Διχασμός

Ήταν «στυγνός δικτάτορας» ο Ελευθέριος Βενιζέλος;

Ο τίτλος είναι των «σημειώσεων». Το κείμενο (και ο χαρακτηρισμός) είναι του Χρήστου Γιανναρά (Καθημερινή, 12.2.2017) Το επισήμανα μέσω μιας αντίρρησης (Ν. Παπαδάκης) που ακολουθεί.

venizelos-eley

Είναι τόση η αγωνία για το σήμερα, η αβεβαιότητα για το αύριο, η ανελπιστία και η σύγχυση για τις προοπτικές, ώστε η ενασχόληση με το παρελθόν μοιάζει περιττή πολυτέλεια, σχεδόν ντιλεταντισμός.

Tαυτόχρονα, η διαχείριση της μνήμης, η Iστορία, μοιάζει να είναι πια συνάρτηση των ιδεολογικών επιλογών του ατόμου, άρα υλικό ταυτόσημο με τις ατομικές «πεποιθήσεις», επομένως «δικαίωμα» ατομικό, κατασφαλισμένο «κατά πάντων», ακοινώνητο.

Eτσι, κάθε ιδεολογικό γκρουπούσκουλο έχει τη δική του ανάγνωση και ερμηνεία της Iστορίας, κάθε κόμμα ή «παράταξη», κάθε κυβέρνηση και κάθε υπουργός Παιδείας τη δική του συνταγή, ντιρεχτίβα, προκρούστεια λογική κατανόησης του παρελθόντος.

Oμως, ταυτόχρονα, είναι εμπειρικά βεβαιωμένο και κοινά διαπιστωμένο ότι ένα consensus ιστορικής αυτοσυνειδησίας είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την ύπαρξη και λειτουργία οργανωμένου κοινού βίου, συγκροτημένης πολιτικής κοινωνίας. «Tο σήμερα έρχεται από το χθες, το μέλλον αναδύεται από το παρελθόν» – η ιστορική συνείδηση καθορίζει αυτό που είναι και αυτό που μπορεί να επιδιώξει ο κάθε συγκεκριμένος λαός.

H σύγκλιση σε κάποιες κοινές παραδοχές ιστορικής αυτοσυνειδησίας, σε μια ελάχιστη έστω βάση κοινωνικής συνοχής, δεν έχει επιτευχθεί στο ελλαδικό μας κρατίδιο. Aπό την ίδρυσή του κιόλας παραμονεύει κάθε στιγμή ο διχασμός, η σχιζοφρένεια. Eίμαστε η συνέχεια της ελληνορωμαϊκής «οικουμένης»; Eνας κοσμοπολίτικος πολιτισμός, τρόπος του βίου – γλώσσα, Tέχνη, κοινωνιοκεντρική πολιτική, πρωτείο της σχέσης και όχι της χρησιμότητας; Zητάμε την αλήθεια όχι ως κωδική ορθότητα αλλά ως εμπειρική μετοχή, σε αδιάσπαστη οργανική συνέχεια από τον Hράκλειτο ώς τον Γρηγόριο Παλαμά; ΄H είμαστε ένα φυλετικό ποτ-πουρί «σχισματικών» Γραικών, όπως μας θέλει η Δύση, θύματα μεγάλαυχης ιδεοληψίας;

Ξεσηκωθήκαμε ενάντια στον τουρκικό ζυγό τετρακοσίων χρόνων για να ελευθερώσουμε την Πόλη και την Aγια-Σοφιά, να αποκαταστήσουμε τον Eλληνισμό μέτοχο στο ιστορικό γίγνεσθαι; ΄H είμαστε απλώς ένα περιφερειακό (και περιθωριακό) αποκύημα των ιδεών του δυτικού «Διαφωτισμού», όπως όλα τα μετα-αποικιακά «εθνικά κράτη», μεταπρατική του δυτικού μοντέλου κοινωνία εξαρτημένη, σαν προτεκτοράτο, από «προστάτιδες» δυνάμεις; Eίχαμε ποτέ θεσμούς οργάνωσης και διοίκησης γεννημένους από τις δικές μας ανάγκες και υπηρετικούς των δικών μας ιστορικών εθισμών και ιδιαιτεροτήτων; ΄H πάντοτε πιθηκίζαμε το ξένο, το αλλοδαπό, ξιπασμένοι από φανταχτερά επιτεύγματα χρησιμοθηρίας;

Eχουμε μόλις διακόσια χρόνια κρατικού βίου, μόλις δύο αιώνες με «εθνικά» σύνορα. Πώς οριζόταν ο Eλληνισμός πριν γίνει «εθνικό κράτος», πώς ξεχώριζε ο Eλληνας από τον Tούρκο ή τον Φράγκο; Γιατί ο διχασμός της ταυτότητας γεννιέται με το εθνικό κράτος και παρακολουθεί κατά πόδας την ιστορική του πορεία; Kοραϊκοί και Φαναριώτες, καθαρευουσιάνοι και δημοτικιστές, Bενιζελικοί και βασιλικοί, κομμουνιστές και εθνικόφρονες – οι πολίτες του εθνικού κράτους μοιάζει αδύνατο να ζήσουμε χωρίς πόλωση.

