Απόψεις

Κατοχή: οι δύο εξουσίες

12-13-2-4-thumb-large

Από το βιβλίο του Θ. Κουτσουμπού «Ο πόλεμος των χωρικών και η κοινωνική επανάσταση», σελ. 52-60  http://eek.gr/images/Stuff/Doc/E-Books/polemos-xorikon-th.koutsoumpos.pdf

Δυαδική Εξουσία

Η φασιστική κατοχής της Ελλάδας δεν έσβησε τις ταξικές αντιθέσεις. Κι ούτε μπορούσε να τις σβήσει σε μια χώρα που είχε περάσει από το αντικομμουνιστικό ιδιώνυμο του φιλελευθέρου Βενιζέλου κι από τη φασιστοειδή αντικομμουνιστική δικτατορία του Μεταξά.

Η μηχανιστική σκέψη θα περίμενε πως η ξένη κατοχή θα ένωνε τους έλληνες αδιακρίτως κοινωνικής τάξης, θα δυνάμωνε την «εθνική ενότητα» για ν’ αντιμετωπιστούν οι κατακτητές. Συνέβη το αντίθετο. Η κατοχή όξυνε τις κοινωνικές αντιθέσεις. Την αντίθεση του κεφαλαίου με την εργασία, του πλούσιου με το φτωχό, του αγρότη με τον έμπορο και τον τσιφλικά, με τον δυνάστη του, ντόπιο και ξένο. Η διφυής επανάσταση, η συνδυασμένη επανάσταση, εκδηλώθηκε ως έκρηξη της συσσωρευμένης επί αιώνες κοινωνικής ενέργειας.

Πολύ πριν τον Δεκέμβρη του 1944, από τους πρώτους μήνες της κατοχής, από το καλοκαίρι του 1941, σπέρματα μιας δυαδικής εξουσίας άρχισαν να εμφανίζονται, καθώς οι πρώτες ανταρτοομάδες, στις περισσότερες περιπτώσεις αυθόρμητα, «έβγαιναν στο κλαρί». Η εξουσία της κυβέρνησης των Κουΐσλιγκ άρχισε να περιορίζεται στην Αθήνα (και όχι σε όλη) και στις μεγάλες πόλεις όπου τα κρατικά όργανα δρούσαν ως συμπληρωματικές δυνάμεις των στρατευμάτων κατοχής. Στα χωριά, ιδίως στα ορεινά, μια νέα εξουσία άρχισε να εμφανίζεται, στηριγμένη στη δύναμη των ένοπλων αντάρτικων ομάδων. Η νέα εξουσία ελευθέρωνε τον αγρότη. Η κατάσταση που επικρατούσε στην ύπαιθρο περιγράφεται ως εξής στο βιβλίο Άρης Βελουχιώτης: «Τα κοπάδια έβοσκαν αφύλαχτα στα λιβάδια. Τ’ αχούρια ήταν ξεκλείδωτα. Ο χωροφύλακας ήταν μια ανάμνηση, μονάχα στις μανάδες που ήθελαν να φοβίσουν τα παιδιά τους. Αυτά τα μικρά, ξυπόλητα, αδύνατα, ζωηρά παιδιά που έφτιαξαν τώρα τα καλαμένια τους ντουφέκια, γύριζαν στις γειτονιές. Τ’ αποσπάσματα με τους φορατζήδες δε φαίνονταν πια. Και ο αγρονόμος με τον ειρηνοδίκη είχαν μείνει στις πόλεις». (Λαγδάς Π. (επιμ.), Άρης Βελουχιώτης, ο πρώτος του αγώνα, τομ. Β΄, Αθήνα 1964, σελ. 272).

Είναι μια πρωτότυπη και καταπληκτική περιγραφή της ελευθέριας…

Σε επίπεδο ηγεσιών με πρωτοβουλία του ΚΚΕ στις 27 Σεπτέμβρη 1941 ιδρύθηκε το Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο (ΕΑΜ). Εκτός του ΚΚΕ, στο ΕΑΜ συμμετείχαν το Σοσιαλιστικό Κόμμα Ελλάδας (ΣΚΕ), η Ένωση Λαϊκής Δημοκρατίας (ΕΛΔ) του Τσιριμώκου και το Αγροτικό Κόμμα Ελλάδας (ΑΚΕ). Τα βασικά αστικά κόμματα και οι αστοί πολιτικοί αρνήθηκαν να συμμετάσχουν. Γι’ αυτούς υπήρχαν άλλες προτεραιότητες. Η αντιμετώπιση της κομμουνιστικής απειλής ήταν, όπως προαναφέραμε, πάνω από την αντιμετώπιση της ξένης κατοχής.

Με την ίδρυση του ΕΑΜ, η αντίσταση άρχισε να οργανώνεται και κεντρικά σημειώνοντας πρωτοφανή ανάπτυξη. «Η γρήγορη αύξηση του ΕΑΜ στην Ελλάδα προερχόταν τόσο από δυνάμεις που ωθούσαν από τα κάτω, ιδίως από τις αναρίθμητες “Λαϊκές Επιτροπές” που είχαν σχηματιστεί στις επαρχίες (συχνά αγνοώντας στην αρχή η μια την ύπαρξη της άλλης), όσο και από τα πάνω, χάρη στη δουλειά των κομμουνιστών αγωνιστών που στέλνονταν από την Αθήνα. Στη διάρκεια της Κατοχής στην Ελλάδα αναπτύχθηκε ένα πανίσχυρο κίνημα, ένας κανονικός πόλεμος χωρικών στην ύπαιθρο, συνδυασμένος με ένα προλεταριακό κίνημα στης πόλεις – ένα κίνημα που πάλευε για την απελευθέρωση της χώρας και σύγχρονος για την κοινωνικοί απελευθέρωση. Ο Δεκέμβρης του 1944 υπήρξε η κορυφαία στιγμή και συγχρόνως το σημείο καμπής της επαναστατικής διαδικασίας που πυροδότησε η φασιστική κατοχή της Ελλάδας. Ουσιαστικά ήταν η τελευταία μεγάλη ένοπλη επαναστατική δράση μαζών στην Ευρώπη στον 20ο Αιώνα. Σε μια Βαλκανική πρωτεύουσα, στη νοτιοανατολική άκρη της Ευρώπης, οι ένοπλοι εργάτες και η νεολαία, με μαζικές διαδηλώσεις, οδοφράγματα και οδομαχίες, ξαναζωντάνευαν το πνεύμα της Οκτωβριανής Επανάστασης του 1917. Στα βουνά της “Ελεύθερης Ελλάδας” γεννήθηκε ένα αναπληρωματικό κράτος, το οποίο θα έθετε σε αμφισβήτηση την παραπαίουσα νομιμότητα της κυβέρνησης της Αθήνας» σημειώνει ο Mazower. (σ.σ. M. Mazower, ΄ο.π., σ. 19).

Αξίζει ωστόσο να επισημανθεί πως, παρ’ ότι ο ένοπλος αγώνας φούντωνε σ’ όλη την Ελλάδα, στην ιδρυτική διακήρυξη του ΕΑΜ απουσιάζει η προοπτική του ένοπλου αγώνα. Την ίδια στιγμή παράνομες αντιστασιακές οργανώσεις και ένοπλες ομάδες άρχιζαν με την ένοπλη δράση τους να δημιουργούν την άλλη Ελλάδα, να αναλαμβάνουν αρμοδιότητες για την εξασφάλιση ειδών διατροφής, την επίλυση διάφορων ζητημάτων που προέκυπταν στη ζωή των κοινοτήτων, την προστασία του πληθυσμού από τις κλοπές, τις ληστείες, τις επιτάξεις κλπ.

Στο εσωτερικό της Ελλάδας, καθώς η εξουσία της αστικής τάξης είχε σμπαραλιαστεί, δυο εξουσίες άρχισαν να αντιπαρατάσσονται. Από τη μια ήταν η εξουσία των αρχών Κατοχής της τριπλής Κατοχής των στρατιωτικών δυνάμεων της ναζιστικής Γερμανίας, της φασιστικής Ιταλίας και της Βουλγαρίας. Στο πλευρό τους οι κρατικές αρχές του ελληνικού κράτους, του κράτους των δοσίλογων, συμπλήρωναν τον πόλεμο των κατακτητών με έναν αδυσώπητο αντικομμουνιστικό εμφύλιο πόλεμο. Από την άλλη ήταν η αναδυόμενη εξουσία του βουνού, η εξουσία του αντάρτικου των αγροτών και εργατών.

Ο στρατός των δυνάμεων κατοχής και το κράτος των δοσίλογων δεν μπορούσαν να υποτάξουν το γιγάντιο κίνημα αντίστασης που ξεσηκωνόταν στα βουνά από τους εξεγερμένους αγρότες και στις πόλεις από τους πεινασμένους εργάτες και μικροαστούς. Σύντομα οι αντάρτικες ομάδες άρχισαν να πληθαίνουν. Στο τέλος του 1942 το αντάρτικο είχε αποκτήσει πρακτική, επιχειρησιακή σημασία, σχεδόν σε όλη την Ελλάδα, στην ύπαιθρο και στις πόλεις.

Στα μέσα του 1944, σύμφωνα με μια αναφορά που βρέθηκε στα σοβιετικά αρχεία, (σ.σ. Τα Αρχεία των Μυστικών Σοβιετικών Υπηρεσιών, Αθήνα 1993, σ. 192) οι ένοπλες δυνάμεις της αντίστασης, του ΕΛΑΣ, με πολυάριθμες ονομασίες, ανέρχονταν στις 34.000 άνδρες με καλό εξοπλισμό. Εκτός από αυτές υπήρχαν οι δυνάμεις του ΕΔΕΣ, του Ζέρβα, με 9.000 άνδρες, από τους οποίους δυο – δυόμισι χιλιάδες στην Αθήνα και οι υπόλοιποι στην Ήπειρο.

