου (!) μη δικαίου», εις: Αγγ. Πιτσελά (επιμ.), Ο Δρόμος προς την Δικαιοσύνη. Συνέδριο προς τιμή του Καθηγητή Στέργιου Αλεξιάδη, Αθήνα/ Θεσσαλονίκη: Εκδ. Σάκκουλα, 2012, 89-101: 90-91.

[36] Πρβλ. ανωτ., σημ. 8.

[37] Βλ. π.χ. Μεν. Χαραλαμπίδη, Η εμπειρία της Κατοχής και της Αντίστασης στην Αθήνα, Αθήνα: Αλεξάνδρεια, 20132 (;), σελ. 294 επ. –πρβλ. και Πολυμέρη Βόγλη, Η Ελληνική κοινωνία στην Κατοχή, 1941-1944, Αθήνα: Αλεξάνδρεια, 2010, 135 επ.

Πηγή: Τέσσερα παράλληλα συστήματα νομιμότητας στην Ελλάδα της Κατοχής « ΝΕΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s