Oποια παράταξη κερδίσει την εξουσία, επιβάλλει στανικά τη δική της εκδοχή της Iστορίας. Tην επιβάλλει ως διδακτέα ύλη στα σχολειά, αλλά και με εορτασμούς επετείων, μετονομασίες δρόμων και αεροδρομίων, προπαγάνδα εκθειασμού ή σπίλωσης ιστορικών προσωπικοτήτων από τα κρατικά μέσα «πληροφόρησης». Kαι οι μεγάλοι μαστόροι της προπαγάνδας είναι πάντοτε οι στρατευμένοι σε ολοκληρωτισμούς: Mέχρι τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο οι κοραϊκοί είχαν επιβάλει να ταυτίζεται η λέξη «Bυζάντιο» με τον σκοταδισμό, τη θρησκοληψία, τη γνωσιομαχία. Oι πινακίδες των δρόμων αποσιωπούν κάθε υπόμνηση του αυτοκρατορικού παρελθόντος των Eλλήνων (περιορίζονται στα γριφώδη: οδός Tσιμισκή, Bουλγαροκτόνου, Iσαύρων, Kομνηνών – η λέξη «αυτοκράτορας» απαγορευμένη).

Eίναι διεθνικό το δόγμα ότι την Iστορία τη γράφουν οι νικητές. Σωστό ή λάθος, πάντως στην Eλλάδα δεν ισχύει. Eδώ γράφει την Iστορία η ατσιδοσύνη των ηττημένων. Tόσο στην περίπτωση του Mεγάλου Διχασμού (Bενιζελικών – Kωνσταντινικών) όσο και στην παρανοϊκή ένοπλη ανταρσία του KKE, οι αρνητικοί καταλογισμοί αποδόθηκαν όλοι αποκλειστικά στους αναίτιους, και οι τιμές, οι έπαινοι, ο θαυμασμός στους κακοπραγήσαντες.

Σίγουρα, δεν υπάρχει διχοστασία, έριδα, αντιπαλότητα όπου να συγκρούεται το άψογο «καλό» με το απόλυτο «κακό» – το άσπρο με το μαύρο. Γι’ αυτό και είναι κοινωνικό λειτούργημα μεγάλης ευθύνης η ιστοριογραφία – όταν την ασκούν εξαγορασμένοι ή ψυχολογικά προκατειλημμένοι ή στρατευμένοι εμπαθείς, μπορεί μια κοινωνία να βασανίζεται ατέλειωτα και αδιέξοδα.

Kυκλοφόρησε στις αρχές του χειμώνα το βιβλίο της Aθηνάς Kακούρη «Tα δύο Bήτα» (Bασιλιάς – Bενιζέλος), από τις Eκδόσεις Kαπόν. H συγγραφέας είναι καταξιωμένη στον χώρο της λογοτεχνίας – μυθιστοριογράφος, διηγηματογράφος, μεταφράστρια. Tόλμησε να παρέμβει στην ιστοριογραφία, μόνο για να καταθέσει την «προσπάθεια ενός σκεπτόμενου Eλληνα να καταλάβει τι μας συνέβη το 1915, και γιατί αυτό εξελίχθηκε σε δηλητηριώδες χάσμα, του οποίου οι αναθυμιάσεις μας πνίγουν ακόμα σήμερα».

Δηλώνει ότι έχει χρησιμοποιήσει μόνο «δημοσιευμένο υλικό, που μπορεί ο καθένας να βρει και να διαβάσει μόνος του». Δεν κομίζει καινούργιες πληροφορίες, αλλά φέρνει ξανά στο φως γεγονότα που σκεπάστηκαν με όγκους μυθευμάτων, εξωραϊσμένης ψευδολογίας, εσκεμμένης συγκάλυψης των πραγματικών δεδομένων.

Aφήνει ένα αίσθημα ιλίγγου στον αναγνώστη το βιβλίο της Aθηνάς Kακούρη. Iλίγγου από το μέγεθος του κακού που μπορεί να προκαλέσει ο ναρκισσισμός ενός ταλαντούχου ανθρώπου. Aλλάζει την πορεία της Iστορίας ο αρρωστημένος εγωισμός – άρκεσε ένας αδίστακτος δοξομανής για να χάσει τελεσίδικα τα προϋποθετικά ερείσματα της ιστορικής του ύπαρξης ο Eλληνισμός: Mικρασία, Πόντο, Aνατολική Θράκη. Eνα πολιτισμικό «παράδειγμα» με ιστορική σάρκα τριών χιλιάδων χρόνων συρρικνώθηκε σε μόνιμα υπανάπτυκτο μεταπράτη της βαρβαρικής χρησιμοθηρίας, πνίγηκε στη βαλκανική επαρχιωτίλα. Eξαργυρώνουμε με καταναλωτική ξιπασιά το εξαθλιωτικό μας «ανήκομεν».

Γι’ αυτό και δεν υπάρχει πλατεία πόλης ή χωριού χωρίς ανδριάντα του αυτουργού της αυτεξευτελιστικής αυτοχειρίας μας. Tο όνομά του στους κεντρικότερους δρόμους μας, στον αερολιμένα της πρωτεύουσας, ειδωλοποιημένο στα σχολικά βιβλία – σχεδόν συνώνυμος με τη δημοκρατία ο στυγνός δικτάτορας της εφιαλτικής τριετίας 1917-1920.