Ο ΕΔΕΣ ήταν δημιούργημα των αγγλικών μυστικών υπηρεσιών, όμως οι ηγέτες του δεν δίσταζαν να συνεργάζονται με τους γερμανούς για να πλήξουν τους αντάρτες του ΕΛΑΣ. Στην Ιστορία του Ελληνικού Έθνους (της Εκδοτικής Αθηνών), που δύσκολα θα μπορούσε να κατηγορηθεί για αριστερισμό, αναφέρονται τα εξής για τον ΕΔΕΣ και τον αρχηγό του Ζέρβα:

«Για ευνόητους λόγους, ο Ζέρβας δεν εκπλήρωσε ποτέ την επιθυμία των Γερμανών για προσωπική συνάντηση, και οι συνεννοήσεις δεν κατέληξαν σε γραπτή συμφωνία. Ωστόσο, το γεγονός της συνεννόησης τεκμηριώνεται όχι μόνο από τις αμέτρητες αναφορές των γερμανικών εγγράφων, άλλα ιδίως βάσει των πρακτικών συνεπειών των επαφών αυτών, όταν ο Ζέρβας ανταποκρινόταν έμπρακτα σε προτάσεις που του έγιναν. Βέβαια, εκτός από τον αρχηγό, ελάχιστοι σε αυτήν την άκρως προσωποπαγή οργάνωση ήταν ενήμεροι για όσα συνέβαιναν. Σπανίως ο Ζέρβας μιλούσε τόσο ανοικτά όπως στην επιστολή του της 25ης Νοεμβρίου 1943 στον Αλέκο Παπαδόπουλο, έμπιστο διοικητή συντάγματος: “Μην κάνης καμία κουταμάρα και μπλέξεις σε αγώνα με Γερμανούς, διότι το ζήτημα είναι άκρως επικίνδυνον σήμερα, όταν έχουμε στα Νώτα μας τους Εαμίτες … Έχουμε καιρό για πόλεμο κατά των κατακτητών… Τώρα ούτε μια σφαίρα δεν πρέπει να πέσει διότι ενδέχεται αυτό και μόνον να τους υποχρεώσει να στραφούν εναντίον μας και τότε καταλαβαίνεις τι ζημιά μπορούμε να πάθουμε, έτσι όπως είμαστε συγκεντρωμένοι σε μια στενή λωρίδα. Αυτό να τηρήσεις απόλυτα”… (σ.σ. Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών τομ. ΙΣΤ΄, σ. 36).

Οι άλλες αστικές οργανώσεις ήταν ασήμαντες με πιο μεγάλη την ΕΚΚΑ, με 600-700 άνδρες, που δρούσε στην περιοχή της Δωρίδας και διαλύθηκε σε μάχη με τον ΕΛΑΣ, ο δε αρχηγός της συνταγματάρχης Ψαρός εκτελέστηκε.

Σύμφωνα με στοιχεία του ΚΚ (σ.σ. Σύντομη Ιστορία του ΚΚΕ, μέρος Α΄, Αθήνα 1987, σ. 210) την ίδια περίοδο ο μόνιμος (τακτικός) ΕΛΑΣ αριθμούσε 77.535 μαχητές και αξιωματικούς, η Εθνική Πολιτοφυλακή 6.000. Ο εφεδρικός ΕΛΑΣ είχε περί τους 50.000 άνδρες, ενώ το ΕΑΜ είχε πάνω από 2.000.000 μέλη, από τα οποία 412.000 ήταν και μέλη του ΚΚΕ και 640.000 ήταν μέλη της ΕΠΟΝ.

Ο σχηματισμός αυτής της «ιδιαίτερης δύναμης οπλισμένων ανθρώπων» συνιστά, σύμφωνα με την αντίληψη του Ενγκελς και του Λένιν, το κράτος. Ένα νέο κράτος που νομοτελειακά οργανωνόταν δίπλα από / και σε σύγκρουση με / το καπιταλιστικό κράτος και τους κατακτητές. Στις επαναστατικές συνθήκες που δημιουργήθηκαν, όπου «οι από πάνω δεν μπορούσαν να κυβερνήσουν όπως παλιά και οι από κάτω δεν ήθελαν να κυβερνώνται όπως παλιά», οι καταπιεζόμενες τάξεις προσπαθούσαν μέσα από συγχύσεις και αντιφάσεις, να δημιουργήσουν μια νέα κρατική οργάνωση ικανή να εξυπηρετεί όχι τους εκμεταλλευτές άλλα τους εκμεταλλευόμενους.

Στα βουνά της απελευθερωμένης Ελλάδας λειτουργούσε μια νέα εξουσία. Το νέο κράτος μιας νέας κοινωνίας. Αυτή η δεύτερη εξουσία, δίπλα και σε σύγκρουση με την εξουσία των αρχών κατοχής και των ελλήνων συνεργατών τους, περιγράφεται ανάγλυφα από έναν απ’ τους πρωταγωνιστές της αντιπαράθεσης με το ΕΑΜ, τον πράκτορα των αγγλικών δυνάμεων στην Ελλάδα του βουνού «Κρις» Γουντχάουζ:

«Έχοντας αποκτήσει το ΕΑΜ τον έλεγχο όλης σχεδόν της χώρας, αν εξαιρέσουμε τους κυριότερους συγκοινωνιακούς κόμβους που χρησιμοποιούσαν οι Γερμανοί, είχε δημιουργήσει πράγματα που δεν είχε γνωρίσει ποτέ άλλοτε η Ελλάδα. Οι επικοινωνίες στις ορεινές περιοχές με τον ασύρματο, με αγγελιοφόρους, με τηλέφωνα, ποτέ δεν ήταν τόσο άρτιες είτε πριν είτε μετά. Ακόμα και αυτοκινητόδρομοι είχαν βελτιωθεί και χρησιμοποιούνταν από το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Οι τηλεπικοινωνίες τους, που περιλάμβαναν και ασύρματους εκτείνονταν ως την Κρήτη και ως τη Σάμο, όπου δρούσαν κιόλας αντάρτες. Τα δώρα του τεχνικού και πνευματικού πολιτισμού είχαν βρει το δρόμο τους προς τα βουνά για πρώτη φορά. Σχολεία, αυτοδιοίκηση, δικαστήρια, δημόσιες υπηρεσίες, που είχαν κλείσει με τον πόλεμο, λειτουργούσαν και πάλι. Θέατρα, εργοστάσια, τοπικά κοινοβούλια, λειτουργούσαν για πρώτη φορά. Οργανώθηκε κοινοτική ζωή, στη θέση της πατροπαράδοτης ατομιστικής ζωής του Έλληνα αγρότη. Το παιδί του στρατολογήθηκε στην ΕΠΟΝ, το κοτέτσι του εφοδίαζε την ΕΑ, το καΐκι του επιτάχθηκε στον ΕΛΑΝ. Στην αρχή, το έργο του Κοινού Αρχηγείου ήταν ως ένα μεγάλο βαθμό διοικητικού χαρακτήρα, κάτι ανάμεσα στις στρατιωτικές και στις πολιτικές δραστηριότητες. Ένα μέρος απ’ αυτό πλησίαζε επικίνδυνα το νομοθετικό έργο. Ακολουθούμενο από απόσταση από τις μικρότερες οργανώσεις, το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ κρατούσε το προβάδισμα σε κάτι που οι κυβερνήσεις της Ελλάδας είχαν παραμελήσει: στη δημιουργία οργανωμένου κράτους στις ορεινές περιοχές. Όλες οι αρετές και τα ελαττώματα ενός τέτοιου πειράματος φάνηκαν καθαρά – γιατί, όταν ένας λαός, που κανένας ποτέ δεν τον βοήθησε, αρχίζει να βοηθά τον εαυτό του, χρησιμοποιεί μεθόδους δραστικές, που δεν είναι πάντα ωραίες. Οι λέξεις “λευτεριά” και “λαοκρατία” δονούσαν τον αέρα με το ιδιότυπο νόημα τους». (σ.σ. Κρις Γουντχάουζ, Το Μήλο της Έριδος, Αθήνα 1976, σ. 224).  Είναι μια καλή περιγραφή, αν εξαιρέσουμε την εκθείαση του Κοινού Στρατηγείου που έτσι κι αλλιώς υπήρξε βραχύβιο.

Όχι μόνο λειτουργούσε ένα νέο κράτος, άλλα, κι αυτό είναι σημαντικό, οι ίδιες οι μάζες σε μεγάλο βαθμό το εξελάμβαναν ως το κράτος μιας νέας, απελευθερωμένης από την καπιταλιστική εκμετάλλευση, κοινωνίας. Το πώς οι αγρότες προσλάμβαναν το αντάρτικο περιγράφεται χαρακτηριστικά σε συνεντεύξεις που πήρε από το χωριό Ζιάκα (παλιά Τίστα) Γρεβενών η ιστορικός Ρίκη Βαν Μπουσχότεν. (σ.σ. Ρ.Β. Μπουσχότεν, Οι αγρότες και το ΚΚΕ, περιοδικό Ιστορικά, τεύχος 21).

Δεν ήταν μόνο τα στελέχη, ή τουλάχιστον ένα μέρος τους, που προσλάμβαναν το αντάρτικο ως πάλη για την απελευθέρωση από τον ξένο ζυγό και συγχρόνως από την καπιταλιστική κυριαρχία. Αυτή φαίνεται να ήταν η κοινή συνείδηση των ευρύτερων μαζών. Προεισαγωγικά, η Ρίκη Βαν Μπουσχότεν σημειώνει την ιδεολογική επιρροή του προλεταριάτου στην ανάπτυξη της συνείδησης των αγροτών. Αξίζει να παραθέσουμε μερικές από τις παρατηρήσεις της και συνεντεύξεις αγροτών.

«Στην αρχή του πολέμου οι Ζιακιώτες κινητοποιήθηκαν κυρίως με στόχο την εθνική απελευθέρωση και για μερικούς ο στόχος αυτός παρέμεινε και ο μοναδικός στόχος του αγώνα. Οι περισσότεροι όμως άρχισαν σιγά σιγά να πιστεύουν ότι ο εθνικοαπελευθερωτικός αγώνας θα έπρεπε να φέρει και μια καλύτερη κοινωνία», σημειώνει. Οι συνεντεύξεις είναι αποκαλυπτικές:

«Μια γυναίκα:

– Ποιος ήταν ο σκοπός του αγώνα;

– Για την ισότητα, ντε. Να μην υπάρχουν πλούσιοι και φτωχοί. Βλέπαμε στα Γρεβενά τα μαγαζιά γεμάτα κι εμείς να μην έχουμε να φάμε. Ισότητα να υπάρχει».

Η εθνική ηγεσία του ΕΑΜ και του ΚΚΕ αποθάρρυναν τις ταξικές αυτές αναφορές, εφ’ όσον ο κύριος σκοπός τους ήταν η εθνική ενότητα στον αγώνα κατά του φασισμού.