Tο βιβλίο της Aθηνάς Kακούρη αρνείται την καθήλωσή μας στο στάδιο της μυθοπλαστικής ειδωλοποιίας.

Πηγή: «Tο σήμερα έρχεται από το χθες» | Απόψεις | Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

*

Αναγκαία η ψύχραιμη αποτίμηση μίας μεγάλης ιστορικής διαδρομής

Καθημερινή, 19.02.2017
Mε έκπληξη διαβάσαμε στο φύλλο της 12ης Φεβρουαρίου της έγκριτης “Καθημερινής” το άρθρο του κ. Χρήστου Γιανναρά. Η καλοπροαίρετη και τεκμηριωμένη κριτική σε συγκεκριμένες πολιτικές επιλογές ιστορικών προσωπικοτήτων είναι ασφαλώς σεβαστή και αναγκαία στον δημόσιο διάλογο, τον οποίο κατεξοχήν και διαχρονικά υπηρετεί η “Καθημερινή”, με ποιοτικές εκδόσεις και αφιερώματα κύρους.
Ωστόσο, το συγκεκριμένο άρθρο προκαλεί θλίψη και απογοήτευση και κατά τη γνώμη μας προσβάλλει την αισθητική αντίληψη του απαιτητικού αναγνωστικού κοινού της εφημερίδας, καθώς περιέχει βαρύτατες εκφράσεις και ανιστόρητες αναφορές, φθάνει μάλιστα να υιοθετεί, έναν αιώνα αργότερα, την εμπαθή φρασεολογία που χρησιμοποιούσαν στις χειρότερες στιγμές του Εθνικού Διχασμού φανατικά έντυπα του περιθωρίου.
Δεν κρίνουμε σκόπιμο να ασχοληθούμε διεξοδικά με τα ζητήματα που θίγονται στο άρθρο, αλλά θα αναφερθούμε επιγραμματικά σε κάποια σημεία όπου επιχειρείται παραποίηση των ιστορικών γεγονότων. Ο Βενιζέλος όταν εγκατέλειπε την αρχή, έχοντας καταψηφιστεί, πέραν πάσης προσδοκίας μετά τον διπλωματικό θρίαμβο της Συνθήκης των Σεβρών, στις μοιραίες εκλογές του 1920, άφηνε πανίσχυρη την Ελλάδα στη Μικρά Ασία. Είναι ενδεικτικό ότι ακόμη και ο Ιωάννης Μεταξάς, που μόνο βενιζελικός δεν ήταν, στο ημερολόγιό του είναι κατηγορηματικός για τις τεράστιες ευθύνες και τις εγκληματικές παραλείψεις των βασιλικών κυβερνήσεων, οι οποίες διαδέχθηκαν τον Βενιζέλο και οδήγησαν στην καταστροφή. Επιπλέον, στο άρθρο χρησιμοποιούνται αφορισμοί που δεν αντέχουν στην κριτική. Ο όρος «στυγνός δικτάτωρ», για παράδειγμα, μας φέρνει αυτομάτως στον νου τον Χίτλερ, τον Μουσολίνι, τον Σαντάμ Χουσεΐν και δεκάδες άλλους, ενώ σκοπίμως δεν λαμβάνονται υπόψη οι έκτακτες συνθήκες της εποχής (1917), όταν ολόκληρη η Ευρώπη βρισκόταν σε πολεμικό αναβρασμό και σε εμπόλεμες χώρες, όπως η Γαλλία και η Ιταλία, είχε επιβληθεί στρατιωτικός νόμος.
Οσον αφορά τη διασπορά αγαλμάτων του Βενιζέλου σε ολόκληρη την Ελλάδα, που τόσο ενοχλεί τον αρθρογράφο, αυτή αντικατοπτρίζει την πρόσληψη της ιστορικής διαδρομής και των επιτευγμάτων του από τον ελληνικό λαό. Η τοποθέτησή τους έγινε ύστερα από αποφάσεις, κατά κανόνα ομόφωνες, δημοτικών συμβουλίων, που εκφράζουν το λαϊκό αίσθημα.
Τα ίδια ισχύουν και για αντίστοιχες περιπτώσεις στο εξωτερικό (Ουάσιγκτον, Βελιγράδι κ.ά.), για τις οδούς σε ολόκληρη την Ελλάδα που φέρουν το όνομά του, καθώς και για τον διεθνή αερολιμένα Αθηνών, έπειτα από σχεδόν ομόφωνη συναίνεση του πολιτικού κόσμου και σύμφωνα με τη διεθνώς καθιερωμένη πρακτική να δίνονται τα ονόματα εμβληματικών προσωπικοτήτων σε αεροδρόμια.
Στις μέρες μας, το παράδειγμα του Βενιζέλου μοιάζει περισσότερο επίκαιρο από ποτέ και εμπνέει ιδιαίτερα τις νεότερες γενιές. Ενδεικτικά, αρκεί να αναφερθούμε στους χιλιάδες Ελληνες και αλλοδαπούς επισκέπτες της οικίας του στη Χαλέπα Χανίων, ενός σύγχρονου μουσείου που εγκαινιάστηκε από τον πρόεδρο της Δημοκρατίας Προκόπη Παυλόπουλο τον Νοέμβριο του 2015, καθώς και στη συμμετοχή χιλιάδων παιδιών κάθε ηλικίας από ολόκληρη την Ελλάδα και την ομογένεια, ακόμη και από την Αιθιοπία, στις πρωτοποριακές εκπαιδευτικές δράσεις του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών και Μελετών “Ελευθέριος Κ. Βενιζέλος” και στον ετήσιο Πανελλήνιο Μαθητικό Διαγωνισμό Δοκιμίου, που τελεί υπό την αιγίδα του υπουργείου Παιδείας, Ερευνας και Θρησκευμάτων.

* Ο κ. Νικόλαος Παπαδάκης είναι γενικός διευθυντής του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών και Μελετών “Ελευθέριος Κ. Βενιζέλος” στα Χανιά.

Advertisements

3 thoughts on “Ήταν «στυγνός δικτάτορας» ο Ελευθέριος Βενιζέλος;”

  1. φ/μπ

    Spyros Kakouriotis Για το βιβλίο της Κακούρη, που τόσο επαινεί, ρίξτε μια ματιά κι εδώ: http://www.oanagnostis.gr/δύο-βήτα-ένα-κεφαλαίο-κι-ένα-μ…/

    George Giannopoulos Τον Ιούνιο του 1917,
    και λίγες ώρες μετά την αποβίβαση Γαλλικών αποικιακών στρατευμάτων που αποτελούνταν κυρίως από Σενεγαλέζους οπλίτες επιστρέφει στην Αθήνα ο Βενιζέλος και καταλαμβάνει εκ νέου την Πρωθυπουργία. Είχαν προηγηθεί, η μάχη του Ζαππείου μεταξύ Ελληνικών και Γαλλικών στρατευμάτων με 34 και 76 νεκρούς αντίστοιχα και η απώθηση των εισβολέων, η μάχη της σημαίας στην Λάρισα, ο βομβαρδισμός των ανακτόρων και του κέντρου της Αθήνας από Γαλλικά πολεμικά πλοία, ο αποκλεισμός του Πειραιά και πείνα συγκρίσιμη μόνο με αυτή του χειμώνα του 1941 και η εκδίωξη από τον Γαλλικό στρατό του Βασιλιά Κωνσταντίνου, παρά την πρωτοφανή λαϊκή κινητοποίηση και τον αποκλεισμό των ανακτόρων από τους κατοίκους της πρωτεύουσας για να μην βγει απ αυτά ο Κωνσταντίνος και πάρει τον δρόμο της εξορίας, όπως είχε αποδεχθεί υπακούοντας στο τελεσίγραφο του Γάλλου γερουσιαστή Ζόναρ.
    Το Βενιζελικό καθεστώς για να στηριχθεί:
    – χρειάστηκε Γαλλική στρατιωτική παρουσία
    – εξόρισε, για πρώτη φορά στην σύγχρονη Ελληνική ιστορία, τους 30 σημαντικότερους πολιτικούς του αντιπάλους ( Γούναρη κλπ) και στρατιωτικούς ( σχεδόν το σύνολο του επιτελείου των Βαλκανικών πολέμων 12-13), και μάλιστα εκτός Ελλάδας στην Κορσική
    – φυλάκισε 103 άλλους πολιτικούς, μεταξύ των οποίων και υπέργηρους πρώην πρωθυπουργούς, κυρίως στην Μυτιλήνη
    – απέλυσε 38 Μητροπολίτες της εκκλησίας της Ελλάδος και φυλάκισε στο Άγιο Όρος τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος Θεόκλητο
    – αποστράτευσε και ακολούθως εκτόπισε ή φυλάκισε 2.300 αξιωματικούς του στρατού, επί συνόλου 4000!
    – αποστράτευσε 300 αξιωματικούς του πολεμικού ( τότε βασιλικού) ναυτικού
    – απέλυσε 570 δικαστικούς
    – απέλυσε 6.500 δημόσιους υπάλληλους
    – απέλυσε 3000 οπλίτες της χωροφυλακής
    – σύστησε και συγκρότησε έκτατα στρατοδικεία τα οποία εξέδιδαν μαζικά θανατικές καταδίκες ( κατά τον Βενιζελικό βουλευτή Ζαβιτσιάνο, ο οποίος διατέλεσε μέχρι το 1920 και πρόεδρος της Βουλής ,τα έκτακτα στρατοδικεία Χαλκιδικής, Ηρακλείου και 2ης Μεραρχίας μόνο, το διάστημα 1917-1920 εξέδωσαν 161 θανατικές καταδίκες και εκτέλεσαν 140)
    – οι ελάχιστοι βουλευτές της αντιπολίτευσης που τολμούσαν να εμφανισθούν στην Βουλή προπηλακίζονταν ( όπως ο βουλευτής Κοζάνης Μπούσιος που ξυλοκοπήθηκε επί του βήματος από τον φρούραρχο της Βουλής, επικεφαλή της προσωπικής ασφάλειας του Βενιζέλου και λίγο μετά δολοφόνο του Ίωνα Δραγούμη, Παύλο Γύπαρη)
    – συστήθηκαν ομάδες ένοπλων πραιτοριανών, τα Τάγματα Ασφαλείας ( που αποτέλεσαν το πρότυπο για τα κατοχικά ομώνυμα τους, αφού και αυτά ήταν έμπνευση Βενιζελικών – Πάγκαλος, Πλυτζανόπουλος κλπ)
    – τέθηκε σε ισχύ ο νόμος περί « δυσμένειας κατά του καθεστώτος». Με το νόμο αυτό ( πρόγονο του «ιδιώνυμου», Βενιζελικής δημιουργίας και αυτό), πατέρας καταδικάσθηκε διότι δημόσια είπε στο παιδί του ότι θα του αγοράσει παπούτσια όταν έρθει ο κουμπάρος ( έτσι αποκαλούσαν οι στρατιώτες τον Κωνσταντίνο) ή δύο γυναίκες προσήχθησαν σε δίκη επειδή αποκάλεσαν στο Τραμ τον Κωνσταντίνο με το χαϊδευτικό όνομα που τον προσφωνούσαν οι πολίτες: « Κώτσος».
    Όσα συνέβησαν το διάστημα από τα μέσα του 1915 έως και το 1920, καταχωνιασμένα και επιμελώς κρυμμένα, εξηγούν όχι μόνο το αποτέλεσμα των εκλογών του 1920 ( των σημαντικότερων στην Ελληνική ιστορία) αλλά και σε ένα βαθμό, πολλά συμβάντα της εθνικής και κοινωνικής ζωής έως και την λήξη του εμφυλίου πολέμου το 1949. Μας δείχνουν πως ασχέτως προθέσεων, δικών μας και δικών τους, η παρέμβαση ξένων έχει πάντα καταστροφικά αποτελέσματα.