Ένας κάτοικος:

«- Μας λέγον μη, μη χρωματίζετε τον αγώνα. Αν κάναμε ταξικό αγώνα θα κερδίζαμε την επανάσταση. Αυτό το βλέπω τώρα. Τότε λέγαμε, γιατί δεν μας αφήνουν να εκδηλωθούμε πιο ελευθέρα σαν ταξικό αγώνα;».

Ένας άλλος:

«- Ο σκοπός μας ήταν να απελευθερωθούμε από το φασισμό, να διώξουμε την πλουτοκρατία, την μπουρζουαζία, να αναλάβει μια νέα κυβέρνηση, μια αλλαγή, να ζήσουμε καλύτερα, γιατί ήταν αδικημένοι πολύ από κείνο το σύστημα. Όσο φτωχός ήσαν, άλλο τόσο σε πατούσαν στη λάσπη».

Ο προηγούμενος:

«- Η καθοδήγηση του ΚΚΕ μας έλεγε ότι ότι καλό υπήρχε να γίνει στην κοινωνία όλα τα έχει μέσα. Τη ρουφήξαμε όπως ρουφάει η στεγνή άμμος τη βροχή. Να καταργηθούν τα σύνορα, να είμαστε αγαπημένοι – πήγε και η θρησκεία μαζί. Παγκόσμια επανάσταση. Σχεδόν το εφαρμόσαμε: αυτοδιοικούμαστε, λαϊκή δημοκρατία, κατεβάζαμε όποιον δεν έκανε καλά τη δουλειά του».

Ίσως κάποιος να αμφισβητήσει ότι ήταν πλειοψηφικές αυτές οι απόψεις. Η ιστορική έρευνα πρέπει ασφαλώς να αποκαλύψει τη συγκεκριμένη έκταση τους. Ωστόσο είναι αδιαμφισβήτητο ότι απ’ άκρου σ’ άκρο της Ελλάδας το όραμα μιας νέας κομμουνιστικής κοινωνίας φλόγιζε τις καρδιές χιλιάδων μαχητών κι εκατομμυρίων απλών ανθρώπων. Έξι αιώνες μετά το κίνημα των Ζηλωτών στη Θεσσαλονίκη (σ.σ. Από το 1342 και ιδίως από το 1345 έως το 1349 οι ζηλωτές της Θεσσαλονίκης κατέλυσαν την εξουσία του Βυζαντίου, κατάσφαξαν τους ευγενείς, δήμευσαν τις περιούσιες των πλουσίων και των μοναστηριών, κατήργησαν την παλιά νομοθεσία και το παλιό διοικητικό σύστημα και επέβαλαν επαναστατική δημοκρατία. Νικήθηκαν από τους Τούρκους τους οποίους κάλεσε σε βοήθεια ο αυτοκράτορας της Κωνσταντινούπολης Καντακουζηνός. Βλέπε σχετικό λήμμα στο Κοινωνιολογικό και Πολιτικό Λεξικό «Ανεξάρτητος» και Γ. Κορδάτου, Η Κομμούνα της Θεσσαλονίκης), και πέντε αιώνες μετά τον πόλεμο των χωρικών στη Γερμανία ένας νέος πόλεμος χωρικών αναπτύσσονταν στα βουνά της Ελλάδας με ριζοσπαστικά και κομμουνιστικά χαρακτηριστικά. Οι χωρικοί της κεντρικής Ευρώπης στην αυγή των Νέων Χρόνων έκαιγαν τους πύργους των ευγενών αντιδρώντας στη βαριά φορολογία, τους δασμούς και τη δεκάτη, και ζητούσαν «κοινότητα όλων των Αγαθών, ίδια υποχρέωση όλων στην εργασία και κατάργηση κάθε εξουσίας». (σ.σ. Φρίντριχ Ενγκελς: Ο Πόλεμος των Χωρικών στη Γερμανία, Αθήνα 1991, σ. 146). Οι χωρικοί της Ελλάδας του 20ου αιώνα αντιδρώντας επίσης στη βαριά φορολογία, τη δεκάτη, την υποχρεωτική συγκέντρωση των αγροτικών προϊόντων και τις επιτάξεις, αγωνίζονταν για την «ισότητα», τη «λαϊκή δημοκρατία» και την «παγκόσμια επανάσταση». Και όπως οι πρόγονοι τους, και τούτοι έκαιγαν τις εφορίες και τα ειρηνοδικεία και μερικές φορές εκτελούσαν τους συνεργάτες των ναζί κατακτητών.

Ένα κόκκινο νήμα βαθύτερων ιστορικών διαδικασιών ένωνε εκείνους τους πρόδρομους του κομμουνισμού με τους επηρεασμένους από την Εργατοαγροτική επανάσταση της Ρωσίας αγρότες της Ζιάκας της Πίνδου που πάλευαν για την ισότητα, τους αντάρτες του Έβρου που πολεμούσαν για τη σοσιαλιστική επανάσταση, και τους ΕΑΜίτες και ΕΛΑΣίτες της Ευρυτανίας που δημιουργούσαν τη «λαϊκή αυτοδιοίκηση» και τη «λαϊκή δικαιοσύνη».

*

Φωτογραφία: 15.9.1944, Σέρρες, «η αντάρτικη ομάδα του Χρήστου Κοσμίδη» (πρώτος αριστερά, στην πρώτη σειρά)

Advertisements

6 thoughts on “Κατοχή: οι δύο εξουσίες”

  1. 2.6 Η καταστροφή της παλιάς εξουσίας
    Παράλληλα με τις απόπειρες αλλαγής των ιδιοκτησιακών σχέσεων τα όργανα της παλιάς εξουσίας καταστρέφονται συστηματικά. Τα τμήματα της χωροφυλακής αφοπλίζονται και διαλύονται. Οι εφορίες καίγονται. «Το κάψιμο των επισήμων χαρτιών άλλαζε τη μορφή της εξουσίας», σημειώνει ο Γ. Μαργαρίτης (σ.σ. Γ. Μαργαρίτης, ό.π., σ. 193) και παραθέτει την παρακάτω γλαφυρή περιγραφή:
    «Μια βράδια, περασμένα μεσάνυχτα, θα ‘τανε 12 ή 13 Απρίλη – θυμάται ο Παύλος Κούφης, δάσκαλος τότε, την άνοιξη 1943 στο χωριό Άλωνα Φλώρινας και υπεύθυνος για τα φορολογικά “λογιστικά” του χωριού – ακούμε χτύπους στην πόρτα. Δάσκαλε άνοιξε. Ήρθαν τ’ αδέλφια.
    Ήταν ο Δημήτρης Κωνσταντινίδης, πρόεδρος του χωριού. Μαζί του κι ένας άγνωστος οπλισμένος. Είχε σκεπάσει το πρόσωπο του μ’ ένα μαντίλι… Τότε η Εφορεία Φλωρίνης μου είχε αναθέσει να κρατώ τους λογαριασμούς των χωρικών. Ποσά έσπειρε ο καθένας για να παραδώσει το δέκατο της σοδειάς του, ήταν νόμος της κατοχικής “Ελληνικής κυβερνήσεως”. Ζήτησαν τους καταλόγους και ότι άλλα σχετικά έγγραφα είχα. Άλλο που δεν περίμενα. Τα έδωσα όλα και βγήκαμε μαζί στο μεσοχώρι. Εκεί ανοίξαμε το σχολείο. Έκοψαν το τηλέφωνο, μάζεψαν κι άλλα χαρτιά από το κοινοτικό γραφείο, τα έριξαν σωρό στην πλατεία και βάλανε φωτιά. Πιάστηκαν όλοι χέρι χέρι και τόριξαν στον χορό και το τραγούδι γύρω από την φωτιά…».
    Ήταν μια πράξη που σηματοδοτούσε την επανάσταση, την καταστροφή των στοιχείων, των δεσμών που έδεναν την παραγωγή του τόπου με την κεντρική στατιστική και την κρατική εξουσία σχολιάζει ο Γ. Μαργαρίτης. «Παντού οι αντάρτες εξηγούν τους σκοπούς του αγώνα, συνιστούν στους χωρικούς να μην πληρώνουν φόρους στο κράτος των προδοτών, καίνε τους φορολογικούς καταλόγους, διώχνουν τους υπαλλήλους που συγκεντρώνουν το γέννημα και μοιράζουν το συγκεντρωμένο στάρι στους άπορους των χωριών».
    Και καθώς καταστρέφονται οι θεσμοί του παλιού κατερειπωμένου κράτους, οι θεσμοί της νέας εξουσίας απλώνονται με ταχύ ρυθμό σε όλη την Ελλάδα. Όχι μόνο στην Ευρυτανία και την κεντρική Ελλάδα, άλλα σ’ ολόκληρη την απελευθερωμένη από τον ΕΛΑΣ Ελλάδα δημιουργούνται επιτροπές και υποεπιτροπές Αυτοδιοίκησης και Λαϊκά Δικαστήρια, από τα Κύθηρα και την Πελοπόννησο, ως τη Μακεδονία και τη Θράκη. «Ολόκληρο το νομικό και πολιτικό οικοδόμημα της ελεύθερης Ελλάδας, που άρχισε να συγκροτείται και βαθμιαία να διαμορφώνεται από την άνοιξη του 1942 για να συστηματοποιηθεί κατά τα μέσα του 1944, ήταν η αναγκαία, η νομοτελειακή ανάπτυξη των νέων κοινωνικών σχέσεων που εκφράζουν σε βάθος και πλάτος τη μεγάλη λαϊκή επανάσταση του ΕΑΜ», σημειώνει ο Δ. Μέξης.
    Το τρίτο δεκαήμερο του Απριλίου 1943 με την «Εγκύκλιο 4» της Περιφερειακής Επιτροπής του ΕΑΜ Φθιώτιδας – Φωκίδας – Ευρυτανίας (ΠΕΦΦΕ) επεκτάθηκε η λειτουργία των θεσμών της Αυτοδιοίκησης και Λαϊκής Δικαιοσύνης σ’ όλες τις απελευθερωμένες από το αντάρτικο περιοχές των νομών Φθιώτιδας, Φωκίδας, Ευρυτανίας. Η Εγκύκλιος καθιέρωνε επίσης την ισότητα ανδρών και γυναικών, ένα αστικοδημοκρατικό αίτημα που η πρόωρα γηρασμένη ελληνική αστική τάξη δεν μπόρεσε και δεν θέλησε να εφαρμόσει. Η είσοδος των γυναικών στην πολιτική και κοινωνική ζωή είναι ίσως το πλέον αδιάψευστο σημάδι της επαναστατικής κατάστασης. Αφυπνισμένες από το λήθαργο της κοινωνικής καταπίεσης αιώνων, οι γυναίκες για πρώτη φορά συμμετέχουν στην πολιτική, παρακολουθούν τα μαθήματα διαφώτισης, (*) παίρνουν μέρος στις πολιτιστικές δραστηριότητες που για πρώτη φορά οργανώνονται στα χωριά. (* σ.σ. Στην ορεινή Αχαΐα, στο χωριό Σελιάνα, η γιαγιά Αγλαΐα, αφ’ ότου παντρεύτηκε, έβγαζε τα παπούτσια του παππού Ξενοφώντη και τούπλενε τα πόδια, τούστρωνε, του μαγείρευε και δούλευε μαζί του στα χωράφια. Η μόνη φορά που σήκωσε κεφάλι ήταν όταν του είπε: «Σήμερα Φώντη μ’, δεν θα σ’ μαγειρέψω, έχουμε διαφώτιση»! Πήρε τα ψωμιά που είχε ζυμώσει, πήγε να τα παραδώσει στους υπεύθυνους και μετά πήγε στη διαφώτιση! – προφορική μαρτύρια Θ.Κ…) Διόλου τυχαία, η πλειοψηφία των μελών του ΕΑΜ αποτελείται από γυναίκες, ενώ γυναίκες συμμετέχουν και στην ένοπλη αντίσταση. Βέβαια, δεν συμμετέχουν στον ίδιο βαθμό που συμμετείχαν οι γυναίκες στη γιουγκοσλαβική επανάσταση, ωστόσο συμμετέχουν όλο και περισσότερο.
    Ωστόσο, η «Εγκύκλιος 4» της ΠΕΦΦΕ, την ίδια στιγμή που επεξέτεινε και καθιέρωνε τους νέους θεσμούς, κάνοντας ένα βήμα μπρος, σημείωνε και δυο βήματα πίσω, καθώς αφαιρούσε τον προσδιορισμό «λαϊκή» από την Αυτοδιοίκηση, υποβάθμιζε τις εξουσίες της γενικής συνέλευσης και αποσυσχέτιζε τη Λαϊκή Δικαιοσύνη από την Αυτοδιοίκηση. (σ.σ. Σύμφωνα τουλάχιστον με την κριτική που κάνει ο Μπέικος στο βιβλίο του). Όμως, οι νέοι θεσμοί εξουσίας που αναπτύσσονταν στην ελεύθερη Ελλάδα, δεν ήταν συμβατοί με τη στρατηγική και τους στόχους της ηγεσίας του ΚΚΕ που περιόριζε το κίνημα στα πλαίσια της εθνικής απελευθέρωσης – στρατηγική που απέρρεε από την αστικοδημοκρατική λογική της 6ης Ολομέλειας του 1934.