    Σταύρος Καράμπελας Kαι μία ακόμα με την οποία ταυτίζομαι: Kostas Hatziantoniou
    13 Φεβρουαρίου στις 2:52 μ.μ. ·

    ΧΥΔΑΙΟΙ ΑΝΙΣΤΟΡΗΤΟΙ
    Με όση ψυχραιμία μπορεί να επιστρατεύσει κανείς όταν η άγνοια και η χυδαιότητα συντίθενται ώστε να παραχαραχτεί η ιστορική πραγματικότητα, ας αναφερθούμε εδώ δι’ ολίγων σε μια χθεσινή επιφυλλίδα γνωστού θεολόγου που μετά την φιλοσοφία αποφάσισε να καταπιαστεί και με την ιστορία. Και επειδή στον τόπο αυτό όταν «απομυθοποιείς» και προσβάλλεις τις μεγάλες μορφές, έχεις σίγουρο κοινό σ’ ένα λαό που δεν ξεπέρασε ποτέ τον διχασμό και τη συνωμοσιολογία, ο κ. Χρ. Γιανναράς (περί αυτού πρόκειται) αποφάσισε στη χθεσινή «Καθημερινή» να προσβάλει τη συνείδηση ενός έθνους: τη μνήμη του Ελευθερίου Βενιζέλου. Ως ρωμιός «ελληνόφωνος» (λέξη που συχνά την απευθύνει στους κυριακάτικους λιβέλους του), μιλά για «αρρωστημένο εγωισμό» και χαρακτηρίζει «αδίστακτο δοξομανή» τον άνθρωπο που πήρε μιαν άθλια χώρα από τη μεθόριο της Μελούνας και σήκωσε ένα λαό ευτελισμένο παίγνιο που ως το 1910 έτρωγε σφαλιάρες (βλέπε 1897) και φαντασιωνόταν αυτοκρατορίες από τους καφενέδες για να του δώσει γη και κοινωνικά δικαιώματα, οδηγώντας τον ως την Τσατάλτζα και τη Σμύρνη και (μετά την Καταστροφή) έστω ως τον Έβρο.
    Είναι δύσκολο βέβαια για τον αιρετικό θεολόγο να καταλάβει γιατί έχασε τελεσίδικα «τα προϋποθετικά ερείσματα της ιστορικής του ύπαρξης ο Eλληνισμός: Mικρασία, Πόντο, Aνατολική Θράκη», πώς και γιατί «πνιγόμαστε στη βαλκανική επαρχιωτίλα». Πώς να καταλάβει ο δύστυχος ότι είναι οι ιδεολογικοί προπάτορές του, αυτοί που υπονόμευσαν με την ιδέα της μικρής και έντιμης Ελλάδας (διάβαζε μικρής για να κυβερνούν οι κοτζαμπάσηδες της παλιάς Ελλάδας και της Πλάκας) την εθνική εξόρμηση που εκμεταλλεύθηκε άριστα τις περιστάσεις του πρώτου παγκόσμιου πολέμου μια και ο νεοτουρκισμός είχε προαποφασίσει την εξόντωση του ανατολικού ελληνισμού; Πώς να καταλάβει πως όταν αποκαλεί «στυγνό δικτάτορα της εφιαλτικής τριετίας 1917-1920» τον ηγέτη του έθνους, φτύνει την πιο ένδοξη περίοδο της νεοελληνικής ιστορίας, την Ελλάδα των ονείρων πέντε αιώνων, την Ελλάδα που οι όμοιοί του κατέστρεψαν;
    Δεν έχει βέβαια σημασία να εξηγήσει κανείς εδώ πως τα έκτακτα μέτρα αυτής της τριετίας λαμβάνονται σε μια περίοδο που η Ελλάδα είναι σε εμπόλεμη κατάσταση και σημειώνονται ανταρσίες στο στράτευμα και επαφές με τους Γερμανούς: πώς θα έπρεπε άραγε να αντιμετωπιστούν αυτές οι πράξεις εσχάτης προδοσίας κατά τον κ. Γιανναρά; Αυτό που έχει σημασία είναι να καταλάβουμε πώς πίσω από τα μεγάλα λόγια των «καθαρών» της παράδοσης (το είδαμε και το 1974) καιροφυλακτεί το απύθμενο μίσος των ιδεοληπτικών, ο ρωμέικος λαϊκισμός που οδηγεί πάντα σε εθνική καταστροφή – μια καταστροφή που οι αυτουργοί της βρίσκουν διαρκώς τον τρόπο να την μεταθέτουν σε άλλους: οι ιδεοληπτικοί δεν διακρίνονται για την ανδρεία τους.
    Αν κάτι εξοργίζει συνεπώς δεν είναι η προσβολή στη μνήμη μας: ο Βενιζέλος θα παραμείνει σύμβολο του έθνους μας στην πιο ακέραιη μορφή του ό,τι κι αν πουν οι φανατικοί εθνικόφρονες του Γούναρη – τα λόγια του Παλαμά το είχαν περιγράψει πολύ νωρίς: «Μεγάλος είσαι και θα πεθάνεις και θα σου φτύνουν την τρανοσύνη και ο τιποτένιος και ο πεχλιβάνης». Αν κάτι εξοργίζει είναι πως στη σημερινή γενική κατάρρευση αντί να ξυπνάνε οι δυνάμεις της εθνικής ανόρθωσης, ξυπνάνε οι δαίμονες της καταστροφής. «Ανεπίστροφη παρακμή» όπως θα έλεγε ο κύριος καθηγητής. Μόνο που σε αυτή την παρακμή είναι κι ο ίδιος πρωταγωνιστής.

    Μου αρέσει!

  2. Δύο βήτα: Ένα κεφαλαίο κι ένα μικρό (του Σπύρου Κακουριώτη)

    Πολλές φορές η τέχνη έχει λειτουργήσει προδρομικά σε σχέση με την ιστορική επιστήμη, προσεγγίζοντας θέματα ταμπού, που η εκάστοτε κοινωνία, συνεπώς και η ακαδημαϊκή κοινότητα, δεν είναι ακόμη έτοιμη να αντικρίσει κατάματα. Αυτή είναι η περίπτωση, για παράδειγμα, της ταινίας του Λουί Μαλ Lacombe Lucien (1974), που ανέδειξε τις γκρίζες ζώνες μεταξύ δωσιλογισμού και αντίστασης στην κατεχόμενη Γαλλία, προκαλώντας θυελλώδη πολεμική, καθώς με τον τρόπο αυτό ρηγμάτωνε την λίγο-πολύ ενιαία αφήγηση γκωλισμού και αριστεράς για την αντίσταση.

    Στα καθ’ ημάς, είναι η περίπτωση του Θανάση Βαλτινού, που με την Κάθοδο των εννιά ανέδειξε, σε δύσκολους καιρούς, την αντιηρωική και συνάμα τραγική μοίρα των ηττημένων του ΔΣΕ, ενώ πολλά χρόνια αργότερα, με την Ορθοκωστά, προκάλεσε την μήνιν της αριστερής κριτικής, δίνοντας «φωνή» στους ταγματασφαλίτες της Πελοποννήσου και αναδεικνύοντας το (αποσιωπημένο μετά τη Μεταπολίτευση) ζήτημα της βίας του ΕΛΑΣ απέναντι στους τοπικούς πληθυσμούς. Μέσα από την πολυφωνική του αφήγηση, ο Βαλτινός κατόρθωσε να οδηγήσει τους αναγνώστες στην «πρωταρχική σκηνή» της εμφύλιας σύγκρουσης στο μικροεπίπεδο.

    Αν το λογοτεχνικό έργο έχει κάποτε αυτόν τον προδρομικό χαρακτήρα, δεν συμβαίνει το ίδιο τις σπάνιες φορές που οι ίδιοι οι λογοτέχνες επιχειρούν μια αμιγώς ιστορική αφήγηση. Όσο κι αν ισχυριστούν ότι δεν υποβλέπουν τον ιστορικό και τον ρόλο του, επικαλούμενοι ως «τεκμήριο αθωωότητος» ότι δεν είναι ιστορικοί, δεν μπορεί, εντέλει, παρά να κριθούν ως τέτοιοι –αν όχι ως επαγγελματίες ιστορικοί, ασφαλώς ως «δημόσιοι ιστορικοί», γιατί ακριβώς σε αυτό το πεδίο εντάσσεται το έργο τους.

    Μοιραία, η μελέτη της Αθηνάς Κακούρη Τα δύο βήτα θα πρέπει να αντιμετωπιστεί ως δημόσια ιστορία και με αυτά τα κριτήρια να εξεταστεί. Λογοτέχνιδα με μακρότατη θητεία, πρώτα στο αστυνομικό και στη συνέχεια στο ιστορικό μυθιστόρημα, επιχειρεί να εξετάσει, με μέσα εξωλογοτεχνικά, τον Εθνικό Διχασμό. Χρονικά, περιορίζεται στην περίοδο 1912-1915, δηλαδή μέχρι την οριστική παραίτηση του Βενιζέλου, ενώ στην αφήγησή της δεν περιλαμβάνει τις σημαντικές εξελίξεις που ακολούθησαν.