    (Κουτσουμπός, σελ. 76-79)

    Μου αρέσει!

  2. Ο Κουτσουμπος ή Παπαρρηγοπουλος των τροτσκιστων.
    Συμφωνα με ενα παλιο σχολιαστη της καλυβας: Οι τροτσκιστες ειναι γαλοπουλες που παρακαλανε να ελθουν τα Χριστουγεννα – δηλαδη οι σταλινικοι που θα τους καθαρισουν.

    «Όμως, οι νέοι θεσμοί εξουσίας που αναπτύσσονταν στην ελεύθερη Ελλάδα, δεν ήταν συμβατοί με τη στρατηγική και τους στόχους της ηγεσίας του ΚΚΕ που περιόριζε το κίνημα στα πλαίσια της εθνικής απελευθέρωσης – στρατηγική που απέρρεε από την αστικοδημοκρατική λογική της 6ης Ολομέλειας του 1934.»

    Στοχος του ΚΚΕ ηταν να παρει την εξουσια, τα περι αστικοδημοκρατικης λογικης ειναι παραμυθια. Απλα ακολουθουσε πιστα τις εντολες της κομμουνιστικης διεθνους.

    Μου αρέσει!

  3. «Απλα ακολουθουσε πιστα τις εντολες της κομμουνιστικης διεθνους»

    Όχι και τόσο πιστά. Το «λεπίδι στην αντίδραση» ήταν μάλλον ένας εγχώριος αυτοσχεδιασμός, κεντρικά σχεδιασμένος (το είδαμε στο ποστ με το Ζέγκο) ο οποίος αλλού υλοποιήθηκε σε μεγάλο βαθμό και αλλού όχι, ανάλογα με τις τοπικές συνθήκες και τα πρόσωπα.

    Μου αρέσει!