    Όπως προδιαθέτει και ο τίτλος, την συγγραφέα απασχολούν οι προσωπικότητες, οι «μεγάλοι άνδρες» (γιατί, βέβαια, πάντα άνδρες είναι, ποτέ γυναίκες). Δύο είναι οι πρωταγωνιστές της, ο Βασιλιάς και ο Βενιζέλος, μόνο που οι ρόλοι τους είναι εξαιρετικά άνισοι: Ο Κωνσταντίνος είναι το κεφαλαίο βήτα, ο Βενιζέλος το μικρό. Δευτεραγωνιστές σε αυτήν την αφήγηση επίσης δύο: ο Γεώργιος Στρέιτ, υπουργός Εξωτερικών, και ο οιονεί αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Ιωάννης Μεταξάς, αμφότεροι φιλομοναρχικοί και συστηματικοί ημερολογιογράφοι, απ’ όπου η συγγραφέας αντλεί εκτενώς.

    Όμως ο Διχασμός υπήρξε μια διαιρετική τομή που διαπέρασε ολόκληρη την ελληνική κοινωνία, απ’ άκρου εις άκρον, και είχε τα χαρακτηριστικά μιας πολιτικής, κοινωνικής και εθνικής σύγκρουσης. Για την συγγραφέα είναι απλώς μια «διαμάχη» δύο ανδρών και τα ερωτήματά της γύρω από αυτόν περιορίζονται στο αν ο Κωνσταντίνος ήταν γερμανόφιλος ή όχι, αν ενήργησε συνταγματικά ή όχι. Από την απάντηση σε αυτά μπορούν να κριθούν και όλα όσα ακολούθησαν, μοιάζει να ισχυρίζεται, αναζητώντας το «πρώτο κινούν». Όμως η ιστορία δεν υπακούει σε κανένα «πρώτο κινούν», είναι πολυπαραγοντική και ενδεχομενική, χωρίς καμιά τελεολογία, κανένα σιδηρούν νόμο ή ντετερμινισμό.

    Για να υπηρετηθεί η «μικρά αλλ’ έντιμος Ελλάς» που αναδύεται μέσα από τις σελίδες των Δύο βήτα δεν απαιτείται ούτε επικαιροποιημένη βιβλιογραφία (λίγες είναι οι παραπομπές σε μελέτες μετά τη δεκαετία του ’80, ενώ λείπουν έργα αναφοράς όπως, εντελώς ενδεικτικά, των Μαυρογορδάτου, Λεονταρίτη, Hering, Ενεπεκίδη κ.ά.) ούτε ιδιαίτερη σπουδή για την αποφυγή παραλείψεων, με κίνδυνο να θεωρηθούν εσκεμμένες (όπως, π.χ., η αποσιώπηση της κρίσιμης διαμάχης Κωνσταντίνου – Βενιζέλου κατά τον Α’ Βαλκανικό για την κατεύθυνση της επιθετικής προσπάθειας, προς Μοναστήρι ή Θεσσαλονίκη).

    Ο κατάλογος των σχετικών μειονεκτημάτων θα αποδεικνυόταν μακρύς και, στην πραγματικότητα, δεν έχει νόημα η καταγραφή τους, γιατί το ερώτημα που θέτει το βιβλίο αυτό δεν αφορά τις ιστοριογραφικές αρετές του. Αυτό που θα ήταν γόνιμο να αναρωτηθεί κανείς είναι γιατί ένα τέτοιο βιβλίο εκδίδεται σήμερα και γιατί σημειώνει μια σχετική επιτυχία, φιγουράροντας κατά καιρούς στις λίστες με τα ευπώλητα.

    Η ίδια η Αθηνά Κακούρη επιχειρεί μια απάντηση στο πρώτο ερώτημα, σημειώνοντας ότι αυτό που «μας συνέβη» το 1915 «εξελίχθηκε σε ένα δηλητηριώδες χάσμα, του οποίου οι αναθυμιάσεις μας πνίγουν ακόμη και σήμερα». Άραγε, ο Εθνικός Διχασμός λειτουργεί ως διαιρετική τομή σήμερα; Δύσκολα θα το ισχυριζόταν οποιοσδήποτε. Αντιθέτως, είναι ένας άχρονος και αϊστορικός διχασμός που υποβάλλεται σαν ιδέα, η «παντοτινή» εμφύλια διαίρεση των Ελλήνων, έτσι ώστε οι διαμάχες του σήμερα να αντιμετωπίζονται μέσα από το πρίσμα του Διχασμού του 1915. Κατασκευάζεται έτσι μια γενεαλογία του διχασμού και της κρίσης (όπως ανάλογες γενεαλογίες κατασκευάζουν κι άλλα ευπώλητα αφηγήματα, και μάλιστα συγγραφέων με επιστημονική σκευή), χαρακτηριστικά που ανάγονται σε σταθερές της ελληνικής ιστορίας, αδειάζοντας από το εκάστοτε περιεχόμενό τους.