  4. 3.3 Η διάλυση των θεσμών της λαϊκής εξουσίας
    Η υπονόμευση των θεσμών της αναδυόμενης εξουσίας των χωρικών και εργατών ήταν ένα άλλο μέλημα της ηγεσίας του ΚΚΕ. Η όλη προσπάθεια συνίστατο στο να υποβιβάσουν τους καινούργιους θεσμούς σε τοπική αυτοδιοίκηση – τμήμα του αστικού κρατικού μηχανισμού που μετά την κατοχή θα (ξανά) λειτουργούσε. Η «Εγκύκλιος 4» της Περιφερειακής Επιτροπής του ΕΑΜ Φθιώτιδας – Φωκίδας – Ευρυτανίας (ΠΕΦΦΕ), που έβαζε σε εφαρμογή τους θεσμούς της Λαϊκής Αυτοδιοίκησης και Λαϊκής Δικαιοσύνης στις απελευθερωμένες περιοχές της Στερεάς, παρά την εύλογη κριτική που κάνει ο Μπέικος, δεν έπαυε να έχει επαναστατικό περιεχόμενο. Οι Επιτροπές Λαϊκής Αυτοδιοίκησης ξέφευγαν από τους αστικούς θεσμούς της τοπικής αυτοδιοίκησης. Στην ουσία συνιστούσαν την αρχή λειτουργίας των σοβιέτ στα χωριά, εξέλιξη που πήγαινε πολύ πέρα από τους στρατηγικούς στόχους που έθετε το ΚΚΕ. Έπρεπε λοιπόν να καταργηθεί.
    Μερικές εβδομάδες μετά την «Εγκύκλιο 4», το καλοκαίρι του 1943, επιτροπή νομομαθών του ΚΚΕ/ΕΑΜ στην Αθήνα ανέλαβε τη σύνταξη ενός θεσμικού πλαισίου για τη «Λαϊκή Δικαιοσύνη» που έμεινε γνωστό με το όνομα «Σχεδίων Εαμικών νομικών Αθήνας». Το «Σχέδιο» αυτό ουδέποτε εφαρμόστηκε, αλλά είναι χαρακτηριστικές οι κατευθύνσεις του. Τα μέλη των πρωτοβάθμιων και δευτεροβάθμιων δικαστηρίων προβλέπονταν να είναι αιρετά, ωστόσο, οι πρόεδροι τους «κατά προτίμηση» έπρεπε να είναι νομικοί, το δε ακροατήριο δεν μπορούσε να συμμετέχει στη διαδικασία απόδοσης δικαιοσύνης, αντίθετα από την Ευρυτανική εμπειρία. Όπως το κρίνει ο Χρ. Τυροβούζης το «Σχέδιο των Εαμικών νομικών» «φαινόταν να ταλαντεύεται ανάμεσα στο πρότυπο της τακτικής δικαιοσύνης (γραπτό δίκαιο, τυπικότητα) και στην εμπειρία – και την προοπτική – ενός ιστορικά νέου μορφώματος, που βασιζόταν στη δημοκρατική αρχή και τον κώδικα Αξιών της Ελληνικής υπαίθρου».
    Ο Μισέλ Φουκώ (σ.σ. Michel Foucault, Για τη Λαϊκή Δικαιοσύνη και τα Δικαστήρια, Αθήνα 1987, σελ. 39) σημειώνει το βασικό ρόλο που παίζουν τα δικαστήρια στην επιβολή της αστικής κυριαρχίας. Η συντριβή του παλιού κρατικού μηχανισμού συμπεριλαμβανόμενων των δικαστηρίων είναι ουσιώδης όρος για τη νίκη της επανάστασης. «Γι’ αυτό και η επανάσταση μπορεί να υπάρξει μόνο μέσα από τη ριζική εξάλειψη του δικαστικού μηχανισμού και πρέπει να απαλλαγούμε από οτιδήποτε θα μπορούσε να θυμίζει το ποινικό σύστημα, να επαναφέρει την ιδεολογία του και να επιτρέπει σ’ αυτή την ιδεολογία να παρεισφρήσει ξανά μέσα στις λαϊκές πρακτικές».
    Βεβαίως, δεν υπάρχει αυτονομη ιδεολογία του δικαστικού συστήματος, αλλά αστική ιδεολογία που αντανακλά και αναπαράγεται από τις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής και ιδιοκτησίας. Η «Λαϊκή Δικαιοσύνη» στην Ελεύθερη Ελλάδα σε ουσιώδη ζητήματα δεν αμφισβητούσε άμεσα τις αστικές σχέσεις παραγωγής, ιδιαίτερα καθώς η μικρή ατομική ιδιοκτησία στη γη αναπόφευκτα αναπαρήγε τις εμπορευματικές σχέσεις και συνακόλουθα την αστική ιδεολογία. Όχι τυχαία, από τις αρμοδιότητες της λαϊκής δικαιοσύνης αφαιρέθηκε η αρμοδιότητα του μοιράσματος των τσιφλικιών, ακόμα και η λήψη αποφάσεων σε υποθέσεις διαζυγίων. Όπως σημειώνει ο Δ. Ζέπος (σ.σ. Δ. Ζέπος, ΄ο.ο., σελ. 25), «Γενικώς το κίνημα του ΕΑΜ ηκολούθησε την αρχήν της αποφυγής οιασδήποτε μεταβολής εις τας σχέσεις ιδιοκτησίας. Τας αντιλήψεις των κομμάτων τα οποία το είχαν συγκροτήσει (λ.χ. απαλλοτριώσις υπολειπομένων μεγάλων ιδιοκτησιών) δεν έθεσεν εις εφαρμογήν, και τούτο δια να μη δυσχεράνει την σύμπραξιν μετά του συντηρητικότερου πολιτικού κόσμου της χώρας, προς την οποίαν απέβλεπεν. Ίσως και δια να μη προκαλέσει αντίδρασιν των συντηρητικότερων στοιχείων της υπαίθρου. Εις την ως άνω αρχήν οφείλεται και ο απ’ αρχής, ως θα ίδωμεν, τεθείς κανών της μη εκδικάσεως υπό των Λ. Δικαστηρίων γενικώς υποθέσεων κυριότητος, η διατύπωσης του οποίου συν τη παρόδω του χρόνου γίνεται και περισσότερον κατηγορηματική. Δια τους ίδιους λόγους, προφανώς, εξ αλλού ουδαμού φαίνεται διακηρυσσομενη και η αρχή του απαραβίαστου της ιδιοκτησίας». Συμπερασματικά, ο Ζέπος (σ.σ. Δ. Ζέπος, ΄ο.π., σελ. 105) παρατηρεί ότι στον τομέα του ιδιωτικού δικαίου η απονομή λαϊκής δικαιοσύνης χαρακτηρίζεται από το σεβασμό προς τους θεσμούς της οικογένειας και της ιδιοκτησίας.
    Σε αρχεία δικαστικών αποφάσεων των λαϊκών δικαστηρίων στην ορεινή Αρκαδία που διασώθηκαν και εκδόθηκαν σε ξεχωριστό τόμο, (σ.σ. Χρ. Γ. Κωνσταντινόπουλος, Η Εφαρμογή των Θεσμών της Αυτοδιοίκησης και της Λαϊκής Δικαιοσύνης στη Γορτυνία 1943-44, Αθήνα 1995) γίνεται σαφές πως μια έκρηξη δικαστικών προσφυγών σημειώθηκε στις ορεινές περιοχές της ελεύθερης Ελλάδας. Όλες οι υποθέσεις που εκδικάστηκαν, σχετίζονται με μικροαγρονομικές παραβάσεις και έριδες μεταξύ των χωρικών και κυρίως μεταξύ αγροτών και τσοπάνων. Έτσι κι αλλιώς οι βασικές υποθέσεις δεν υπάγονταν στις αρμοδιότητες του «λαϊκού δικαστηρίου». Μάλιστα το Π.Γ. του ΚΚΕ με εγκύκλιο του για τη λειτουργία της Αυτοδιοίκησης (28/11/43) καυτηριάζει την έκδοση αποφάσεων διαζυγίου από τα λαϊκά δικαστήρια ως «καταπάτηση θεσμών που πρέπει να παραμένουν σεβαστοί». (σ.σ. Το σημείο γ) της εγκυκλίου του Π.Γ. του ΚΚΕ στις 28/11/1943 λέει: «Τα υπεύθυνα αιρετά όργανα του λαού πρέπει να καθοδηγούνται σωστά, ώστε να αποφεύγουμε κάθε υπερβασία και αυθαιρεσία, κάθε άδικη πράξη, καταπάτηση δικαιωμάτων προσωπικών ή καταπάτηση θεσμών που πρέπει να παραμένουν σεβαστοί. Έγινε, λόγου χάρη, γνωστό σε μας πως σε μερικά μέρη τα λαϊκά δικαστήρια έβγαλαν αποφάσεις για διαζύγια και δόθηκε εντολή στις εκκλησιαστικές αρχές να εκτελέσουν τις αποφάσεις αυτές! Επίσης έγινε γνωστό ότι οι εαμικές επιτροπές έδωσαν εντολή σε ιερείς να χορηγήσουν άδεια γάμου, χωρίς να συντρέχουν καθιερωμένοι από την εκκλησία όροι και διατυπώσεις!»… Βλέπε στο: Θ. Τσουπαρόπουλος, ΄ο.π., σελ. 61) Παρ’ όλα αυτά, εν δυνάμει, η λαϊκή δικαιοσύνη με τους αιρετούς και ανακλητούς δικαστές, ανθρώπους του εργαζόμενου λαού και όχι επαγγελματίες δικαστές και δικηγόρους, που δίκαζαν μέσα από γενικές συνελεύσεις, αμφισβητούσε ευθέως την αστική δικαιοσύνη και τα δικαστήρια της ως ιδιαίτερα αποσπάσματα τόσο του κρατικού μηχανισμού και έθετε τις βάσεις, μαζί με την «λαϊκή αυτοδιοίκηση», για μια νέα, σοβιετικού τύπου εξουσία.
    Άλλα ακόμα και το σχέδιο των Εαμικών νομικών φαίνεται πως ήταν προωθημένο σε σχέση με τις επιδιώξεις της ηγεσίας του ΚΚΕ. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Καρδίτσας. Όταν η Θεσσαλική αυτή πόλη ελευθερώθηκε από τον ΕΛΑΣ στις 12 Μαρτίου 1943, τη διοίκηση της ανέλαβε η Λαϊκή Επιτροπή η οποία συγκρότησε φρουραρχείο, έθεσε σε λειτουργία τις δημόσιες υπηρεσίες και τα σχολεία, απαγόρευσε την εξαγωγή αγροτικών προϊόντων κ.΄α. Όμως, η κεντρική ηγεσία του ΕΑΜ αποφάσισε τη διάλυση της και τη διευκόλυνση της ανασύστασης της προηγούμενης νομαρχιακής και δημαρχιακής εξουσίας με τον παλαιό δήμαρχο και το παλαιό δημοτικό συμβούλιο, το διορισμένο πριν τον πόλεμο από τη δικτατορία του Μεταξά. Όπως σημειώνει ο Χρ. Τυροβούζης «στη Θεσσαλία η γραμμή του ΕΑΜ υπήρξε συντηρητική». Και παραθέτει ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Λ. Αρσενίου “Η Θεσσαλία στην Αντίσταση”: «Κατάργηση των Κοινοτικών Συμβουλίων από το ΕΑΜ δεν ήταν νοητή στη Θεσσαλία, γιατί θα αποτελούσε αντίφαση προς την πολιτική της ενότητας που προσπαθούσε να εφαρμόσει στην πράξη…».
    Για το ίδιο ζήτημα ο Θ. Τσουπαρόπουλος σημειώνει ότι στη Θεσσαλία οι λαοκρατικοί θεσμοί δεν προωθήθηκαν στο βαθμό που θα μπορούσαν. «Τούτο εξηγείται, προσθέτει, από το γεγονός ότι η καθοδήγηση του εαμικού κινήματος έμεινε πίστη με αυστηρή προσήλωση στη γραμμή να μην αναλαβαίνει το ΕΑΜ την εξουσία επισήμως σύμφωνα με τις ιδρυτικές του διακηρύξεις. Ακριβώς γι’ αυτό το Γραφείο Περιοχής Θεσσαλίας του ΚΚΕ επέκρινε τον καπετάν Νικηταρά που εισήγαγε σε μερικά χωριά της ορεινής Δυτ. Θεσσαλίας τον “Κώδικα Ποσειδώνα”».
    Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Κ. Καραγιώργης στην εισήγηση του στην Α΄ Συνδιάσκεψη Περιοχής Θεσσαλίας του ΚΚΕ στις 5 Μάιου 1944 στην Ρεντίνα, αναφερόμενος στη δράση του κόμματος από το 1941, είπε: «Σοβαρές παρεκκλίσεις της πολιτικής γραμμής δεν είχαμε στην περιοχή μας. Τα λάθη της τέως καθοδήγησης του Βόλου, που έχασε τον προσανατολισμό της τις μέρες της συνθηκολόγησης των Ιταλών (οι Γερμανοί φεύγουν, το ΕΑΜ παραδίδει την εξουσία στην Παλλαϊκή Επιτροπή – εξουσία που δεν είχε Ποτε) έσπευσε επί τόπου το θεσσαλικό γραφείο του ΚΚΕ και τα διόρθωσε έγκαιρα, όπως έκανε το ίδιο με τους εξτρεμισμούς της Καρδίτσας (εαμική εξουσία) κλπ. Γενικά όλο το διάστημα της ανάπτυξης του κινήματος μας, κάτω από τον ίσκιο της αντάρτικης δύναμης, μόνιμη ήταν η τάση για εξτρεμισμούς, για εξουσία, για εαμικό κράτος στον Αλμυρό, στα Φάρσαλα, η “κόκκινη δικτατορία της Καλαμπάκας” κλπ. Και χρειάστηκε μόνιμη επαγρύπνηση της κομματικής καθοδήγησης για την προφύλαξη ΄η έγκαιρη εξουδετέρωση τέτοιων τάσεων». (σ.σ. Θ. Τσουπαρόπουλος, ΄ο.π., σελ. 36-37). Ας σημειώσουμε πως ο Κώστας Καραγιώργης ήταν ένας από τους πολυτραγουδισμένους ήρωες του αντάρτικου κινήματος και ίσως όχι άδικα. Ήταν όμως άκριτα αφοσιωμένος στην κομματική γραμμή – αφοσίωση που την πλήρωσε αργότερα με τη ζωή του στις ρουμανικές φυλακές που τον έκλεισε η ηγεσία του ΚΚΕ. Οι επισημάνσεις του για τις «παρεκκλίσεις» είναι πολύ αποκαλυπτικές τόσο για τις αυθόρμητες τάσεις των μαζών, όσο και για την πολιτική της ηγεσίας.
    Απορρίπτοντας την πρόταση του γιουγκοσλαβικού αντάρτικου για δημιουργία κοινού στρατηγείου Ελλήνων, Γιουγκοσλάβων και Αλβανών ανταρτών, η ηγεσία του ΚΚΕ πήρε την απόφαση, παρά την αντίθεση των Βελουχιώτη, Τζίμα και Σαράφη, να εντάξει τον ΕΛΑΣ στο στρατηγείο της Μέσης Ανατολής τον Ιούλιο του 1943, έφερε τον ΕΛΑΣ, υπό τη βρετανική εποπτεία, σε στενή συνεργασία με τις αστικές αντάρτικες οργανώσεις του Ζερβά και της ΕΚΚΑ. Οι θεσμοί της Λαϊκής Αυτοδιοίκησης και Λαϊκής Δικαιοσύνης, θεσμοί της αναδυόμενης νέας εξουσίας δεν γίνονταν αποδεκτοί από τις αστικές πολιτικές δυνάμεις που επεδίωκαν την ανασύσταση του παλιού κρατικού μηχανισμού. Οι θέσεις του Καρτάλη είναι απλώς ενδεικτικές του κλίματος που επικρατούσε. Στις διαπραγματεύσεις ΕΛΑΣ – ΕΔΕΣ και ΕΚΚΑ, υπό την εποπτεία του Στρατηγείου Μέσης Ανατολής, στο Μυρόφυλλο και στην Πλάκα, τον Φεβρουάριο του 1944, ο προεδρεύων Καρτάλης, εκπρόσωπος της ΕΚΚΑ, αντιτάχτηκε στις δραστηριότητες της «αυτοδιοίκησης» προβάλλοντας την ένσταση ότι έτσι δημιουργείται «κυβερνητική δυάς, ενώ ο σφετερισμός κυβερνητικών εξουσιών θα επέσυρε ποινικές ευθύνες».
    Εκφράζοντας από τη μια τις πιέσεις από την μεγάλη ανάπτυξη του κινήματος, κι από την άλλη την διάθεση συμφωνίας με τις αστικές δυνάμεις και τους άγγλους προστάτες τους, ένας νέος κώδικας συζητήθηκε και τέθηκε σε ισχύ τον Αύγουστο του 1943. Στις 7 και 8 Αυγούστου 1943 συνήλθε στο Γαρδίκι Ευρυτανίας η Α΄ Συνδιάσκεψη των αντιπροσώπων Αυτοδιοίκησης Φθιώτιδας – Φωκίδας – Ευρυτανίας η οποία ενέκρινε τον «Κώδικα Αυτοδιοίκησης και Λαϊκής Δικαιοσύνης για τη Στέρεα Ελλάδα» τον οποίο έθεσε σε εφαρμογή στις 15 Αυγούστου.
    Ο «Κώδικας Αυτοδιοίκησης και Λαϊκής Δικαιοσύνης για τη Στερεά Ελλάδα», που γεννήθηκε στο Γαρδίκι Ομιλαίων , δεν πρόλαβε να εφαρμοστεί στην πράξη. Φυσικά οι συντάκτες του ήταν υποχρεωμένοι να λάβουν υπ’ όψη τους τη νέα πραγματικότητα και την εμπειρία από τον «Κώδικα Ποσειδώνα» και την «Εγκύκλιο 4». Η δικαιοσύνη εθεωρείτο τμήμα της Αυτοδιοίκησης και οι δικαστές αιρετοί. Άνδρες και γυναίκες είχαν πλήρη εκλογικά δικαιώματα από το 17ο έτος της ηλικίας τους. Η ανακλητότητα των αιρετών αντιπροσώπων ίσχυε άλλα υπό την αίρεση σχετικής απόφασης του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου. Ωστόσο, ο επιθετικός προσδιορισμός «Λαϊκή» αφαιρούνταν από την Αυτοδιοίκηση, ενώ αποδίδονταν μόνο στη Δικαιοσύνη. Οι όροι «δημοτικό» και «κοινοτικό» συμβούλιο επανέκαμπταν. Όπως σημειώνει ο Χρ. Τυροβούζης: «Ήταν μια ακόμη ένδειξη ότι η όλη διοίκηση των ελεύθερων περιοχών (και αργότερα, του ανεξάρτητου κράτους) δεν θα βασιζόταν στην αρχή της άμεσης δημοκρατίας, άλλα θα ανήκε σε – νομιμοποιημένα έστω – κεντρικά όργανα».
    Ο ίδιος Κώδικας όριζε ότι «σε καμία περίπτωση τα δικαστήρια δεν μπορούν να διατάξουν απαλλοτρίωση κτημάτων», παρά μόνο να αποφασίσουν την προσωρινή εγκατάσταση ύστερα από σχετική αίτηση για καλλιέργεια τους από ακτήμονες ΄η φτωχούς, με καταβολή μισθώματος που θα καθόριζαν τα δικαστήρια. Ουσιαστικά, ο «Κώδικας Στερεάς» επιβεβαίωνε το αστικό ιδιοκτησιακό καθεστώς και απέκλειε την ανατροπή ΄η έστω τη μεταρρύθμιση του. Σχολιάζοντας συγκεκριμένα άρθρα αυτού του «Κώδικα» ο Μπέικος γράφει πως «το οπτικό πεδίο του Κώδικα δεν επεκτείνεται πέρα από τα όρια του δικαίου της αστικής τάξης και πέρα από τη μεταφυσική αντίληψη περί Δικαίου».
    Παράλληλα με την Συνδιάσκεψη του ΕΑΜ που αποφάσισε τον «Κώδικα Αυτοδιοίκησης και Λαϊκής Δικαιοσύνης για τη Στέρεα Ελλάδα», στις 10 Αυγούστου 1943 συνήλθε το Κοινό Στρατηγείο Εθνικών Ομάδων των βρετανών απεσταλμένων από τον ΕΛΑΣ, τον ΕΔΕΣ του Ζερβά και την ΕΚΚΑ. Με βάση τη συμφωνία που υπογράφτηκε στις 6 Ιουλίου 1943, μεταξύ ΕΑΜ-ΕΛΑΣ και του Βρετανικού Στρατηγείου Μέσης Ανατολής, ο ΕΛΑΣ υπαγόταν στις διαταγές του στρατηγείου της Μέσης Ανατολής. Η Επανάσταση έμπαινε υπό τας διαταγάς της Αντεπανάστασης, της πιο πανούργας ιμπεριαλιστικής τάξης στον κόσμο. Ο επαναστατικός λαϊκός στρατός υποχρεωνόταν να συνεργαστεί με το όργανο των βρετανικών υπηρεσιών, τον ΕΔΕΣ, που δεν δίσταζε να συνεργάζεται με τους γερμανούς κατακτητές, όταν επρόκειτο για την εξόντωση των αριστερών ανταρτών.
    Σε έναν συνταγματάρχη του Ζερβά ανατέθηκε η σύνταξη της «απόφασης 6» του ΚΓΣΑ για τους θεσμούς της Αυτοδιοίκησης. Όπως σημειώνει η Κ. Λήμνου στο άρθρο που προαναφέραμε «η ηγεσία του ΚΚΕ αρνήθηκε εντελώς την ευθύνη της θεσμοθέτησης της εργατοαγροτικής εξουσίας στην ελεύθερη Ελλάδα και την ανέθεσε στα χέρια της αστικής τάξης»! Ο όρος «λαϊκή» αυτοδιοίκηση μετατράπηκε σε τοπική αυτοδιοίκηση. Η επιτροπή Λαϊκής Αυτοδιοίκησης αντικαταστάθηκε από το Δημοτικό και το Κοινοτικό Συμβούλιο. Η διάταξη που όριζε πρόεδρο του Λαϊκού Δικαστηρίου τον πρόεδρο της Επιτροπής Λαϊκής Αυτοδιοίκησης καταργήθηκε. Το Λαϊκό Δικαστήριο υποβιβάστηκε σε Δικαστική Υποεπιτροπή, καταργήθηκε ο Λαϊκός Επίτροπος, οι δικαστές των δευτεροβάθμιων οργάνων δεν θα ήταν άμισθοι, ο επαγγελματισμός, δηλαδή η δήθεν ανεξάρτητη δικαστική εξουσία επανερχόταν, ΄η, πιο σωστά, συμφωνούσαν να την επαναφέρουν μετά τη λήξη της κατοχής. Φυσικά ούτε αυτή η απόφαση εφαρμόστηκε, ήταν όμως ενδεικτική των προθέσεων της ηγεσίας του ΚΚΕ για συνεργασία με τον παλιό αστικό πολιτικό κόσμο και τους βρετανούς σύμμαχους στην επαναλειτουργία του αστικού κράτους.
    Όπως τονίστηκε παραπάνω, η λειτουργία των θεσμών της Λαϊκής Αυτοδιοίκησης και της Λαϊκής Δικαιοσύνης ήταν ανέξοδη. Αυτό δεν είναι άνευ σημασίας. Το αντίθετο. Βγάζοντας τα μαθήματα από την Κομμούνα του Παρισιού του 1871 ο Μαρξ σημειώνει και ο Λένιν (σ.σ. Κράτος και Επανάσταση, Απαντά, τομ. 33, σελ. 43) σχολιάζει: «Απ’ αυτή την άποψη είναι ιδιαίτερα αξιοσημείωτο το μέτρο της Κομμούνας, που το υπογραμμίζει ο Μαρξ: η κατάργηση κάθε επιχορήγησης για έξοδα παραστάσεως, κάθε χρηματικού προνομίου στους δημόσιους υπαλλήλους, η ελάττωση της πληρωμής όλων των λειτουργιών του κράτους ως το επίπεδο του “μισθού εργασίας εργάτη”. Σ’ αυτό ακριβώς εκφράζεται με τον πιο χτυπητό τρόπο η στροφή από την αστική δημοκρατία στην προλεταριακή δημοκρατία, από τη δημοκρατία των καταπιεστών στη δημοκρατία των καταπιεζόμενων τάξεων, από το κράτος σαν “ιδιαίτερη δύναμη” καταπίεσης μιας ορισμένης τάξης, στην καταστολή των καταπιεστών με τη γενική δύναμη της πλειοψηφίας του λαού, των εργατών και αγροτών. Και σ’ αυτό ακριβώς, το ιδιαίτερα σαφές και, ίσως, το σημαντικότερο στο ζήτημα του κράτους σημείο ξεχάστηκαν τα διδάγματα του Μαρξ! Στα πολυάριθμα εκλαϊκευτικά σχόλια δεν γίνεται λόγος γι’ αυτό το σημείο. “Συνηθίζουν” να το αποσιωπούν, λες και πρόκειται για μια “απλοϊκότητα” που ξεπεράστηκε – όπως οι χριστιανοί, από τότε που ο χριστιανισμός έγινε επίσημη θρησκεία του κράτους, “λησμόνησαν” τις “απλοϊκότητες” του πρωταρχικού χριστιανισμού με το δημοκρατικό – επαναστατικό πνεύμα του».
    Η ηγεσία του ΚΚΕ σαφώς αποστρεφόταν τις μορφές εργατο – αγροτικής εξουσίας, για να στραφεί στην αστική δημοκρατία. Η ίδρυση της ΠΕΕΑ έκανε σαφέστερη αυτή την πορεία.