    Όμως η συγκρότηση παρατάξεων εκατέρωθεν μιας διαιρετικής τομής δεν γίνεται επειδή αυτή υπάρχει, αλλά επειδή αντικρουόμενα συμφέροντα, σχέδια, προσδοκίες δημιουργούν την τομή και συγκροτούν παρατάξεις.

    Αντιθέτως, η συγγραφέας περιορίζεται στη σύγκρουση προσωπικοτήτων, η χαρακτηρολογική περιγραφή των οποίων είναι εξαιρετικά χαρακτηριστική: στον κρυψίνου και ανερμάτιστο λαοπλάνο Βενιζέλο αντιπαρατίθεται ο στοχαστικός, ολιγόλογος αλλά προσηνής «κουμπάρος», ο λαοφιλής Κωνσταντίνος, σε ένα παιχνίδι ορθολογιστών εναντίον λαϊκιστών. Δεν είναι λοιπόν παρακινδυνευμένη η σκέψη ότι ο Βενιζέλος της Αθηνάς Κακούρη δεν είναι παρά μια μετωνυμία του Ανδρέα Παπανδρέου (ποιος ξέρει, ίσως και μεταγενέστερων ηγετών), ενώ ο Κωνσταντίνος το πρότυπο του ισχυρού ανδρός –ίσως στα μάτια κάποιων μια φιγούρα που παραπέμπει στον Κωνσταντίνο Καραμανλή…

    Ο ξεθυμασμένος παλαιοελλαδίτικος κωνσταντινισμός που αναδύεται από τις σελίδες του βιβλίου, αναπαράγοντας όλους τους κοινούς τόπους του αντιβενιζελισμού, δεν αποτελεί επιστροφή στην παλαιάς κοπής βασιλοφροσύνη. Αντιθέτως, είναι μία, στην ουσία της αντιδραστική, αναζήτηση του «ισχυρού ανδρός» ως υπέρβαση των διχασμών και των κρίσεων του έθνους σήμερα –κι αυτή είναι μια απάντηση πολλαπλώς επικίνδυνη…

    info

    Αθηνά Κακούρη, Τα δύο βήτα, Εκδόσεις Καπόν, 2016

    Μου αρέσει!

  3. Το μοναδικό βιβλίο που προσεγγίζει με επιστημονικότητα το Διχασμό του 1915 είναι του Γιώργου Μαυρογορδάτου «1915. Ο εθνικός διχασμός«, εκδ. Πατάκη, Αθήνα, 2015.

    Στην προλογική συζήτηση που διοργανώθηκε στο Σεμινάριο Ιστορίας της Κηφισιάς με τον συγγραφέα είχα διατυπώσει την εξής θέση:

    «Μια από τις πλέον αποφασιστικές στιγμές στην ελληνική ιστορία, που είχε καταλυτικές συνέπειες στα πράγματα της Εγγύς Ανατολής, αλλά και στη μοίρα των ελληνικών πληθυσμών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ήταν ο Διχασμός που άρχισε το 1915, όταν ο βασιλιάς Κωνσταντίνος ο Α’, συνεπικουρούμενος από τους Μεταξά, Στρέιτ και Δούσμανη, εξυπηρετώντας τα γερμανικά συμφέροντα υποχρέωσε σε παραίτηση τον εκλεγμένο πρωθυπουργό της Ελλάδα Ελ. Βενιζέλο….

    Οι συνέπειες αυτής της εξέλιξης, που επί της ουσίας σηματοδότησε τον πρώτο ελληνικό εμφύλιο πόλεμο ήταν καταλυτικές στη διαχείριση των μεταπολεμικών ευκαιριών. Η ανεπάρκεια στη Μικρασιατική Εκστρατεία, η εγκατάλειψη του Πόντου, κ.ά, οφειλόταν ακριβώς στην βαριά εκείνη διχαστική πολιτική κληρονομιά.»

    Όσον αφορά τα της Κακούρη και του Γιανναρά δεν είναι τίποτα περισσότερο από ένα φαινόμενο δεξιού αναθεωρητισμού που τελευταία το βλέπουμε να αυξάνεται. Ενός αναθεωρητισμού που εκφράζει τη ρεβανσιστική προσπάθεια των πολιτικών απογόνων των βασικών υπευθύνων της Μικρασιατικής Καταστροφής, να μεταθέσουν αλλού τις τεράστιες πολιτικές του ευθύνες. Να καθαρθούν απέναντι σε ένα έγκλημα εθνοπροδοσίας που διέπραξαν, το οποίο στην τελική δραματική του σελίδα συμπεριλάμβανε τη συνειδητή παράδοση των Ελλήνων και των Αρμενίων της Μικράς Ασίας στους τσέτες του Μουσταφά Κεμάλ. Και για το τελευταίο εννοώ φυσικά το Νόμο 2870/1922 (Ιούλιος) με τον οποίο η κυβέρνηση Γούναρη απαγόρευε στον ελληνικό πληθυσμό της Ιωνίας να αναχωρήσει, τη στιγμή που συζητούσε την απαγγίστρωση από τη Μικρά Ασία.

    Τις τρομακτικές ευθύνες της Δεξιάς (αλλά και του Βενιζέλου όπως και του ΚΚΕ) προσπάθησα σχηματικά να περιγράψω εδώ: https://kars1918.wordpress.com/2008/12/17/plevris-nakratzas/

    Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s