    Κουτσουμπός, σελ. 96

    Μου αρέσει!

  5. 3.4 Η αντίθεση στην απαλλοτρίωση των τσιφλικιών
    Τα μέτρα απαλλοτρίωσης των τσιφλικιών στα οποία προχώρησαν αυθόρμητα σε ορισμένες περιοχές οι αγρότες με την παρότρυνση τοπικών στελεχών του ΚΚΕ και του ΕΑΜ συνάντησαν την εχθρότητα της ηγεσίας. Όταν ο Μπακόλας, γραμματέας του ΚΚΕ Ευρυτανίας, προχώρησε στην απαλλοτρίωση τσιφλικιών στην Ευρυτανία και τη δωρεάν διανομή της γης στους ακτήμονες αγρότες, η ηγεσία του ΚΚΕ χαρακτήρισε λάθος την απόφαση και διέταξε να σταματήσει. Η δικαιολογία ήταν ότι η ανάπτυξη της ταξικής πάλης στην ύπαιθρο θα εμπόδιζε την ανάπτυξη του εθνικού απελευθερωτικού αγώνα. Η όλη κατάσταση, οι επαναστατικές απαιτήσεις των αγροτών και οι διαμάχες στις γραμμές του Εαμικού κινήματος, αποτυπώνονται ανάγλυφα στο βιβλίο Η Θεσσαλία στην Αντίσταση, του αντιπάλου της επαναστατικής γραμμής, Λάζαρου Αρσενίου.
    «Με την σύμπτυξη από την ύπαιθρο των Ιταλών (στις πόλεις), και με την ανυπαρξία κρατικών αρχών, γίνονται στόχος τα άφθονα μοναστηριακά κτήματα και τα τσιφλίκια της Θεσσαλίας, που αποτελούν πειρασμό για μερικούς δυναμικούς παράγοντες – αυτούς που είχαν συνηθίσει από προπολεμικά σε άρπαγες και καταπατήσεις κρατικής ΄η ξένης περιούσιας. Οι τύποι αυτοί επιτυγχάνουν να παρασύρουν και τους άλλους κάτοικους με σύνθημα “να μοιραστούν στους φτωχούς τα βακούφια και τα τσιφλίκια”. Σε μερικές περιοχές στελέχη του ΕΑΜ υιοθετούν το σύνθημα και σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως στο Βερεντζί Καλαμπάκας, το Μουζάκι και αλλού, γίνονται “εισβολές” και καταπατήσεις τέτοιων κτημάτων. Άλλα όμως στελέχη το αποκρούουν αυτό και επακολουθούν συγκεντρώσεις κατοίκων, όπου αναπτύσσονται και οι δυο απόψεις. Η μια: Αρκετά χρόνια, λένε ορισμένα στελέχη, λίγα άτομα εκμεταλλεύονται απέραντη γη, ενώ δίπλα τους υπάρχουν αγρότες που δεν έχουν τόπο ούτε για τάφο. Αυτό είναι άδικο και γι’ αυτό ο λαός θέλει τώρα να γίνει το μοίρασμα των τσιφλικιών. Και αφού το θέλει ο λαός, πρέπει να τον αφήσουμε να το πραγματοποιήσει, να μην τον απογοητεύσουμε. Δεν μπορούμε να μένουμε στην ουρά των γεγονότων. Απαντούν άλλα στελέχη: “Εκατοντάδες είναι ακόμα στη Θεσσαλία τα βακούφια, τα τσιφλίκια και τα μεγάλα κτήματα που πρέπει να διανεμηθούν. Αν, όμως, αρχίσουμε τώρα τη μοιρασιά, θα καταλήξουμε σε πόλεμο εμφύλιο, ανάμεσα σ’ αυτούς που τα κατέχουν και σ’ εκείνους που τα διεκδικούν. Και αυτό θα ωφελήσει μόνο τους κατακτητές. Γι’ αυτό η στιγμή δεν είναι κατάλληλη να λύσουμε μια τέτοια διάφορα. Σήμερα όλοι μας πρέπει να πολεμάμε τους κατακτητές, κι όταν τους διώξουμε τότε να διεκδικήσουμε την απαλλοτρίωση. Εκείνο, όμως που μπορούμε να ζητήσουμε τώρα, από τα μοναστήρια και τους τσιφλικάδες, είναι να επιτρέψουν σε φτωχούς αγρότες να σπέρνουν όσα χωράφια δεν καλλιεργούν οι ίδιοι, ώστε όσο κρατάει η κατοχή και ο τόπος να μη μένει άσπαρτος”.
    Σε όλες τις περιπτώσεις, η μάζα των αγροτών, αναγνωρίζει την ορθότητα των απόψεων του ΕΑΜ. Και κωφεύει στα ελκυστικά συνθήματα που χρησιμοποιούν οι αδιόρθωτοι άρπαγες, με συνέπεια να διατηρείται η ενότητα και να μένει σεβαστή η ιδιοκτησία. Οι τσιφλικάδες δέχονται και παραχωρούν όχι μόνο τα χωράφια τους για προσωρινή καλλιέργεια, μα σε αρκετές περιπτώσεις δίνουν δωρεάν και σπόρο, σε αγρότες που δεν έχουν. Οι άρπαγες απομονώνονται, κι όσα τυχόν στελέχη επιμένουν σε λύσεις “τολμηρές” αποξενώνονται. Στις περιπτώσεις αυτές, αποδεικνύεται και κάτι άλλο: ο λαός πάντοτε σχεδόν, κατανοεί το ορθό, όταν με τόλμη το υποστηρίζει η οργάνωση και όταν υπάρχει καθοδήγηση σωστή. Αντίθετα, όπου οι οργανώσεις είναι αδύνατες και επικρατούν “αριστερισμοί”, οι κάτοικοι παρασύρονται, επικρατούν ακρότητες». (σ.σ. Λ. Αρσενίου, Η Θεσσαλία στην Αντίσταση, σελ. 320-321, Λάρισα, και με μικρές διαφορές στις σελ. 329-330 της γ΄ έκδοσης).
    Τα μέτρα που υιοθέτησε το ΕΑΜ ήταν δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις που όμως δεν έθιγαν τις βάσεις της αστικής ιδιοκτησίας. Η θρησκεία και η ιδιοκτησία έμεναν στο απυρόβλητο. «Είναι περιττό να επαναλάβουμε πως η Εκκλησία και η Θρησκεία απολαμβάνουν και θ’ απολαμβάνουν τον πιο απόλυτο σεβασμό. Το ίδιο κι η ιδιωτική περιούσια», έλεγε το Διάγγελμα της ΠΕΕΑ προς τον Ελληνικό Λαό, στις 19-4-1944. «Η υπεράσπιση της πατρίδας, του “έθνους”, θα πορευτεί παράλληλα με την υπεράσπιση της θρησκείας, της οικογένειας και της ιδιοκτησίας», σχολιάζει η Τασούλα Βερβενιώτη. (σ.σ. Τ. Βερβενιώτη, Η γυναίκα της Αντίστασης, Αθήνα 1974, σελ. 51).
    Το άρθρο 65 του Κώδικα Αυτοδιοίκησης όριζε: «Τα δικαστήρια δεν μπορούν σε καμιά περίπτωση να διατάξουν την απαλλοτρίωση της γης. Μπορούν όμως να επιβάλουν προσωρινά την εγκατάσταση φτωχών ΄η ακτημόνων αγροτών της περιοχής, ορίζοντας το ενοίκιο που θα πρέπει να πληρώσουν στον ιδιοκτήτη». Η πληρωμή του ενοικίου επιβάλλονταν, για να αναγνωριστεί η νομιμότητα της ιδιοκτησίας των τσιφλικάδων.
    «Αυτή, ήταν η πιο σοσιαλιστική νομοθεσία του ΕΑΜ» σημειώνει ο Κ. Τσουκαλάς. (σ.σ. Κ. Τσουκαλάς, Η Ελληνική Τραγωδία, Αθήνα 1974, σελ. 51). Αυτή ακριβώς η πολιτική του ΚΚΕ ήταν η βάση της ήττας στο πρώτο, άλλα και στο δεύτερο αντάρτικο (1946-1949). Η άρνηση να ληφθούν μέτρα απαλλοτρίωσης των τσιφλικάδων και ανάπτυξης της ταξικής πάλης στην ύπαιθρο ενάντια στο εμπορικό και τραπεζικό κεφάλαιο έγινε η βάση της αποξένωσης των αγροτών από το κίνημα των εργατών στην επόμενη φάση του κινήματος μετά τη Βάρκιζα και της σε μεγάλο βαθμό αποστασιοποίησης τους από το δεύτερο αντάρτικο στην περίοδο 1946-1949.
    Στο μεταξύ, η αστική τάξη δεν πήρε περισσότερο μέρος στην αντίσταση επειδή η ηγεσία του ΚΚΕ απομόνωνε τους «άρπαγες» και «αριστεριστές» χωρικούς. Ήξερε πολύ καλά τα ταξικά της συμφέροντα. Οι αγρότες όμως έμεναν με την αίσθηση: «Τότε για ποιον, μα την πίστη μας θα χύσουμε το αίμα μας και θα λυτρώσουμε τον τόπο μας; Για μας ή για τους αντιεμάς;».
    Έτσι, πολύ πριν από τα Δεκεμβριανά, πριν η αστική αντεπανάσταση καταργήσει με τα πολυβόλα του Σκόμπι τους θεσμούς της επανάστασης, είχαν φροντίσει οι ηγέτες του ΚΚΕ να τους συρρικνώσουν, να τους υπονομεύσουν, να τους καταργήσουν, ενώ είχαν εξαπολύσει ανθρωποκυνηγητό ενάντια σε μέλη και μη του ΚΚΕ που αμφισβητούσαν από τα’ αριστερά τη γραμμή προδοσίας της επανάστασης. Ήταν οι προϋποθέσεις για τις συμφωνίες του Λιβάνου, της Καζέρτας και την κυβέρνηση «εθνικής ενότητας» με τον Παπανδρέου και την αστική τάξη.

    Κουτσουμπός, σελ. 105

    Μου αρέσει!

  6. 4.1 Η ίδρυση της ΠΕΕΑ
    Στα τέλη του 1943 – αρχές του 1944, η ηγεσία του ΕΑΜ προσεγγίζει (για μια ακόμα φορά) τον Γεώργιο Παπανδρέου και άλλες προσωπικότητες του αστικού πολιτικού κόσμου προτείνοντας τους το σχηματισμό προσωρινής κυβέρνησης στην Ελεύθερη Ελλάδα. Ο Παπανδρέου απορρίπτει την πρόταση, άλλα άλλοι, όπως ο καθηγητής του συνταγματικού δικαίου Αλέξανδρος Σβώλος, παλιός Φιλελεύθερος της αριστερής πτέρυγας, διαπραγματεύεται τη συμμετοχή του. Στις 10 Μαρτίου 1944 ιδρύεται η Πολιτική Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης (ΠΕΕΑ) και ορκίζεται ως η ανώτατη πολιτική εξουσία στην Ελεύθερη Ελλάδα, με προσωρινό επικεφαλής τον συνταγματάρχη Μπακιρτζή, το λεγόμενο «κόκκινο συνταγματάρχη», ο οποίος όμως διατηρούσε δεσμούς με τους Βρετανούς και εθεωρείτο από αυτούς «σίγουρος άνθρωπος». (σ.σ. Τ. Εντ, Οι Καπετάνιοι, Αθήνα 1974, σελ. 158). Στις 17 Απρίλη η ΠΕΕΑ διευρύνεται. Ο Σβώλος αναλαμβάνει πρόεδρος με αντιπρόεδρο τον Μπακιρτζή. Ο στρατηγός Μάντακας γραμματέας (υπουργός) Στρατιωτικών και ο γραμματέας του ΚΚΕ Σιάντος γραμματέας (υπουργός) Εσωτερικών. Μέσα σε συνθήκες κατοχής, η ΠΕΕΑ προκηρύσσει εκλογές στις 23 και 30 Απρίλη 1944 για την ανάδειξη νομοθετικού σώματος, του Εθνικού Συμβουλίου.
    Η ίδρυση της ΠΕΕΑ, υπήρξε πράξη σημαντική, όσο και αντιφατική. Γέμισε ενθουσιασμό τις λαϊκές μάζες οι οποίες την εξέλαβαν ως «κυβέρνηση του βουνού», κυβέρνηση της νέας εξουσίας. Ότι δηλαδή ήταν το αποκορύφωμα της λαϊκής εξουσίας, το επιστέγασμα της σε πανελλαδική κλίμακα. Όμως, η θεσμοθέτηση της «κυβέρνησης του βουνού» είχε και μια άλλη πλευρά. Αντί να είναι το ανώτερο όργανο εξουσίας της επανάστασης, αποδεικνυόταν ως το κορυφαίο όργανο για την ανάσχεση της επαναστατικής πρωτοβουλίας των μαζών.
    Με την Πράξη 12, στις 4 Απριλίου 1944, η ΠΕΕΑ επανέφερε τον αστικό κώδικα που ίσχυε πριν την Κατοχή, δηλαδή τον κώδικα της δικτατορίας του Μεταξά. «Τόσο το ιδιωτικό όσο και το ποινικό δίκαιο που ίσχυε πριν από την Κατοχή διατηρούνται σε ισχύ» αναφέρει. Με το άρθρο 6 της Πράξης 12 καταργείται το αιρετό και ανακλητό. Οι λαϊκοί επίτροποι στο εξής θα διορίζονται και θα είναι σπουδαγμένοι του πανεπιστημίου. Οι λαϊκοί δικαστές που τόσο έξοχα, δίκαια και ανέξοδα απένειμαν τη δικαιοσύνη, καταργούνται. «Οι λαϊκοί επίτροποι των αναθεωρητικών διορίζονται από το γραμματέα της Δικαιοσύνης με τη σύμφωνη γνώμη της ΠΕΕΑ και είναι απαραίτητα διπλωματούχοι της νομικής σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών», αναφέρει. Με το άρθρο 9 ορίζεται ότι «Με απόφαση του Γραμματέα της Δικαιοσύνης διορίζονται Επιθεωρητές Δικαιοσύνης με ορισμένες ΄η όχι περιοχές που θα έχουν σαν καθήκον την γενική καθοδήγηση των οργάνων της λαϊκής δικαιοσύνης».
    Αυτό ξεσήκωσε γενική κατακραυγή, και η ηγεσία του ΚΚΕ με την Πράξη 46, στις 13 Ιουλίου 1944 υποχρεώθηκε να αναστείλει την εφαρμογή του άρθρου 1 της Πράξης 12 που θεωρούσε ενεργό το προ-κατοχικό δίκαιο. Το ανέστειλε, δεν το κατάργησε, όπως δεν κατάργησε και τα υπόλοιπα άρθρα που αποσκοπούσαν στην αποκατάσταση της παλιάς αστικής εξουσίας.
    Αναφερόμενη στις αποφάσεις της ΠΕΕΑ για το σύστημα αυτοδιοίκησης, η Ιστορία του Ελληνικού Έθνους σημειώνει ότι «αφαιρέθηκε και κάτι από τον επαναστατικό ενθουσιασμό» επισημαίνοντας ιδιαίτερα την «περιστολή του ρόλου της γενικής συνέλευσης και την επιστροφή σε αστικοδημοκρατικά πλαίσια». «Είναι γεγονός ότι με τη διεύρυνση της η ΠΕΕΑ έπαιρνε συντηρητικότερη κατεύθυνση» σχολιάζει ο Θ. Τσουπαρόπουλος και για να στηρίξει το συλλογισμό του παραθέτει αποσπάσματα από τον Πέτρο Ρούσο, ηγέτη του ΚΚΕ την περίοδο εκείνη και από τον Πετσόπουλο, πρώην στέλεχος του ΚΚΕ και μετέπειτα διαφωνήσαντα. Κατά τον Π. Ρούσο (σ.σ. Π. Ρούσος, Η Μεγάλη Πενταετία, Αθήνα 1986, τομ. Β΄, σελ. 62) «Συγκροτώντας την ΠΕΕΑ από πολιτικούς κατά πλειοψηφία ΄η κατά το μισό μη εαμικούς, ιδίως στη δεύτερη ανασχηματισμένη φάση της (προεδρία Σβώλου) το ΕΑΜ ήταν σα να διατράνωνε σ’ αυτό το βασικό ζήτημα ωσότου προετοιμαστεί λαϊκή ετυμηγορία με κύρια εγγύηση την παρουσία του ΕΛΑΣ σαν οργάνου του». Ένα απόσπασμα γράμματος του παλιού ηγέτη του ΚΚΕ Γιάννη Πετσόπουλου προς τον καθηγητή συνταγματικού δικαίου Αλ. Σβώλο που τοποθετήθηκε επικεφαλής της ΠΕΕΑ, κάνει σαφές ότι έβαλαν επικεφαλής της εξουσίας του βουνού έναν αντίπαλο της λαϊκής αυτοδιοίκησης. Έγραφε τότε ο Πετσόπουλος: «το δεύτερο σημείο που προκαλεί την προσοχή είναι το επανειλημμένο τονισμό της άσκησης της διοίκησης δια των αντιπροσώπων της ΠΕΕΑ κατά τρόπο που θα μπορούσε να εκληφθεί σαν σκέψη περιορισμού της Αυτοδιοίκησης. Πρέπει να έχεις υπόψη σου, ωστόσο, ότι η Αυτοδιοίκηση ως απόδειξη της ελευθέριας του είναι το μοναδικό αγαθό που μπορέσαμε ως τώρα να δώσουμε στο λαό της υπαίθρου, σαν αντάλλαγμα των βαρύτατων θυσιών του για τη συντήρηση του αγώνα». (σ.σ. Γ. Πετσόπουλο, Τα πραγματικά αιτία της διαγραφής μου από το ΚΚΕ, Αθήνα 1946, σελ. 176). Ο Σβώλος με την άσκηση της εξουσίας της ΠΕΕΑ μέσω διορισμένων αντιπροσώπων ακριβώς επεδίωκε τον έλεγχο και εν τέλει την αφαίρεση αυτού του θεμελιώδους θεσμού που αναπτύχθηκε στη διάρκεια της επαναστατικής τετραετίας και που ερχόταν σε σύγκρουση με την αστική κυριαρχία.
    Η σύγκλιση του Εθνικού Συμβουλίου της ΠΕΕΑ στις Κορυσχάδες Ευρυτανίας από τις 14 ως τις 27 Μάη 1944 ήταν σύγχρονων το ζενίθ και το ναδίρ της επανάστασης. Οι 180 αντιπρόσωποι, εκλεγμένοι στις πιο δημοκρατικές εκλογές της νεότερης Ελλάδας, από 1.800.000 πολίτες της κατεχόμενης και της ελεύθερης Ελλάδας καθιέρωσαν, για πρώτη φορά, την ισότητα ανδρών και γυναικών (στην ψήφο) και τη δημοτική γλώσσα στην εκπαίδευση. Οι θεσμοί της Αυτοδιοίκησης και Λαϊκής Δικαιοσύνης καθιερώνονται ως θεμελιώδεις.
    Συγχρόνως, το Εθνικό Συμβούλιο από τους νέους θεσμούς όλο το επαναστατικό και ταξικό περιεχόμενο. Την ίδια στιγμή που σχηματιζόταν η «κυβέρνηση του βουνού», οι εκπρόσωποι της ΠΕΕΑ και του ΚΚΕ πήγαιναν στο Λίβανο για να διαπραγματευτούν τη συμμετοχή τους στη διορισμένη από τη Βρετανία κυβέρνηση του Γ. Παπανδρέου. Και την ίδια στιγμή επίσης, ένας από τα αριστερά διαφωνών με τη γραμμή του ΚΚΕ, εκλεγμένος εθνικοσύμβουλος από την περιοχή της Ευβοίας, ο Σταύρος Βερούχης, ηγέτης των παλαιών πολεμιστών του μικρασιατικού πολέμου, εδολοφονείτο από ομάδα εκτελεστών του ΚΚΕ για να μη μετάσχει στο Εθνικό Συμβούλιο της ΠΕΕΑ.
    Οι διαπραγματεύσεις με την κυβέρνηση του Καιρού ουσιαστικά έθεσαν το Εθνικό Συμβούλιο σε αχρηστία. «Από τη στιγμή που οι διαπραγματεύσεις ανάμεσα στους εκπρόσωπους της ΠΕΕΑ και την εξόριστη κυβέρνηση στο Καιρό κατέληξαν στο να μετάσχουν μέλη της ΠΕΕΑ στην υπό την αιγίδα των Βρετανών κυβέρνηση εθνικής ενότητας του Γεωργίου Παπανδρέου, το Συμβούλιο περίσσευε. Δε συνήλθε Ποτε ξανά μετά το Μάιο και διαλύθηκε επίσημα το Νοέμβριο. Το Εθνικό Συμβούλιο, αντί να είναι το θεμέλιο ενός μόνιμου νέου πολιτικού συστήματος, όπως σίγουρα είχαν ελπίσει μερικοί από τους πιο ριζοσπάστες αγωνιστές του ΕΑΜ, αποδείχθηκε τελικά ότι ήταν ένα εργαλείο στα χέρια των ηγετών του ΕΑΜ στις παρατεταμένες διαπραγματεύσεις τους με τους πολιτικούς στην Αίγυπτο», σχολιάζει ο Μαρκ Μαζάουερ. (σ.σ. Mazower, ΄ο.π., σελ. 323).

    Κουτσουμπός, σελ. 109

    Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s